Η Μπέτυ Αρβανίτη ως εξουσιομανής Τσερλίνε σε έναν ρόλο που φλερτάρει με το γκροτέσκο

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Από τότε που ιδρύθηκε το «Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας» δεν έχω δει καμία κακή παράσταση εκεί. Είναι όλες πολύ πάνω του μέσου όρου των αθηναϊκών θεαμάτων και αγγίζουν το άριστα των μεγάλων ευρωπαϊκών θεατρικών σκηνών. Το μυστικό; Καλά επιλεγμένα κείμενα, σκηνοθέτες ειδικοί σε αυτό το συγκεκριμένο «είδος», εικαστική διαμόρφωση του χώρου, σκηνικά και κοστούμια, μουσική και διανομή άψογα, αρμονικά και ταιριαστά, τείνοντα προς το τέλειον… Ναι, δεν υπερβάλλω κι είναι γνωστό ότι δεν χαρίζω κάστανα.

Η Μπέτυ Αρβανίτη είναι μεγάλη ηθοποιός. Κυριολεκτώ. Η τελευταία ίσως της κινηματογραφικής γενιάς της, με εμμονή στην ποιότητα, που δεν διστάζει να τσαλακώσει την εικόνα και τη μορφή της, που νοιάζεται πιότερο για την ποιότητα παρά για την ποσότητα. Εύγε της.
Στο ρόλο της εξουσιομανούς υπηρέτριας των αρχών του περασμένου αιώνα δίνει ρέστα. Σε υπόγεια διακειμενική διασύνδεση με τις επιστολές του Λακλό και το «Κουαρτέτο» του Χάινερ Μύλλερ, θυμίζοντας πολλά από τις «Δούλες» του Ζενέ, που ανέβηκε σε αυτό το θέατρο σε σκηνοθεσία του αλησμόνητου Λευτέρη Βογιατζή, ο σκηνοθέτης Γιάννης Καλαβριανός, σε διασκευή του ποιητή Στρατή Πασχάλη, που βασίστηκε στις μεταφράσεις του Βασίλη Πουλαντζά και της Ελένης Βαροπούλου (για το κεφάλαιο «Η διήγηση της υπηρέτριας Τσερλίνε» από το πεζογράφημα του Χέρμαν Μπροχ «Οι αθώοι») και με τη συνεργασία όλων των τεχνικών, των καλλιτεχνών και των υποκριτών, έπλασε ένα θεατρικό σύμπαν, κάπως καταθλιπτικό και γκροτέσκο, ελαφρώς σουρεαλιστικό ή φουτουριστικό (υποβοηθούντος του σκηνικού: κάπου μεταξύ πλαστικού ιστού γιγαντιαίας αράχνης και αποθήκης παλαιοπωλείου), αναδεικνύοντας τη διαχρονικότητα του κειμένου και τη στατικότητα της ανθρώπινης κατάστασης, που φαίνεται να εξελίσσεται ελάχιστα από αιώνα σε αιώνα κι από παγκοσμίου πολέμου εις άλλον παγκόσμιον πόλεμον… Μάλιστα. Αυτό είναι και το συμπέρασμα αυτής της θεατρικής ευωχίας: «Εξελιχθείτε γιατί χανόμαστε».
Κωνσταντίνος Μπούρας
www.konstantinosbouras.gr
Maria Callas, ένα ποίημα του Κωνσταντίνου Μπούρα μεταφρασμένο στη γαλλική από την Παρασκευή Μόλαρη

