Όταν ο Παζολίνι συνάντησε το αγόρι που του πρόσφερε τον θάνατο. Θέατρο.
Γράφει ο Χρήστος Ναούμ
Στο Στούντιο της οδού Σπετσοπούλας, στην Κυψέλη επιχειρείται μέσω των θεατρικών δρώμενων να παρουσιαστεί η ζωή του μεγάλου Ιταλού σκηνοθέτη και διανοητή, ο οποίος τόλμησε να τα βάλει με τους διεφθαρμένους πολιτικούς της εποχής. Ο θάνατός του κατά μια άποψη, μπορεί να θεωρηθεί προβοκάτσια αν και ποτέ δεν βρέθηκαν αποδείξεις, που να μαρτυρούν κάτι παρόμοιο. Ο κ. Σολδάτος , συγγραφέας κι ο κ. Λιβανός, σκηνοθέτης, δημιούργησαν μια φυσική παράσταση προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσουν την ματιά του τολμηρού διανοητή, τόσο στην πεζογραφία, όσο και στην σκηνοθεσία.
Ωραίο το εύρημα της οντισιόν, απ’ όπου περνούν οι ηθοποιοί, οι οποίοι έπαιξαν στις ταινίες του. Κάνοντας ανάγλυφη την παράσταση, τόσο με την εξιστόρηση των ταινιών του και των μεγάλων δημιουργικών στιγμών του, όσο και με την παρουσίαση των γυμνών ηθοποιών, όπως ακριβώς έκανε κι ο μεγάλος δημιουργός. Ο θεατής περιφέρεται μεταξύ των ηρώων και συλλαμβάνει την στιγμή της «ύπαρξης» μέσα από τα μάτια του σκηνοθέτη.
Η παράσταση μοιάζει περισσότερο με ρέκβιεμ παρά με ουσιαστική πραγματεία. Μας ταξιδεύει στις τελευταίες μέρες ζωής του Παζολίνι, λίγο πριν τη δολοφονία του, και μας παρουσιάζει την πολυτάραχη και σκανδαλώδη, αλλά εξίσου συναρπαστική ζωή του. Καταγράφονται οι απόψεις του για τη ζωή, η τεχνική που διαχειριζόταν τις εμπνεύσεις του και τα οράματα, που στόλιζαν τις εμπνεύσεις του. Ενδιάμεσα παρουσιάζονται δραματοποιημένες σκηνές από έργα του, σε μια προσπάθεια του συγγραφέα και του σκηνοθέτη να παρομοιάσουν τη ζωή του Ιταλού διανοητή, με τις ίδιες του τις δημιουργίες.
Όλοι οι ηθοποιοί δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, είτε με την υποκριτική τέχνη τους, είτε με το τραγούδι τους. Γιατί ναι, στην παράσταση ακούγονται άριες αλλά και φολκλορικά ιταλικά τραγούδια. Είναι μια εντυπωσιακή παράσταση, αφιέρωμα στην ζωή του μεγάλου καλλιτέχνη. Ο νεαρός στο ρόλο του Μπερτολούτσι με τις παρεμβάσεις του, ελάφρυνε την ατμόσφαιρα. Ευχάριστη έκπληξη μας προκάλεσε η επανεμφάνιση του κ. Π. Ευαγγελοπούλου, σε ένα ρόλο κλειδί αλλά και του κ.Γ. Λιβανού επίσης, στον ομώνυμο ρόλο του Παζολίνι. Εξαιρετική η σοπράνο κ. Σοφία Μπεράτη, που πλαισίωσε το έργο με τη λυρική φωνή της. Συνοψίζοντας, η παράσταση είναι δείγμα μιας εξαιρετικής ιδέας που υλοποιήθηκε με επιτυχία. Το έργο παίζεται κάθε Πέμπτη 21.30, Παρασκευή 21.45
Συντελεστές της παράστασης
Κείμενα: του Γιάννη Σολδάτου. Σκηνοθεσία: Γιώργος Λιβανός. Παίζουν: Παύλος Ευαγγελόπουλος, Γιώργος Λιβανός, Γιώτα Φωτοπούλου, Σοφία Μπεράτη, Μαρία Γούλα, Λίλη Τέγου, Στέθη Σκύλαρη, Ιουλία Φάλια, Βασίλης Μοσχονάς, Ξένια Γεροβασίλη, Κωνσταντίνος Τσιομίδης, Στέλιος Κουκέλης, Αγγελος Θεοφίλου. Σκηνικά – Κοστούμια: Γιοβάννα Πρασσίνου. Χορογραφίες: Σίμωνας Πάτροκλος
STUDIO ΚΥΨΕΛΗΣ
Σπετσοπούλας 9 & Κυψέλης, Κυψέλη, 210-8819571
Κατερίνα Βεργετάκη , « Είναι η ελπίδα… », από τον Καθηγητή Δημήτρη Φίλια
Η Κατερίνα Βεργετάκη ζει και εργάζεται στο Βόλο. Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα πριν από δύο χρόνια με την ποιητική συλλογή της « Φυλαχτό » ( ΗΡΑ Εκδοτική ,2014 ).Το ποίημά της « Είναι η ελπίδα » που η ποιήτρια μας προσφέρει εδώ σε δίγλωσση μορφή ( ελληνικά και γαλλικά σε δική της απόδοση ! ), περιέχεται σε ανέκδοτη ακόμα συλλογή της και αποτελεί έναν ύμνο στην ελπίδα « που απελπίζει τους φόβους » σε εποχές που η απαισιοδοξία και η ανασφάλεια κυριαρχούν στις ανθρώπινες καρδιές.
Με ιδιαίτερη χαρά, θα περιμένουμε και την δεύτερη ποιητική συλλογή της Κατερίνας στην οποία ευχόμαστε να είναι πάντα γερή, δημιουργική, ευαίσθητη και σκεπτόμενη !
Δημήτρης Φίλιας
« Είναι η ελπίδα…»
Είναι η ελπίδα που απελπίζει τους φόβους
και τα όνειρα που κάνουν την ζωή υποφερτή.
Είναι το φως που φοβίζει τα σκοτάδια
και η αγάπη που τρομάζει την μοναξιά.
Είναι το γέλιο που κάνει την λύπη να δακρύζει
και το χαμόγελο, που κάνει το δάκρυ να στερεύει.
Είναι ο θόρυβος που τρομάζει την σιωπή
και ο αέρας που κάνει την απανεμιά να ριγεί.
Είναι η ομορφιά, της ασχήμιας ο φόβος
και η αισιοδοξία, της απαισιοδοξίας εχθρός.
Είναι η επιτυχία, που κάνει την αποτυχία να τρέμει
και η ευτυχία, που κάνει την δυστυχία δυστυχισμένη.
Είναι η ζωή, του θανάτου η λύτρωση.
« C’ est l’ espoir…»
C’ est l’ espoir qui fait les craintes désespérer
et les rêves qui rendent la vie supportable.
C’ est la lumière qui effraie les ténèbres
et c’ est l’amour qui fait la solitude s’ effrayer.
C’ est le rire qui fait la douleur pleurer
et le sourire qui fait les larmes sécher.
C’ est le bruit qui fait le silence sursauter
et l’ air qui fait se rayer le calme.
C’ est la beauté la peur de la laideur
et l’ optimisme, l’ ennemi du pessimisme.
C’ est le succès qui fait l’ échec trembler
et le bonheur qui rend le malheur malheureux.
C’ est la vie, la rédemption de la mort.
Η «Λούλα» του Ραπτόπουλου και η εμμονή της γενιάς του 1980-1999 με το σεξ!!!

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Για όσους ζούσαν και θυμούνται την τρελή εικοσαετία του καναπέ (1980 έως το κραχ του ελληνικού χρηματιστηρίου το 1999), φαινόταν σαν να μην είχαμε ως μικρομεσαίοι τίποτα άλλο στο νου μας παρά μόνον σεξ-σεξ-σεξ και ξερό ψωμί. Εύκολα δάνεια, εορτοδάνεια, διακοποδάνεια, οι τράπεζες σε παρακαλούσαν να πάρεις ακόμα μια πιστωτική κάρτα, το δίδυμο Κεχαΐδης-Χαβιαρά έγραφαν το καίριο ψυχογράφημα για τις ελληνικές παθογένειες «Με δύναμη από την Κηφισιά», όπου οι καλοβολεμένες μεσοαστές βαυκαλίζονται όλη την ημέρα με σεξουαλικές φαντασιώσεις. Η παραισθητική και ψευδαισθητική «Κοινωνία της Αφθονίας» έχει για τα καλά εισβάλλει στην Ελλάδα με την Μεταπολίτευση. Κι η καθυστερημένη σεξουαλική επανάσταση και οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες προηγουμένων δεκαετιών με χρονοκαθυστέρηση (όπως τα χρηματοκιβώτια). Χρήμα-χρήμα-χρήμα, κοινοτικές επιδοτήσεις, διαφθορά, όλοι όσοι έχουν το πεπόνι και το μαχαίρι δικαιούνται να γλείψουν από τα δάχτυλά τους το μέλι της εξουσίας, κάθε ένας παραγοντίσκος «δικαιούται να κάνει ένα δώρο στον εαυτό του» (φράση δια πρωθυπουργικού στόματος)… μόνον ο Κουτσόγιωργας κι ο Κοσκωτάς είναι τα εξιλαστήρια θύματα ενός βαθιά προτεσταντικού συστήματος που ανακαλύπτει την εξ ουρανού ελεύθερη οικονομία, που θεοποιεί την ιδιωτική πρωτοβουλία (αλλά με κρατικές επιχορηγήσεις), που κυβερνά ελέω λαού, καταργεί το πολυτονικό ως μεσαιωνικό, και τάζει-τάζει-τάζει λαγούς με πετραχήλια. Κι αν όλα αυτά δεν ήταν ένα καλά στημένο σενάριο (κάτι που δεν το πιστεύω, γιατί ακόμα και τα πορνεία έχουν τάξη κι αυτός που κάθεται στη θέση της τσατσάς έχει …όρχεις), σίγουρα ήταν η αποθέωση της τσαπατσουλιάς, της προχειρότητας, της φυγοδικίας, του αυτοσχεδιασμού και του ωχαδερφισμού της δαιμόνιας φυλής μας.
