«Το άρωμα» του Ζίσκιντ κι ο κανιβαλισμός από το «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι» του Τεννεσσή Ουίλλιαμς
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Δεν υπάρχει, βεβαίως, παρθενογένεση στην Τέχνη, αλλά το να πλασάρεις ως πρωτότυπη ιδέα κάτι που έχει γίνει πασίγνωστο από το μπεστ-σέλλερ του Πάτρικ Ζίσκιντ, να το «αρωματίζεις» με μια ιδέα κανιβαλισμού από το «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι» του Τεννεσή Ουίλλιαμς και να το πασάρεις παραπειστικώς ως ψευδορομαντικό «Το άρωμα του έρωτα», είναι απολύτως θεμιτό φτάνει να είναι δημιουργικό και ν’ αφορά τον θεατή. Καλόν είναι όμως να αναφέρονται οι πηγές και να αναγράφεται στον υπότιτλο ο όρος «διασκευή» και για τα ρημάδια τα πνευματικά δικαιώματα, αλλά και για το Δίκαιο, γενικώς (κακοπαθημένη και παρεξηγημένη ιδέα σήμερα).
Απόλαυσα στο «Αγγέλων Βήμα» το μη πρωτότυπο, αλλά ενδιαφέρον έργο του Θεοδόση Αγγ. Παπαδημητρόπουλου. Μια παράσταση σκληρή, όπως η εποχή μας, Ζενεϊκά μεφιστοφελική, φασμπιντερική ως προς την αναζήτησιν της Αγάπης. Το «Κτήνος» του αιρετικού και βλάσφημου Γκομπρόβιτς κι η «Αυτοκρατορία των αισθήσεων» του Ναγκίσα Οσίμα, όλ’ αυτά κι άλλα πολλά απηχούν σε αυτό το θεατρογράφημα. Τόσες πολλές επιρροές, τόσες πολλές διακειμενικές συνυφάνσεις! Όχι απαραίτητα κακό, αλλά ούτε κι αυτόχρημα καλόν. Τέλος πάντων. Ίσως ο αμύητος θεατής να είναι πιο προνομιούχος και να επικεντρώνεται περισσότερο στο «τώρα».
Στην παράσταση τώρα. Πέντε ηθοποιοί-χορευτές αλλάζουν ρόλους, μάσκες, διαθέσεις και μας ξεναγούν στα άδυτα μιας βασανισμένη ψυχής. Το θύμα που γίνεται – φυσικά κι αναπόδραστα θύτης – ο σήριαλ-κίλλερ, που έχει έναν «ανώτερο»-«ευγενικό» σκοπό, δεν έχει κανένα άλλοθι για κανένα μακελειό αθώων κι ελεύθερων ανθρώπων. Η αυτοδιάθεση του ανθρώπινου σώματος, όπως εκφράζεται κυρίως στην ερωτική επιλογή δεν μπορεί να δικαιολογήσει κανέναν βιασμό, πόσω μάλλον την αφαίρεση αυτής ταύτης της ανθρώπινης ζωής, στο όνομα κάποιας ιδεολογίας ή – ακόμα χειρότερα – αισθητικής. Είδα την παράσταση στο «Αγγέλων Βήμα» την ώρα σχεδόν που γινόντουσαν τα φρικτά γεγονότα στο τρομοκρατημένο Παρίσι. Λίγο πριν μπούμε στο μικρό θέατρο με την τριζάτη σκάλα (μετά από μισή ώρα καθυστέρησης), έλεγα στον Χρήστο Ναούμ πόσο πολύ νοσταλγώ το αγαπημένο μου Παρίσι, όπου γνώρισα το Φως του Σεβασμού των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αν τέτοια έργα, μας βοηθούν να κατανοήσουμε τη διεστραμμένη ανθρώπινη φύση και τη μεταστροφή του υγιούς ενστίκτου σε καταστροφικό ένστικτο θανάτου, τότε όλα καλά – τρόπος του λέγειν – κι ίσως όλ’ αυτά τα θεατρικά δρώμενα να έχουν κάποια πρακτική χρησιμότητα. Αν αποσκοπούν όμως στην σαδομαζοχιστική αλγολαγνεία και την εξασφάλιση της συνενοχής του θεατή στον εξουσιαστικό εξανδραποδισμό του όντος, τότε με βρίσκουν αντίθετο.
Εν πάση περιπτώσει, θα μου άρεσε η παράσταση του Θεοδόση Αγγ. Παπαδημητρόπουλου, αν δεν είχα διαβάσει τριάντα χρόνια πριν το «Άρωμα» του Πάτρικ Ζίσκιντ. Εδώ καταθέτω απλώς την απορία μου. Το σίγουρο είναι ότι δεν θα πλήξει ο θεατής.