Konstantinos Bouras . Hommage poétique à Maria Callas :
‘’ Maria Kalogueropoulou……anniversaire permanent ‘’
( Traduit en français par Paraskevi Molari )
Sur la planéte d’où tu es venue
Les mots :
- Trahison
- Rudesse
- Survie
N’ existaient pas
Leurs contraires seuls existaient :
- Foi
- Tendresse
- Vie
C’est tout cela,Maria, que tu nous a rappelés par ta venue.
Kalogueropoulou…
Comment atteindre le bonheur sentimentale
Par un nom pareil ?
Comment surmonter le poison de la solitude,
L’abnégation du corps
Afin de plonger dans l’océan
Des chairs minaudières
Où personne n’a trouvé la sérénité ?
( Est-ce vrai que trois négations
equivalent à une affirmation ? )
Merci, Maria, de tout ce que tu nous a rappelés :
L’évident, le séculaire, l’archétype.
Nous partageons ta peine mais sans compassion.
Tu as mené
Une vie brave
Et tu as tôt quitté ce monde
Au moment convenable
Avant de voir
Ta rude tendresse
Fondre
Pareil à une méduse
Hors de l’eau,
Venue d’un autre univers,phosphorescente…
Anniversaire de ta naissance.
Tu n’es pourtant jamais morte
Comme les autres mortels.
Tu es devenue immaterielle aux espaces célestes
Nous regardant de là haut
Miséricordieuse
(Comme la Vierge)
Nous, deniant
Le Désir
Reniant
D’être dechus du Paradis
Là où tu vis maintenant
Chantant.
Soit bénie,Maria.
Pense bien à nous
Nous en avons besoin.
Konstantinos Bouras
www.konstantinosbouras.gr
Μαρία Καλογεροπούλου… διαρκή γενέθλια
Στον πλανήτη απ’ όπου ήρθες
Δεν υπήρχαν οι λέξεις:
Α. προδοσία
Β. σκληρότητα
Γ. επιβίωση,
Αλλά τ’ αντίθετά τους:
Α. πίστη
Β. τρυφερότητα
Γ. Ζωή.
Και μας τα θύμισες Μαρία
Με τον ερχομό σου.
Καλογεροπούλου… Πώς με τέτοιο επώνυμο
Ήθελες να ευτυχήσεις
ΚΑΙ ερωτικά;
Πώς ξεπερνάς το δηλητήριο της μοναξιάς,
Την αυταπάρνηση του σώματος
Για να βουλιάξεις στο πέλαγος
Των ακκιζομένων σαρκών,
Ένθα γαλήνη ποτέ κανείς δεν βρήκε;
(είναι άραγε οι τρεις αρνήσεις ισοδύναμες
Με μία κατάφαση;)
Σ’ ευχαριστούμε Μαρία, γι’ αυτά που μας θύμισες:
Τ’ αυτονόητα, τα προαιώνια, τ’ αρχετυπικά.
Σε πονάμε, αλλά δεν σε συμπονούμε. Έζησες
Μια ζωή γενναία
Κι έφυγες νωρίς,
Την κατάλληλη στιγμή
Πριν δεις τη σκληρή τρυφεράδα σου
Να λιώνει
Μέδουσα έξω από το νερό,
Αλλοκοσμική, φωσφορίζουσα…
Σαν σήμερα γεννήθηκες. Όμως δεν πέθανες
Όπως οι άλλοι κοινοί θνητοί.
Εξαϋλώθηκες εις τον αιθέρα,
Να μας κοιτάζεις από ψηλά
Και να μας ελεείς
[με την Παναγία-Πανγαία],
Εμάς τους αρνησικυρούντες
Του Πόθου,
Τριτανακοπή
Της εκπτώσεως
Από την Παράδεισο,
Εκεί που τώρα ενδιατρίβεις
Τραγουδώντας.
Να είσαι ευλογημένη Μαρία.
Και να μας σκέφτεσαι.
Το χρειαζόμαστε.
Κωνσταντίνος Μπούρας
www.konstantinosbouras.gr
Η Μίνα Χειμώνα ως «Μάνα Κουράγιο» στο έργο «Βάσσα Ζελεσνόβα» του Γκόρκι
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Η Μίνα Χειμώνα είναι μια υπερ-επαρκής δραματική ηθοποιός και θεωρητικός του θεάτρου, με μακρά επαγγελματική πείρα σε όλα σχεδόν τα είδη (από τις μελοδραματικές τηλεοπτικές σειρές μέχρι την αρχαία τραγωδία). Η πολύπλευρη παιδεία, η βαθιά μόρφωσή της και το ακάματο ερευνητικό της δαιμόνια, της επιτρέπουν να παραπέμπει διακειμενικά και παραγλωσσικά σε άλλα μεγάλα έργα του κλασικού διεθνούς ρεπερτορίου και να τονίζει ομοιότητες, διαφορές, επιρροές (ή και δημιουργικές λογοκλοπές ακόμα) σε πράγματα που μέχρι σήμερα έμοιαζαν ανόμοια κι ασύνδετα. Έτσι, μέχρι σήμερα, κανένας Έλληνας θεατράνθρωπος δεν είχε σκεφτεί να ερμηνεύσει την «Βάσσα Ζελεσνόβα» του Μαξίμ Γκόρκι ως «Μάνα Κουράγιο» του Μπρεχτ. Ερμηνεία άξια για βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου.
Βεβαίως, σε αυτό το ηθελημένο (ή αθέλητο εγχείρημα) κι εκ του αποτελέσματος κρίνοντας, συνήργησε θεαματικά ο ταλαντούχος σκηνοθέτης και διασκευαστής του έργου Αλέξανδρος Κοέν, ένας πνευματικός άνθρωπος που τιμάει την «αποστολή» και το λειτούργημα που επιτελεί. Η όλη όψις της παράστασης στο ποιοτικής κατεύθυνσης θέατρο «Altera Pars» είχε πολλά στοιχεία του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» και από τα μεταγενέστερα έργα όπου πρωταγωνιστούσαν σταχανωφικοί εργάτες της μετεπαναστατικής Ρωσίας του Στάλιν

Είχε στοιχεία επίσης συγκρατημένης μπρεχτικής αποστασιοποίησης, έντονα μελοδραματικά στοιχεία, εκρηκτικό υποκριτικό κώδικα του γερμανικού εξπρεσσιονισμού (συνηθισμένου σε πολλές σκηνοθεσίες αυτού του χώρου, κυρίως από τον Πέτρο Νάκο)…

Διέθετε όμως την ευπλαστότητα των σημαντικών θεαμάτων, όπου οι ηθοποιοί ακροβατούν ανάμεσα σε είδη και διαθέσεις χωρίς να χάνουν ούτε στιγμή το ρυθμό, το μέτρο, την αρμονία. Σκηνοθετικός και υποκριτικός άθλος.

Παίζουν: Μίνα Χειμώνα, Αντώνης Ραμπαούνης, Ιωάννα Αγγελίδη, Πέτρος Γούτης, Εύη Νταλούκα, Αλίκη Μπομποτά, Ρωμανός Μαρούδης, Χαρά Αδαμίδου, Μάριος Σακκάς. Άξιοι. Όλοι τους. Εύγε και μπράβο.
Μακάρι το κοινό να επιβραβεύσει αυτό το επίκαιρο θέαμα, γιατί θέτει το θέμα της εξαντλητικής εργασίας, της έλλειψης χαράς, της αποζημίωσης του χρόνου αλλά και της ψυχής των απασχολουμένων, την κρίση θεσμών, όπως η οικογένεια και λοιπά. Ο Γκόρκι εξερεύνησε την συλλογική ανθρώπινη ψυχή με έναν τρόπο περισσότερο «ευρυγώνιο» από τον Ντοστογιέφκσι και λιγότερο ποιητικό από τον Τσέχωφ. «Ο Βυθός», «Οι μικροαστοί» είναι αριστουργήματα διαχρονικά κι ανακυκλούμενα, δίνοντας τροφή και κατάλληλον υπέδαφος για ερμηνείες συγκλονιστικές, επίκαιρες. Ανα-καλύψτε τον!
Κωνσταντίνος Μπούρας
www.konstantinosbouras.gr
Μαρία Καλογεροπούλου… διαρκή γενέθλια