Αυτό είναι το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο όταν γράφεται, εκδίδεται και «προκαλεί» η εξ αντιθέτου προτεσταντική «Λούλα» του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, στα ίχνη μιας περισσότερο ευρωπαϊκής και κεκαλυμμένης θεματικής (κι αισθητικής) του πεζογράφου Μένη Κουμανταρέα. Εδώ τα πράγματα είναι σαν αμερικάνικο θρίλερ. Τα πρόσωπα «ελληνίζουν» αλλά είναι και δεν είναι παγκόσμια. Όλα αναμενόμενα κι όλα τετριμμένα κατά την ταπεινή κριτική μου ιδιότητα. Τίποτα το καινοφανές και ρηξικέλευθο.
Η παράσταση στο «Θέατρο Νέου Κόσμου» τονίζει – ευτυχώς – τη θεατρικότητα και τη συμβατικότητα του κειμένου, απέχοντας από τον ρεαλισμό που θα ήταν καταστροφικός και θα καταδείκνυε την διαμεσολαβημένη γύμνια του κειμένου. Όλα ωραία και καλά σαν παιχνίδι ζενεϊκό αλλά όχι και φασμπιντερικό. Για να αντιγράψεις, να συνθέσεις, να αφομοιώσεις θεματολογίες κι αισθητικές απαιτεί εξεζητημένο ταλέντο και δείκτη ευφυΐας πολύ μακράν του μετρίου…
Η σκηνοθεσία προσπάθησε να καταδείξει την διαχρονικότητα του κειμένου, παρ’ όλο που το ενέταξε στην εποχή που γράφτηκε κι αναφέρεται, κυρίως δια των video-art. Τέλεια. Όλα καλά και ανιαρά. Γιατί πλήξαμε σχεδόν στη μέση της παράστασης από την ελληνική και μάλλον κακόγουστη εκδοχή του Sex and the City.
Τι να σου κάνουν κι οι δύο ταλαίπωρες (αλλά ουχί) κακόμοιρες ηθοποιές; Και πάλι καλά. Κράτησαν τον επαγγελματισμό και τη νατουραλιστική (σχεδόν ηθογραφική) χάρη τους σε ένα έργο που δεν είχε τίποτα να επιδείξει και να προσφέρει στην νεοελληνική κρίσιμο-καταστροφολαγνεία μας. Τουλάχιστον οι αντίστοιχες ταινίες στην τηλεόραση έχουν ελαστικά σενάρια, καταπληκτικές ερμηνείες, ιλλυστρασιόν φωτογραφία κι ο ρυθμός είναι αποστομωτικός. Εδώ είδαμε πολλή κυτταρίτιδα (από τη μια) νευρογενή ανορεξία (από την άλλη), αμηχανία, ξεπατικωμένες φιοριτούρες κι ουδέν το καινοφανές.
Παρ’ όλα αυτά είναι από τις φετεινές παραστάσεις που θα συζητηθούν. Για το τέλειο δεν διαφωνεί κανείς, ενώ για το ελλιπές και το ετεροβαρές όλοι έχουν κάτι να πουν νιώθοντας πιο έξυπνοι και από τον συγγραφέα και από τους συντελεστές της παράστασης. Είναι ένας κλασσικισμός εξ αντιθέτου, όπου ο θεατής είχε περισσότερες πληροφορίες για την πλοκή από τα δραματικά πρόσωπα. Εδώ νιώθει απλώς πιο προνομιούχος που δεν είναι ΤΟΣΟ κολλημένος με το σεξ. Φεύγοντας σκέφτεται: «είμαστε καλά και δεν το ξέρουμε».
Δείτε την παράσταση της «Λούλας» του Βαγγέλη Ραπτόπουλου στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου». Λειτουργεί αποτρεπτικά κι ευεργετικά σε πολλά επίπεδα: έτσι ΔΕΝ είναι η ζωή, δεν θα μιλούσε ποτέ έτσι αν της δινόταν ο Λόγος. Ευτυχώς. Πολλές φορές η Τέχνη λειτουργεί κι ως Ομοιοπαθητική διογκώνοντας τα όποια συμπτώματα και διεγείροντας τις παρενέργειες τροφοδοτώντας τα με προσοχή κι ανάξιο ενδιαφέρον. Μουσειακή ανατομία μιας ξεχασμένης, αποτυχημένης και ηδονόπληκτης γενιάς, που θα μπορούσε να τη λένε και υποτιμητικά «Λούλα».
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info από τον επίσημο διαδικτυακό τόπο του ΘΕΑΤΡΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ:
“Λούλα”, παράσταση βασισμένη στο μυθιστόρημα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Αγαρτζίδης, Δέσποινα Αναστάσογλου
Παίζουν: Ανθή Ευστρατιάδου, Βίκυ Κατσίκα
Συμπαραγωγή με την Ομάδα Elephas tiliensis
Το μυθιστόρημα που σόκαρε, δίχασε και ενθουσίασε, για πρώτη φορά στο θέατρο.
Προσπαθώντας να φτάσει πάση θυσία στο αποκορύφωμα της ηδονής, μια όμορφη φοιτήτρια της Φιλοσοφικής Αθηνών έρχεται αντιμέτωπη με την εφιαλτική όψη της λαγνείας. Μια παράσταση για τον γυναικείο οργασμό και την απουσία του. Για τη χρήση ινδικής κάνναβης. Για σεξουαλικές διαστροφές. Για τη λαγνεία ως εφιάλτη της Ανατολής. Για βρικόλακες στην Αχαΐα του προηγούμενου αιώνα. Για κόσμους άλλων διαστάσεων στη σύγχρονη Αθήνα. Και για τον κόσμο των ψυχώσεων.
Μια πολιτική πορνογραφία.
Ο αυτιστικός κόσμος της Λούλας. Η Λούλα ως σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς που πάλεψε να ενηλικιωθεί στις τοξικές δεκαετίες από το ’90 και μετά.
Η Λούλα αναζητά απελπισμένα και ασυνείδητα την εκτόνωση του σώματος καθώς δεν μπορεί να συνδεθεί με την πραγματικότητα, την χώρα και την Ιστορία. Η ανοργασμία της την κάνει εμμονική. Προβάλλει σαν αναπηρία και μέγγενη. Πρέπει να φτάσει σε οργασμό για να απελευθερωθεί.
Η συγκάτοικός της, η Εύη, το alter ego της, χωρίς την εκθαμβωτική ομορφιά της Λούλας, κάνει τους άντρες να τρέχουν από πίσω της γιατί ξέρει να τους ικανοποιεί και να ικανοποιείται. Είναι το αντίθετο της Λούλας, είναι η χυδαία, σαρκαστική και κυνική σύντροφός της. Ένα ντεσαντικό δίδυμο.
Οι δύο κοπέλες, σε ένα φοιτητικό δωμάτιο στα Εξάρχεια, με αναμμένη την τηλεόραση και τα γειτονικά μπαλκόνια να ξεφωνίζουν Σφακιανάκη και Γαρμπή, μιλούν για το σεξ όπως το διαβάζουν στα περιοδικά του Κωστόπουλου, πηγαίνουν στο Πανεπιστήμιο, αν και ελάχιστα μιλούν για αυτό, φαντασιώνονται τους γυμναστές των πρωινάδικων, μέχρι που ο Βρικόλακας εισβάλλει και τους συστήνει με έναν περίπατο στα Εξάρχεια μια Αθήνα μεταφυσική, διαβολική, τρομώδη και πανέραστη.
Ο κόσμος της Λούλας μέσα από την πορνογραφία, το χιούμορ, το noir και το θρίλερ, αποκαλύπτεται ως μελέτη μιας γενιάς, της γενιάς μας, που αναγνωρίζει και παλεύει με τον αυτισμό της προκειμένου να φτάσει στην ενηλικίωσή της.
