Για τον "Διόνυσο", σημείωμα για την παράσταση του έργου μου που ανεβάζει ο Θωμάς Λιώλιος στην Ηγουμενίτσα

Ο Βάκχος σήμερα ως Διόνυσος-Σίβα, Θεός της Καταστροφής ενός πολιτισμού που αναζητεί εναγωνίως την ανανέωσή του, επειδή κατατρύχεται από τον τρόμο του Θανάτου και καταφεύγει σε παυσίπονη-παυσίλυπη-παραισθητική χημεία βιώνοντας μιαν ψευδαισθητική Αφθονία

Από τον θεατρολόγο και συγγραφέα Κωνσταντίνο Μπούρα
Γράφοντας τον «Διόνυσο», την «Εκάβη στη Θράκη», τον «Πενθέα», τον «Τειρεσία, γεροντική ηλικία του Οιδίποδα» και άλλα σύγχρονα δράματα, που συμπεριελήφθησαν στον τόμο «Στον αστερισμό της Εκάτης» (εκδόσεις Δωδώνη), στις ποιητικές συλλογές «Έρως Παλίμψηστος» (εκδόσεις Το Ροδακιό), «Ψυχρόν Πυρ» (εκδόσεις Οδυσσέας) και αλλού, δεν ήθελα να προφητέψω δεινά για τον ελληνισμό και τον ευρωπαϊκό ελληνορωμαϊκό ή για τον δυτικό χριστιανικό πολιτισμό μας, απλώς επιθυμώ να διακαώς να συνεισφέρω στον δημιουργικό διάλογο κι αλληλο-κατανόηση των πολιτισμών, από την διαπολιτισμική γονιμοποίηση της Μεσογείου κατά την Αρχαιότητα μέχρι τις σημερινές πολεμικές κι όχι μόνο συγκρούσεις Δύσης κι Ανατολής.
Μελετώντας εδώ και σαράντα χρόνια τις «Βάκχες» του Ευρυπίδη, από την πρώτη φορά που τις είδα ως έφηβος ανεβασμένες από τον ιδιοφυή Κάρολο Κουν, γράφοντας τον «Θάνατο του Ευριπίδη» (που ανέβηκε στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βορείου Αιγαίου από τον συχωρεμένο Κωνσταντίνο Μάριο) η μόνη μου ποιητική προβληματική είναι μία και μόνο μία: πώς να καταδείξω την ασίγαστη μάχη μεταξύ του ενστικτώδους-ζωώδους ανθρώπου που αναλίσκεται στην μάχη για την επιβίωση ως τυφλός (ή μισότυφλος, στην καλύτερη περίπτωση) και του ανώτερου-πνευματικού-ιδεαλιστή-δημοκράτη-ουτοπιστή-ελεύθερου ανθρώπου που μάχεται θυσιάζοντας ό,τι του είναι ακριβό για την Ισότητα, τη Δημοκρατία, την Ελευθερία, την Αδελφοσύνη όλων των νοημόνων όντων επί γης (και πέραν, ενδεχομένως…).
Με άλλα λόγια, ως ποιητή, δραματουργό, συγγραφέα, θεατρολόγο, κριτικό, δάσκαλο ρέικι, αναζητητή της Αλήθειας, ερευνητή του Αγνώστου, με απασχολεί πώς τα κατώτερα τρία τσάκρα (της βάσης, το δημιουργικό-σεξουαλικό και το τσάκρα του ηλιακού πλέγματος), συνδιαλέγονται κι ανταλλάσσουν αενάως ηλεκτρομαγνητικές ενέργειες και Φως=Πληροφορίες με τα ανώτερα τέσσερα τσάκρα (της καρδιάς, του λαιμού, του λεγομένου «τρίτου ματιού» και του τσάκρα της κορυφής ή «κορώνα»). Αυτή η συμλοκή-σύγκρουση-συνδιαλλαγή απεικονίζεται ιδιοφυώς στην ποιμαντορική ράβδο, και στο κηρύκειο του Ερμή, στο λογότυπο των Φαρμακοποιών, με τα δύο πλεγμένα φίδια, το ανιόν και κατιόν ρεύμα της ιεράς ενέργειας κουνταλίνι που διατρέχει τη σπονδυλική στήλη και μέσω του παρασυμπαθητικού συστήματος εξασφαλίζει πάση θυσία την επιβίωση και την αναπαραγωγή-πολλαπλασιασμό-διαιώνιση του ελλόγου όντος. Αυτήν την ενέργεια «ξυπνάει» ο Βάκχος με τον οργιαστικό χορό των Μαινάδων, με τα ξόρκια-επωδούς, τα τύμπανα, με το χτύπημα των γυμνών ποδιών στο χώμα, με την υψίσυχνη μουσική που μπορεί να διαταράξει κάθε Αρμονία και να τρελάνει κάθε Πενθέα. Στο τέλος των «Βακχών» του Ευριπίδη, ο Διόνυσος-Βάκχος προ-αναγγέλει «από μηχανής» το τέλος της γενιάς που προέκυψε από τα σπαρμένα δόντια του Δράκοντα (ποιανού δράκοντα και τι σχέση θα μπορούσε να έχει αυτό με τις σύγχρονες θεωρίες περί ερπετοειδών-δρακονιανών, που κατέβηκαν ως έποικοι – σύμφωνα με τη Μυθολογία, πάντα – από τους αστερισμούς του Οφιούχου και του Δράκοντα;): ο Κάδμος, μαζί με τη γυναίκα του την Αρμονία, θα μετατραπούν σε φίδια κι επικεφαλής «βαρβάρων» θα εκστρατεύσουν εναντίον της Ελλάδας. Μάλιστα. Σοφόν το σαφές. Αυτό που απέτυχαν οι Πέρσες δύο φορές χάνοντας τους Μηδικούς Πολέμους θα το καταφέρουν μια χαρά οι Έλληνες μεταξύ τους με τον εμφύλιο Πελοποννησιακό Πόλεμο που σήμανε την άλωσιν του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού εκ των έσω, όπως κι η Κωνσταντινούπολη έπεσε γιατί κάτι ανεγκέφαλοι ρασοφόροι, «οι τα φαιά φορούντες», προτιμούσαν να δουν στην Βασιλεύουσα σαρίκι οθωμανικό παρά «τιάραν παπικήν». Υπέροχα. Δεν χρειάστηκε να χρηματίσουν οι Πέρσες κανέναν Έλληνα πολιτικό. Κι αν το έκαναν, θα έχασαν απλώς τα λεφτά τους. Η μωρία των ελληνορωμαίων και χριστιανών (σήμερα) έγκειται ακριβώς στην προβολή του ανώτερου-αγγελικού-πνευματικού-ανθρωποκεντρικού ευρωπαϊκού-δυτικού πολιτισμού μας σε ιδεολογικά μορφώματα που έχουν να κάνουν με θεοκρατικά-απολυταρχικά καθεστώτα, τα οποία μισούν κάθε έννοια ισότητας, ελευθερίας και δημοκρατίας του απλού λαού, του «πόπολου».
Οι ευριπίδειες «Βάκχες» είναι ανατριχιαστικά σύγχρονες, όσο εξωπραγματικές κι αν φαίνονται. Μα τι έκανε παραπάνω η Αγαύη, όταν περιέφερε το κρανίο του αποκεφαλισμένου από την ίδια γιου της παλουκωμένο πάνω σε ένα θύρσο και δόξαζε το όνομα του κυρίου και θεού της; Τίποτα περισσότερο από τη μουσουλμάνα νταντά που πήγαινε στους δρόμους της χριστιανικής Ρωσίας με το κομμένο κεφαλάκι του κοριτσιού που της είχαν αναθέσει οι αφελείς να το φυλάει. Κι αυτή δόξαζε το όνομα του δικού της θεού, ο οποίος – φαντάζομαι και θέλω να πιστεύω – ότι θα φρικιούσε και μόνο στη σκέψη ότι ένα σαλό ανθρώπινο ον χρησιμοποιεί το Όνομά Του ως πρόσχημα για τις σαδομαζοχιστικές τελετουργίες του που καταδεικνύουν απλώς και μόνον την ανώμαλη διαστροφή του υγιούς ερωτικού ενστίκτου, το οποίο (σύμφωνα με τον Βίλχεμ Ράιχ, τον Έριχ Φρομ και άλλους ορθώς σκεπτόμενους φιλοσόφους) διαστρέφεται σε ένστικτο καταστροφής όταν εμποδιστεί η ελεύθερη έκφραση κι ομαλή, πολιτισμένη εκδήλωσή του.
Ο Διόνυσος, ως Βάκχος, καταστροφές θεός, σαν τον Σίβα των ινδουιστών όταν «αλλάζει πλευρό» κι ο κόσμος όλος αναταράσσεται, συμβολοποιεί τις σκοτεινές δυνάμεις μέσα στο συλλογικό ανθρώπινο ασυνείδητο, οι οποίες παλινδρομούν μεταξύ Φιλότητος και Νείκους, όπως ακριβώς η ηλεκτρομαγνητική ενέργεια στο ανθρώπινο σώμα κινείται προς τα πάνω και προς τα κάτω σχηματίζοντας «οκτάρια» (σημαντικό το 8 ως σύμβολον του «απείρου» – βασική μαθηματική έννοια που αναζητούσε ο Αρχιμήδης στο παλίμψηστο «χαμένο» χειρόγραφό του, που έχει αρχίσει τώρα να αποκωδικοποιείται χάρη στην προηγμένη σύγχρονη Τεχνολογία)… Η σύγχρονη Φυσική και το πείραμα του CERN κατέδειξαν πανηγυρικώς ότι «τα πάντα ρει», ότι όλα είναι Υλο-ενέργεια, που αλλάζει απλώς μορφή και συχνότητες, ότι το σύμπαν έχει κυματική μορφή, ότι όλες οι μορφές ενέργειας κι αλληλεπιδράσεως (όπως η βαρύτητα) είναι απλώς ένα (κάτι που το έψαχνε ο Αϊνστάιν κι ο Τέσλα, αλλά θα είμαστε σε λίγο έτοιμοι να το βιομηχανοποιήσουμε, σύμφωνα με επίσημες δηλώσεις του ακαδημαϊκού Δημήτρη Νανόπουλου, που μίλησε για προγραμματισμένη κι ασφαλή τηλε-μεταφορά, ενώ το αντίστοιχο «πείραμα της Φιλαδέλφειας» είχε ανεπιθύμητες παρενέργειες). Γιατί τα λέω όλ’ αυτά; Μα για τον απλούστατο λόγο για να διαπιστώσω («μη κομίζων γλαύκαν εις Αθήνας») ότι τα είπε όλα ο Ευριπίδης, ο μεγάλος από σκηνής φιλόσοφος, ο κατηγορηθείς μαζί με τον Σωκράτη ότι σπέρνει καινά δαιμόνια, ο απαξιωθείς από τους αθλοθέτες κι αυτό-εξόριστος στην αυλή του παππού του Μεγαλέξανδρου, στην Πέλλα του Αρχέλαου: όλα είναι ενέργεια: και η λάμψη του Θεού Δία όταν ζητάει η ερωμένη του Σεμέλη να τον δει αναληφθέντα, μεταμορφωμένο, σε όλη του τη δόξα και το μίσος που γεννάει στην ψυχή του Διονύσου η κατασυκοφάντηση της μάνας του από τις Θηβαίες αδελφές της, η καταπιεσμένη του Φιλότητα που μετατρέπεται σε καταστροφική Εκδίκηση, ξυπνάει στις καταπιεσμένες Θηβαίες συζύγους την άλογη λίμπιντο (λιβιδώ) και τις οδηγεί στον μυθικό Κιθαιρώνα για να επιδοθούν σε οργιαστικές τελετές δίνοντας διέξοδο σε μια μανία τόσο αρχετυπική που μόνο εγγεγραμμένη στον «ερπετοειδή εγκέφαλο» της Ανθρωπότητας μπορεί να είναι (medula oblongata).