Στον πλανήτη απ’ όπου ήρθες
Δεν υπήρχαν οι λέξεις:
Α. προδοσία
Β. σκληρότητα
Γ. επιβίωση,
Αλλά τ’ αντίθετά τους:
Α. πίστη
Β. τρυφερότητα
Γ. Ζωή.
Και μας τα θύμισες Μαρία
Με τον ερχομό σου.
Καλογεροπούλου… Πώς με τέτοιο επώνυμο
Ήθελες να ευτυχήσεις
ΚΑΙ ερωτικά;
Πώς ξεπερνάς το δηλητήριο της μοναξιάς,
Την αυταπάρνηση του σώματος
Για να βουλιάξεις στο πέλαγος
Των ακκιζομένων σαρκών,
Ένθα γαλήνη ποτέ κανείς δεν βρήκε;
(είναι άραγε οι τρεις αρνήσεις ισοδύναμες
Με μία κατάφαση;)
Σ’ ευχαριστούμε Μαρία, γι’ αυτά που μας θύμισες:
Τ’ αυτονόητα, τα προαιώνια, τ’ αρχετυπικά.
Σε πονάμε, αλλά δεν σε συμπονούμε. Έζησες
Μια ζωή γενναία
Κι έφυγες νωρίς,
Την κατάλληλη στιγμή
Πριν δεις τη σκληρή τρυφεράδα σου
Να λιώνει
Μέδουσα έξω από το νερό,
Αλλοκοσμική, φωσφορίζουσα…
Σαν σήμερα γεννήθηκες. Όμως δεν πέθανες
Όπως οι άλλοι κοινοί θνητοί.
Εξαϋλώθηκες εις τον αιθέρα,
Να μας κοιτάζεις από ψηλά
Και να μας ελεείς
[με την Παναγία-Πανγαία],
Εμάς τους αρνησικυρούντες
Του Πόθου,
Τριτανακοπή
Της εκπτώσεως
Από την Παράδεισο,
Εκεί που τώρα ενδιατρίβεις
Τραγουδώντας.
Να είσαι ευλογημένη Μαρία.
Και να μας σκέφτεσαι.
Το χρειαζόμαστε.
Πέντε ποιήματα του Κωνσταντίνου Μπούρα μεταφρασμένα στην γαλλική γλώσσα από την συνδημιουργική ευφυία της Παρασκευής Μόλαρη
Cinq poèmes de Constantin Bouras traduits en français par Paraskevi Molari

Auteur de plus de 28 livres (poèmes, théâtre – certaines de ses pièces furent représentées en Grèce et à l’étranger- traduction, essais), Constantin Bouras publie, depuis de longues années, des analyses, études et critiques dans différents journaux et revues grecs.
Il y a environ deux mois, nous avions offert au public francophone, cinq poèmes de Bouras tirés de son recueil de poèmes intitulé “Τρία ΑΛΦΑ, μία ΗΤΤΑ, ένα ΩΜΕΓΑ” qui est toujours en voie de composition. Écriture personnelle, oscillant entre vers libre et poème en prose, dans laquelle Bouras, ressentant sa mission de “poète de son temps”, insère des éléments de son credo philosophique. Aujourd’hui, nous traduisons en français encore cinq poèmes tirés du même recueil de poèmes inédits.

- “Partie de jacquet solitaire”
Terrible
D’essayer
De faire match nul
Avec soi même
Sans y parvenir!
Dieu joue aux dés
Avec lui même
Des fois il gagne,
Des fois il perd,
Tantôt distrait,
Perdant son tour
Il s’énerve.
Et détruit tout.
***

- “Grand-maman Angélique”
Elle avait du sang de gitans
Dans ses veines.
Assise sur son trône
Grande Mère Déesse,
Identique
Au soleil et à la pluie,
Observant les époques
Et les caprices des hommes.
Elle n’a jamais médit.
Ni commenté l’actualité.
Elle n’a pas demandé des faveurs,
Mais elle a favorisé tous.
Elle a rendu l’âme allongée sur le ventre.
Par nostalgie du ciel
Son visage s’est rempli de boue.
Elle se connaissait en herbes
Et en art ancien
De guérir
A l’aide du poison de serpent.
Ce bon démon
Ce reptile bonasse
De la maison
Que sa malheureuse fille
À tué.
Dès lors,
Les démons se sont emparés d’elle
Et elle n’a vécu
Aucun bien-être de son vivant
Aucun.
La Nature punit
Lorsqu’on la viole.
***

- “Pluie de boue”
Pluie de boue et instincts
Éparpillés
Fourrés dans un coin
Du cyprière
Là d’où, morts,
On contemplera les étoiles
Croyant
Qu’elles sont au niveau de nos mains.
Le costume couvert de boue
Et la cravate en soie
Mal fichue.
Aucune chance qu’elle en soit sauvée
Au recours à la blanchisserie.
A quoi bon
Tout ce défoulement irraisonné?
Tout s’arrangerait bien
Sans l’irraisonné
La raison, elle aussi
Nous fait ennuyer à mort.
Loi et ordre
Sont souhaitables et désirables
Par des entités supérieures.
Pour nous
L’avalanche des instincts
Est honte et opprobe.
Quand la clepsydre
Se tournera-t-elle à l’envers
Comptant le Temps
Du pied en cap?
***

- “Repentir sans remords”
Nous avons beau demander pardon
Le papillon heurté
Au pare brise du bus
N’accepte ni ne consent au pardon.
Sans remords dans ton repentir
Ouverte à de nouvelles trangressions
Tu te livres au plus ancien des métiers
Cédant au désir des passants
Enclin au hasard
Qui détermine ta vie
Infailliblement.
Que ferait ton repentir
A tous ceux que tu as fait parer
Rodanthe?
Sans remords
Tu roules la pierre de Sisyphe
Dans les vallées de l’Eros.
Préfèrerais-tu
Une mort glorieuse
Que la vieillesse?
S’il s’agit de rendre une âme
Que cela soit vite accompli
Pour en finir.
***