Η παράσταση είναι αυστηρά ακατάλληλη για ανηλίκους.
Το μυθιστόρημα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου «Λούλα» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.
Συντελεστές της παράστασης
Δραματουργική επεξεργασία – Σκηνοθεσία: Δημήτρης Αγαρτζιδης, Δέσποινα Αναστάσογλου
Σκηνικός χώρος – Κοστούμια: Μαγδαληνή Αυγερινού
Μουσική: costinho (Κωστής Ζουλιάτης)
Φωτισμοί-Φωτογραφίες: Karol Jarek
Video: Μικαέλα Λιακατά, Ιάσων Αρβανιτάκης
Επιμέλεια κίνησης: Αλεξάνδρα Καζάζου
Κατασκευές-Γλυπτά: Ιωάννα Πλέσσα
Παίζουν οι ηθοποιοί
Ανθή Ευστρατιάδου, Βίκυ Κατσίκα
www.elephastiliensis.gr
FB page: Elephas tiliensis
Τα αθάνατα «Μαύρα Τακούνια» του Γιώργου Χρονά στο ατμοσφαιρικό θεατρικό στέκι “Studio Κυψέλης”

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Ο Γιώργος Χρονάς είναι μεγάλος ποιητής, διαχρονικός, καβαφικός και μηδενιστικώς επικούρειος. Ακολουθεί τη φιλοσοφική αρχή του μηδενός για να συμπιέσει το ελατήριο που θα εκτιναχθεί για να δημιουργήσει το Ά-Παν. Δεν είναι τυχαίο που τις εκδόσεις του ονομάζει «Οδός Πανός». Δεν μπορείς να κατανοήσεις πλήρως το έργο ενός ποιητή αν δεν εξαντλήσεις τη βιογραφία του. Ο Χρονάς δεν γράφει για τον εαυτό του. Δεν περιαυτολογεί όπως άλλοι δαφνοστεφανωμένοι ποιητές. Δεν ναρκισσεύεται. Δεν αμπελοφιλοσοφεί ως ρωμιός σε καφενείο. Αντιθέτως, περιγράφει ποιητικώς τον εαυτό του ως «ιερό πόνο στην ωμοπλάτη». Τόσο απλά και τόσο λιτά. Η σωματικότητα του έρωτά του καταργεί πάραυτα ιδεαλισμούς και ρομαντικά φληναφήματα. Ανεβάζει στη «σκηνή» του ποιητικού του λόγου πρόσωπα περιθωριακά, καθημαγμένα, που βιώνουν τον άλογο έρωτα και καταστρέφονται, τελειωτικά, για πάντα, παρακολουθούν την κηδεία τους από το ταβάνι και δεν θέλουν να ξέρουν πώς θα συνεχίσουν να ερωτεύονται οι άνθρωποι μετά. Ο χρόνος τελειώνει με την απαξίωση του ερωτικού σώματος. Και πείτε μου εάν αυτό δεν είναι καβαφικό. Όπως κι ο Χριστιανόπουλος, ο Χρονάς, απεχθάνεται τους ψευτο-διανοούμενους και τους κουλτουριάρηδες, ενώ έχει αναδείξει, ως εκδότης, γερές πέννες της λογοτεχνίας και της δημοσιογραφίας. Αυτή η εμπορική διορατικότητά του χαρίζει στην τέχνη του έναν απροσδόκητο πραγματισμό που πόρρω απέχει του ρεαλισμού, αλλά και τον υπερ-ρεαλισμό απεχθάνεται. Είναι ανεπαίσθητα απογειωμένη η ποιητική του, χωρίς να καθίσταται ανεδαφική ή εξωπραγματική. Η λιτότητα του λόγου, η ακριβοδίκαιη έκφρασή του, η στυγνή εμμονή στη λεπτομέρεια («το μέρος αντί του όλου»: συνεκδοχή), η απουσία επιθέτων, τα προσεκτικά επιλεγμένα ουσιαστικά, μια κάποια αφαίρεσις, η αφηρημάδα των αρνούμενων να υπηρετήσουν θητεία στην υποκρισία, η ανάγκη του πνεύμονα για πλήρεις ανάσες κι η απέχθεια του μυαλού στις μισές δουλειές, καθορίζουν τελικά τον βίο και την πολιτεία του πολύπλευρου αλλά σεμνού και ταπεινού Γιώργου Χρονά.

Στο ατμοσφαιρικό θεατρικό στέκι “Studio Κυψέλης”, απόλαυση θεατρικήν μυσταγωγίαν δια χειρός Γιώργου Λιβανού. Σύνθεση κειμένων: Βαλεντίνη Λουρμπά (από την προγενέστερη παράσταση της «Οδού Εκάτης» με αναπροσαρμογές). Όλοι οι ηθοποιοί ταπεινά υπέροχοι. Τελικά ο χώρος αυτός καθίσταται σχολή, στην υποκριτική, στους φωτισμούς, στην κινησιολογία, στην ενδυματολογία, στη μουσική επένδυση… Τέλεια. Κάτι που έλειπε από τη μίζερη αθηναϊκή μας πραγματικότητα. Είναι όπως παλιά το «Υπόγειο» του Κουν. Πήγαινες χωρίς να ρωτάς τι θα δεις. Γιατί ήξερες ότι θα είναι συνυφασμένο με την ποιότητα. Εύγε σε όλους τους επαρκέστατους συντελεστές. Και στους θεατές που παρακολουθούν την μυσταγωγία με άκρα ταπείνωση και σεβασμό. Έτσι πρέπει να λατρεύονται οι αληθείς ποιητές. Εν ζωή. Τα μετά είναι για τους υστερο-φιμωμένους.
Κωνσταντίνος Μπούρας

Πρωταγωνιστούν κατά σειράν εμφανίσεως: Nότα Παρούση , Γιάννης Τσιώμου, Ελένη Μπέη, Ζωρζέτ Μιρόν, Νίνα Ακτύπη, Ervis Tosca, Βασίλης Ξυδάκης και ο Τέλης Ζώτος.
Σκηνοθεσία-φωτισμοί: Γιώργος Λιβανός

Σύνθεση κειμένων: Βαλεντίνη Λουρμπά
Σκηνικά- κοστούμια: Γιοβάννα Πρασίνου
Κινησιολογία: Ervis Tosca
Μουσική: Πάνος Μαλανδρής
Κινηματογράφηση: Αντώνης Μανδρανής
Φωτογραφίες: Κώστας Βολιώτης – Ξακουστή Χειλάκη
Βοηθός σκηνογράφου: Διονύσης Κατερρέλλος
Βοηθός ενδυματολόγου: Βάνια Αλεξάντροβνα
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.30 από τις 21 Μαρτίου ως το τέλος Μαΐου
Christine Brueckner, «Εάν είχες μιλήσει Δυσδαιμόνα» και «Κλυταιμνήστρα: “Είσαι ευτυχισμένος τώρα νεκρέ Αγαμέμνων”»,
στα ίχνη τής Christa Wolf (πόρρω απέχουσα όμως από την εξαίσια “Cassandra” της)
![]()
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Ας κρατήσουμε κατ’ αρχήν το θετικό: το ότι, δηλαδή, η αρχαία τραγωδία συνεχίζει να εμπνέει σήμερα ειδικούς και μη, αλληλεπιδρά με το θυμικό των ανθρώπων απανταχού της γης, επιβάλλει διαρκώς νέες ερμηνείες και συγκοινωνεί υπόγεια με τον υδροφόρο ορίζοντα του Συλλογικού Ασυνειδήτου. Οκέι. Καλό αυτό. Όμως η διαρκής αναβίωση του αρχαίου δράματος, κακήν-κακώς τις περισσότερες φορές, προχείρως και χωρίς σοβαρή μελέτη κι έρευνα, δίνει ένα εύκολο [έτσι νομίζουν οι αδαείς] διαβατήριο για την δραματουργική επεξεργασία απωθημένων και πόθων ποιητικών (στην καλύτερη των περιπτώσεων, π.χ. Ρίτσος) ή ψευδοποιητικών («ονόματα δε λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε»). Η «Κλυταιμνήστρα;» (με ερωτηματικό) του Ανδρέα Στάικου ήταν αρκετή για να απογειώσει την καριέρα του και να τον καταξιώσει ως νεοέλληνα θεατρικό συγγραφέα. Και καλά οι ομιλούντες την νέαν ελληνικήν και γνωρίζοντες (ακαδημαϊκώς την αρχαίαν ελληνικήν). Οι «φιλέλληνες», αλλοεθνείς, κλασικο-σπουδαγμένοι είναι διπλά αξιέπαινοι που καταγίνονται με τους αρχαίους μας μύθους. Παρά τις παρανοήσεις (το να μιλάς τη συνεχή μέσα στο χρόνο ελληνική γλώσσα είναι ένα απαράμιλλο πλεονέκτημα), παρά τις όποιες τεχνικές τους ατέλειες, τα πρωτόλεια ή μη έργα τους διακρίνονται από την ειλικρινή επιθυμία να προσθέσουν μιαν ψηφίδα έστω στο μωσαϊκό της αναδημιουργίας του Αρχαίου Μύθου.