Ο άνθρωπος (όπως λέω συχνά παραδοξολογώντας) είναι «κεφάλι αγγέλου σε κορμί πάνθηρα» (για μην πούμε ερπετού κι αηδιάσουμε ή σοκαριστούμε ή δαιμονοποιήσουμε το ανθρώπινο σώμα, το οποίον είναι και πρέπει να είναι – κατά τη γνώμη μου – ιερό ως «ναός της ψυχής», αλλά κι ως δημιούργημα του Μεγάλου Αρχιτέκτονα αυτό καθεαυτό, ως παιδί Εκείνου, του «όντως όντος», Ον «πάντα εν σοφία εποίησεν». Κι εδώ έρχομαι να διευκρινίσω ότι ο Πανάγαθος και Πάνσοφος Δημιουργός είναι ο ίδιος, ένας και μοναδικός, όπως κι αν τον αποκαλούν οι διάφορες θρησκείες, όσα ονόματα κι αν του δίνουν οι άνθρωποι στη γλώσσα τους. Όλα τα θρησκεύματα στη γη έχουν κοινή Ζωοδόχο Πηγή, το Πρωταρχικόν Πυρ των Ορφικών. Όλα είναι Ένα κι εις το Εν επιστρέφουμε νουνεχείς, «πλούσιοι με όσα κερδίσαμε στο δρόμο μη προσδοκώντας πλούτη να μας δώσει η Ιθάκη».
Κι αυτό το Εν, το Πανάγαθο, ο Παντογνώστης και Παντοδύναμος θεός δεν μπορεί παρά να φρικάρει κάθε φορά που ένας φανατικός, μισαλλόδοξος «πιστός» κάποιου θρησκεύματος, επικαλείται επί ματαίω το Ιερό Όνομά Του προκειμένου να εξοντώσει, να καθυποτάξει, να εξανδραποδίσει άλλα όντα. Έλεος Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι, Ινδουιστές, Άθεοι, Γνωστικιστές κι Αγνωστικιστές! Σταματήστε να δικαιολογείτε τους φόνους σας και να τους ρίχνετε σε έναν «Άγνωστο Θεό» χωρίς να τον ρωτάτε. Μόνον οι βουδιστές ευαγγελίζονται την υπέρτατη πραότητα… Μόνον οι υγιείς χριστιανοί, οι ακολουθούντες τα διδάγματα του Ναζωραίου γυρίζουν και την άλλην παρειάν για να τους ραπίσει ο ασεβής. Κι εδώ ερχόμαστε στο βασικό θέμα των ημερών μας: το προσφυγικό.
Οι Βάκχες, οι Μαινάδες, είναι κάτι «βάρβαρες» γυναίκες από την τότε Φρυγία που εισαγάγουν την οργιαστική λατρεία του Βάκχου στην πολιτισμένη Ελλάδα, επιδίδονται σε γονιμολατρικές τελετές, κανιβαλισμούς, ανθρωποφαγία, ωμοφαγία, πανσεξουαλισμό, παν-ερωτικές πρακτικές και άλλα «σατανιστικά» για τη σύγχρονη εβραιοχριστιανική ηθική πράγματα. Μήπως τελικά ο Διόνυσος, ω 13ος θεός έφερε το τέλος του Δωδεκάθεου και της αδιαφιλονίκητης κυριαρχίας του Δία; Μήπως από τότε το 13 είναι γρουσούζικο και στην ταρώ εικονοποιείται με τον Θάνατο; Μήπως ο Διόνυσος είναι ο απόγονος του Δία που τον εκθρόνισε κι όχι υιός υιού που θα αποκτούσε με την οιστρόπληκτη Ιώ; [Όλη αυτή η ερωτομανία του Διός μπορεί να εξηγηθεί ως «έξωθεν» ή άνωθεν εξ ουρανού, πέραν της Γαίας, παρέμβαση των «αθανάτων» στο ανθρώπινο, πιθηκοειδές ή ερπετοειδές D.N.A.].
Ό,τι και να υποκρύπτεται και να συμβολοποιείται από τη Μυθολογία (κι η Ελληνική είναι πολύ πλούσια, αφού έχει χωνέψει τις μυθολογίες όλων των λαών του τότε γνωστού Κόσμου), ένα είναι βέβαιο: η Αρχαία Γνώση μπορεί να εξηγήσει πολλά από τα σύγχρονα μυστήρια. Κι αν η Ιστορία επαναλαμβάνεται, δείχνει ότι οι άνθρωποι δεν έχουν σταματήσει να διδάσκονται από τα λάθη τους. Δουλειά των πνευματικών ανθρώπων είναι να τους θυμίσουν απλώς τις προηγούμενες συνέπειες των επιλογών τους και να τους προκαλέσουν τον τραγικόν «έλεον και φόβον» χωρίς να κινδυνεύουν να πληρώσουν πρόστιμο σαν τον ποιητή του δράματος «Μιλήτου Άλωσις», χωρίς να χρειάζεται να αυτοεξοριστούν στην Ανατολή ή στο Βορρά σαν τον Ευριπίδη, μόνον και μόνον επειδή υπογράμμισε λίγο παραπάνω από το «πολιτικώς ορθόν» την αναλγησία και τη σκληρότητα και την ασέβεια που επέδειξαν οι Έλληνες μετά την άλωσιν της Τροίας.
Για να εξηγούμαι και να μην παρεξηγηθώ: είμαι υπέρ της ανταλλαγής κι επικοινωνίας των πληθυσμών, υπέρ της αλληλεπιδράσεως των υπαρχόντων πολιτισμών προκειμένου να γεννηθεί Ένας ανώτερος πανανθρώπινος πολιτισμός που θα εξασφαλίσει την Ειρήνη, την Ανεξιθρησκεία, την Ισότητα, τη Δημοκρατία, την Ελευθερία και την έκφραση της ιδιαιτερότητάς του καθενός μας με σεβασμό στο Περιβάλλον και στον Άνθρωπο. Στα πλαίσια αυτά, καλώς μετακινούνται οι πρόσφυγες αναζητώντας μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά τους, μια καλύτερη μοίρα. Αυτό μας τιμάει ως Ευρώπη, ως Αμερική, ως Δυτικό Πολιτισμό. Από την άλλη, κατακτήσαμε μετά από αιώνες το δικαίωμα να εκφραζόμαστε ελεύθερα σε κάθε τομέα (ερωτικώς, πολιτικώς, ιδεολογικώς, θρησκευτικώς κ.λπ.). Δεν θα δεχθώ λοιπόν να έρθει κανένας μεσαιωνικός άνθρωπος, μαντηλοδεμένος και να μου επιβάλλει να φορέσω κιμονό στην Αφροδίτη της Μήλου και κελεμπία στον Ερμή του Πραξιτέλη, γιατί αφού γελάσω προηγουμένως θα αντιδράσω όπως ο ταξιτζής στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος στην εκπεφρασμένη επιθυμία του αραβικής καταγωγής επιβάτη του να μην ακούει δυτική μουσική, να μην πίνει μπύρα και να μην μιλάει και να μην φέρεται με τον συνήθη εξωστρεφή και φιλόξενο ελληνικό τρόπο, γιατί όλα αυτά τα απαγορεύει ο …προφήτης, εκείνος του απάντησε θυμόσοφα, αφού τον κατέβασε κάτω, χαρίζοντάς του την κούρσα: «Σε αφήνω εδώ να περιμένεις την επόμενη …καμήλα, αφού στην εποχή του προφήτη σου δεν υπήρχανε ούτε ταξί ούτε ραδιόφωνα ούτε ηλεκτρονικά τσιγάρα ούτε ο …Καζαντζίδης! Αμ πως!». Κι ο εμβρόντητος ημιμαθής και φανατισμένος αλλόθρησκος πήρε νομίζω το μάθημά του με τον καλύτερο …ρωμέικο τρόπο. Όμως ας μην φτάνουμε σε ακρότητες. Δεν μας φταίνε ούτε οι θρησκείες ούτε οι πολιτισμοί, που συντείνουν πάντα στο Ένα και στο Αυτό. Ας κοιτάξουμε μέσα μας. Ας ξεκουβαλήσουμε το μπαγκάζια που μας βαραίνουν. Ας ξεφορτωθούμε το λιθάρι του Σίσυφου. Ας καθαρίσουμε το κάρμα μας. Ας εξαγνιστούμε. Ας δώσουμε υγιή διέξοδο στον Έρωτα, στη Φιλότητα, στην Αγάπη, στην Συμπάθεια, στην Αλληλεγγύη, στην Κατανόηση του Άλλου, του Διαφορετικού, του Ξένου. Ας είμαστε ανοικτοί, φιλόξενοι, αλλά όχι και ξέφραγο αμπέλι. Ας ασκήσουμε την κρίση μας κι ας δεχθούμε την κριτική. Ας αντιδράσουμε όταν είμαστε σίγουροι για τη δράση των άλλων που μας προκαλούν. Δεν είναι όλα άσπρο-μαύρο. Αυτό δείχνει ο ώριμος Ευριπίδης στις «Βάκχες». Αυτό προσπάθησα κι εγώ να περάσω στον μετριοπαθή, αλλά καθόλου ταπεινό «Διόνυσό» μου. Κι αν το εργάκι μου, σας φανεί πρωτόλειο, είναι γιατί σήμερα δεν έχουμε την ευτυχία να ζούμε σε μια εποχή οργιαστικής πνευματικής πρωτότυπης πνευματικής παραγωγής, όπως στην Αθήνα του Περικλή. Σήμερα αναμασάμε ανεπιτυχώς ξένα μηδενιστικά και σκοταδιστικά πρότυπα, φερόμαστε μάλλον σαν τον «Αρχοντοχωριάτη» ή σαν τον Ορόντ από τον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου, αδικούμε κάθε ντόπιο που θα θελήσει να ξεχωρίσει από τον εσμό των μετριοκρατούντων, των ματαιοκαμάτων. Ο Φθόνος είναι ένα πανάρχαιο αγκάθι στο σώμα του Ελληνικού Πνεύματος. Απόδειξη ότι είμαστε (πολιτισμικοί κι εθιμικοί) απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων είναι ότι μισούμε και φθονούμε κάθε άξιον άνθρωπο, τον οδηγούμε στην απομόνωση, στην εξορία, στην αυτοκαταστροφή, κόβουμε ανηλεώς κάθε κεφάλι που προεξέχει, εκτός από εκείνα που έρχονται ως εισαγόμενα με τη βούλα αλλότριας αγορανομίας του Πνεύματος, βιώνουμε μια οικειοθελή κι αυτόβουλη λογοκρισία κι αυτό-λογοκρισία, σύμφωνα με την οποία ό,τι είναι πρωτότυπο είναι ανάξιον λόγου αφού «μας κατέβηκε από το κεφάλι μας». Ναι, όμως έτσι βρήκε τους βασικούς νόμους της Φυσικής ο Αρχιμήδης, ο Ηράκλειτος και τόσοι άλλοι: δια της εμ-πνεύσεως. Αυτό που οι σημερινοί δήθεν συγγραφείς απαρνούνται είναι ακριβώς η επικοινωνία με το Άλλο, το Έξω από εμάς, το Άγνωστο, το οποίο ταυτίζουν με τον Εξαποδώ, έτσι όπως η πανέμορφη ελληνική λέξη Έωσ-φόρος κατέληξε από κάποια σκοτεινιασμένα, θολά μυαλά, να καταντήσει συνώνυμο του Σατανά. Έλεος Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι. Μην τα θέλετε όλα δικά σας. Υπάρχουν κι οι ινδουιστές κι οι βουδιστές κι οι «εθνικοί» και οι παγανιστές και οι αρχαιοελληνιστές και οι δωδεκαθεϊστές και οι «μάγοι» απόγονοι των Κελτών, των Δρυίδων, των σαμάνων και λοιπά… Τα λέω όλ’ αυτά για να τονίσω ότι ως Έλληνες, αν θέλουμε να λεγόμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, ως ευρωπαίοι, αν θεωρούμε τον εαυτό μας θεμελιωτή της σύγχρονης Ευρώπης, ως Δυτικοί, ως άνθρωποι, ως χριστιανοί, ως ρωμιοί, αλλά όχι και ως «γραικοί» ή «γραικύλοι» οφείλουμε να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και να παλέψουμε σαν τον Ηρακλή, μόνοι εμείς, όπως στις Θερμοπ
ύλες, στη Σαλαμίνα, μόνοι εναντίον όλων για να προασπίσουμε τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και πάνω απ’ όλα το πανανθρώπινο δικαίωμα στην Ελευθερία, της έκφρασης, του αυτό-προσδιορισμού, της επιλογής, της αυτό-διάθεσης. Αφήστε τους πρόσφυγες να περάσουν. Ούτως ή άλλως να αναχαιτίσεις το ορμητικό ποτάμι δεν μπορείς. Όταν φουσκώσει η διεστραμμένη λίμπιντο στη ραχοκοκαλιά της ανθρωπότητας τίποτα δεν σταματάει το καταστροφικό της έργο. Όμως ταυτόχρονα ας πολεμήσουμε ακόμα κι αν πρέπει να πέσουμε για τα ιδανικά μας, για να γίνουν οι κατώτεροι ανώτεροι κι από εμάς κι όλοι να καταβυθιστούμε όλοι μαζί στον πιο βαθύ Μεσαίωνα, που κανένα ανθρώπινο μυαλό – όσο διεστραμμένο κι αν είναι – δεν μπορεί να φανταστεί. Ας αγωνιστούμε για να αγαπήσουμε, για να συμπαθήσουμε, να ελεήσουμε, να προστατεύσουμε, να «εξελληνίσουμε», να εκπολιτίσουμε τους «βαρβάρους», αλλά μην αφεθούμε στη βακχική μανία τους. Το απολλώνιο πνεύμα ας συνεργαστεί αρμονικά με το διονυσιακό κι ας δώσει τέλος σε αυτή την πανάρχαια βεντέτα, στον πόλεμο των ηπείρων και των πολιτισμών. Είθε Ασία, Ευρώπη κι Αμερική, Αφρική, Αυστραλία κι Ανταρκτική, Βόρειος και Νότιος Πόλος να γίνουν επιτέλους Μία Γαία, ειρηνική και μονιασμένη. «Επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία». Και «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί ότι αυτοί Υιοί Θεού κληθήσονται». «Είπα κι ελάλησα κι αμαρτίαν ουκ έχω».