Κωνσταντίνος Μπούρας
www.konstantinosbouras.gr
Info:
Πρωτότυπο κείμενο-δραματουργία:
Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος
Σκηνοθεσία-σκηνική σύλληψη-φωτισμός:
Αλέξανδρος Πολιτάκης
Κατασκευή σκηνικών αντικειμένων:
Ειρήνη Βαζιργιαντζίκη
Σύμβουλος σκηνογραφίας:
Εμμανουέλα Βογιατζάκη Κρουκόβσκι
Ενδυματολογία:
Μαργαρίτα Βουτσινού
Κατασκευή σκηνικού:
Στάθης Ζαΐμης, Μάρκελλος Σπυράκης
Μουσική:
Γιάννης Κονσολάκης
Διδασκαλία κίνησης:
Στέλλα Κρούσκα
Φωνητική διδασκαλία:
Μυρσίνη Μορέλλι
Βοηθός σκηνοθέτη:
Αννίτα Βήνη
Οργάνωση παραγωγής:
Φεβρωνία Νέλλα
παίζουν:
Νάγια Τ. Καρακώστα
Ρένα Κουμπαρούλη
Αγγελική Πουλημά
Νικόλας Φραγκιουδάκης
Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος
σχεδίαση έντυπου υλικού-κατασκευή ιστοσελίδας:
Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος
Ο γιος του Σαούλ του Λάζλο Νέμες.
από τον συγγραφέα Χρήστο Ναούμ

Η παράνοια της ειρήνης όταν μεταφέρεται στον πόλεμο, διαρκεί μόνιμα, αφού τίποτα δεν λειτουργεί όπως πριν. Τα πάντα αποκτούν διαφορετικές διαστάσεις αφού ο μόνιμος κίνδυνος κι η απειλή καραδοκούν σε κάθε στιγμή. Η ιστορία λοιπόν «ο Γιος του Σαούλ» του Λάζλο Νέμες είναι μια μακάβρια κατάσταση, η οποία κινείται μέσα στα όρια της παράνοιας. Οι Zotercomando, είναι οι πιο δυνατοί άντρες από τους Εβραίους, μέσα σε ένα στρατόπεδο, στο β Παγκόσμιο πόλεμο. Η δουλειά τους είναι να περισυλλέγουν τα πτώματα των Εβραίων από τους θαλάμους αερίων, να τα ρίχνουν στην πυρά και να αδειάζουν τις τσέπες των άτυχων από τα τιμαλφή και τα χρυσά, προκειμένου να τα δώσουν στους Γερμανούς. Ο Αουσλάντερ ή Σαούλ συλλέγει το πτώμα ενός αγοριού, το οποίο ενώ γλύτωσε στον θάλαμο αερίων την πνιγμονή, ο γιατρός-αξιωματικός το έπνιξε πάνω στο κρεβάτι του νεκροτομείου. Από κείνη την στιγμή και μετά αρχίζει η αγωνία του Σαούλ, προκειμένου να θάψει το πτώμα με τις νεκρικές τιμές, που του πρέπουν. Ίσως ο άδικος θάνατος του παιδιού, ίσως η δική του επιθυμία για τις νεκρικές τιμές, τον οδηγούν στην αναζήτηση ραβίνου και τρόπου ταφής. Όλα τα πλάνα και καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας εστιάζουν στο πρόσωπο του ήρωα, ενώ τα υπόλοιπα παραμένουν θολά. Κραυγές, ψίθυροι, ήχοι όπλων, πυρκαγιές τονίζουν τα συναισθήματα θυμάτων και θυτών. Συμπερασματικά, είναι μια ταινία που αξίζει να την δείτε. Παρά το μακάβριο θέμα της, πάνω σε ένα χιλιοειπωμένο πολεμικό μοτίβο, η υπαρξιακή αγωνία τελειώνει με την ελπίδα. Οι τεχνικές αρετές της ταινίας τής χαρίζουν την αίγλη και το βραβείο των Καννών.
«Θέατρο της Οδού Παραμυθίας» της Αλμπέρτας Τσοπανάκη, πόλος έλξης των νέων θεατρικών δυνάμεων του τόπου
από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Θα υπογραμμίσω άλλο ένα ποιοτικό θεατράκι, off-off Kolonaki, αλλά μέσα στην καινοτόμο θεατρική ζώσα πραγματικότητα (με τα μπούνια, που λένε!). Το «Θέατρο της Οδού Παραμυθίας» της Αλμπέρτας Τσοπανάκη και των άξιων συνεργατών της, ξετύλιξε και φέτος τη βεντάλια των νέων και πολλά υποσχόμενων θεατρικών δυνάμεων του τόπου. Τη δουλειά που έκανε άλλοτε το «υπόγειο» του Κάρολου Κουν και το «Αμόρε» του Γιάννη Χουβαρδά, το «Απλό θεάτρο» και το «Σημείο» (και δευτερευόντως η εξαρτώμενη από την πολιτική εξουσία και τους τσανακογλείφτες «Νέα Σκηνή» του Εθνικού μας Θεάτρου), αυτό το λειτούργημα επιτελεί σήμερα στην «Οδό Παραμυθίας» ένας οργανισμός, που, χωρίς να δρα ως κολλεκτίβα, δίνει βήμα και σκηνή στους νέους. 