Αρκετά όμως εδώ ως εισαγωγή. Στο «δια ταύτα». Φιλότιμη η προσπάθεια της Christine Brueckner να αναβιώσει την Κλυταιμνήστρα, μονολογούσα ρεαλιστικώς πάνω από τον σκοτωμένο από αυτήν Αγαμέμνονα (μπρρρρρ!!!!!!) πριν του κλείσει τελειωτικώς τα μάτια. Φεμινιστικές υπερβολές, εκδικητική βεντέτα, ασέβεια στη μνήμη νεκρού, σαδομαζοχιστική σκληρότητα που θα ταίριαζε σε θεατές καψίματος μαγισσών ή κρεμάσματος κακούργων. Οκέεεειιιιι, που λένε οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι. Και γιατί όχι; Φτάνει αυτό να υποστηρίζεται υποκριτικώς από την ηθοποιό που αναλαμβάνει να υποστηρίξει αυτόν τον άχαρο κι αντιπαθητικό ρόλο. Κάτι που δεν συνέβη με την Ευαγγελία Βαλσαμά, που μεταπηδούσε από κατάσταση σε κατάσταση ουρλιάζοντας και τσιρίζοντας σαν γιαπωνέζος ηθοποιός του Θεάτρου Καμπούκι, κι άλλοτε ως «Κατίνα» μικροαστή που περίμενε να πεθάνει ο άντρας της για να «του τα ψάλλει». Κρίμα. Η κακογουστιά σε όλο της το μεγαλείο. Όχι αγαπητές μου κυρίες και κύριοι. Η αρχαία τραγωδία δεν έχει σχέση με την μικροαστική μικροπρέπεια. Είναι μεγαλειώδης, προκαλεί «έλεον και τρόμον». Εδώ απλώς ένιωθα ότι δεν ήθελα να είμαι παντρεμένος με αυτή την οπισθόβουλη, δειλή κι ανάξια, φαντασμένη κι ανόητη γυναίκα. Η ηθοποιός Ευαγγελία Βαλσαμά δεν δίστασε να γελοιοποιήσει ακόμα και την εύλογη ωραιοπάθεια της Κλυταιμνήστρας, ως αδελφής της Ωραίας Ελένης του Μενελάου (του Πάρη και του …Ευριπίδη, βεβαίως).
Ακόμα χειρότερη, έως ανεκδιήγητη ήταν η Δυσδαιμόνα της, που ερμήνευσε η καλή ηθοποιός Ευαγγελία Βαλσαμά, με μια υπερβολή σα να παίζει σε κουκλοθέατρο, γκραν-γκινιόλ ένα πράμα, με πεταγμένους έξω τους βολβούς σαν κακό σήριαλ με βρικόλακες. Έλεος, βρε παιδιά. Τι παρανόηση είναι αυτή! Μα αυτό είναι το θέατρο; Όχι βέβαια. Η Ποίηση, μια δυο καλές εικαστικές ή μουσικές ιδέες, σεμνότητα, καλή εκφορά λόγου και μια εμμονή στην ποιότητα, θα αρκούσε… Πού να τα βρεις όμως όλ’ αυτά μαζεμένα σήμερα στην εποχή της Κρίσης και των εκπτώσεων; Απορία ψάλτου, βηξ!
Παρ’ όλα αυτά, δείτε αυτήν την διπλή παράλληλη παράσταση, για να σχηματίσετε τη δική σας γνώμη και να διαφωνήσετε ενδεχομένως μαζί μου.
Κωνσταντίνος Μπούρας
Η ΤΕΧΝΗ ART PATMOS παρουσιάζει από το Σάββατο 19 Μαρτίου στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου σε παράλληλες παραστάσεις, δύο μονολόγους, της Christine Brückner, «ΕΙΣΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΤΩΡΑ, ΝΕΚΡΕ ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ;» και«ΕΑΝ ΕΙΧΕΣ ΜΙΛΗΣΕΙ ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ!» σε σκηνοθεσία Barbara Hoffmann και Till Sterzenbach, με την Ευαγγελία Βαλσαμά.
Ηρωίδες η Κλυταιμνήστρα και η Δυσδαιμόνα αντίστοιχα, δύο διαμετρικά αντίθετες προσωπικότητες, με διαμετρικά αντίθετες συμπεριφορές η μία γεμάτη αγανάκτηση, μίσος βιώνει τη λύτρωση και μέσα από το φόνο και εξαγνίζεται απ’ αυτόν.
Η Δυσδαιμόνα ξετυλίγει το κουβάρι των αποκαλύψεων μέσα από την αγνότητά, την τρυφερότητα, την αγάπη της στον Οθέλλο, και κάτω από το ισχυρό ένστικτο της επιβίωσης, η λύση δίνεται μέσα από την ολοκληρωτική παράδοση τους στον έρωτα και σαν πράξη.
Kαι οι δύο μεταφέρουν ισχυρά μέσα από το λόγο τους πανανθρώπινα μηνύματα Αγάπης, Σεβασμού, Ελευθερίας, Ειρήνης.
«Είσαι ευτυχισμένος τώρα, νεκρέ Αγαμέμνων;»
Ο μονόλογος της Κλυταιμνήστρας «Είσαι ευτυχισμένος τώρα, νεκρέ Αγαμέμνων;» (Ο ανέκδοτος λόγος της Κλυταιμνήστρας μπροστά από το νεκροκρέβατο του Βασιλιά των Μυκηνών), έργο της Christine Brückner.
Η Κλυταιμνήστρα μόλις έχει πνίξει στο λουτρό τον σύζυγό της και βασιλιά των Μυκηνών Αγαμέμνονα, ο οποίος είχε σκοτώσει τον πρώτο της άνδρα, το πρώτο της παιδί και θυσίασε την κόρη τους Ιφιγένεια στους θεούς, με «αντάλλαγμα» τον ούριο άνεμο για την εκστρατεία των καραβιών του προς την Τροία. Αυτή η δολοφονία είναι για τη Κλυταιμνήστρα μια πράξη απελευθέρωσης και χειραφέτησης ενώ συνειδητοποιεί και τον δικό της επικείμενο θάνατο ακολουθώντας την κατάρα που καταδιώκει το γένος των Ατρειδών: «Στους Ατρείδες υπάρχει μόνο, να σκοτώσεις ή να σκοτωθείς.»
«Ο μονόλογος της Κλυταιμνήστρας είναι ένας αντι-επιτάφιος : ένα χειμαρρώδες κατηγορητήριο ενάντια σ’ έναν άντρα σκληρό, φιλοπόλεμο και τυφλό μπροστά στις απολαύσεις της φύσης και της ειρηνικής ζωής . Η Κλυταιμνήστρα της Γερμανίδας συγγραφέως είναι μια πολύπαθη γυναίκα η οποία έχει γευτεί την αδικία, την ταπείνωση, την καταπίεση και την βία που της έχει «προσφέρει» ο μισαλλόδοξος αρσενικός δυνάστης. Επίσης είναι μία γυναίκα που δεν καταδέχεται να αποδώσει στους Θεούς τις πράξεις των ανθρώπων. Τέλος, είναι μία γυναίκα που, συνοψίζοντας τις δυστυχισμένες στιγμές της πλάι σ’ έναν άντρα-θύτη, δεν μπορεί παρά να νοιώθει πικρία, οργή και μίσος, έστω και αν αυτός είναι πια νεκρός. Ωστόσο η εκδίκηση της Κλυταιμνήστρας σηματοδοτεί αναπόφευκτα και το δικό της τέλος, αφού μετά το μίσος της, δεν κερδίζει τίποτα άλλο από μία ισότιμη θέση στο πλευρό του νεκρού Αγαμέμνονα.»
Χαρά Μπακονικόλα
Ομότιμη Καθηγήτρια
Τμήματος Θεατρικών Σπουδών, Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Barbara Hoffmann, Till Sterzenbach
Μετάφραση: Έφη Funck
Σκηνογράφος: Χρυσηϊς Stroghoff
Κοστούμια: Francoise Dangon
Επιμέλεια Ήχου: Μηνάς Εμμανουήλ
Φωτογραφία: Σάββας Σπυρίδωνος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαρία Καλαμαρά
Τεχνική Υποστήριξη: Claudia Loeblein
ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ευαγγελία Βαλσαμά
ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ: 60 λεπτά
Από το Σάββατο 19 Μαρτίου μέχρι την Κυριακή 3 Απριλίου
Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή & Σάββατο στις 21:15
Τρία χαϊκού του Χρήστου Παπουτσή σε γαλλική μετάφραση της Παρασκευής Μόλαρη, MA Paul Valéry Montpellier III

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ
Μια πεταλούδα.
Ακουμπά στο λουλούδι.
Δεν του ανήκει.