Ευχαριστώ θερμά τον Θωμά Λιώλιο κι όλα τα πνευματικώς εναργή «παιδιά» από την Ηγουμενίτσα και τις γύρω περιοχές που ασχολούνται εδώ και είκοσι χρόνια με τα «αρχαιοελληνικά» θεατρικά μου έργα. Ελπίζω να πιάσουν τόπο οι προσπάθειές μας κι ελπίζω να συμβάλλουμε όλοι εμείς σε ένα μέλλον ειρηνικότερο και φωτεινότερο για όλην την ανθρωπότητα. Αυτό ας είναι η μόνη μας έγνοια. Ας κυνηγάνε οι άλλοι βραβεία και ματαιόδοξες επιβεβαιώσεις. Μόνον αν έχουμε βάλει ένα μικρό πετραδάκι στο πανανθρώπινο οικοδόμημα της Ελευθερίας, μόνο αν κουβαλήσαμε έστω και για ένα στάδιο, ένα χιλιόμετρο ή ένα μίλι τον σταυρό της Γνώσης, μόνον τότε αξίζει να λεγόμαστε Άνθρωποι. Όλα τα άλλα είναι κουρνιαχτός. Θα τα σαρώσει το ποτάμι της Λήθης και θα τα ανακυκλώσει μαζί με τα άλλα σκουπίδια που προσανάβουν κάθε μέρα τη μαύρη τρύπα στο κέντρο του σπειροειδούς Γαλαξία μας. Αφανείς κι αφάνες, όλοι είμαστε. Το γρηγορότερο που θα το καταλάβουμε το καλύτερο για όλους μας.
Εν κατακλείδι, Φανείτε σπλαχνικοί στους κατατρεγμένους, φανείτε ανελέητοι στους αδικούντες, πατάξτε τη διαφθορά, επικροτήστε την Τιμιότητα, «κάντε το καλό και ρίξτε το στο γυαλό», παλέψτε για Ισότητα-Ισονομία-Δημοκρατία-Δικαιοσύνη-Αδελφοσύνη και τότε το Θείον Φως, το Ανέσπερο, θα σημάνει μια καινούργια Αναγέννηση για τον Ανθρώπινο Πολιτισμό. Αμήν. Γέγονε!
Μετά φόβου Θεού, Πίστεως κι Αγάπης, προσέρχομαι ευγνωμονών,
Κωνσταντίνος Μπούρας
Μια Ιουλιέττα αλλιώτικη από τις άλλες, χάρη στον ρηξικέλευθο Κωνσταντίνο Ρήγο.
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Εκεί που δεν άντεξε να φτάσει η Κατερίνα Ευαγγελάτου στον αιρετικό, εκσυγχρονισμένο «Φάουστ» του Γκαίτε, έφτασε ο ρηξικέλευθος Κωνσταντίνος Ρήγος με το αριστούργημα του Σαίξπηρ, που μόνο ρομαντικά μπορούσαμε μέχρι τώρα να το δεχθούμε, ξεχνώντας βεβαίως ότι το ελισαβετιανό θέατρο και το ταραχώδες κοινό του, ήταν ένα «θέατρο της σκληρότητας», μακριά πολύ από κάθε κοινωνική ευπρέπεια (εντός κι …εκτός σκηνής). Το Political correct αλλάζει από εποχή σε εποχή κι από πολιτισμό σε πολιτισμό… Ευτυχώς. Αλλιώς θα πλήτταμε κι η Τέχνη θα ήταν κάτι μουσειακά στατικό.
Το χυδαίο γυμνό και η τσογλανιά των συμμοριών Καπουλέτων και Μοντέγων, αναδεικνύεται χορογραφικώς από τον Κωνσταντίνο Ρήγο, με την άψογη μεταμοντέρνα αισθητική του, που προσπερνάει το κιτς και το χυδαίο για να αναχθεί σε έναν άλλον, υψηλότερο κώδικα απολύτως αναγνωρίσιμο. Μάλιστα. Εγώ, που έχω μάλλον συντηρητικά γούστα («εν αρχή ην ο θεατρικός λόγος» και τέτοια…), όχι μόνον δεν σοκαρίστηκα από τα αποτέλεσμα (όπως κάποιες πειραιώτισσες κυρίες, λάτρεις του επισκόπου τους, αίτιναι εβιάσθησαν να εγκαταλείψουν άρον-άρον την γκλαμουράτη αίθουσα του ανακαινισθέντος «Δημοτικού Θεάτρου Πειραιώς)… όχι μόνον δεν ένιωσα αποτροπιασμόν και θεατρικήν φρίκην, έτσι πού να βγω μετά να βρίζω Χουβαρδάδες, Βέλτσους και άλλα συναφή είδη, αλλά χειροκρότησα άνευ επιφυλάξεως ένα θέμα βγαλμένο λες από τις υποβαθμισμένες αστικές συνοικίες, με τη βία και τη μισαλλοδοξία να χτυπάνε κόκκινο.
Ακόμα και το μελοδραματικό τέλος φωτίστηκε από μιαν άλλη, απροσδόκητη οπτική γωνία: της αναπότρεπτης έλξεως από το Σκότος, που καταβαραθρώνει κάθε υποψία φωτός που θα …ξεμυτίσει, ως δειλή φλογίτσα, έστω. Αυτή η παράσταση μου έλυσε και την απορία ενός ανωνύμου γράφοντος σε γκράφιτι από τοίχο των Εξαρχείων, όπου κατοικώ και διαμένω: «Γιατί άραγε όταν ο Ρωμαίος ερωτεύεται την Ιουλιέτα ζει πάντοτε ένα δράμα;». Μα είναι πάρα πολύ απλό καλέ μου. Γιατί ο Έρωτας, ο αυθεντικός χυμώδης έρωτας, με …τα όλα του, είναι η πλέον επαναστατική πράξις στο Σύμπαν το πλατύ, γιατί συνενώνει τα ετερόκλητα και συμφιλιώνει τα μισούμενα, δημιουργώντας ακατανίκητον βαρυτικήν έλξιν, εκεί όπου μόνον οι φυγόκεντρες δυνάμεις και η άπωσις εβασίλευον μέχρι πρότινος. Κβαντική Φυσική. Χάρη σε αυτόν τον Ορφικό (απολύτως υλο-ενεργειακό και καθόλου μετα-φυσικό) Έρωτα, θαυμάζουμε κάθε νύχτα τον έναστρο ουρανό. Όπου βλέπουμε φως, δύο τουλάχιστον άτομα εθυσίασαν το «εγώ» και την ατομικότητά τους για την Αγάπη, πυραναλωνόμενοι στην πυρκαγιά ενός έρωτα αναπότρεπτου κι αναπόδραστου. Γι’ αυτό ζουν πάντα ένα δράμα ο Ρωμαίος κι η Ιουλιέττα: γιατί η ηδονή τους με οδύνη πληρώνεται κι η μοιραία γνώσις με θάνατον εξαγοράζεται. Τόσο απλά, αρχετυπικά και τελεσίδικα. Όλα τα άλλα είναι φιλολογίες για ανοργασμικές κυράδες. Κι αν σας ομιλώ, εις τόνον υψηλότερον του συνήθους, είναι γιατί αν ήμουν σκηνοθέτης και είχα τα κότσια, έτσι θα σκηνοθετούσα το σαιξπηρικό δράμα.

Εύγε Κωνσταντίνε Ρήγε. Μετά από διάφορες κιτς περιπλανήσεις σου, βρήκες επιτέλους το δρόμο προς το αυθεντικό θέατρο της σκληρής ερωτικότητας, της φιλοσοφικής καθαρότητας, της εκφραστικής απλότητας, της ελληνορωμαϊκής ομορφιάς. Έρρωσο!
Μετά ενθουσιώδους μανίας,
Κωνσταντίνος Μπούρας
www.konstantinosbouras.gr
Info από τον επίσημο διαδικτυακό τόπο του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά
http://www.dithepi.gr/el/events/?eid=4276
ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου
Κάπου, σε μια παράξενη χώρα, δύο Ιουλιέττες, επτά Ρωμαίοι, ένας ιερέας, μια υψίφωνος, μια μέτζο σοπράνο και 34 νέοι ηθοποιοί, ερωτεύονται, τραγουδούν, χορεύουν, παλεύουν συγκρούονται, παθιάζονται, αναζητούν την ζωή….
Μαζί τους …… ο Ακύλλας Καραζήσης και η Μαρία Σκουλά.
Σύνθεση και εκτέλεση μουσικής Γιώργος Κατσής, Αντώνης Σταμόπουλος
Κάπου, σε μια παράξενη χώρα, σε ένα προάστιο μιας μεγαλούπολης, ανάμεσα σε παλιές πολυκατοικίες κι εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, οι άνθρωποι αναμετρώνται με τις αντιφάσεις τους.