- “Baisers”
Se réjouir
De la joie de l’autre
Tarir son larme
Sous sa douleur.
Dépenser
Et se dépenser
Dans l’attente d’une réponse
A un regard,
A une caresse
A la compréhension de l’absence.
Combien l’amour est-il cruel!
C’est l’amitié que je préfère
Avec la reconnaissance absolue
Des êtres
Qui ont conscience
Du défaut et de la faiblesse.
L’amour se bat
Visant à la Perfection.
Est-ce la raison de sa déception?
Amitié, la cerise coupée en deux
En égal partage.
***
Νεορεαλιστική και μελό «Αυλή των Θαυμάτων» του αείμνηστου Ιάκωβου Καμπανέλλη στο Altera Pars

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα.
Ο Πέτρος Νάκος είναι ένας αυθόρμητος, γνήσιος θεατράνθρωπος, με μύτη κυνηγόσκυλου. Ξέρει να οσμίζεται τη δραματικότητα σε κείμενα (θεατρικά και μη, να δημιουργεί επί σκηνής συγκρούσεις, να αναδεικνύει τους ρόλους, να προβάλλει τους ηθοποιούς). Στη συγκεκριμένη περίπτωση του κλασικού αριστουργήματος (του μόνου) δια χειρός Ιάκωβου Καμπανέλλη, προέβη σε μία απολύτως θεμιτή ρετρό (με διαχρονικές πινελιές) μελοδραματική και νεορεαλιστική ταυτόχρονα αναπαράσταση της εποχής της μετεμφυλιακής Ελλάδας του 1957 που εξαστικοποιείται βίαια. Οι κινηματογραφικές επιρροές σαφείς, το ασπρόμαυρο των ταινιών του Φίνου δίνει μια νουάρ ατμόσφαιρα στην παράσταση. Κάπως βαρύ και καταθλιπτικό το αποτέλεσμα, χωρίς την αλεγρία και τη μεσογειακή χαρά της ζωής που προϋποθέτει κι εξισορροπεί το καμπανέλλειο έργο. Το «παράδοξο του Ντιντερό» δύσκολα βρίσκει την εφαρμογή του σε αυτούς τους ηθοποιούς που πήραν πολύ στα σοβαρά το ρόλο τους κι έπαιξαν με τις πιο μπάσες νότες τους και στα πλαίσια του υποκριτικού κώδικα της σχολής του «Θεάτρου Τέχνης» επί Καρόλου Κουν. Ορθή η αισθητική επιλογή, αφού χάρη στον αθάνατο δάσκαλο Κάρολο Κουν ανεδείχθη το έργο και το δραματικό τάλαντο του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Μόνο που αυτός ο κώδικας είναι πλέον ξεπερασμένος, όπως κι οι ταινίες του Φίνου. Άρα χρειάζεται μια αναλογία, μια μετάθεση στόχων και μέσων προκειμένου να πιαστεί το σύγχρονο κοινό στο δόλωμα μιας υπόθεσης περιορισμένης σε συγκεκριμένα χωροχρονικά πλαίσια, όσο κι αν η ιστορία επαναλαμβάνεται κι οι εποχές ομοιάζουν μεταξύ τους.
Άστοχη η επιλογή του καλού ηθοποιού και σκηνογράφου-ενδυματολόγου Σάββα Πασχαλίδη να ντύσει τον νεαρό Γιάννη της αυλής του 1957 με τρόπο δήθεν διαχρονικό και να του φορτώσει και κάτι τεράστιους χαλκάδες-σκουλαρίκια στ’ αυτιά. Έμοιαζε μάλλον με αποτυχημένη απόπειρα μεταμοντέρνου κολλάζ, αφού το έργο έχει έντονα ηθογραφικά στοιχεία κι η σκηνοθεσία τα τονίζει χωρίς να τα απαλείφει.