ΤΟ ΧΑΪΚΟΥ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΥΨΗΣ
Σταγόνα νερού.
Για να κρυφτεί το λευκό,
το φως διαθλάται.
ΒΡΟΧΗ
Σύννεφο είμαι.
Ήχος στο παράθυρο.
Έγινα βροχή.
“Μετά το τέλος τ’ ουρανού”, Χρήστος Παπουτσής-Άνεμος Εκδοτική
Trois poèmes haikus
de Christos Papoutsis,
traduits en français
par Paraskevi Molari, MA Paul Valéry MontpellierIII
PAPILLON
Un papillon
Touche la fleur.
Sans lui appartenir.
LE HAIKU DE LA DISSIMULATION
Goutte d’eau.
Histoire de cacher le blanc,
la lumière se réfracte.
PLUIE
Je suis nuage,
Son à la fenêtre.
Je suis devenu pluie.
Χρήστος Ναούμ, «Γυμνός σε κοινή θέα», διηγήματα, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2016, σ. 148.
Από τον κριτικό λογοτεχνίας Κωνσταντίνο Μπούρα

Ο Χρήστος Ναούμ γράφει σαν χρονοταξιδιώτης από άλλη εποχή που προσγειώνεται στη σκληρή κι ανόητη, σκοταδιστική και μεσαιωνική εποχή μας, τη λουσμένη στο αίμα, στη βία, στον φανατισμό, στη μισαλλοδοξία. Προερχόμενος από έναν πνευματικό κόσμο Κάλλους έλκεται αφηγηματικώς από την Ασχήμια, με την αθωότητα ενός παιδιού που μαθαίνει τι είναι το σεξ. Όμως η νοσταλγία του για την Παράδεισο είναι παραδειγματική και υποδειγματική. Ρομαντικά συναισθηματικός και καυστικώς θυελλώδης, αφηγείται με τη σωστή δόση κυνισμού τις τρυφερές ιστορίες του, λατρεύει το Θηλυκό στοιχείο μέσα από το αρχετυπικό σύμβολο της Σελήνης, είναι ετεροπαθώς και ετεροκεντρικός, δεν δοξάζει τον εαυτό του και δεν αυτοψυχαναλύεται. Τουλάχιστον, όχι άμεσα. Είναι γνώστης της Πανανθρώπινης Ψυχής και ως ιατρός σωμάτων θεραπεύει και το Συλλογικό μας Ασυνείδητο. Ένας δερματολόγος-αφροδισιολόγος μετά από τριάντα χρόνια νοσοκομειακής εμπειρίας, έχοντας ακούσει κι έχοντας δει, έχοντας – κυρίως – ψυχανεμιστεί τον πόνο και τις ενοχές των βασανισμένων ανθρώπων, αντί να σκληρύνει, σκύβει με συμπάθεια στην ανθρώπινη φύση και την ανατέμνει διεξοδικώς και μεθοδικώς.
Τα διηγήματά του με τον εύστοχο τίτλο «Γυμνός σε κοινή θέα» (τι άλλο κανείς δηλαδή κάθε καλός συγγραφέας), που εκδόθηκαν πρόσφατα από τον Καστανιώτη, είναι απέραντοι κόσμοι σε περιορισμένη ανθρώπινη κλίμακα, είναι πυρκαγιές στη νύχτα, είναι φρυκτωρίες που αναγγέλλουν το καλό νέο ότι ο Άνθρωπος δεν πέθανε ακόμα, παρά την Κρίση όσων απεργάζονται το Κακό του.
Βαθιά αισιόδοξα μέσα από τη μελαγχολική διάθεση και την αναπότρεπτη φιλοσοφική θλίψη των προσώπων, τα διηγήματα του Χρήστου Ναούμ βρίθουν παθών, ανατροπών, αντιστίξεων. Το στοιχείο της Αντίθεσης, αντάμα με αυτό της Ειρωνείας είναι πρωταρχικό του συγγραφικού του ύφους κι αντισταθμίζει την τόση ενσυναίσθηση, την άμετρη ευαισθησία, την ανεπιφύλακτη φιλανθρωπία, την άνευ όρων και ορίων Αγάπη (ως ανώτερη μορφή και πνευματική διαβάθμιση του ζωώδους ενστικτώδους έρωτα). Αυτό αποκαλύπτεται κι από τα motti που επιλέγει στα διηγήματά του. Οι προθέσεις ενός συγγραφέα είναι σημαντικές για τον κριτικό. Ας διαβάσουμε λοιπόν κάτω από το διήγημα με τίτλο «Πρωτεϊνικά μόρια»: «Τι σχέση έχει με την αγάπη ο έρωτας; Η αγάπη είναι αυταπάρνηση, ο έρωτας εγωισμός», Άγγελος Τερζάκης (1907-1979), Έλληνας συγγραφέας. Προσέξτε την αναγραφή της ημερομηνίας θανάτου. Λεπτομέρεια; Όχι, βέβαια. Ο καλός συγγραφέας κινείται ως φωτοβολταϊκό τόξο ανάμεσα στις τραυματικές στιγμές γεννήσεως και θανάτου. Και κάτω από το αμέσως προηγούμενο διήγημα με τίτλο «Όνειρο ή παραμύθι;» διαβάζουμε ως μόττο: Ο έρωτας ξεγυμνώνει τα σώματα. Η φιλία ξεγυμνώνει τους χαρακτήρες», C. S. Lewis 1898-1963), Ιρλανδός συγγραφέας. Κι επειδή ο καλός χειρουργός τίποτα δεν αφήνει στην Τύχη, η σήμανση της χώρας καταγωγής του διεθνούς λογοτέχνη σημαίνει πολλά για τον επαρκή αναγνώστη. Είναι μια έμμεση υπενθύμιση των πολιτιστικών συμφραζομένων από τα οποία προερχόμεθα και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας στην οποία εμβαπτιζόμεθα καθημερινώς εκόντες-άκοντες.
Στο επίπεδο της αφηγηματικής τεχνικής, διαπιστώνουμε λεπτομερείς περιγραφές με ζωγραφικές αξιώσεις, ρομαντικές αποχρώσεις, αναλυτικές αναφορές σε συμπτώματα ασθενειών, αντιθέσεις και αντιστίξεις.
Στο επίπεδο της θεματολογίας, η λατρεία της Ασχήμειας ως νοσταλγία του Κάλλους.
Στο επίπεδο της ρυθμολογίας, το μελοδραματικό θέατρο σε όλο του το μεγαλείο.
Στο επίπεδο της ιδιολέκτου, επεξεργασμένη καθομιλουμένη με υγιώς αφομοιωμένα λόγια στοιχεία.
Στο επίπεδο της αισθητικής, έτσι θα ήθελα να γράφουμε και να διαβάζουμε όλοι, αν δεν ζούσαμε σε βάρβαρους και βιαστικούς καιρούς.
Φίλε Χρήστο Ναούμ, υποκλίνομαι στην Αθωότητα και στο Ήθος σου.
Κωνσταντίνος Μπούρας
Six poèmes de Kostas Vassilakos traduits en français par Paraskévie V. Molari, enseignante, traductrice, chercheur

Le poète grec Kostas Vassilakos fit sa première apparition dans les Lettres Néohelléniques en 2012 avec «Débris de pensée» («Skepsis Thravsmata»), recueil reçu avec enthousiasme par le public et la critique littéraire. «Débris de pensée» est la fin d’ un parcours de vie, l’aboutissement d’une marche, l’accouchement attendu et preparé du vers où viennent chercher refuge les souvenirs du passé. Suivit «Traversant» («Peri-Diavenontas»), livre qui dévoila aussi son talent de prosateur. «Paroles Évadées» («Loguia Drapetes») fut le titre du deuxième recueil poétique de Vassilakos paru à Athènes chez “Αnemos” (2015). Avec “Paroles évadées”, Vassilakos revient à la magie du vers offrant de nouveau une poésie pure, regie par une ambiance des fois réaliste des fois onirique et placée toujours au centre de l’existence humaine.
Suivent, en traduction française, (forme bilingue), six nouveaux poèmes de Vassilakos pas encore edités.
« Χορεύαμε »
Χορεύαμε με θέα την πανσέληνο.
Με κρατούσες σφιχτά από την ανάσα,
κι εγώ ψιθυριστά άγγιζα το κορμί σου.
-Το νου σου στα βήματα, σου είπα,
μη χαθούν οι στροφές
και ξεμείνουμε στην έκλειψη της αγάπης.
Εσένα σου αρέσει το διάφανο τ΄ ουρανού, κι εμένα το ασημί της θάλασσας.
-Το νου σου στα βήματα .
« Οn dansait »
On dansais sous la lune
Tu me serrais fort par le souffle
Et moi je touchais à mi-voix ton corps
- Attention aux pas, te dis-je
ne pas perdre la cadence
et être à court d’amour.
Toi, tu aimes le transparent du ciel,
Et moi, l’argent de la mer.
-Attention aux pas.
*****
« Στιγμές ζωής »
– «Θα μ’ αγαπάς για πάντα»; ρώτησες.