Γιατί τίποτε δεν είναι οικείο: τα τοπία στερούνται ομορφιάς, ήλιος ποτέ δεν ξημερώνει, η μουσική ενοχλεί αντί να ευφραίνει, ο ρομαντισμός χλευάζεται, το machismo εξαίρεται, ο έρωτας απαγορεύεται, το μίσος επιβάλλεται απ’ την παράδοση και η εξουσία –αόρατη, μα πανταχού παρούσα– προάγει και τιμωρεί ταυτόχρονα το ξέσπασμα της βίας.
Στον δυσοίωνο αυτόν τόπο, όπου η δημόσια τάξη διασαλεύεται κάθε μία νύχτα, ένα ζευγάρι πάει κόντρα στην παράδοση και επαναστατεί με τον δικό του τρόπο. Tι μπορεί να συμβεί όταν όλα ανατρέπονται;
Όταν ένα ερωτευμένο ζευγάρι πάει κόντρα στην παράδοση και επαναστατεί με τον δικό του τρόπο; Τι φέρνει αυτή η επανάσταση; Και ποιος θα συνεχίσει την παράδοση;
Το έργο του Σαίξπηρ, στη μετάφραση του Δ. Βικέλα, όπως δεν το έχουμε ξαναδεί, σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Ρήγου, και με μια ομάδα νέων ταλαντούχων ηθοποιών.
Ο Κωνσταντίνος Ρήγος για την παράσταση:
Δεν είδα ποτέ τον έρωτα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας ως μια ρομαντική ιστορία, αλλά ως μια πράξη «βίας ενάντια στη βία της εξουσίας». Εξαρχής με γοήτευε αφενός η περιγραφή της βεντέτας που ταλανίζει μια ολόκληρη κοινωνία κι αφετέρου η ιδιότυπη αίσθηση του χρόνου που αναδύει το έργο.
Ο πατριαρχικός κόσμος του έργου, ένας κόσμος καμίας επιλογής και καμίας διαφυγής, κυριαρχείται από το μίσος με το οποίο γαλουχούνται οι ήρωες («οι άλλοι είναι εχθροί»), από το αναπόφευκτο της ακραίας σύγκρουσης («θα σκοτώσω ή θα σκοτωθώ»), από την έννοια του «φέουδου» που πρέπει να προστατευτεί πάση θυσία, από τους θανάσιμους νόμους του «ανδρισμού», από την αδυναμία μεταστροφής του μέλλοντος. Η ατμόσφαιρα αυτή διαποτίζει όλους τους χαρακτήρες που συμμετέχουν στο «φέουδο», πολώνει τις κοινωνικές τους σχέσεις (ακόμη και οι πιο στενές σχέσεις συνιστούν ένα «προπονητήριο» για ό,τι βεβαιωμένα έπεται να συμβεί στους δρόμους) και τους καθιστά ερωτικά ανενεργούς αποσυνδέοντας τη σεξουαλική πράξη από το φλερτ και ταυτίζοντας την ηδονή με την επιθετικότητα και τη φαλλική βία. Αυτή η σύγκρουση μεταξύ του να είσαι «άντρας» για λογαριασμό του πατέρα και του να είσαι άντρας για μια γυναίκα, βρίσκεται στην καρδιά του έργου.
Ταυτόχρονα, ο χρόνος μοιάζει να μην κυλά όσο δεν ξεσπά η βία, ενώ από τη στιγμή που «το κακό» ενσκήπτει, ο χρόνος γίνεται λίγος και πολύτιμος. Τις μέρες που εκτυλίσσεται η δράση, κανένας ήρωας δεν πέφτει για ύπνο. Το κατεπείγον γίνεται η νόρμα. Κάθε τι στο έργο είναι έντονο, ανυπόμονο, απειλητικό, εκρηκτικό.
Οι εκπρόσωποι της εξουσίας είναι απομακρυσμένοι, σαν «Μεγάλοι Αδερφοί»: ο πρίγκιπας είναι αθέατος και οι γονείς κινούμενες εικόνες που δίνουν εντολές και μοιάζουν σαν ποτέ να μην έχουν αγκαλιάσει το παιδί τους.
Ο έρωτας του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας είναι μια εναλλακτική που ουσιαστικά δεν υφίσταται. Γι’ αυτό και από τη στιγμή που τον βιώνουν, τους είναι αδύνατον να «γυρίσουν πίσω» και να επιστρέψουν σ’ ένα μέλλον βέβαιο, στερημένο, που θα καταστήσει σταδιακά και τους ίδιους κινούμενες εικόνες που δίνουν διαταγές. Απαντούν με «βία» στη βία.
Για μια φορά στη σαιξπηρική τραγωδία, αυτό που μετράει δεν είναι το τι είσαι, αλλά το σε τι κόσμο ζεις. Στη μνήμη μας μένει η έξαψη, ο πόθος, οι ταραχές, η κατάπνιξή τους, οι καυγάδες στους δρόμους, τα βρώμικα αστεία, το γκροτέσκο στοιχείο, το καταπιεσμένο συναίσθημα, το αίμα, τα σπαθιά, οι δάδες, τα πλήθη που συρρέουν μετά από κάθε συμβάν, ο σεξουαλικός πόθος, ο αποχωρισμός υπερφορτισμένων κορμιών.
Και μετά όλοι οι απόγονοι του «φέουδου» πέθαναν, δεν έμεινε πια κανείς για να συνεχίσει τη βεντέτα…
Ένα ζευγάρι πάει κόντρα στην παράδοση και επαναστατεί με τον δικό του τρόπο.
“Τέτοιες χαρές ορμητικές ολέθρια τελειώνουν”
Ταυτότητα παράστασης
Μετάφραση: Δημήτριος Βικέλας
Σκηνοθεσία-Χορογραφία-Σκηνογραφία: Κωνσταντίνος Ρήγος
Δραματουργική επεξεργασία: Έρι Κύργια
Συνεργάτης σκηνογράφος: Μαίρη Τσαγκάρη
Κοστούμια: Γιώργος Σεγρεδάκης
Φωτισμοί: Χρήστος Τσόγκας
Σχεδιασμός Ήχου: Studio 19
Βοηθός Σκηνοθέτη: Έλενα Σκουλά, Άγγελος Παναγόπουλος
Βοηθός Χορογράφου: Μαρκέλα Μανωλιάδη
Συμμετέχουν με αλφαβητική σειρά:
Αχτάρ Αλέξανδρος, Επιθυμιάδη Δανάη, Καραούλης Γιάννης, Καραχανίδης Αναστάσιος, Κατσής Γιώργος, Παναγιώτης Μπρατάκος, Παϊταζόγλου Κίττυ, Πλεμμένος Κωνσταντίνος, Σταμόπουλος Αντώνης.
Πατήρ Λαυρέντιος: Ιερώνυμος Καλετσάνος
Παραμάνα: Άρτεμις Μπόγρη (μέτζο σοπράνο) / Λητώ Μεσσήνη (υψίφωνος)
Διεύθυνση παραγωγής, βοηθός σκηνοθέτη: Άγγελος Παναγόπουλος
Βοηθός χορογράφου: Μαρκέλα Μανωλιάδη
Υρώ Μανέ, απολαυστική, βιασθείσα υπό συμβολαιογράφου… υποδηματοποιού
ΥΡΩ ΜΑΝΕ, σε ρόλο «Συμβολαιογράφου» στο Θέατρο Τζένη Καρέζη
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Την Υρώ Μανέ τη γνωρίζω από το 1979, από το Κινηματοθέατρο «Ίριδα» όπου το Θεατρικό Τμήμα των Φοιτητών του Πανεπιστημίου Αθηνών επιδιδόταν σε σημαντικές παραστάσεις, με συντελεστές όπως: Δημήτρης Παπαδημητρίου, Πάνος Κυπαρίσσης, Μίνα Χειμώνα, Υρώ Μανέ, Πλάτων Μαυρομούστακος, Όλγα Μοσχοχωρίτου, Ελένη Μανιαδάκη-Μανιά κι η αφεντιά μου… Βεβαίως-βεβαίως. Σιγά που θα έλειπα από τέτοια μυσταγωγία. Ατέλειωτες πρόβες μέχρι το μεσονύκτιον. Κι ας με τραβολογούσαν τα μαθήματα και τα εργαστήρια στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Το μικρόβιο είχε ήδη μπει για τα καλά στις φλέβες και θα με οδηγούσε αργότερα (το 1990) στο νεοσύστατο τότε Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου αποφοίτησα με άριστα και μετά πολλών επαίνων το 1994 για να συνεχίσω μεταπτυχιακά στη Νέα Σορβόννη, εις Παρισίους…
Την Υρώ Μανέ την παρακολουθώ όλ’ αυτά τα χρόνια εκ του σύνεγγις και την καμαρώνω. Είναι ωραίο να προοδεύουν οι άνθρωποι με τους οποίους ξεκίνησες μαζί πριν από σαράντα χρόνια! («Πώς πέρασεν η ώρα!», που θα έλεγε ο Καβάφης).
Στον «Συμβολαιογράφο» του Νίκου Βασιλειάδη, η Υρώ Μανέ δίνει τα ρέστα της στον ρόλο της περιοπτερούς και μικροχήρας Ερασμίας, που τη βιάζει ο «μπουγάς» αλλά προσοντούχος γαμπρός της, γιατί του σέρβιρε δολίως «κολοκύθια με τη ρίγανη» (ξέρω κι άλλες που έκαναν το ίδιο, αλλά δεν έπιασε το κόλπο και δεν έτυχαν της ιδίας …περιποιήσεως!).
Ορθώς χρησιμοποιεί υπερβολικά τα χέρια της, σε ένα υπερβολικά περιγραφικό παίξιμο, δεδομένου ότι η «κορνιζαρισμένη» επαγγελματίας, μόνο δια των …χειρών εξυπηρετεί τους θεριακλήδας πελάτας του περιπτέρου της.
Αυτό που θα φαινόταν υπερβολικά πρωτόλειο ή και ερασιτεχνικό σε μια άλλη παράσταση, η Υρώ Μανέ, το πλέκει και το υφαίνει σε υψηλή τεχνική κι η προσωπική της μανιέρα εμπλουτίζεται τα μάλα.
Δεν είναι τυχαίο που αυτός ο μονόλογος παίζεται και ξαναπαίζεται με τόση επιτυχία και δημιουργεί θεατρικές στιγμές κι ενσταντανέ αξιομνημόνευτα. Ερμηνεία άξια βραβείου. Λαϊκή αισθητική και θεματολογία, επίδειξη δεξιοτεχνίας από την ώριμη πλέον ηθοποιό Ηρώ Μανέ, που κατέχει πλήρως και αξιοποιεί κατά το δοκούν τα εκφραστικά της μέσα.
Μια παράσταση που δεν πρέπει να χάσετε. Θα γελάσετε με την καρδιά σας. Σπεύσατε στο «Θέατρο Τζένη Καρέζη» να απολαύσετε την αλησμόνητη κι αενάως επαναλαμβανόμενη Υρώ Μανέ.
Μετά λόγου γνώσεως και πεποιθήσεως,
Κωνσταντίνος Μπούρας
www.konstantinosbouras.gr
Info:
Συμβολαιογράφος, με την Υρώ Μανέ στο Θέατρο Τζένη Καρέζη
Ένας μονόλογος, μία παράσταση απολογία και εξομολόγηση μαζί.