Παρακολούθησα και φέτος το «Festival 10 – Έργων Τρόμου» που διοργάνωσε επιτυχώς η Αλμπέρτα με άξιους συντελεστές και κριτική επιτροπή από όλο το φάσμα της ελληνικής πολιτιστικής πραγματικότητας. Τα βραβευθέντα έργα παρουσιάζονται αυτόν το χειμώνα στις δύο σκηνές του «Θεάτρου της Οδού Παραμυθίας». Άξιος ο μισθός όλων τους. Μην τα χάσετε. Αλλιώς θα χαθείτε στη μετριότητα των χρυσοκανθάρων. Αντιθέτως, εδώ γίνεται δουλειά, σοβαρή, επιμελημένη, δονκιχωτική, με άξονα την ποιότητα και την πρωτοπορία. Περιμένω πολλά από αυτό το ανθεκτικό
ΜΑΝΙΩΤΗΣ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ, επιστρέφει με την "Τριλογία της Λιτότητας"

από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Ο πάντα δημιουργικός, ο πάντα εναργής, ο πάντα αντικομφορμιστής Γιώργος Μανιώτης επανεμφανίζεται ως δραματουργός με την «Τριλογία της Λιτότητας», που – όπως όλες οι τριλογίες που σέβονται τον εαυτό τους – είναι …τετραλογία. Τέσσερα θεατρικά έργα για την Κρίση που έπληξε την μικρομεσαία αστική τάξη και τις μυθοπλαστικές, ή απολύτως συνωμοσιολογικές αιτίες της. Οι ημιμαθείς αστοί καταφεύγουν στο Ά-λογο για να εξηγήσουν τα δεινά που τους βρήκαν, χωρίς να γνωρίζουν ούτε τις ατομικές ούτε τις συλλογικές τους ευθύνες – και χωρίς να ενδιαφέρονται να τις αναζητήσουν. Αρέσκονται στο ρόλο του θύματος. Η «Ιφιγένεια εν Αυλίδα», από τις γυμνασιακές σπουδές έχει μάλλον χαράξει ανεξίτηλα στο συλλογικό ασυνείδητο την αθωότητα του παθόντος που υπόκειται σε δυνάμεις που δεν μπορεί να ελέγξει, να κατευνάσει ή να οικειοποιηθεί και το μόνο που του απομένει είναι η άνωθεν σωτηρία από τον «από μηχανής Θεό», όποιος κι αν είναι αυτός, όπως κι αν λέγεται. Βγάζω το καπέλο στον μεγάλο θεατρικό συγγραφέα, τον μόνον της γενιάς του που επιβιώνει δημιουργικώς και δεν επαναπαύεται στις δάφνες του. Εύγε και πάλι εύγε. Απόλαυσα το βιβλίο, το προλόγισα, το επιλόγησα και τώρα αναμένω πολλαπλές παραστάσεις των έργων σε όλα τα θέατρα της Ελλάδας. Έτσι, ενθουσιαστικός, όπως πάντα.
Ένα μυθικό και συμβολικό δαχτυλίδι του Λεονάρντο ντα Βίντσι
από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Στο ατμοσφαιρικό θεατράκι, το Studio Κυψέλης, παρακολούθησα «Το Δαχτυλίδι του Λεονάρντο» για 3η συνεχή χρονιά (!!!) με άλλη διανομή και παραλλαγμένη σκηνοθεσία, που έρεπε αυτή τη φορά προς τα comics και την ψηφιακή εικονική πραγματικότητα (σημεία των καιρών – ευτυχώς!). Το έργο αυτό του Rick Elice είναι διαχρονικό γιατί αφορά την ομοερωτική επιθυμία, το υπαρξιακό κενό, τη ματαιοδοξία ή φιλοδοξία του Ανθρώπου, από την Αναγέννηση έως σήμερα. Το πολύτιμο δαχτυλίδι που σχεδίασε ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι γίνεται σύμβολο χαμέρπειας αλλά κι ανωτερότητας, χρησιμεύει ως νόμισμα για υπόγειες συναλλαγές, ενέχυρο ή τρόπαιο. Κι όλ’ αυτά, μέσα στην προσκαιρότητα των σχέσεων και το φευγαλέον του Έρωτος, ειδικά όταν αφορά και στοχεύει άτομα του ιδίου φύλου, πολυοργασμικά, οργιαστικά και μεγαλοφυή, ή κοινά, κοινότοπα και «φτηνά». Όμως, ο ουμανισμός του καλού θεατρικού συγγραφέα δεν κρίνει, δεν κατακρίνει, αλλά ούτε κι αθωώνει. Παρατηρεί κι αποδίδει «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι». Η στέρεα δραματική δομή χάρισε στον σκηνοθέτη Γιώργο Λιβανό ένα ευρύ πεδίο δράσεως-αυτοσχεδιασμού-αποδόσεως, με αποτέλεσμα λαμπρό, προκλητικό, τροφή για σκέψη, αλλά ουδέποτε χυδαίο. Η Ομότιμος Καθηγήτρια Θεατρολογίας Χαρά Μπακονικόλα στο βιβλίο-πρόγραμμα επισημαίνει ορθώς ότι: «Το γυμνό ή “ντυμένο” στο θέατρο δεν αποτελεί κριτήριο για την αξιολόγηση της παράστασης ούτε για την πρόσληψη της θεματικής του έργου». Σωστά. Η αισθητική και ηθική του θεατή, δεν «γαργαλιέται» από αυτή την παράσταση. Γιατί δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Φυσικά και όχι. Η υπαρξιακή αγωνία του πνιγμένου που πιάνεται από τα μαλλιά και τα πέη των άλλων, αυτό είναι το θέμα. Ο Έρωτας ως θρησκεία και μεταφυσική. Με τις απαραίτητες ανθρώπινες τραγι-κωμικές πινελιές. Απολαύστε την παράσταση, ακόμα κι αν την είδατε τις δύο προηγούμενες χρονιές. Δεν θα χάσετε. Θα εμπλουτιστείτε πολλαπλώς.