Όλοι οι ηθοποιοί επαρκείς και περιγραφικοί στους ρόλους τους. Κινηματογραφικοί στη δημιουργία ταμπλώ-βιβάν από τον σκηνοθέτη Πέτρο Νάκο, που υποδύεται και τον ζεν-πρεμιέ της παράστασης.
Όλα καλά και τακτοποιημένα. Μια από τις καλύτερες παραστάσεις νεοελληνικού έργου για την τρέχουσα θεατρική σαιζόν. Οι όποιες παρατηρήσεις-επιφυλάξεις μου επιδιώκουν τη βελτίωση του όλου θεάματος προς όφελος του θεατή. Αυτή δεν είναι άλλωστε η δουλειά του κριτικού; Να βλέπει το έργο απέξω, αμερόληπτα κι αντικειμενικά, χωρίς εμπάθειες και προσωπικές στρατηγικές. Κι αυτό επέτυχα να κάνω μέχρι σήμερα, στο λειτούργημα που υπηρετώ.
Αυθεντικά δικός σας,
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
Συντελεστές της παράστασης:
Σκηνοθεσία-Δραμ/ική επεξεργασία: Πέτρος Νάκος
Σκηνικά-Κοστούμια: Σάββας Πασχαλίδης
Μουσική: Ελένη Λομβάρδου
Φωτισμοί: Πέτρος Νάκος
Επιμέλεια κίνησης: Μαρία Καραγέωργου
Βοηθός σκηνοθέτη: Μάνος Γερωνυμάκης
Φωτογραφίες: Γιώργος Μαρινάκης
Παίζουν : Γιάννης Παπαθανάσης, Πέτρος Νάκος, Σάββας Πασχαλίδης, Βάλια Σαπανίδου, Αγγελική Κοντού, Έλενα Καστανά, Αλέξανδρος Τρανουλίδης, Ειρήνη Τσιριγώτη, Αργυρώ Τσιρίτα, Τάσος Περάκης, Έφη Κιούκη, Μάνος Γερωνυμάκης, Δημήτρης Περράκης
Από 31 Οκτωβρίου στο Θέατρο Altera Pars, Ημέρες παραστάσεων: Παρασκευή-Σάββατο : 21.15, Κυριακή : 20.30
Τιμή εισιτηρίου: 15ευρώ (κανονικό),12ευρώ (φοιτητικό),8ευρώ (ανέργων-ομαδικά)
Θέατρο Altera Pars , Μεγάλου Αλεξάνδρου 123, Κεραμεικός, Τηλ: 210-3410011
ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΩΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Γενικώς απαρέσκομαι στο πολύ ξεμπρόστιασμα και ξεγύμνωμα επί σκηνής. Καλά τα σώψυχα και δουλειά τους είναι να τροφοδοτούν την Τέχνη ως πρώτη ύλη ΠΡΟΣ ΜΕΤΟΥΣΙΩΣΙΝ. Η ψυχανάλυση έκανε πολλή ζημιά στο θέατρο και στη λογοτεχνία γενικότερα. Εξ αιτίας της και χάριν αυτής γεννήθηκε ίσως το μοντέρνο, τράφηκε το μεταμοντέρνο και μεταλλάσσεται ως καταστροφικός ιός σηψαιμίας στο μετά το μεταμοντέρνο θολό τοπίο. Και καλά να μιλάμε για τον εαυτό μας. Ας υποθέσουμε ότι πάσχουμε από σαδομαζοχιστικά σύνδρομα κι έχουμε κάθε δικαίωμα να αυτομαστιγωνόμεθα επί σκηνής κι επί τυπωμένης σελίδας, ειδικά όταν υπάρχουν κάποιοι πρόθυμοι να μας διαβάσουν ή να μας δουν. Κι ως εδώ όλα ωραία και καλά. Μόνο που κάποτε στομώνει η δημιουργική μας έμπνευση κι αρχίζουμε να βεβηλώνουμε τις ζωές και τις ιστορίες των άλλων. Κι από ποιους θα αρχίσουμε και σε ποιους θα καταλήξουμε; Μα φυσικά, στους πλησίον μας. Και καλά να έχουμε πάρει την άδειά τους πριν. Όταν όμως πρόλαβαν και πέθαναν, με ποιο δικαίωμα εμείς βγάζουμε τα άπλυτά τους στη φόρα; Τους ρωτήσαμε; Τους εκδικούμεθα που μας έθρεψαν; Καταθέτουμε ως μάρτυρες κατηγορίας σε ένα φοβερό βήμα, χωρίς να μας έχει καλέσει κανείς; Αυτοβούλως κι αυτοκλήτως; Φυσικά και το κοινό ψοφάει για τέτοιου είδους καταστάσεις. Όπως στην «Πρέβεζα» του Καρυωτάκη, περιμένουμε όλοι να πεθάνει κάποιος επεισοδιακά ή όχι προκειμένου να διασκεδάσουμε εμείς στην κηδεία. Πόσο κακόγουστο μπορεί να είναι αυτό, πόσο άθλιο, πόσο ηθικά κατακριτέο; Δεν ξέρω. Η Τέχνη βασίζεται στην ελευθερία του λόγου και της έκφρασης. Κι η δημοκρατία επίσης. Καθένας όμως λαμβάνει τα επίχειρα των επιλογών του. Στο ενεχυροδανειστήριο του Χρόνου, είμαστε όλοι οφειλέτες.
Και ο Πέτρος Τατσόπουλος αστόχησε κατά την ταπεινή μου άποψη με την «Καλοσύνη των Ξένων» κι ο Αύγουστος Κορτώ με την διπολική μαμά «Κατερίνα» του. Σε μια παράσταση, όπου η υπερκινητική Λένα Παπαληγούρα υποδύεται με μεταμοντέρνα σκηνοθεσία και τρόπο έναν κόντρα-ρόλο, μακράν πολύ της μανιοκαταθλιπτικής ηρωίδας και το μουσικοθεατρικό κρεσέντο παρασέρνει τους αμύητους θεατές σε εύκολα χειροκροτήματα αρένας, εγώ ένιωσα μόνος, σκεπτόμενος την πεθαμένη, τι θα έλεγε αν έβλεπε αυτή την από σκηνής έκθεσή της. Ρομαντικό θα με πείτε. Ίσως. Έχω όμως μία αρχή. Δεν φτύνω ποτέ εκεί που φυλάω και δεν ξερνάω ποτέ εκεί που τρώγω. Στο βιβλίο μου «Αρχαίο φαγοπότι» παραθέτω αποσπάσματα όπου φαίνεται η πρωταρχική βάση της πόλεως: το να τρως ψωμί κι αλάτι με κάποιον, το να πίνεις κρασί, το να παρακάθεσαι στο ίδιο τραπέζι τον καθιστά ιερόν, αδελφοποιτό, τον θέτει στο απυρόβλητο της κακίας. Μόνον οι βάρβαροι δεν το σέβονται αυτό. Η μανία υιών, αδελφών και κορών να βγάζουν τα οικογενειακά εσώρουχα σε κοινή θέα, οδηγεί πάντα σε ευπώλητες καταστάσεις είτε πρόκειται για την αδελφή της Μαρίας Κάλλας (“Sisters”) είτε για το αδελφό του Λώρενς Ντάρρελ (“My family and other animals”). Βεβαίως και ο Τατσόπουλος κι ο Κορτώ δείχουν την ευγνωμοσύνη τους για τη θετή και φυσική οικογένειά τους αντίστοιχα, όμως αυτό ελάχιστα – κατά τη γνώμη μου – απαλύνει το αντιαισθητικόν του όλου εγχειρήματος. Είναι σα να δημοσιεύουμε φανταστικές βιογραφίες ιστορικών προσώπων και να τους φορτώνουμε με κρίματα και βίτσια που δεν τους αναλογούν, ή – ακόμα κι αν τα επέλεξαν – δεν αποδεικνύονται στο Δικαστήριο του Χρόνου. Η Αλήθεια κι η Μυθοπλασία είναι αντίθετες, συμπληρωματικές ή παραπληρωματικές έννοιες, η ανάμειξή τους όμως οδηγεί σε περίεργες καταστάσεις.