Το έργο
Ένας βαθιά συγκινητικός μονόλογος μιας γυναίκας που ζει σε λάθος χώρο και χρόνο. Η Ερασμία, μια χήρα, μεγαλώνει τη μοναχοκόρη της, κλεισμένη σε ένα περίπτερο, εγκλωβισμένη στα ήθη και τα έθιμα της μικρής επαρχιακής πόλης που ζει, μέχρι τη στιγμή που τη θλιβερή, μονότονη ζωή της, διακόπτει ο έρωτας, το πάθος. Μπορεί όμως μια γυναίκα της ηλικίας της να αγαπήσει; Και η κοινωνία μέσα στην οποία ζει μπορεί να το ανεχτεί; Θύτης και θύμα μαζί, επιθυμεί το απαγορευμένο.
Η ταυτότητα της παράστασης
«Συμβολαιογράφος»
Με την Υρώ Μανέ στο μοναδικό ρόλο της Ερασμίας.
Κείμενο: Νίκος Βασιλειάδης
Θεατρική διασκευή: Εμμανουέλλα Αλεξίου- Γιώργος Καραμίχος
Σκηνοθεσία: Γιώργος Καραμίχος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Βιργινία Κυπριώτη
Σχεδιασμός φωτισμών: Μιχάλης Μπούρης
Σκηνικά: Χριστίνα Κωστέα
Κοστούμια: Έλενα Παπανικολάου
Μουσική επιμέλεια: Γιώργος Νανούρης
Τραγούδι παράστασης: Κώστας Λειβαδάς
-Το τραγούδι ερμηνεύει η Υρώ Μανέ–
Παραγωγή: Sound & Picture Theatre Production
Διάρκεια: 70′ λεπτά
Ένα ποίημα για το "δια ταύτα" και "για το γαμώτο"
Ποίηση, μοναχικά περιπατητική…όλα τ’ άλλα κουρνιαχτός

Γιατί κλειδώθηκα στο Πουθενά.
Στον Κήπο με τις ορτανσίες.
Φύγανε οι άλλοι και πετάξανε
Τα κλειδιά.
Έμεινα να κρυφοκοιτάζω τη ζωή
Μέσα από το σιδερόφρακτο
Παράθυρο,
Λίγος ουρανός, κανένα σύννεφο,
Ένας παραστρατημένος γλάρος
(στην καλύτερη περίπτωση).
Καμία υπόνοια αετού. Δεν φωλιάζουν
Στο βάλτο αυτοί.
Ποίηση, μοναχικά περιπατητική.
Από τον έναν τοίχο στον άλλον
Κι ενίοτε διαγώνια.
Ίσα για να κερδίσουμε
Την ψευδαίσθηση
Του ευρύχωρου,
Να αναπτερώσουμε όνειρα
Να αναζωπυρώσουμε
Φρούδες ελπίδες…
Μετά ήρθαν κι οι συνομοταξίες
Των αποκλεισμένων.
Εταιρείες, ευκαιρίες, ετεροκαθορισμοί.
Όχι ευχαριστώ, δεν θα πάρω.
Ας ήμουνα ελεύθερος εγώ
Κι ούτε από τα εκκοκκιστήριά σας
Δεν θα περνούσα απέξω.
Αλλά έλα μου τώρα που ασφυκτιώ
Κι έστω και μια παραίσθηση
Άρσης της μοναξιάς
Με ξεσηκώνει…
Τότε βλέπω τον εαυτό μου
Να περπατεί σε ανοιξιάτικα περιβόλια
Ανάμεσα από αρχαίες κολώνες
(ρημαδιό! Τι σημασία έχει;)
Πατώντας στο χαλί με τις μαργαρίτες
Και τις μη μου άπτου παπαρούνες,
Τις γλαδιόλες
Και τη μιμόζα την αισχυντηλή.
Τόσος κόπος να ονοματίζεις
Πράγματα,
Μόνο και μόνο
Για να υπάρξουν
Σε κάποια γωνία του μυαλού,
Στου έλους την απλόχωρη
Δυσοσμία.
Τι αποκοτιά,
Να φαντάζεσαι ότι πετάς έξω
Από εδώ, με άλλα όντα
Όμοιά σου, ελεύθερα, ονειρικά…
Αρπαχτικά, ύαινες, σμέρνες
Και δράκαινες, έτοιμες
Να μασήσουν το χέρι σου,
Την πένα, το φτερό…
Ό,τι προεξέχει τέλος πάντων.
Δεύτερη απογοήτευση κι αυτή.
Χειρότερη από την πρώτη.
Όπως στο «Σπήλαιο των Ιδεών»
Του Πλάτωνα-Σωκράτη:
Τι νομίζεις ότι θα κάνουν
Οι φυλακισμένοι,
Αν γυρίσει ένας τους απ’ έξω
Και περιγράψει
Πως οι σκιές που φαντάζουν
Τρομαχτικές το απομεσήμερο,
Είναι όντα ακριβώς σας εμάς,
Μόνο να, λιγάκι, να, πιο χαριτωμένα:
Κι οι κυρίες με τα κρινολίνα τους,
Τα παιδιά καλοντυμένα, μαλλί της γριάς
Και ψημμένο καλαμπόκι με αλάτι πολύ
Από τα βράχια της Κομμαγηνής…
Δεν θα προλάβεις να ολοκληρώσεις
Την περιγραφήν αυτήν
Την ειδυλλιακήν
Και θα σε έχουν φάει
«με τα σκουτιά» (με τα ρούχα)
Όπως θα έλεγεν η γιαγιά μου
Από την Τσακώνα, μακρινή
Απόγονος των γαλανομάτηδων
Δωριέων, που δεν σήκωναν
Μύγα στο σπαθί τους
Κι ήταν τα μαλλιά τους
Τόσο ξανθιά σαν το άχυρο
Στην πύρα του μηνός Ιουλίου…
Κι είχαν ένα προτέρημα:
Ήξεραν να γιατρεύουν τις πληγές
Με βότανα
Και να διηγούνται ιστορίες
Αρίφνητες από τον μακρινό Βορρά,
Την πατρίδα τους…
Εξόριστοι, με τον Απόλλωνα
Και τις Υπερβόρειες Παρθένες
Πήγαμε στην ιερά Δήλο
Να ζητήσουμε άσυλο,
Αλλά μας τρέλανε
Η φασαρία από τους κρουαζιέρες.
Πόσο φτενοί καταντήσαμε εδώ,
Σαν τον ξύλινο ξόανο της Άρτεμης,
Από την Ταυρίδα.
Πόσο φτήνυνε το κρέας μας
Κι απαξιώθηκε η ζωή,
Εκείνη που γράφαμε κάποτε
Με Ζήτα Κεφαλαίο…
Τώρα, το μόνο που απομένει
Είναι βαυκαλισμοί
Κι εταιρείες,
Τελετών
Κι εμπόρων καυχηματιών
Αψιμαχίες…
Κωνσταντίνος Μπούρας
29/2/2016
[1] Πλάγια αναφορά στον Καβάφη και στο ήθος του.
[2] Στον Ταϋγετο, στ’ απάτητα βουνά, εκεί που πόδι κατακτητή ποτέ δεν έφτασε, μετά τους μέτοικους, πολεμοχαρείς Δωριείς, πριν καταλάβουν την κοιλάδα του Ευρώτα.
Επικήδειος στη λατρεμένη μου Έλλη Έμκε
Επικήδειος[1]

Στην Έλλη Έμκε
Το τέλος είναι πάντα καλό
Όταν η ζωή ήταν πλήρης
(βιβλία, τεκνοποιΐα κι αγάπη:
Συζυγική, μητρική, πατρογονική, φιλική,
συναδελφική, πανανθρώπινη…).
Η Ελλούκα μας, η λατρεμένη Έλλη Έμκε,
αγάπησε τόσο πολύ
Τον πλησίον της
Που λησμονούσε ακόμα και τον εαυτό της
Ενίοτε,
Έτοιμη να υπερασπίσει τους άλλους,
Να τους δικαιολογήσει,
Να τους γιατροπορέψει,
Να τους νουθετήσει,
Να τους αθωώσει…
Ακόμα κι όταν ουδείς συνήγορος
Πρόθυμος να αναλάβει
Το δυσχερές τούτο έργον…
Έλλη-Έλλη, μυθική και ανθρώπινη,
Αιθέρια και χωμάτινη,
Χαμογελαστή πάντα
Κι ανοικτή στον Ήλιο,
Φωτεινή.
Τι άλλο να ποθήσει κανείς;
Στην αγαπημένη σου Μονεμβασία
Με τον άντρα και το γιο σου
Λούστηκες στο Φάος το ομηρικόν
Και τώρα πατείς τη φρικτή
Λωρίδα γης
Ανάμεσα στους δύο κόσμους:
Από τη δική μας σκοτεινιά
Στο ύστατον Φως
Αναλαμβάνεις ευθυτενής
Τις δυνάμεις σου,
Έχοντας εκπληρώσει
Όλες τις γήινες υποχρεώσεις
Και με το παραπάνω.
Ήρθε η ώρα τώρα ν’ αναπαυθείς
Γλυκέ μας άγγελε.
Το χρειάζεσαι και το δικαιούσαι.
Είναι δύσκολο να πορεύεσαι
Στον δρόμο της Αρετής
Με τα αγκάθια,
Τα ίδια αυτά ασπαλάθια
Που μάτωναν τα πόδια του Ηρακλή…
Ναι, είναι άθλος να υπάρχεις
Στον πλανήτη Γαία,
Σε μια κρίσιμη εποχή,
Της μετάβασης
Προς έναν ανώτερο πολιτισμό,
Πνευματικό,
Ένθα Δικαιοσύνη, Ισότητα, Αδελφοσύνη
Θα επισκιάσουν τις δυνάμεις του Κακού,
Του Χθόνιου,
Κι οι Ερινύες θα μεταλλαχθούν
Για ακόμα μια φορά
Σε Ευμενίδες
Και το Πνεύμα, το Πνεύμα της Θέμιδος
Θα θριαμβεύσει
Πατώντας πάνω στα καύκαλα
Της Τύχης και της Ανάγκης.
Πνευματικός ο θησαυρός μας.
Είναι το μόνο που κουβαλάμε
Αντίπερα.
Το μόνο που διαρκεί
Ανέγγιχτο από το Χρόνο,
Εκείνο που δε σκουριάζει
Και δε θάβεται,
Δε ρημάζει
Και δεν εξαχνούται,
Δεν λήγει
Και δεν τρομάζει
Τα ξωτικά του Ελέους.
Κι εσύ σήμερα Έλλη,
καλή μου Ελλούκα,
Πηγαίνεις στην Άλλη Πλευρά
Πάμπλουτη,
Με τα βιβλία
Και τα πνευματικά αγαθά
Που σκόρπισες
Απλόχερα στο δρόμο σου,
Μην περιμένοντας
Άλλην ανταμοιβή,
Εκτός από το πάμφωτο
Τούτο ταξίδι
Στην Απλοχωριά,
Εκεί που συν-χωρούνται
Οι λυτρωμένοι
Από τα βάσανα της φυλακής,
Όπου είμαστε όλοι
Εγκλωβισμένοι,
Ακόμα κι οι θεοί
Που ορκίζονται
Στα τρομερά ύδατα
Της Στυγός.
Ναι, από εκεί ψηλά
Που θα μας κοιτάς
Από τούδε και εις το εξής,
Να ακτινοβολείς
Αγάπη, κατανόηση, νουθεσίες,
Για τις μικρές, αθέλητες αστοχίες μας.
Είσαι τυχερή, διότι κανείς
Από όσους σε αγαπήσαμε
Δεν έχει τίποτα να σου συχωρέσει:
Μηδέ «πλημμέλημα ακούσιόν τε και ακούσιον»
[περί του εκουσίου ουδεμία πιθανότης],
Αφού κακό ποτέ δεν έπραξες
Κι ήταν πάντα οι στοχασμοί σου
Καλόγνωμοι
Κι η διάθεσή σου συμφιλιωτική.