To "Κουαρτέτο" του Χάινερ Μύλλερ, όπως δεν το ξαναείδατε
από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Στο Θέατρο «Arroyo Nuevo» είδα για πολλοστή φορά το «Χοροθέατρο Flamenco» σε μια αιρετική, συγκλονιστική, πρωτοπορειακή, εκδοχή τού πάντα ενδιαφέροντος (του μόνου ίσως) θεατρικού έργου του Χάινερ Μύλλερ «Κουαρτέτο», βασισμένου στις «Επικίνδυνες σχέσεις» του Λακλό.

Ο Σταύρος Λίτινας είναι μάγος και θαυματοποιός. Μέσα από τον εντοπισμένο χωροχρονικώς εκφραστικό κώδικα του φλαμένκο, υπερβαίνει τα όρια τού συνήθους θεάματος και πλάθει ήθος, αναδεύει τη βιοενέργεια ερμηνευτών και θεατών (του εαυτού του συμπεριλαμβανομένου), βάζει ζωντανή μουσική παράλληλα με αριστουργήματα της Δυτικής μουσικής (από άριες του λυρικού θεάτρου έως εκκλησιαστική μουσική) κι υποδηλώνει δραματικά την αποτυχία του Δυτικού Πολιτισμού να ενσωματώσει τη Δημοκρατία στην απληστία των δυνατών. Τεράστιο έργο. Εκπληκτική η πάντα δυναμική, αέρινη, εύπλαστη Εύα Παρασκευοπούλου. 
Συγκλονιστική η σκηνοθέτης Άντζελα Μπρούσκου στο ρόλο τής από μεγαφώνου αφηγήτριας (και στους τέσσερις ρόλους του «Κουαρτέτου»). Παρά την επιτυχία τού εγχειρήματος, θα ήθελα να ακούω περισσότερες φράσεις (έστω και σποραδικώς) από τους επί σκηνής χορευτές-ερμηνευτές. Στο πιάνο, έκπληξη, η αρχιτεκτόνισσα και σκηνογράφος και πολυτάλαντη ηθοποιός Αλίνα Αναστασιάδη.
Στο «Θέατρο Εξ αρχής» Λούλας Αναγνωστάκη: «Η Παρέλαση» και «Ο ουρανός κατακόκκινος».
από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Στο «Θέατρο Εξ αρχής» δύο καταπληκτικά, ιστορικής πλέον σημασίας, αλλά απολύτως σύγχρονα μονόπρακτα της αμίμητης Λούλας Αναγνωστάκη: «Η Παρέλαση» και «Ο ουρανός κατακόκκινος». Δύο έργα σταθμός για το «Θέατρο Τέχνης» του Καρόλου Κουν και για το Εθνικό Θέατρο, όπου πρωτοανέβηκαν. Θαύμασα την Ελένη Τσακάλου, σε ένα ρεσιτάλ υποκριτικής, στο ρόλο της αλκοολικής καθηγήτριας γαλλικών, που απολύθηκε από το δημόσιο κι αφέθηκε στη ροπή της προς την σκοτεινή πλευρά, με όλα τα αναμενόμενα και μη επακόλουθα.