Τέλος πάντων, καλή η παράσταση του Γιώργου Νανούρη στο θέατρο Θησείον, με τον ίδιον επί σκηνής σε ρόλο υιού-πανεπόπτη υποβολέα, με τον εκπληκτικό μουσικό Λόλεκ, που δίνει τη σωστή αντίστιξη στο υπερπαίξιμο της πρωταγωνίστριας Λένας Παπαληγούρα. Ξέρετε, ο γερμανικός εξπρεσσιονισμός σε συνδυασμό με την εξωστρεφή μεσογειακή μας φύση οδηγεί σε τερατωδίες από υποκριτικής απόψεως, αφού καταστρατηγείται πλήρως το παράδοξο του Ντιντερό και η μέθοδος Στανισλάβσκι-Λη Στράσμπεργκ (η βάση της σύγχρονης τέχνης του ηθοποιού). Παρά τις όποιες γραπτές και ενυπόγραφες επιφυλάξεις μου, δηλώνω ευθαρσώς και με γνώσιν των συνεπειών του Νόμου ότι σέβομαι απεριόριστα στο έργο, την προσωπικότητα και τις επιλογές, τόσο του Πέτρου Τατσόπουλου όσο και του Αύγουστου Κορτώ. Δουλειά του κριτικού όμως είναι να φωτίζει τα πολυδιαφημισμένα και βραβευμένα από το κοινό θεάματα, από άλλες, πρωτόγνωρες κι απροσδόκητες σκοπιές.
Κωνσταντίνος Μπούρας
«ΣΠΙΤΙ ΑΠΟ ΓΕΦΥΡΕΣ» του Παύλου Κουρτίδη στο Θέατρο «ΠΚ»

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Ναι, υπάρχει πρωτοπορία και υψηλή αισθητική κι ασκητική αφοσίωση στην Τέχνη κι έμπρακτος ιδεαλισμός και ρομαντικός υπαρξισμός αισιόδοξου τύπου. Κι όλα αυτά όχι βεβαίως στις κρατικές κι επιχορηγούμενες σκηνές μας (αααα μπααααα!) ούτε στα κρατικοδίαιτα φεστιβάλ, αλλά σε χώρους εκτός-εκτός-εκτός (γενικώς), που διατηρούνται χάρη στο μεράκι και την αφοσίωση καλλιτεχνών που πυραναλώνονται στην ιερή φλόγα του ταλέντου τους για να φωτίσουν τα μαύρα σκοτάδια του Μεσαίωνα που διανύουμε.
Απόλαυσα το χοροθέατρο «Σπίτι από γέφυρες» του Παύλου Κουρτίδη στο θεάτρο «ΠΚ» του Νέου Κόσμου. Πήγα με το μετρό. Βολεύει και το τραμ.

Ήταν όλοι τους υπέροχοι. Τα κείμενα του Μιχαήλ Ανθή, η πρωτότυπη μουσική του Βασίλη Τσεντούρου, η σκηνοθεσία-χορογραφία του Παύλου Κουρτίδη κι οι επί σκηνής: Ζωή Σωτηροπούλου, Ιωάννα Κορίνα Παλάσκα, Όλια Μουρουζίδου, Ελιάν Ρουμιέ, Ίρις Κατράκη Παύλου, Άγγελος Αντωνάκος, Χρίστος Καφετζής, Παύλος Κουρτίδης, Μιχαήλ Άνθης (του αναφέρονται όπως διαβάζονται τα ονόματα των ηρώων: φωναχτά!!!).
Δραματικά εξπρεσιονιστικοί οι φωτισμοί του Απόστολου Τσιτσώνη. Καφκική η σκηνογραφία-ενδυματολογία της Ιωάννας Παναζοπούλου. Μεταμοντέρνο και υπερεαλιστικό το βίντεο-μοντάζ που υπογράφει ο Άγγελος Τονιός (συγγνώμη για τους τόνους, αλλά στο πρόγραμμα είναι όλα τα ονόματα με κεφαλαία – παρακαλώ την ομάδα να μου στείλει διορθώσεις πριν τυπωθεί η κριτική μου αυτή).
Η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, που στήνει γέφυρες και τις χαλάει (με τον εαυτό του πρωτίστως και με τους άλλους παρεμπιπτόντως). Η εναλλαξιμότητα των συντρόφων, των φίλων, των συζύγων, απομακρύνει την αναζήτηση για ΤΟ ταίρι κι όλα βυθίζονται στην αφηρημάδα του πρόσκαιρου, στην αναπαλλοτρίωτη αθωώτητα του πασιφανούς, στην ακατάβλητη χλιδή της λιτότητας, στην αναπόδραστη κραυγή του κόσμου, που βουλιάζει κάτω από το βάρος της σύγχυσης και της αμφιβολίας.
Αυτή είναι – με λίγα λόγια – η ποιητική μου ανάδραση στο θέαμα που παρακολούθησα ενεός, με κομμένη ανάσα και πλήρης ανασασμού, εκ βαθέων. Ναι, σε αυτές τις παραστάσεις οξυγονώνομαι, βλέπω σύγχρονα πράγματα, από καλλιτέχνες που προβληματίζονται το ίδιο και μοιράζονται την ίδια προβληματική περιρρέουσα ατμόσφαιρα…
Το χοροθέατρο είναι ένα παγκόσμιο είδος, που υπερβαίνει τα γλωσσικά φράγματα και τα κάθε είδους λογικά όρια που θέτει ο ρασιοναλιστικός δυτικός νους του καταχρεωμένου πολιτισμού μας. Είναι ίσως η υπέρ-Τέχνη, που συνδυάζει όλες τις άλλες και ταιριάζει καλύτερα στην παγκοσμιοποιημένη εποχή μας, ως υπέρ-κώδικας, ευθέως αναγνωρίσιμος από επαρκείς θεατές και μη. Δεν ξέρω τι καταλαβαίνει ο μη μυημένος θεατής σε αυτή την παράσταση. Ίσως το άγχος της χαοτικής συνθήκης του Ανθρώπου σήμερα, που προσπαθεί να επιβιώσει επικαλούμενος θεούς και δαίμονες, όταν δεν τους βάζει στο μίξερ ή δεν τους αρνείται παντελώς, οπότε βάζει στη θέση του θνητούς υπερανθρώπους-ήρωες-αρχηγούς…
Info:
«ΜΑΓΚΝΤΑ ΓΚΑΙΜΠΕΛΣ», όπως λέμε «ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ»