Ακόμα κι όταν ήσουν θύμα
Των περιστάσεων
Ή ανθρώπων αρπακτικών
Εύρισκες πάντα κάτι να πεις
Για να τους δικαιολογήσεις,
Ίσως γιατί εκείνοι, οι ταλαίπωροι,
Δεν ήταν τόσο προνομιούχοι
Όσο εσύ: να μεγαλώσουν μέσα
Στην Αγάπη
Και να την μεταδώσουν αφειδώλευτα,
Ακόμη και τώρα,
Ειδικά τώρα
Που μας συνενώνεις
Πάνω από τη σορό
Για να σου πούμε
Το τελευταίο χθόνιο «Αντίο».
Θα ξανασυναντηθούμε,
Όταν έρθει η ώρα η καλή.
Και τότε θα έχουμε άπειρο χρόνο
Για να συζητούμε,
Να αναλύουμε,
Να κατανοούμε,
Αυτά που η βιασύνη μας η συγγνωστή
Κι η καθημερινή αγωνία για την επιβίωση
Μάς στέρησαν.
Ας είσαι ευλογημένη
Και να μας θυμάσαι,
Γιατί εμείς
Δεν θα σε ξεχάσουμε,
Ποτέ.
Κωνσταντίνος Μπούρας
Αθήνα, Πρώτο Νεκροταφείο, 24/2/2016
[1] Η Έλλη Έμκε, παλαιά συνεργάτις και φίλη από το 1979, ετοιμαζόταν να μεταφράσει στα αγγλικά κάποια από τα ποιήματα του επετειακού τόμου “Τρία Άλφα μία Ήττα κι ένα Ωμέγα” που περιλαμβάνει 244 νέα ποιήματα (30 χρόνια μετά την πρώτη μου ποιητική συλλογή “Ο Πορφυρός Ήλιος του Έρωτα και του Θανάτου”) και θα εκδοθεί στις αρχές του επομένου έτους από τη “Νέα Ευθύνη” του αγαπητού Γιώργου Γκέλμπεση. Ο Θάνατος την πρόλαβε. Ως έσχατο δείγμα ευγνωμοσύνης, της αφιερώνω αυτόν τον επικήδειο.
ΦΡΑΝΣΙΣ: μία αιρετική, «νουάρ» παράσταση, στα χνάρια της Σάρα Κέιν

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Μακριά από την ομώνυμη ταινία με την Τζέσσικα Λανγκ, η καθηγήτρια σημιεολογίας του θεάτρου Μαρίκα Θωμαδάκη σκηνοθετεί με απαράμιλλο τρόπο την συγγραφέα και πρωταγωνίστρια Αλμπέρτα Τσοπανάκη, σε μια παράσταση που αγγίζει το «φτωχό θέατρο» του Γιέρζι Γκροτόφσκι, αλλά εμπνέει αριστοτελικόν «έλεον και φόβον» στον σύγχρονο θεατή που ακόμα τρομάζει το αενάως μεταμορφούμενον μεσαιωνικό κυνήγι μαγισσών και τις πάντα αναμμένες πυρές με ανθρώπινο κρέας για προσάναμμα. Η σύγχρονη ψυχιατρική, εμφανώς «φιλάνθρωπος» και προσανατολισμένη προς μιαν Ανεκτικότητα του Διαφορετικού, εξακολουθεί να παίζει, σε επίσημα επίπεδα, το ρόλο της διασφάλισης της κοινωνικής συνοχής και της διαιώνισης των προτύπων. Τα όρια μεταξύ «πολιτικώς ορθού» και «ελευθερίας της έκφρασης» επαναδιευθετούνται κάθε φορά, κατόπιν άγραφων διεθνών-πολιτισμικών συμφωνιών με τις καθεστηκυίες και κατεστημένες πολιτικές και θρησκευτικές εξουσίες να ορίζουν τις υφαλοκρηπίδες τους και τον ευαίσθητο-επαναστατημένο-ασυμβίβαστο άνθρωπο αιώνιο και μόνιμο εύκολο θύμα τους και συνήθη ύποπτο. Και πού καταφεύγουν αυτοί οι άνθρωποι-στόχοι-δονκιχώτες; Μα φυσικά, στην Τέχνη, ως ικέτες, αναζητώντας μιαν ασυλία ιδιότυπη και διαχρονική, αφού εκεί ασχολούνται εξ ορισμού με το τερατώδες, το διαφορετικό, τον «εχθρό» του ομοιογενούς-συμμορφωμένου κοινωνικού συνόλου. Το «φυσιολογικό» στην Τέχνη λειτουργεί απλώς και μόνον ως αντίστιξη στο πρωταγωνιστικό τερατώδες που τιμωρείται στο τέλος παραδειγματικά κι εξολοθρεύεται αν δεν ενταχθεί αρμονικώς στο κοινωνικό μόρφωμα του καιρού του. Μόνο στα φασιστικά κι απολυταρχικά καθεστώτα η Τέχνη δημιουργεί παραδείγματα προς μίμησιν. Στα «δημοκρατικά» πολιτεύματα (με ή χωρίς εισαγωγικά) η Τέχνη δημιουργεί παραδείγματα προς αποφυγήν. Από τον Αισχύλειο Προμηθέα στον Σοφόκλειο Οιδίποδα και στην Ευριπίδεια Μήδεια, μέχρι τη «Σιωπή των Αμνών» και το «Δαμάζοντας τα Κύματα» του Λαρς Φον Τρίερ, ο θεατής πρέπει να νιώθει μια σαφή ανωτερότητα έναντι των δραματικών προσώπων και να απολαμβάνει την αισθητική ηδονή που του εξασφαλίζει η νομιμοφροσύνη του. Τόσο απλό. Η «τραγική ειρωνεία» καθιστά τον αναγνώστη-συνδημιουργό θεατή «παντογνώστη» σε σχέση με τα σοφά κατά τα άλλα σκηνικά πρόσωπα. Βιώνει εκ του ασφαλούς δύο ώρες νοητικής παράκαμψης (εκ του ασφαλούς, πάντα) και μετά ξαναγυρίζει στην καθημερινή πλήξη και ανία του, αφού έχει επαναστατήσει και τιμωρηθεί εμμέσως, στο ελεγχόμενο θεατρικό περιβάλλον, δια του ήρωος-μάρτυρος-αποδιοπομπαίου φαρμακού που υποδύεται ο ηθοποιός. Γι’ αυτό λατρεύονται οι πρωταγωνιστές ως είδωλα, ως σύγχρονες θεότητες. Δια της ταυτίσεως-ενσυναισθήσεως (empathy), μας γίνονται οικεία, είναι αυτά που σφάλλουν και πληρώνουν αντί για εμάς, «αίροντες τας αμαρτίων ημών των ιδίων και αλλήλων». Το θέατρο, όπως τα ψυχιατρεία και οι φυλακές είναι το καταφύγιο των πονεμένων ψυχών, που βιώνουν την Κόλαση της αυτό-κάθαρσης. Βεβαίως, υπάρχουν κι εκεί όρια, που επιβεβαιώνονται κι επαναχαράζονται με το χειροκρότημα του τέλους, όπου ο κάθε κατεργάρης πάει στον πάγκο του κι αποδίδονται «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι τα του ηθοποιού τω ηθοποιώ»… Τόσον απλά κι ευδιάκριτα.
Λατρεύω την Αλμπέρτα Τσοπανάκη γιατί είναι ταυτόσημη με τους ρόλους της και πέραν αυτών. Εύθραυστη και δυναμική, αυτοκαταστροφική κι αναγεννώμενη, σαν το συκώτι του Προμηθέα. Ξέρει να συσπειρώνει γύρω της ετερόκλητους καλλιτέχνες κι ανθρώπους του πολιτισμού, να τους εμψυχώνει, να τους ενορχηστρώνει, να τους προωθεί χωρίς να τους διεκδικεί και να τους δεσμεύει περιορίζοντάς τους. Έχει δημιουργήσει «σχολή», όχι όμως κι αναγνωρίσιμον υποκριτικό κώδικα. Κινείται μεταξύ «νουάρ», «παραλόγου» και σύγχρονων αστικών μύθων, βιώνει στο πετσί της τα αποτελέσματα της Κρίσης, αλλά δημιουργεί εξ αντιθέτου μία ρωγμή στο Σκότος, η οποία λειτουργεί ως δυνάμει σήραγξ οδηγούσα προς το Φως το Ιλαρόν…
Στην παράσταση αυτή υπερβάλλει της συνήθους σεμνότητός της: γράφει, συγγράφει, δημιουργεί. Μόνο την σκηνοθεσία παρέλειψε, αναθέτοντάς την σε μια έμπειρη θεωρητικό και πρακτικό του Θεάτρου, την ευπροσήγορη κι αξιαγάπητη Μαρίκα Θωμαδάκη. Ως ευ παρέστη εν τω θεάτρω τούτω.
Όλα ωραία και καλά, διδακτικά και λιτά, προσδόκιμα κι όχι προβλέψιμα σε αυτή την αιρετική, διαφορετική παράσταση που θα συζητηθεί εξάπαντος και θα παιχτεί πολλές φορές.
Μετά λόγου γνώσεως,
Κωνσταντίνος Μπούρας
Για περισσότερες πληροφορίες, ανατρέξτε, παρακαλώ, στον επίσημο διαδικτυακό τόπο του Θεάτρου της Οδού Παραμυθίας:
http://www.paramithias-theater.gr/parastaseis/phransis/
Ο επαναστατικός και αντισυμβατικός χαρακτήρας της ηθοποιού Φράνσις, που αντιδρά οριακά σε ό,τι θεωρεί κατεστημένο, θα την οδηγήσει με την επιμονή της μητέρας της σε ψυχιατρικό άσυλο όπου θα πέσει θύμα βιασμού και κακοποίησης με ακραία κατάληξη να υποστεί λοβοτομή.
Απόσπασμα βιβλίου:
Πρώτα δημιουργούν τους ενόχους. Στη συνέχεια τους υποδεικνύουν. Αυτός! Αυτός! Αυτός! Τους οδηγούν στους εφευρέτες του κολάσιμου αμαρτήματος. Στους εγκέφαλους της σύλληψης του παραλόγου. Αυτοί είναι πάντα οι ίδιοι. Είναι εκείνοι οι τύποι που συνηθίζουν να μιλάμε με λόγια διφορούμενα. Ήξεις αφίξεις. Φοράνε την ίδια στολή, την ίδια μάσκα, που κρύβει τη φρίκη της υποτέλειας. Τα όπλα τους είναι ένα κόκαλο, που κρατάει ο καθένας από δαύτους στο χέρι του και επιδεικτικά σε προκαλεί να γονατίσεις και να το γλύψεις. Οι επινοητές της φίμωσης είναι κάτι μπαμπούλες με άχρωμα χαρακτηριστικά. Οι ψιθυριστές του φόβου είναι κάτι ντενεκεδένιες σειρήνες, που σέρνονται πίσω από ουρές τρωκτικών.