Η Ελένη Τσακάλου είναι σημαντική ηθοποιός, γιατί ξέρει να σωπαίνει, να χρησιμοποιεί τις παύσεις για να τονίσει τον εκφερόμενο λόγο, συνυφαίνει τα «παραγλωσσικά» σημεία με έναν τρόπο μοναδικό. Πέρα από το ρεαλισμό, αναδεικνύει τη διαχρονικότητα της ηρωίδας που καλείται να ενσαρκώσει και φλερτάρει με το μεταμοντέρνο για να τονίσει την οικουμενικότητα της πάλης ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό. Ατομικίστρια η ηρωίδα της Λούλας Αναγνωστάκη, μεσοαστή αλλά και κομμουνίστρια, δεν αναγνωρίζει την ένταξή της στο κοινωνικό σύνολο κι αποθεώνει τη μονάδα εις βάρος της ομάδας. Αντιμετωπίζει τα πάντα ως εμπειρία κι αποδέχεται το κόστος των επιλογών της. Η σημερινή υποβάθμιση της μικρομεσαίας αστικής τάξης, βρίσκει στο προφητικό μονόπρακτο της Λούλας Αναγνωστάκη «Ο ουρανός κατακόκκινος», τις απαρχές της σημερινής Κρίσης. «Η παρέλαση» ερμηνεύτηκε μοναδικά, απολύτως επαγγελματικά, και – βεβαίως – συμβολικά από τους ηθοποιούς (σε διπλή διανομή): Όλγα Παπαδημητρίου, Άγγελος Κούκος, Ίλια Σπυροπούλου, Αιμιλιανός Λήτος. Κάτι καλό και ποιητικό συμβαίνει στο θέατρο αυτό των Εξαρχείων όπου λειτουργεί κι εργαστήρι με τον απολύτως υποδηλωτικό τίτλο «Εξαρχής». Αναζητείστε την ποιότητα. Εγώ δεν θα σας γράφω για τα main-stream θεάματα και τους πολυδιαφημισμένους μαϊντανούς της υποκουλτούρας. Εξ άλλου, δεν συνάδει αυτό με το περιοδικό στο οποίο αρθρογραφώ. «Οδός Πανός – Εργοτάξιον Εξαιρετικών αισθημάτων».
Το εικονοκλαστικό έργο του Γιάννη Σολδάτου " ΟΤΑΝ Ο ΠΑΖΟΛΙΝΙ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΠΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ" σε σκηνοθεσία Γιώργου Λιβανού, στο STUDIO ΚΥΨΕΛΗΣ!
Η ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΑΙΖΟΝ
Είδα και την πρώτη και την δεύτερη εκδοχή του πολύκροτου θεατρικού έργου του πολυτάλαντου Γιάννη Σολδάτου. Ο σκηνοθέτης Γιώργος Λιβανός πέρασε από τον εξπρεσσιονισμό της πρώτης του σκηνοθετικής ακροβασίας στο μαγικό ρεαλισμό της τωρινής παράστασης, με ψήγματα νεορεαλισμού, αλλά και σουρεαλισμού. Ηχητικώς, ακούγονται πλέον ψίθυροι, εκεί που οι κραυγές πύργωναν τον ατμοσφαιρικό υπόγειο χώρο του Studio Κυψέλης. Οι εικόνες έγιναν περισσότερο κινηματογραφικές. Κάποια tableaux-vivants που έπαιρναν σάρκα και οστά και διαλύονταν μπροστά στα μάτια του υπνωτισμένου θεατή. Μια ολόκληρη εποχή, ιστορική μελέτη της έβδομης τέχνης, ανατομία ενός εγκλήματος, που χαράχτηκε βαθιά στο συλλογικό ασυνείδητο, όπως η δολοφονία του Λόρκα από τους φασίστες κι η αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, ο μαρτυρικός θάνατος του Λαμπράκη…
Ο Σολδάτος είναι πολυπράγμων και πολυτάλαντος, πληθωρικός και μετρημένος, αναλυτικός και συνθετικός, υπερχειλίζων κι αφαιρετικός. Είναι ζωντανός, είναι απρόβλεπτος, είναι Έλληνας, παγκόσμιος και οικουμενικός. Συναντώντας μεγάλους μύθους της σκηνής και της οθόνης, αναμετριέται με τα αρχέτυπα, τα πρότυπα και τα στερεότυπα και τα καταλύει λατρεύοντάς τα, ως Επτανήσιος με μακρά παιδεία και πολυεπίπεδο πολιτισμό. Σκηνοθετικός άθλος τόσο η νέα διανομή, όσο κι η ενσωμάτωση ηθοποιών από την προηγούμενη διανομή με τους νεοφώτιστους. Όλα καλά κι αρμονικά. Μπορείτε να διαφωνήσετε, να συζητήσετε, να σοκαριστείτε (λέω τώρα – δύσκολο στη σύγχρονη εποχή μας), αν σκανδαλιστείτε όμως, παρακαλώ να το διαδώσετε.
Με χιούμορ και γνώση,
Κωνσταντίνος Μπούρας, κριτικός-συγγραφέας
info από το facebook:
Μια σημαντική τολμηρή, εικαστική παράσταση, που κέρδισε πέρυσι κοινό αλλά και τους πιο δύσκολους κριτικούς, προετοιμάζεται για να εντυπωσιάσει ακόμα περισσότερο, με τη νέα της παραστασιοποίηση.