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
«ΜΑΓΚΝΤΑ ΓΚΑΙΜΠΕΛΣ», όπως λέμε «ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ»,
ή «από μένα για μένα με αγάπη». Ο θεατρικός βερμπαλισμός σε όλο το ναρκισσιστικό του μεγαλείο. Μόνο που το θέατρο δεν είναι πανεπιστημιακή παράδοση μαθήματος, αλλά δράση, που αφορά ή πρέπει ν’ αφορά υποκριτές και θεατές. Κι αν «εν αρχή ην ο λόγος», έχει κι άλλο μετά …την αρχή. Κουραστικός o εισαγωγικός μονόλογος (δίκην “εκθέσεως-exposition) τού (κατά Βέλτσον) Γκαίμπελς. Αφόρητος, μοναχικός κι αβάσταχτα αυνανιστικός, αυτιστικός και μη επικοινωνιακός.

Μετά το «Εγώ η Μάρθα Φρόυντ» της Φωτεινής Τσαλίκογλου, ένας άλλος ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου, ο γνωστός και μη εξαιρετέος Γιώργος Βέλτσος, παρ-αναγιγνώσκει την Ιστορία μέσα από την προσωπίδα τής «Μάγκντα Γκαίμπελς». Κι ως εδώ όλα καλά και θεμιτά, στα πλαίσια της ελεύθερης έκφρασης και της ελευθερίας διαδόσεως των ιδεών, ακόμα κι όταν είναι παλιές και τετριμμένες. Από εννοιολογικής, ιδεολογικής, αισθητικής και λογοτεχνικής πλευράς, το πολυδιαφημισμένο έργο τού διανοητή και ίσως ποιητή Γιώργου Βέλτσου, δεν ήρθε να προσθέσει τίποτα στην κρίσιμη πνευματική μας ατμόσφαιρα. Ουδεμία γλαύκα εις Αθήνας εκομίσθη. Εκτός από θολούρες, φωνασκίες κι εύκολους βερμπαλισμούς, ακαδημαϊκού τύπου, από την ψευδο-αναρχική τους σκοπιά. Πόσω μάλλον που έχασκε δραματουργικά, απ’ όλες τις μπάντες. Βγήκε βεβαίως ο ευφυής αυτουργός και δήλωσε εγκαίρως – πριν την πρεμιέρα – ότι δεν κατέχει και πολλά από θέατρο. Ποιος όμως είπε ότι «ό,τι δηλώσεις το σώζεις», ειδικά όταν είναι αυθαίρετο; Κάτω από την παντιέρα τού μοντέρνου (κάποτε) και τού μεταμοντέρνου (τώρα) χώρεσαν όλες οι ανασφάλειες, οι ανεπάρκειες και τα παραληρήματά μας. Στην προκειμένη περίπτωση, οι στοιχειώδεις κανόνες τής δραματουργικής τέχνης, κι η δραματική οικονομία (με μέτρο πάντα τις αντοχές του θεατή) δεν τηρήθηκαν από τον (μετά το…) μεταμοντέρνο συγγραφέα. Και ναι μεν, σήμερα, όλα είναι δυνάμει δραματικά, όλα είναι “κείμενο” και “υλικό παράστασης”, ακόμα και ο Χρυσός Οδηγός, κι ο κατάλογος με τα ψώνια σούπερ-μάρκετ, αλλά όλα τα πράγματα έχουν τα φυσικά, λογικά κι ενεργειακά όριά τους. Ειδικά όταν ανεβαίνουν σε πολυάνθρωπες παραγωγές της πρώτης μας Κρατικής Σκηνής, που τις πληρώνει ο Έλληνας φορολογούμενος.

Αν ήταν σε ένα μικρό περιθωριακό θεατράκι “off-off Kolonaki”, θα ήταν ίσως από συμπαθητικό έως επαναστατικό. Στο εσχάτως ανακαινισθέν Rex όμως, με όλα τα συνυποδηλούμενα και συμπαρομαρτούντα, σε μια οδική αρτηρία του κέντρου της Αθήνας που περνάν οι πορείες όταν …σχολάνε, και με την παρουσία στην πρεμιέρα κατεστημένων δημοσίων προσώπων (του ευρύτερου καλλιτεχνικού στερεώματος και μη), το έργο διαβάζεται κι ανάποδα, ως δίκοπο μαχαίρι που πληγώνει πρωτίστως αυτόν που το κρατάει, ως παραβολή, ως αυτοσαρκασμός, ως αυτό-υπονόμευση (αν όντως είχε αυτή την πρόθεση και το απαραίτητο χιούμορ ο έμπειρος συγγραφέας, τότε …του βγάζω το καπέλλο – αυτό θα φανεί εκ της αντι-δράσεώς του στην καλόπιστη αυτή κριτική μου για το σημαντικό κι αξιοσημείωτο λογοτεχνικό του έργο και δεδομένου του φιλικού σεβασμού που τρέφω για την αναγεννησιακή, ανήσυχη, πλην όμως κάπως κατασταλαγμένη προσωπικότητά του…).