Κι εγώ, κρέμασα το βλέμμα
στο σεληνόφως της καρδιάς.
Είδα πουλιά να ερωτεύονται.
Είδα αστέρια να χορεύουν.
Είδα φιλιά να πνίγονται.
– «Τώρα, σ’ αγαπώ και μεθούν οι
θάλασσες», σου είπα.
– «Αύριο,
ίσως καρφωθούν οι Κυριακές μου».
Η ζωή είναι στιγμές.
« Instants de vie »
“M’aimeras-tu à vie?”, as-tu demandé
Et moi,j’ai suspendu le regard
Sur le clair de lune du coeur.
J’ai vu des oiseaux tomber amoureux.
J’ai vu des baisers se noyer.
- “Maintenant je t’aime
- Et les mers s’enivrent” te dis-je
- -“Demain, ce sont mes dimanches
Qui seraient cloués.”
La vie, c’est des instants.
*****
« Πιασμένοι από το χέρι »
Το σκοτάδι της ορφανής ψυχής ,
μας σκεπάζει αδέλφια.
Τώρα,
ξανά μαζί, πιασμένοι από το χέρι,
να βγούμε στις μεγάλες πλατείες του κόσμου, κάτω από τα αστέρια, που, κρεμασμένα από τους εξώστες του σύμπαντος, μας χειροκροτούν.
Εκεί,
να χορέψουμε το τραγούδι της καρδιάς, να κλέψουμε μια χαραμάδα ήλιο
και να την κάνουμε γιορτή.
« Μain dans la main »
L’obscurité de notre âme orphelin
Nous couvre chers frères.
Maintenant,
De nouveau ensemble,main dans la main,
Sortis dans les grandes places du monde,
Sous les étoiles qui nous applaudissent
Pendus des balcons de l’univers.
Là,
Dansant la chanson du coeur
Volant une fente de soleil
Pour en faire une fête.
*****
« Ξεχασμένα γράμματα »
Αυτά τα ξύλινα βαγόνια,
που περνούν αδιάφορα
στις ράγες των ματιών,
είναι φορτωμένα με άδηλες σιωπές
κι ανείπωτες λέξεις.
Είναι καρφωμένα με αδικημένες ώρες
και φοβισμένη προσμονή.
Σταματήστε τα
σε κάθε αποβάθρα του νου.
Όλο και κάποια ξεχασμένα γράμματα
θα ξεπηδήσουν.
ΑΓΑΠΗ, ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, θα φωνάξουν .
Μην τ΄ αφήσετε να φτάσουν
στον τερματικό σταθμό
και μεταλλαχθούν σε αριθμούς χαραγμένους στο μπράτσο της ζωής
θα καταλήξουν στον αποτεφρωτή ψυχών.
« Lettres oubliées »
Ces wagons en bois
glissent indifférents sur les rails des yeux,
chargés de silences incertaines
et de mots non prononcés.
Cloués par des heures lesées
Et une atttente apeurée.
Arretez-les à chaque quai de l’esprit.
Quelques lettres oubliées en rebondiront.
AMOUR, JUSTICE, LIBERTE, crieront-ils .
Ne les laissez pas atteindre la gare terminale
ils seraient transformés en chiffres
gravés sur le bras de la vie
ils aboutiraient à l’incinerateur d’âmes.
*****
« Έτσι είναι η αγάπη »
Πέφτουν τα φύλλα της καρδιάς καταμεσής της Άνοιξης,
-Κι εσύ, νιώθεις βαρυχειμωνιά
-Κι εγώ, σου λέω «μη λυπάσαι»,
Ήταν μ’ ανθούς γεμάτη το φθινόπωρο
Κι ήλιους λουσμένη το χειμώνα.
Έτσι είναι η αγάπη.
Τρελαίνει τις εποχές
“L’amour c’est comme ca”
Chute des fleurs du coeur
En plein printemps,
-Et toi, tu te sens la lourdeur de l’hiver
-Et moi, te dis-je “N’en sois pas attristé”.
Il était plein de fleurs en automne
Et baigné de soleils en hiver.
L’ amour c’est comme ca.
Il affole les époques.
*****
« Αυτές οι πέτρες »
Αυτές οι πέτρες οι πολυκαιρισμένες
Με το ασβεστωμένο παράπονο.
Αυτές οι πέτρες με τις σχισμές
Από τις οπλές και τα ξίφη της ιστορίας.
Αυτές οι πέτρες με τα σημάδια
Περιμένουν.
Να εναποθέσουμε σε μια αμυχή
Έναν σπόρο γνώσης
με δυο σταγόνες αμφισβήτηση .
Για να αντέξουν το βάρος
των αιώνων που έρχονται.
« Ces pierres »
Ces pierres delabrées
A la plainte chaulée.
Ces pierres aux fentes
Ouvertes par les sabots
et les epées de l’histoire.
Ces pierres aux traces
ELLES ATTENDENT
Que nous posions sur une éraflure
Une graine de connaissance
avec deux gouttes de contestation.
En vue qu’elles puissent supporter
Le fardeau des siècles qui suivent.
*****
«Ασκητική» του Νίκου Καζαντζάκη στο Θέατρο Τζένη Καρέζη

με τη Θάλεια Αργυρίου στη θέση της Κατερίνας Διδασκάλου, σε επιτυχημένη σκηνοθεσία πάντα του Πάνου Αγγελόπουλου και μουσική του διεθνούς και παγκόσμιου Δημήτρη Παπαδημητρίου

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Είδα και ξαναείδα την επιτυχημένη παράσταση. Εν μέσω Κρίσεως, ο πνευματικός ταγός Νίκος Καζαντζάκης μας οδηγεί προς το Αιώνιον Πυρ των προσωκρατικών, την ανέσπερη Ανατολή, για να ξεμουδιάσουν οι ψυχές μας και να αποφορτισθούμε από κάθε ανασφάλεια, αφού κονταροχτυπηθούμε νοητικώς με το Φάσμα του Θανάτου στα μαρμαρένια αλώνια του Διγενή προκειμένου να δοξάσουμε τη Ζωή και να παλέψουμε για τα πανανθρώπινα ελληνικά ιδανικά της Δημοκρατίας, της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης, της Ισότητας, της Αδελφοσύνης, χωρίς να περιμένουμε κανέναν Γκοντό. Οι προφήτες και οι μεσσίες δίνουν και παίρνουν σε μεταβατικές περιόδους της Ιστορίας, όμως ο πνευματικός άνθρωπος, ο εναργής, οφείλει να παρακάμψει Σειρήνες, Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες, και να σταθεί όρθιος, μαχητής, ανεξάντλητος, με μόνο μέτρο του τον Άνθρωπο και γνώμονα το Άγραφο Δίκαιο. Όλα τα άλλα είναι κουρνιαχτός και «προφάσεις εν αμαρτίαις».

Αυτές και άλλες παρόμοιες σκέψεις γεννιούνται στο μυαλό του συνδημιουργού θεατή όσο παρακολουθεί αυτή την καλοστημένη τελετουργία, σε μουσική του πανάξιου Δημήτρη Παπαδημητρίου, σκηνοθεσία του σεμνού και διακριτικού Πάνου Αγγελόπουλου, που υπηρετεί το κείμενο με δέος και δεν το βαραίνει με σκηνοθετισμούς και περιττά ψιμμύθια. Τα πανηγυριώτικα στολίδια δεν έχουν θέση στην άψογη σκηνοθεσία του. Η αφαιρετικότητα και το πάθος χαρίζουν στο λόγο του πνευματικού φάρου τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Μαζί με τον Νικήτα Τσακίρογλου, τον αγέραστο τιτάνα της υποκριτικής τέχνης (στα ίχνη πια του Μάνου Κατράκη), η τραγική Θάλεια Αργυρίου, να επιδεικνύει μια τέτοια δεξιοτεχνία που να νομίζεις ότι μιλάει κάτω από μάσκα, σβήνοντας τελείως το εγώ της εις όφελος του κοινού παραστασιακού Καλού.

Περισσότερο αρχετυπική και λιγότερο μεσογειακά πληθωρική από την Κατερίνα Διδασκάλου την οποία αντικατέστησε έδωσε μια λάμψη Έλλης Λαμπέτη στη σκηνή του Θεάτρου Καρέζη (με την οποία εξάλλου συγγένευε χάρη στον χαριτωμένο συριγμό των εκφερομένων από αυτήν «σίγμα»). Η Κατερίνα Διδασκάλου, στον ίδιο ρόλο, έμοιαζε περισσότερο συμπαγής, περισσότερο πληθωρική, περισσότερο ευτυχισμένη που είναι ζωντανή. Η Θάλεια Αργυρίου είναι ένα ποιητικό ον που μπορεί να ερμηνεύσει από αρχαία τραγωδία μέχρι Σαπφώ με εκείνη την αποστεωμένη απλότητα του ψάλτη, που υμνεί τον Κύριο. Σπουδαία ηθοποιός και δασκάλα ήθους, έδωσε στην παράσταση μία επιπλέον εσωτερικότητα, έτσι που προβλήθηκε ο λόγος σε περισσότερες διαστάσεις.