Oι ΘΕΑΤΡΙΝΩΝ ΘΕΑΤΕΣ επαναλαμβάνουν την μεγάλη περσινή τους επιτυχία, που κατάφερε να σκαρφαλώσει στην τριάδα των πιο δημοφιλών παραστάσεων, ενώ κέρδισε και τους πιο δύσκολους κριτικούς, το έργο του Γιάννη Σολδάτου ” ΟΤΑΝ Ο ΠΑΖΟΛΙΝΙ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΠΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ” σε σκηνοθεσία Γιώργου Λιβανού και κινηματογράφηση Γιάννη Σολδάτου, που θα παιχτεί παράλληλα με το LEONARDO’S RING στο STUDIO ΚΥΨΕΛΗΣ από την Παρασκευή 16 Οκτώβρη.
Πρόκειται για ένα φιλόδοξο εγχείρημα , που προετοιμάστηκε 6 μήνες και γέμισε το Studio Κυψέλης πέρυσι το χειμώνα. Αφετηρία αποτέλεσε, ένα καινούριο θεατρικό , με αφορμή τα σαράντα χρόνια από το θάνατο του μεγάλου σύγχρονου δημιουργού, που ο Γιάννης Σολδάτος έγραψε για το Γιώργο Λιβανό και τη συγκεκριμένη ομάδα και που η γραφή του, ολοκληρώθηκε στη διάρκεια των προβών.
Η βασική ιδέα. Ένας σκηνοθέτης στην Ελλάδα του σήμερα, αποφασίζει να ασχοληθεί με το έργο του Πιερ Πάολο Παζολίνι. Μαζί με το βοηθό του το Σέρτζιο Τσίτι, συνθέτουν μια ομάδα καλλιτεχνών και μαζί δοκιμάζουν να αναπαραστήσουν, τις πιο γνωστές σκηνές από ταινίες του δημιουργού. Λεπτό με λεπτό ταυτίζονται με το αυθεντικό έργο του καλλιτέχνη και με ένα άλμα στο χωροχρόνο βρίσκονται 50 χρόνια πριν στα πλατό που γυρίζονταν οι ταινίες του. Οι πρωταγωνιστές του Παζολίνι, οι προσεγγίσεις που δοκίμασε και τον χαρακτήρισαν, πληροφορίες για τον ίδιο και τον τρόπο που πειραματίστηκε με το φακό , τον άνθρωπο, το σώμα και την φιλοσοφία και πάνω απ΄όλα η σχέση του με τη Μαρία Κάλλας, όπως ξεπηδά από τις επιστολές που αντάλλαξαν και συνεντεύξεις εποχής, δημιουργούν ένα σκληρό κείμενο , τολμηρό και απαιτητικό, το οποίο επιχειρεί να σκιαγραφήσει το μύθο ενός σύγχρονου κολασμένου.
Πώς ο Παζολίνι, που αποτύπωσε όσο κανείς στο σύγχρονο κινηματογράφο το ρεαλισμό και το πάθος μαζί τον έρωτα και τις εναγώνιες υπαρξιακές αναζητήσεις, σχηματοποιείται μέσα από την επαφή του με ανθρώπους , σκηνές από ταινίες του και τον αιφνίδιο θάνατο του, που όχι μόνο δεν τον άφησε στη λήθη , αλλά τον πέρασε στους δημιουργούς που σφράγισαν με την ιδεολογία του και την τοποθέτηση τους την Σύγχρονη Έβδομη Τέχνη, θα το παρακολουθήσουμε ξανά στις 16 Οκτώβρη.
Ο Πιερ Πάολο, η Κάλλας, ο Σέρτζιο Τσίτι, ο Φάμπιο, η Μαρκέλλα, η Συλβάννα Μαγκάνο, και δεκάδες ακόμα ήρωες θα σας περιμένουν να σας παρασύρουν μαζί με σκηνές από το ΔΕΚΑΗΜΕΡΟ, το ΘΕΩΡΗΜΑ, τη ΜΗΔΕΙΑ , τον ΟΙΔΟΙΠΟΔΑ, τις ΧΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ ,τη ΜΑΜΑ ΡΟΜΑ, το ΣΑΛΟ, τους ΘΡΥΛΟΥΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤΕΡΜΠΟΥΡΥ, και το ΑΣ ΠΛΥΝΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥΣ ΜΑΣ, δεμένες με όπερα και ιταλικές καντσονέτες του ’60, που εκτελούνται ζωντανά με συνοδεία από πιάνο , φυσαρμόνικα και κρουστά.
Μια εικονοπλαστική παράσταση με κινηματογραφική δόμηση, ερωτισμό και πάθος , τιμή στα 40 χρόνια από το θάνατο του Παζολίνι, με γερή και φέτος διανομή!