Είδος: πολιτικό, ψυχολογικό δράμα
Διάρκεια: 90 λεπτά
Συντελεστές
Συγγραφέας: Αλμπέρτα Τσοπανάκη
Σκηνοθεσία: Μαρίκα Θωμαδάκη
Μουσική επιμέλεια: Τάκις Μελίδης
Σκηνικά-Κοστούμια-Φωτιστικοί σχεδιασμοί: Τάκις Μελίδης
Εικαστική επιμέλεια/video art: Τάκις Μελίδης
Κίνηση: Βίλμα Ανδριώτη
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελίνα Σπυριδάκη
Παίζουν: Αλμπέρτα Τσοπανάκη, Μαρία Δούση, Πέτρος Μπένος, Θανάσης Πατριαρχέας, Κωνσταντίνος Κούσης, Εμμανουήλ Μαυρίδης
ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ
Από 20 Φεβρουαρίου έως 17 Απριλίου 2016
ΗΜΕΡΕΣ & ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ
Σάββατο: 21:30
Κυριακή: 18:30
ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Γενική είσοδος: 10€
φοιτητικό-συνταξιούχων: 7€
Aνέργων: 5€
Ομαδικό-Σύλλογοι: 5€
Επισκεφτείτε τη σελίδα του θεάτρου στο facebook: Θέατρο Παραμυθίας
https://www.facebook.com/TheatroParamythias/?fref=ts
– See more at: http://www.paramithias-theater.gr/parastaseis/phransis/#sthash.AN9u9Njl.dpuf
Τρία ποιήματα της Έμυ Τζοάννου μεταφρασμένα εις την γαλλικήν γλώσσαν από την Παρασκευή Μόλαρη
Trois nouveaux poèmes de Emy Tzoannou traduits en français par Paraskevi Molari, enseignante, chercheur, traductrice.
Chants de mer
Là bas,au lointain
Aux visions de l ‘inconcevable
Là bas,dans les profondeurs
Des siècles oubliés
Là où la réflexion de la nuit
Accoucha de cris de foudre
Là où les nuages tremblants
Louaient la bonté
Là où des cantiques célestes
Déchiraient les vents immobiles
Se sillonnèrent des chants de mer
Aux côtes des îles de Kos,de Simy,de Nissyros, de Kastelorizo
retentissant aux siècles
l ‘imposition de leur éclat !
Retentissement de grandeur
Accompagnée d ‘ un poème d ‘Elytis
de la musique de Chatzidakis
d ‘ un vers de Gatsos
d ‘ un tableau de Vassiliou
d ‘ une aria de Callas
d ‘ une sculpture de Phidias
d ‘une tragédie d’Euripides
Je erre dans cette vie
Me tenant Pieusement
Devant le retentissement de leur grandeur !
Nuit blanche
Veillant, je nageais dans tes rêves
Mon coeur prêt à accoucher
chantant ‘’ je t ‘ aime ‘’
Toute la nuit je remplissais de mélodies ton univers
et dans le bruissement de ton âme
la tendresse jaillissait en exaltation
Μια «Στέλλα» αλλιώτικη από τις άλλες στο «Θέατρο Ακαδημία Πλάτωνος»

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Τελικά, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, είτε αναδημιουργεί την «Παλιά Αυλή» του Κώστα Χατζηαργύρη και το «Φυντανάκι» του Χορν, είτε εμπνέεται από την Κάρμεν των Μεριμέ-Μπιζέ, είτε επιχειρεί να γίνει ο Τεννεσσή Ουίλλιαμς της Μεσογείου και να πατήσει πάνω στο «Λεωφορείον ο Πόθος» για να εισαγάγει τον μαγικό ρεαλισμό στο ελληνικό θέατρο με τον δικό του ποιητικό τρόπο, ήταν πάντα ένας υπερτιμημένος δευτεραγωνιστής (κατά την ταπεινή θεατρολογική κι επιστημονική μου άποψη, βλ. σχετικό άρθρο του Κώστα Γεωργουσόπουλου στα ΝΕΑ, την επομένη του θανάτου του εκλιπόντος ακαδημαϊκού).
Καθένας μας κρίνεται από το έργο που αφήνει πίσω του κι από τον Αδέκαστο Χρόνο. Ο Δημήτρης Λάλος ορθώς στο «Θέατρο Ακαδημία Πλάτωνος» απογυμνώνει τον Καμπανέλλη από τις δόξες και τις τιμές του, αναγιγνώσκει το κείμενο εξαρχής, σα να μην το έχει διαβάσει ποτέ πριν κανείς (τέλειο!), το αποδομεί, το ανασυνθέτει κι αναδεικνύει τη δευτερογενή ουσία του, που πόρρω απέχει από τις εξ αποκαλύψεως θείες εμπνεύσεις και καινοφανείς αισθητικές ή θεματολογίες που απασχολούν τους μεγάλους δραματουργούς. Στους οποίους (δυστυχώς) δεν συγκαταλέγεται ο «δικός μας» Ιάκωβος Καμπανέλλης.
Κλισέ, στερεότυπα, αντιγραφές και μιμήσεις προτύπων, ψευδοποιητικότητα και πτωχο-ρεαλισμός. «Ουδεμία γλαύκα εκόμισεν εις Αθήνας». Γι’ αυτό τον ηγάπησαν εξουσίες και τον ανέδειξαν ως κορυφαίο συντηρητικά ιδρύματα και θεσμοί. Ο Θεοδωράκης με τη μελοποίηση του μετριοτάτου από στιχουργικής πλευράς «Μαουτχάουζεν» κι ο Κακογιάννης με τη γενναία κινηματογραφική διασκευή της «Στέλλας με τα κόκκινα γάντια», τον βοήθησαν να αναδειχθεί ως «πατριάρχης του ελληνικού θέατρου», όχι ακριβώς ελλείψει άλλου…
Επί του προκειμένου τώρα. Η «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» είναι κάτι μεταξύ της Κάρμεν του Μεριμέ και της αδελφής της Μπλανς Ντυμπουά από το «Λεωφορείον ο Πόθος». That’s all. Ουδέν το καινοφανές. Κι όλα αυτά με ένα λούστρο Τρούμπας και εξιδανικευμένου-εξαγιασμένου «περιθωρίου-υποκόσμου», όπου όλοι οι μικροαστοί θέλουν να ρίξουν ένα βλέφαρο, από απόσταση ασφαλείας – εννοείται – και το θέατρο είναι μια χαρά μέσο οφθαλμοπορνείας γι’ αυτόν το σκοπό.
Ο Δημήτρης Λάλος είναι σπουδαίος νέος έλληνας σκηνοθέτης, με διεθνείς προοπτικές. Ξέρει να βλέπει την πραγματικότητα και τα κείμενα από «λοξή», πρωτότυπη, απρόβλεπτη, δική του, κατά-δική του σκοπιά. Κι αυτή είναι ακριβώς η δουλειά του σκηνοθέτη όταν δεν είναι συμπλεγματικός: να διδάσκει από σκηνής, λόγον και ήθος.
Απαξάπαντες οι νέοι ηθοποιοί αριστουργηματικοί: τι ταλέντο, τι δουλειά, τι πειθαρχία. Φωνή, κίνηση, υποκριτική στο ύψιστο των δυνατοτήτων τους. Εύγε! Δεν θα ξεχωρίσω κανέναν τους, αφού κανείς δεν διακρίνεται, αποκόπτοντας το «εγώ» του από την ομάδα. Ξένια Αλεξίου, Γιώργος Γερονιμάκης, Τάσος Δέδες, Νατάσα Εξηνταβελόνη, Χριστίνα Μαριάννου, Πάνος Νάτσης, Γιάννα Τζερμιά, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Ουσίκ Χανικιάν
Μην χάσετε αυτή την παράσταση. Στηρίξτε τους ανθρώπους που δημιουργούν στις παρυφές της πόλεως και εις πείσμα της κατεστημένης και καθεστηκυίας αισθητικής.
Αναμένοντας δράσεις-αντιδράσεις-προσφυγές-επιπλοκές,
Κωνσταντίνος Μπούρας
info:
Η παράσταση
«Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια», του Ιάκωβου Καμπανέλλη
Θέατρο Ακαδημία Πλάτωνος: Σπύρου Πάτση & Μαραθωνομάχων 8, Βοτανικός, τηλ. 210 4830330
Ώρα: 21.15
Διάρκεια: 120′
Τιμή εισιτηρίου: από 8 έως 12 ευρώ
Συντελεστές:
Κείμενο: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Λάλος
Σκηνογραφία: Μιχάλης Σαπλαούρας
Κοστούμια: Άννα Παπαθανασίου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Κρίστελ Καπερώνη
Φωτογραφίες: Γιώργος Καπλανίδης
Art Design Φωτογραφιών: Άννα Παπαθανασίου
Παίζουν: Ξένια Αλεξίου, Γιώργος Γερονιμάκης, Τάσος Δέδες, Νατάσα Εξηνταβελόνη, Χριστίνα Μαριάννου, Πάνος Νάτσης, Γιάννα Τζερμιά, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Ουσίκ Χανικιάν
Ο Μιχαήλ Δουκάκης στον «Επικήδειο» του Καμπανέλλη στο θέατρο Εμπρός για λίγες παραστάσεις

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Σε αυτό το έργο, ο εκλιπών ακαδημαϊκός και «πατριάρχης του νεοελληνικού θεάτρου» (όπως χαρακτηρίστηκε εν ζωή), ανατρέχει στο «Ημερολόγιο ενός Τρελού» του Γκόγκολ και στις «Βλαβερές συνέπειες του καπνού» του Τσέχωφ, και στήνει έναν τραγελαφικό μονόλογο ενός ανύπαρκτου μετριοκράτη σύγχρονου Έλληνα συν-ραφέα, ο οποίος προσπαθεί μέσα από εταιρείες, γραφεία τελετών και ξεφτιλισμένους θεσμούς να προβάλλει το ανύπαρκτο έργο του και τη μίζερη προσωπικότητά του. Αληθινό, δεν νομίζετε; Για όσους γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα, θα ξέρουν να ονοματίσουν τουλάχιστον χίλια εν Ελλάδι άτομα που προέβαιναν σε φόνους και άλλες ακρότητες μόνο και μόνο για να ακουστεί το ονοματάκι τους – έστω και μετά θάνατον – και να κερδίσουν εν ζωή το δευτερόλεπτο της ματαιοδοξίας που τους αναλογεί, αφού η Αθανασία τους έχει …αφοδευμένους (και …γραμμένους βεβαίως, εκεί που δεν πιάνει μελάνι). Τι μικρότητες που γεννούν μικροπρέπειες, τι διαγκωνισμοί και λυκοφιλίες, λογοτεχνικές εταιρείες που θα τις ζήλευαν οι μαφιόζοι κι οι εταιρείες δολοφόνων, καλολαδωμένοι μηχανισμοί διαπλοκής με εκδοτικούς οίκους (αυτούς που έχουν πάντα …πλεόνασμα, ακόμα και σε Καιρό Κρίσης), με συγγραφείς δευτέρας ανθυποστάθμης και «κριτικούς» (με το αζημίωτο – «δώσμου να σου δώσω» ή «το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο το πρόσωπο»), που μαγειρεύουν βραβεία, καταναλώνουν ουσίες κι επιχορηγήσεις, δανεικά και αγύριστα, διοργανώνουν συνευρέσεις, εισπράττουν «μαύρα» και αρθρογραφούν σε έντυπα μεγάλης κυκλοφορίας ενώ παραδίδουν μαθήματα στους ίδιους εκδοτικούς οίκους των οποίων τους συγγραφείς ανακηρύσσουν σε «μεγάλους» κι είναι τακτικά μέλη μεγαλοσχημόνων λογοτεχνικών εταιρειών χωρίς να έχουν συγγράψει ουδέν βιβλίον (απαραίτητη προϋπόθεση για να μπεις – εκτός από τις αλλαξο-…πετριές – είναι να έχεις εκδοθεί τουλάχιστον τρεις φορές), ενώ οι ταλαίπωροι εκείνοι ταλανίζουν εδώ και δεκαετίες ένα βιβλίο [οι ατάλαντοι!], αλλά για να βάλουν στη σειρά τρεις γραμμές περνάει …μισός αιώνας. Μάλιστα φίλοι μου. Αληθινά και πραγματικά περιστατικά θα σας διηγηθώ στον τόμο 1.000 (ναι, χιλίων) σελίδων όταν θα έχω υπερβεί το ενενηκοστόν έτος της ηλικίας μου κι αυτοί δεν θα μπορούν να με σύρουν στα δικαστήρια, γιατί θα έχουν …πεθάνει. Μπορώ βέβαια να πράξω κάτι ανάλογον με τον Καμπανέλλη στον «Επικήδειον». Να τους κάνω …θέατρο (λες και δεν είναι!). Ίσως πράξω (“κατόπιν ωρίμου σκέψεως”, που λένε) τελικώς και τα δύο. Οψόμεθα. Είναι να μην μου ξυπνήσεις τον …Αριστοφάνη μέσα μου.