Όλοι τους ήταν υπέροχοι. Ειδικά η Ομάδα Χορού από το «Θέατρο της Ημέρας».
Κωνσταντίνος Μπούρας
info από τον επίσημο διαδικτυακό τόπο του Θεάτρου Τζένη Καρέζη
http://www.theatrotzenikarezi.com/alphasigmakappaetatauiotakappaeta.html
Από 16 Οκτωβρίου 2015
Α Σ Κ Η Τ ΙΚΗ του Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
(Φιλοσοφικό έργο σε θεατρική μορφή)
με τον Νικήτα Τσακίρογλου & την Θάλεια Αργυρίου.
Η επιτυχημένη θεατρική παράσταση , συνεχίζει για 5η χρονιά την πορεία της, σε σκηνοθεσία Πάνου Αγγελόπουλου και μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου.
Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα!
Ν.ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
Η τολμηρή απόπειρα παρουσίασης του φιλοσοφικού έργου, σε δραματική μορφή, κάνει τον θεατή να αποκτήσει μια πρωτόγνωρη, πιο ουσιώδη επικοινωνία με τις μεγάλες αγωνίες και τα ιδανικά του Νίκου Καζαντζάκη.
Ο λόγος της ”ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ” μας οδηγεί σε άγνωστα μονοπάτια της ανθρώπινης εμπειρίας αποκαλύπτοντας, ταυτόχρονα, πολλές μεταφυσικές αλήθειες. Μας διαπαιδαγωγεί στον αγώνα της ζωής και μας διδάσκει ότι μέσα από τις δυσκολίες και τις αιματηρές μάχες, ο άνθρωπος, αν δεν φοβηθεί να αντιμετωπίσει τη φθορά του αλλά και το εσωτερικό του μεγαλείο, θα μπορέσει να απαντήσει στα μεγάλα ερωτηματικά της ζωής και να βρει τη λύτρωση.
Το έργο του Νίκου Καζαντζάκη έχει σημειώσει ευρεία διάδοση ,έχει βρει βαθιά απήχηση στις ψυχές των ανθρώπων, από διάφορες εθνικότητες και ανόμοιες πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις. Eπιβλήθηκε και καταξιώθηκε στα χρόνια μας, απέκτησε παγκόσμια φήμη και κέρδισε να παραμείνει κλασικό στη ροή των αιώνων.
Η δραματοποίηση φιλοσοφικών έργων, θέτουν μόνο μεγάλα ερωτήματα και δίνουν ερεθίσματα στους θεατές, να διεισδύσουν πιο βαθειά και πιο αληθινά στο κείμενο. Μέσα από αυτό το φιλοσοφικό έργο, εκείνο που αναζητάς ,είναι το φως και μέσα από την αναζήτηση αυτή βρίσκεις με ελεύθερη βούληση, το βασικό σου στόχο, την απόλυτη ελευθερία.
Πάνος Αγγελόπουλος
Πολιτιστικός οργανισμός
SOUND & PICTURE THEATRE PRODUCTION
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Α Σ Κ Η ΤΙ Κ Η του Ν. Καζαντζάκη.
Πρωταγωνιστούν :
Νικήτας Τσακίρογλου
Θάλεια Αργυρίου
Σοφία Κομηνέα, Δημήτρης Γρηγοριάδης,
Λευτέρης Βλάχος, Nίτσα Μαμουζέλου.
Oμάδα χορού από το «θέατρο της Ημέρας»
Θεατρική προσαρμογή – Σκηνοθεσία: Πάνος Αγγελόπουλος
Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Σκηνικά – Κοστούμια: Mάιρα Βαζαίου
Σύμβουλος κίνησης: Έρση Πήττα
Διεύθυνση Παραγωγής: Γιώργος Κολιοβέτας
Διεύθυνση Δημ. Σχέσεων: Μαρία Καλίτση
Video: Νίκος Μυλωνάς
Με την υποστήριξη των εκδόσεων ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
Θέατρο Τζένη Καρέζη –Ακαδημίας 3 , Αθήνα Τ: 210 3636144
Παρασκευή & Σάββατο : 9:15
Κυριακή: 8:15
Διάρκεια: 1 ώρα και 40 λεπτά
ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΟΔΟΣ: 18 ευρώ
ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ: 15 ευρώ |
ΕΙΔΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ: 12 ευρώ
«Το τέρας κι εγώ» των Σταμάτη Μαλέλη-Σωτήρη Τσόγκα-Γιάννη Ζέρβα, αντί του «ο Βασιλιάς κι εγώ», στο πάντα επίμονο στις ποιοτικές στοχεύσεις του «Θέατρου Πρόβα»

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Η κατάθλιψη είναι ένα ανυπέρβλητο ταμπού, όπως όλες οι ασθένειες της ψυχής, συχνότερες κι επικινδυνότερες κι από την πλέον θανατηφόρα γρίππη. «Όλοι βλέπουν οράματα, κανείς ωστόσο δεν τ’ ομολογεί» γράφει ο νομπελίστας μας Γιώργος Σεφέρης.
Οι Έλληνες ανάμεσα σε μικρασιατικές καταστροφές, εμφυλίους, χούντα και πολέμους, όσοι δεν μετανάστευσαν, δεν ζήτησαν πολιτικό άσυλο ή δεν κατέφυγαν ως πρόσφυγες σε άλλα λιγότερο αγχωτικά κι εύκρατα κλίματα, επιδόθηκαν μετά μανίας στο κυνήγι της καριέρας και της λεγομένης «επιτυχίας» άνευ όρων και πάση θυσία. Ειδικά η περίφημη «γενιά του Πολυτεχνείου» που ξεπούλησε κάθε ιερό και όσιο αυτού του πανάρχαιου πολιτισμού. Μέχρι και τους τόνους από την πλουσιότερη γλώσσα του κόσμου κατήργησε κι απέμεινε η γλώσσα μας γυμνή, ξεβράκωτη, σαν φουστανελάς με φράγκο και σκωτσέζικη φουστίτσα. Συγγνώμη αν γίνομαι κάπως εριστικός κι ίσως επιθετικότερος απ’ ό,τι προβλέπει η φύσις μου κι επιβάλλει η ανατροφή μου, αλλά κάποιος πρέπει να τα πει, κάποιος πρέπει να μιλάει, με κίνδυνο να γίνει γραφικός. Δεν πειράζει. Εγώ θα επιμείνω. Αδέσμευτος, ανένταχτος, μοναχικός, αλλά όχι μονήρης, αφού έχω δεκάδες πιστούς φίλους που με ακολουθούν στις δονκιχωτικές πνευματικές μου εξορμήσεις.
«Οι άνθρωποι που πετυχαίνουν αποτυγχάνοντας» είναι ο τίτλος ενός δοκιμίου του Φρόϋντ, που φαίνεται ότι ελάχιστοι το έχουν διαβάσει, αφού κανένας εκτός από μένα, δεν παραπέμπει σε αυτό. Τέλος πάντων. «Είναι χολέρα όποιος κυνηγάει καριέρα» γράφουν σε τοίχο των Εξαρχείων ανώνυμοι διαμαρτυρόμενοι. Κι αλλού «μητέρα και πατέρα δεν θέλουμε πτυχία, δεν θέλουμε λεφτά, τον κόσμο που μας δώσατε τον κάνατε σκατά» (έτσι, για να μη φοβόμαστε ΚΑΙ τις λέξεις). «Θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία». «Όποιος ελεύθερα συλλογάται συλλογάται καλά». Κι όποιος δεν φοβάται το Θάνατο, λέω εγώ, ο γενναίος που «έχει περάσει δια πυρός και σιδήρου», γίνεται ο φρυκτωρός, ο φαροφύλακας εκείνος που θα μεταλαμπαδεύσει το Φως από τον Κολοσσό της Ρόδου, το Ηλιακό άγαλμα της Ελευθερίας, στις σύγχρονες, ταραγμένες και σκοτεινές κοινωνίες μας.