Σκηνοθεσία– φωτισμοί: Γιώργος Λιβανός
Κείμενο – κινηματογράφηση: Γιάννης Σολδάτος
Σύμβουλος: Βασίλης Μπουζιώτης
Στίχοι: Μαριάννα Τόλη
Χορογραφία: Σίμωνας Πάτροκλος
Σκηνικό – κοστούμια: Γιοβάννα Πρασσίνου
Δραματουργική ανάλυση: Γιάννης Ζέρβας
Μουσικοί αυτοσχεδιασμοί– διδασκαλία: Νίκη Γκουντούμη
Βοηθοί σκηνοθέτη: Ανθή Βαφειαδάκη –Μαρία Γούλα
Βοηθός χορογράφου: Στέθυ Σκύλαρη
Βοηθοί σκηνογράφου: Απόστολος Κρίτσας – Διονύσης Κατερέλλος
Βοηθός ενδυματολόγου: Βάνια Αλεξάντροβα
Φωτογραφίες: Ζώης Τριανταφύλλου – Θωμάς Γιαννάκης – Δευκαλίων Βελερεφώντης – Κώστας Βολιώτης
Επικοινωνία: Γιώργος Βιτωράτος
Πρωταγωνιστούν: Παύλος Ευαγγελόπουλος, Γιώργος Λιβανός, Γιώτα Φωτοπούλου, Σοφία Μπεράτη, Μαρία Γούλα , Λίλη Τέγου, Στέθη Σκύλαρη, Ιουλία Φάλια, Βασίλης Μοσχονάς, Ξένια Γεροβασίλη, Κωνσταντίνος Τσιομίδης, Στέλιος Κουκέλης, Άγγελος Θεοφίλου,
στο πιάνο ζωντανά η Νίκη Γκουντούμη
ΤΟ ΕΡΓΟ ΕΙΝΑΙ ΑΥΣΤΗΡΑ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΓΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥΣ
STUDIO ΚΥΨΕΛΗΣ,
Σπετσοπούλας 9 & Κυψέλης, Κυψέλη,
Τηλ: 210 8819571 & 6944535261
ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ
ΠΕΜΠΤΗ: 9:30μμ & ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: 10:15μμ
ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 120’
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: 15€ (Γενική Είσοδος & Ποτό)
*ΑΤΕΛΕΙΕΣ ΔΕΚΤΕΣ
Βασίλης Λεβαντίδης, Μέρισμα Ευθύνης, εκδόσεις Αρμός.
Από τον κριτικό λογοτεχνίας Κωνσταντίνο Μπούρα
Σοβαρός υπαρξισμός, χαμηλόφωνος, αλλά πολιτικώς εναργής. Κοινωνική παρατήρηση χωρίς αιχμές, στρογγυλευμένη προσεκτικά στο εικονοστάσι του πόθου για μια ζωή άλλη, ουσιαστική κι ετεροβαρή, πέρα από την ομοιομορφία του όχλου και τη θλιβερή εγκράτεια της Λογικής, στην επικράτεια του Φόβου για το διαφορετικό, το Άλλο… γενικώς. Ποιητική γραφή σχεδόν επίσημη. Ο Βασίλης Λεβαντίδης, δημοσιογράφος, γεννήθηκε στη Φρανκφούρτη της Γερμανίας κι είναι συγγραφέας πέντε βιβλίων Επικοινωνίας, Ποίησης και Ευρωπαϊκής Πολιτικής. Στις τιμητικές του διακρίσεις κορυφαία η βράβευση από την Ακαδημία Αθηνών το 1994. Ανακαλύψτε τον!
Κωνσταντίνος Μπούρας
Μάκης Τσίτας, Μάρτυς μου ο Θεός, μυθιστόρημα, εκδόσεις Κίχλη, σελ. 269.
Από τον κριτικό λογοτεχνίας Κωνσταντίνο Μπούρα
Μετά από μακρά θητεία στο παιδικό βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων («Πάτυ εκ του Πετρούλα», εκδόσεις Καστανιώτη 1996) κι άπειρη δουλειά στο ηλεκτρονικό περιοδικό για τα Γράμματα και τις Τέχνες www.diastixo.gr, Ο συμπαθέστατος κι αγαπητός σε όλους Μάκης Τσίτας, έρχεται να μας εκπλήξει με την πεζογραφική του δεινότητα και να κατακτήσει μια μόνιμη θέση στον αστερισμό των συγχρόνων νεοελλήνων λογοτεχνών. Δικαίως βραβεύτηκε με το European Union Prize for Literature (2014), αφού στο «Μάρτυς μου ο Θεός» αναπλάθει δημιουργικά τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι μιμούμενος επαξίως το ύφος του Βιζυηνού. Μοντερνιστική γραφή, ύφος που κινείται μεταξύ του Υψηλού και του χυδαίου, ήθος απαράμιλλον. Ο κεντρικός του ήρωας, που ομιλεί σε πρώτο πρόσωπο, είναι ένα αρνάκι του θεού, θύμα των περιστάσεων, αλλά και θύτης του εαυτού του, αφού δεν πασχίζει να μορφωθεί ή να εξελιχθεί, αλλά αφήνεται παθητικά, αλλά με δόσεις αυτοκριτικής, στον εύκολο δρόμο του πελάτη των πορνείων. Η