Το μόνο (θετικό κι ανεπιφύλακτο) που μπορώ να πω είναι ότι υποκλίνομαι στο δραματικό ένστικτο και στην θεατρική τέχνη τής Άντζελας Μπρούσκου, που κατάφερε να δημιουργήσει μια συναρπαστική παράσταση (εκ του μηδενός, κυριολεκτικά). Με λίγη από Μπρεχτ, από Φασμπίντερ, από Ζενέ, μια ουγκιά παρωδίας τής αισθητικής τού αμερικάνικου μιούζικαλ και μπόλικη υπονόμευση τής πολιτικής ρητορείας τού αναμενόμενου εν πολλοίς κειμένου, δημιούργησε ένα επί σκηνής μετα-κείμενο, βοηθούμενη και υποβασταζόμενη δημιουργικά από τους εκπληκτικούς συνεργάτες της, με πρωθιέρεια τού «μαύρου» (από αισθητικής πλευράς, για να μην παρεξηγηθώ), την εκφραστική, την εύπλαστη Παρθενόπη Μπουζούρη. Ναι, η Άντζελα Μπρούσκου μπορεί να σκηνοθετήσει ό,τιδήποτε. Μετά τη Ρούλα Πατεράκη και τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, μετά την Άννα Κοκκίνου, μετά τον Γιάννη Χουβαρδά (πανομοιότυπον αισθητικώς σε όλες τις θεατρικές του εργασίες), προστέθηκε άλλο ένα όνομα, που πολλά υπόσχεται, αν μη τι άλλο μια συναρπαστική θεατρική ευωχία, πριν τις ταβέρνες και μετά το απογευματινό τσάι. Και δεν ενέχει καμία δόσιν ειρωνείας η κριτική μου αυτή. Δεν συνάδει εξάλλου με το μειλίχιον και την ηπιότητα του χαρακτήρος μου. Απλώς «ήρθε η ώρα να πούμε τα λιγοστά μας λόγια, γιατί αύριο η ψυχή μας κάνει πανιά» (Σεφέρης).
Μετά λόγου γνώσεως και πίστεως στο κριτήριο του επαρκούς θεατή κι αναγνώστη, και με το θάρρος της ταπεινής υποκειμενικής μου γνώμης (που πολλά μοι εκόστισεν),
Κωνσταντίνος Μπούρας
Ένας «Κάφκα» σαν απάντηση στον «Φυσικό Άνθρωπο» του Ρουσσώ
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

??????
Franz Kafka, “Kafka’s freaks”, στο θέατρο «Φούρνος». Ο Νικόλας Βαγιονάκης είναι άξιος για βραβείο ερμηνείας πρώτου (και μοναδικού) ανδρικού ρόλου. Συνθέτοντας, διασκευάζοντας τα διηγήματα του Φραντς Κάφκα («Αναφορά σε μία ακαδημία», «Ο καλλιτέχνης της πείνας» και «Μεταμόρφωση»), σκηνοθετώντας κι ερμηνεύοντας έναν τραγικό κλόουν-πίθηκο, που αναμασά τα τετριμμένα του ανθρώπινου πολιτισμού, ενώ κατά βάθος επιθυμεί μόνον ένα πράγμα: την Ελευθερία και την Επιστροφή στη Φύση, απαλλαγμένος από τα δεσμά των συμβάσεων που τον στραγγαλίζουν και καταπνίγουν το δημιουργικό του ένστικτο. Η ζωή ως κλουβί ή ως πλατωνικό-σωκρατικό σπήλαιο, οι πόλεις ως φυλακές, τα σχολεία ως νοσοκομεία, οι θεσμοί και τα πνευματικά ιδρύματα ως εξουσιαστικοί μηχανισμοί ανάδρασης δεσμώτου-δεσμοφύλακος, που είναι κι αυτός εγκλωβισμένος σε αυτό το φρικαλέο παιχνίδι… Όλ’ αυτά κι άλλα πολλά κατάφερε να περάσει ο εκπληκτικός Νικόλας Βαγιονάκης, μέσα από μια physical theatrical performance, που δεν κουράζει με την ωριαία, μονότονη, αλλά όχι μονόχορδη διάρκειά της. Λιτός στα εκφραστικά του μέσα, πληθωρικός όμως ως ύπαρξη, ο performer έρχεται να πιάσει τον κομμένο μίτο μιας μακράς σειράς μίμων-παντόμιμων-υποκριτών και να διαιωνίσει το ένα και μόνο λαϊκό θέατρο τής αυθεντικής ματιάς πάνω στις παράλογες απαιτήσεις τής Εξουσίας, απ’ όπου αυτή κι αν προέρχεται, όπως κι αν εικονοποιείται ή συμβολοποιείται από εποχής εις άλλην εποχήν. Το αίτημα του Ανθρώπου για Αγάπη μεταστρέφεται σε εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, όπως φαίνεται στο τραγικό δίδυμο των κλόουν από το «Περιμένοντας τον Γκοντό» και η όλη ψυχοδραματική θεραπεία θεατή κι υποκριτών έγκειται ακριβώς στην επίγνωση αυτών των δεσμών, που τον βυθίζει όμως σε μια βαθύτερη θλίψη κι υπαρξιακό αδιέξοδο. Ομοιοπαθητική; Ίσως. Όταν δούμε τη σκλαβιά μας, μπορεί, ίσως, κάποτε και να θελήσουμε να την αλλάξουμε. «Θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία». Εν τω μεταξύ εμείς «Φιλοσοφούμεν άνευ….».
Κωνσταντίνος Μπούρας