Στο πολυκυκλοφορημένο έργο «Το τέρας κι εγώ» του Σταμάτη Μαλέλη (όπως διασκευάστηκε από τους Σωτήρη Τσόγκα και Γιάννη Ζέρβα) το πρότυπο και απόλυτο της κοινωνικής και οικονομικής ανόδου συμβολοποιείται στο πρόσωπο του δημοσιογράφου, που από αριστερός ιδεολόγος και φτωχαδάκι μετατρέπεται σε απαστράπτουσα περσόνα της show-biz έτσι που όλοι οι πρώην εξόριστοι αριστεροί γονείς θα ήθελαν τα παιδιά τους να του μοιάσουν. Τι σχιζοφρένεια κι αυτή: να επιθυμούμε κατά βάθος αυτό που φτύνουμε και κάνουμε (στα λόγια) ότι το μισούμε! Αλλιώς πώς βρέθηκαν τόσα καγιέν και τόσες βίλες με πισίνα σε μεγαλοαστικά προάστια και τόπους αναψυχής, ανθρώπων που έβλεπαν την Εκάλη με το κυάλι κι έβριζαν τους αστούς και τους λεφτάδες; Όχι, πείτε μου εσείς, γιατί εγώ δεν καταλαβαίνω. Και δεν σκοπεύω να τρελαθώ αναλύοντας τα οξύμωρα, τα ανακόλουθα κι αντιφατικά της συμπεριφοράς και των επιλογών του Έλληνα μικροαστού, που ούτε χωρικός είναι ούτε βιομήχανος, αρχοντοχωριάτης όμως, δήθεν και κουλτουριάρης γίνεται μια χαρά, εκεί που η λέξη «διανοούμενος» αντιπροσωπεύει μια μικρή ομάδα εχεφρόνων ανθρώπων (μετρημένων στα δάχτυλα των δύο χειρών – έστω!).
Το έργο που ανεβαίνει στο θέατρο «Πρόβα» με τον επιτυχημένα ειρωνικό τίτλο «Το Τέρας κι Εγώ» (και το Τέρας και το Εγώ αρχίζουν με κεφαλαία), καταδεικνύει αυτό ακριβώς το έρεβος της ανικανοποίητης παιδικής ψυχής του Έλληνα, που θέλει όλα τα παιχνίδια, όλα τα γλυκά στη βιτρίνα, που βιάζεται να επιδειχθεί και να καταδείξει τη λάμψη του, να τρίψει την άνοδό του στα μούτρα των λιγότερο προνομιούχων, ευνοημένων από την τύχη, ή απλώς λιγότερο καπάτσων… για να μελαγχολήσει αμέσως μετά και να θυμηθεί τα νεανικά του όνειρα και τους αγώνες για Δικαιοσύνη, Ισονομία, Ισότητα, Ελευθερία, Δημοκρατία (εξαιρώντας φυσικά τον εαυτό του από τον Κανόνα κι ως άλλος νιτσεϊκός υπεράνθρωπος συγχωρεί στους ιδίους του – και στην συμμορία, βεβαίως – παν κακούργημα, «εκούσιόν τε και ακούσιον»). Κι όπως λέει το τραγούδι του ανυπέρβλητου για την κοινωνική ορθοκρισία του Μάνου Χατζηδάκι (από το “Sweet Movie”) «Κι ό,τι αρπάξουν δεν θα μείνει γιατί ευθύς μελαγχολούν».
Μάλιστα. Αυτά. Τόσο συνοπτικά. Τόσο σαφή κι ευτράπελα.
Στην παράσταση του θεάτρου «Πρόβα» απουσιάζει το χιούμορ, ως αντίστιξη της καταθλιπτικής εμμονής του αρχι-δημοσιογράφου στα χρεοκοπημένα προ πολλού ιδεώδη του. Οι καταθλιπτικοί (όταν είναι «επιτυχημένοι» και διάσημοι) είναι συνήθως εξωστρεφείς, ευπροσήγοροι, δημοφιλείς άνθρωποι, η χαρά της παρέας, η ανεξάντλητη πηγή ανεκδότων κι έξαλλης χαράς. Γελούν τρανταχτά, ειδικά πριν και μετά από μια κρίση πανικού προκειμένου να ανασάνουν, να γεμίσει ο πνεύμονάς τους οξυγόνο και να απαλλαγούν από τα τοξικά μονοξείδια και διοξείδια του άνθρακα. Οι κοινωνικώς αναγνωρισμένοι, χωρίς να είναι απαραίτητα κι αναγνωρίσιμοι καταθλιπτικοί, φαίνονται το αντίθετο απ’ ό,τι νιώθουν. Κι αυτή ακριβώς είναι η τραγικότητά τους. Εξ ου κι ο όρος μανιοκαταθλιπτικός ή διπολική διαταραχή. Δεν είναι ποτέ μόνο στον πάτο, στα κάτω τους. Η καμπύλη της διάθεσής τους υπάρχουν βουνά και κοιλάδες.
Σε αυτό ακριβώς σκόνταψε τόσο η διασκευή, όσο και η άρτια κατά τα άλλα παράσταση του θεάτρου «Πρόβα», η βασισμένη στις υπέροχες, εξαντλητικές, ακαταμάχητες ερμηνείες των παλαίμαχων κι έμπειρων ηθοποιών που ξέρουν να εμπνέουν και τους νέους.
Κατ’ αρχήν η Μαίρη Ραζή, στο ρόλο της ψυχιάτρου, η μόνη που έδωσε ψήγματα χιούμορ και φιλοσοφημένης ελαφράδας στο κατά τα άλλα ζοφερό σκηνικό της ψυχικής νόσου. Σε αυτή την ελάφρυνση του ζόφου βοηθούσαν και οι αντικριστά κρεμασμένοι πίνακες του σκηνικού.
Ο Σωτήρης Τσόγκας, σκηνοθέτης σπουδαγμένος αλλά κι εμπειρικός, ηθοποιός εξπρεσιονιστής αλλά κι αφαιρετικά συνεσταλμένος, θεατρικά στυλιζαρισμένος αλλά και ρεαλιστικά κινηματογραφικός, έδωσε την αθέατη πλευρά της κατάθλιψης αποποινικοποιώντας την κι εντάσσοντάς την στις κοινές επαγγελματικές νόσους, οι οποίες θα έπρεπε να αποζημιώνονται ίσως και ως εργατικά ατυχήματα ή αναπηρίες (υπό όρους, βεβαίως, για να μην γίνει κατάχρηση, ως συνήθως γίνεται στην πολύπαθη χώρα μας).
Ο Κυριάκος Ντούμος κράτησε σεμνά τον βοηθητικό ρόλο του επιστήθιου φίλου του πάσχοντος. Μονοδιάστατος, αναγκαστικώς.
Περιγραφική στο ρόλο της η Νάντια Αντωνίου, έδωσε μια χαμογελαστή, ανθρώπινη διάσταση, όσο κι αν είχε μια μικρή δυσκολία στο τι να κάνει τα χέρια της. Κατά τα άλλα, χαριτωμένη και διακριτική.
Η μουσική του Νίκου Χαριζάνου τόνιζε τη σκοτεινιά της πρωταγωνιστικής ψυχής.
Τα video-art του Παναγιώτη Τσάγκα αρκούντως (και ορθώς) τηλεοπτικά. Στα video της παράστασης εμφανίζονται οι: Σταμάτης Μαλέλης, Μαίρη Ραζή, Σωτήρης Τσόγκας, Πολύκαρπος Πολυκάρπου , Γιούλη Πεζοπούλου, Κοραλία Τσόγκα, Ειρήνη Αντωνίου, Βανέσσα Αραπάκη. Εκφωνούν ο Μέμος Μπεγνής και οι μαθητές της Δραματικής Σχολής «Πρόβα» Πάνος Παναγιωτόπουλος και Κωνσταντίνος Παντελιάς.
Από τον σκηνοθέτη Σωτήρη Τσόγκα μετά από δεκάδες επιτυχείς και σεμνές σκηνοθεσίες, περίμενα μια χορογραφική σχεδόν διακύμανση του παραστασιακού ρυθμού, περίμενα την εικονογράφηση οραμάτων κι ασθματικών αναπνοών, εναλλασσομένων κι αλληλοσυμπλεκομένων τοπίων και εικόνων σε φρενιτικούς ρυθμούς έτσι ώστε να δικαιολογούνται οι κρίσεις πανικού του προσώπου που εκλήθη κι ανέλαβε να ενσαρκώσει. Επαναλαμβάνω ότι οι καταθλιπτικοί με κρίσεις πανικού, που είναι επιτυχημένοι και καταξιωμένοι στη δουλειά τους, δεν φορούν ποτέ μονίμως τη μάσκα του υποτονικού.
Παρά τις όποιες κριτικές επισημάνσεις μου, η παράσταση «Το Τέρας κι Εγώ» στο Θέατρο Πρόβα είναι από τα must της φετινής φθίνουσας χειμερινής θεατρικής περιόδου.
Παρασέρνει το θεατή να κοιτάξει μέσα του, να δει και να κατανοήσει καλύτερα συμπεριφορές γύρω του, στον χώρο εργασίας, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στην πολυκατοικία, στη λαϊκή, στα σούπερ-μάρκετ… Έστω κι ως απόπειρα δειλής κοινωνικής αυτοκριτικής αυτογνωσίας, αξίζει να δείτε αυτή την πολλά υποσχόμενη παράσταση του Θεάτρου Πρόβα με γίγαντες της υποκριτικής τέχνης, τη Μαίρη Ραζή και τον Χρήστο Τσόγκα, συνοδοιπόρους και μαθητές τους.
Κωνσταντίνος Μπούρας
info:
Θέατρο Πρόβα
Αχαρνών και Ηπείρου 39, 104 39 Αθήνα
Τηλ. 210 8818326
www.prova.gr
e-mail: info@prova.gr
FAX: 210 8814151