δραματικότητα του εκτενούς μονολόγου του, διανθίζεται από την πρωτοπρόσωπη περιγραφή περιστατικών από την άχρωμη, άοσμη κι αποτυχημένη ζωή του. Αυτή η μετάπτωση από μια σχεδόν εκκλησιαστική γλώσσα ενός λαϊκού κοσμοκαλόγερου στην ιδιόλεκτο των πορνείων της Ομόνοιας δημιουργεί ένα προσωπικό αφηγηματικό ύφος πέραν του συνήθους γλαφυρού της ωραιοποιημένης κι ωραιοποιητικής νεοελληνικής ηθογραφίας. Όσο κι αν έχει λαογραφικά και ηθογραφικά στοιχεία η πρόθεση του συγγραφέα, στην ουσία καταναλώνει πολύ φαιά ουσία για να ανιχνεύσει τα βάθη και την επιπολαιότητα της πανανθρώπινης ψυχής, όπως δειγματίζεται στο πρόσωπο ενός παρία, που θα τον ανακυκλώσει σύντομα η κιμαδομηχανή της Ιστορίας. Η ελληνική Κρίση, φαίνεται περισσότερο σαν κρίση των υλιστικών αξιών, στις οποίες παραδόθηκε ένα μέρος του λαού, υπακούοντας στις Σειρήνες της πολιτικής που υπόσχονταν εύκολους παραδείσους, οι οποίοι αποδείχθηκαν όμως – φευ – φούμαρα. Από αυτή την άποψη, το πεζογράφημα του Μάκη Τσίτα, καταθέτει μια έμμεση, μυθοπλαστική εμπειρία – βασισμένη όμως στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα – και περιγράφει με φωτογραφική τολμηρότητα – θα έλεγα – τον κλειστό, περιορισμένο κόσμο του σιναφιού της τυπογραφίας – κι εμμέσως, πλην σαφώς, τον κόσμο των εκδοτών. Όσοι έχουν γνώσιν και διαθέτουν τις απαραίτητες προσλαμβάνουσες εικόνες αναγνωρίζουν εύκολα τα πρόσωπα και πράγματα που κρύβονται κάτω από τα γελοιογραφικά ψευδώνυμα. Όμως ο Μάκης Τσίτας δεν περιγράφει τον εαυτό του, δεν αυτοψυχαναλύεται σε αυτό το πόνημα, δεν βγάζει τα απωθημένα του, ο ήρωάς του θλίβεται κι αυτοτιμωρείται, αίρει τις αμαρτίες του κόσμου και ρίχνει πάνω του όλο το βάρος της αποτυχίας του να επιβιώσει σε έναν κόσμο τεράτων. Αυτή η ηθική διάσταση της πεζογραφικής ματιάς και το εύρος διακύμανσης της οπτικής του από τον ρεαλισμό στον υπερβατικό ρομαντισμό, από την χριστιανική ενοχή για τη σωματική αμαρτία στην παγανιστική, διονυσιακή εξάπλωση του θυμικού στο χώρο του σαρκικού, δίνει και την ιδιάζουσα αξία στο κείμενο, που απέχει πολύ από τα τρέχοντα πεζογραφήματα και δεν εντάσσεται ακριβώς στην λεγόμενη περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Ο ήρωάς του θα μπορούσε να ζει στο Παρίσι στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και μέσα από μια μηχανή του Χρόνου να βρεθεί στην Αθήνα των τελευταίων είκοσι χρόνων και να παρατηρεί αληθοφανώς στο πετσί του τα τεκταινόμενα. Αυτή η παλιομοδίτικη πατίνα, επαυξάνει τις λογοτεχνικές μετοχές του Μάκη Τσίτα, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν μιμείται τον εαυτό του, δεν γράφει όπως μιλάει, δεν αποκαλύπτεται με τη συνήθη αμετροέπεια και κακογουστιά των μεταμοντέρνων που μιλάνε μόνο για τον εαυτό τους και τα πάθη τους. Ο Μάκης Τσίτας δεν είναι ο ήρωάς του, απέχει παρασάγγας, δεν είναι αποτυχημένος, αυτοκτονικός, καταθλιπτικός, αυτοκαταστροφικός. Είναι μάχιμος, δημιουργικός, καταξιωμένος. Το μόνο ίσως που τον συνδέουν με το πεζογραφικό του προσωπείο είναι η βαθιά ανθρωπιά, το ευήκοον ους, η κατανόηση των άλλων, η ανοχή στην αδύναμη ανθρώπινη φύση και – κυρίως – η ΕΥΓΕΝΕΙΑ που τον διακρίνει, τόσο σπάνια σε ένα χώρο αλληλοσπαρασσομένων «εγώ». Αυτό κρατάω από την ανάγνωση του πονήματός του και περιμένω το επόμενο, όσο κι αν γράφει αργά – το γνωρίζω…
Κωνσταντίνος Μπούρας