Ο Καμπανέλλης στον «Επικήδειο» με πικρά ειρωνικό κι ίσως ακόμα και αυτοσαρκαστικό τρόπο, αφού ο ομιλών μετριο-κράτης φαίνεται σα να του …τηλεφωνεί, καυτηριάζει ακριβώς αυτόν των εσμό των αναξιολογούντων, των ματαιοκαμάτων, που δεν πουλάνε ούτε τετρακόσια βιβλία (εις την καλυτέραν των περιπτώσεων) αλλά ποζάρουν σε όλες τις τηλεοπτικές εκπομπές και όλα τα έντυπα ως φωστήρες, χωρίς να αντιλαμβάνονται οι ταλαίπωροι τη γελοιότητα της κενοδοξίας τους, και – κυρίως – χωρίς να αφιερώνουν ούτε λίγο χρόνο για να μελετήσουν το έργο των άλλων – φτάνουν μάλιστα στην δήθεν ειλικρινή αλλά θρασυτάτη αμετροέπεια να δηλώσουν (χωρίς και να το …σώζουν) ότι «νιώθουν ναυτία και μόνο στη σκέψη ότι θα βυθιστούν στο έργο των άλλων». Τι να πούμε κι εμείς οι ταλαίπωροι ευσυνείδητοι κριτικοί και αξιοπρεπείς γραφιάδες που μελετάμε τρία βιβλία ημερησίως (ανά οκτάωρο – κάτι σαν αντιβίωση) από αληθή ζήλο και σεβασμό στο πνευματικό έργο των συνανθρώπων μας, με τους οποίους συναπαρτίζουμε την περίφημη περιρρέουσα ατμόσφαιρα» ή αλλιώς, πιο …λαϊκά: «η σάρα, η μάρα και το κακό συναπάντημα».
Επίκαιρος, πολύ επίκαιρος ο «Επικήδειος» του Καμπανέλλη δια στόματος και σώματος τού μοναχικά ιδιοφυούς Μιχάλη Δουκάκη. Τι ηθοποιός. Τι ιερά μανία, διονυσιακή κι ανεξάντλητος. Τελεσφόρος αρνησικυρία, φαντασμαγορική αμφιθυμία, άνθρωπος ορχήστρα, μακάρι να παίζει πάντα μόνος του, με χιλιάδες θεατές να χάσκουν εκστασιασμένοι εμπρός του.
Ανακαλύψτε τον! Είναι ένας σύγχρονος Αντονέν Αρτώ. Μην τον χάσετε. Πριν… χαθεί στα ερέβη του ιδιωτικού του Σκότους.
Όσο για μένα, «από ποιητή κι από κριτικό» μαθαίνεις την αλήθεια… Οι συνειρμοί δικοί σας, για όλα όσα εκθέτω εδώ καταγγέλλοντάς τα. Κι αφού θα κριθούμε που θα κριθούμε απαξάπαντες από το αμείλικτο Δικαστήριο του Χρόνου ας κρίνουμε κι εμείς, έτσι για να βιώσουμε την ηδονή ότι προσπαθήσαμε (στο μέτρο των δυνατοτήτων μας) να πατάξουμε τη Διαφθορά, να ακυρώσουμε την Αναξιοκρατία, να σπάσουμε το νόμο της σιωπής που η λογοτεχνική «καμόρα» έχει επιβάλλει στα λογοτεχνικά μας πράγματα. Η Κρίση είναι μια κατάλληλη εποχή για να αποκαθηλώσουμε είδωλα και να γυρίσουμε την πλάτη σε προχειροστημένους και κακοφτιαγμένους ανδριάντες αναξίων ανδρών (και γυναικών… ο νοών ανοήτω!).
Αυτά για σήμερα. Θα επανέλθω δριμύτερος. Αν δεν με προκάνουν οι φαύλοι και μου …διαβάσουν τον Επικήδειο, που έχουν (όπως καταγγέλλει ο Καμπανέλλης) προ πολλού φτιαγμένο και βιάζονται να με ξεφορτωθούν για να μου τον χαρίσουν, όταν εγώ πλέον δεν θα τους ακούω.
Εξάλλου, μη λησμονούμε και τον αυτόχειρα ποιητή της προηγούμενης εικοσαετίας. Αφού τον εξώθησαν να πηδήξει από το μπαλκόνι με ιαχές φιλάθλων, μετά βγήκαν αμέσως – ποτέ πρόλαβαν; – να δημοσιεύσουν τα περισπούδαστα πονήματά τους για το ποιόν και το έργο του. Μόνον εγώ δεν συμμετείχα σε αυτή την αναξιοπρεπή και καθυστερημένη μεταμέλεια. Κι όταν με ρώτησαν γιατί δεν γράφω «κάτι» κι εγώ, τους απήντησα: πρώτον, γιατί δεν τον έσπρωξα εγώ και δεύτερον διότι τον εκτιμώ απεριόριστα… Αλλά υπάρχει και θεός και βλέπει. Το Θείον Όμμα της Δίκης, ο Παντεπόπτης Οφθαλμός της Νεμέσεως μακροθυμεί αλλά κατεβάζει πάντα τη σπάθα του στα κεφάλια των αδίκων και η ρομφαία της Θέμιδος τους κατακαίει. Αμήν. Γέγονε!!!
Κωνσταντίνος Μπούρας
info από τη σελίδα του Μιχαήλ Δουκάκη στο facebook
https://www.facebook.com/theater.my.life
Αυτή η παράσταση νομίζω πως είναι η μεγαλύτερη καλλιτεχνική μου επιτυχία έως σήμερα! Με αυτήν σας αποχαιρέτησα πριν φύγω για την Αγγλία και (όπως σας είχα υποσχεθεί) αυτήν θα ξαναπαίξω όταν έρθω στην Ελλάδα! Θα καταφέρω μέσα στους επόμενους μήνες να έρθω για λίγο και ήδη έχουμε κλείσει κάποιες παραστάσεις τις οποίες θα σας ανακοινώνω καθώς θα πλησιάζει ο καιρός. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην σκηνοθέτη και ηθοποιό Τατιάνα Σκανάτοβίτς, στον Βαγγέλη Σαγρή, στον Άντυ Δήμα, στον Ξενοφών Βαρδαρό και στον Μίλτο Λυμπερή που μου έφτιαξε αυτό το εξαιρετικό βίντεο! Όλοι μαζί δουλέψαμε αφιλοκερδώς και το γέλιο σας ήταν η μεγαλύτερη ανταμοιβή μας.
Σε αυτό το βίντεο μπορείτε να παρακολουθήσετε το οδοιπορικό από το Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν», στον Ιανό, στο Δημοτικό Θέατρο Μυτιλήνης, στο Θέατρο Εμπρός…
…και το ταξίδι συνεχίζεται… όσοι ενδιαφέρεστε για παραστάσεις σε πόλεις της Ελλάδας, είτε παραστάσεις για τους ομογενείς, σε πόλεις του εξωτερικού, μπορείτε να επικοινωνείτε μαζί μας στην ηλεκτρονική διεύθυνση: theatremylife@gmail.com
Με αφορμή την παράσταση «Οι τρομπέτες του θανάτου ή Τα μανιτάρια» του Φρανσουά-Λουί Τίγυ σε σκηνοθεσία Ζαν-Πωλ Ντενιζόν
Το μικροαστικό Παρίσι και οι Γάλλοι διανοούμενοι στην Αθήνα, Πατησίων και Καυταντζόγλου 5

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Ο διπλός τίτλος δείχνει και την αμφισημία του Γάλλου συγγραφέα, ο οποίος καταδικάζει αφενός μεν τον μικροαστισμό ως αναπηρία κι εσωστρέφεια «ιδιώτου» (με την αρχαία σημασία του ηλιθίου) κι αφ’ ετέρου την δήθεν ανωτερότητα των διανοούμενων και της νομενκαλτούρας που συγχέει την ελευθεριότητα με την απελευθέρωση. «Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια». Ουδείς αθώος και «ουδείς εκών καλός», για να παραφράσω το αρχαίο υπο-ρητόν – εννοώντας βεβαίως ότι αν δεν είναι η φύσις του ανθρώπου καλή και συμπονετική, όσα μα όσα κι αν υποφέρει θα είναι πάντα το ίδιο ανάλγητος στον πόνο των άλλων και στα προβλήματα του ίδιου του εαυτού του – με αυτή μου τη θέση προβάλλω κάποιου είδους ντετερμινισμό, όμως παρακολουθώντας κι εξετάζοντας την ανθρώπινη φύση και με την πείρα μισού αιώνα ζωής, ξέρω ότι δεν είναι καλή η πάστα, αν το μάρμαρο έχει ρωγμές και σκοτεινές γαιώδεις προσμείξεις, Ερμής του Πραξιτέλους δεν κατασκευάζεται από αυτό το πτωχό υλικό – κάπως αριστοκρατικό, δεν το βρίσκετε; Όχι, καθόλου μα καθόλου, πιστέψτε με. Ο άνθρωπος για να υπερβεί τα εξωτερικά κι εσωτερικά όριά του, θέλει πολλή δουλειά, ξεβόλεμα, απάρνηση ευκολιών, συν-εργασία με τους άλλους, έκθεση κι αυτοσαρκασμό, συνείδηση της ματαιότητος των πάντων, φιλοσοφική ειρωνεία και τραγικό χιούμορ… και πολλά πολλά άλλα. Ποιος είναι όμως πρόθυμος να αφήσει τον καναπέ του και να κυνηγάει ανεμόμυλους; Ελάχιστοι δυστυχώς φίλοι μου, μετρημένοι στα δάχτυλα. Δον-Κιχώτες και Αλέξανδροι. Ακόμα όμως κι ο ένας στο δισεκατομμύριο μπορεί να κάνει τη διαφορά, να συντελέσει καθοριστικά στην επίτευξη του «ποιοτικού άλματος» για όλη την Ανθρωπότητα. Αυτές τις σκέψεις μου γέννησε η προσεκτική παρακολούθηση της παράστασης «Οι τρομπέτες του θανάτου ή Τα μανιτάρια» της μαύρης κωμωδίας του Φρανσουά-Λουί Τίγυ σε σκηνοθεσία Ζαν-Πωλ Ντενιζόν. Ο ρεαλισμός στον ακρότατο όριο, λίγο πριν εξωκείλει στον μελοδραματισμό ή στον σουρεαλισμό. Προσεκτικές κινήσεις, μετρημένα βήματα, ενορχηστρωμένες αντιδράσεις. Τρεις άνθρωποι τρώγουν τα συκώτια τους, αλληλο-πληγώνονται κι αλληλο-βασανίζονται σαν ζώα σε ζωολογικό κήπο. Και κάπου μακριά, η επαρχιώτικη μίζερη ζωή «κοντά στη φύση». Η πλήρης απαξίωση του «φυσικού ανθρώπου» του Ρουσώ από τους ανόητους μικρομεσαίους αστούς που κυνηγούν χίμαιρες κι ανακυκλώνουν φληναφήματα του συρμού. Το μόνο που τους απομένει είναι η καταφυγή σε πλασματικούς παραδείσους, είτε καταναλώνοντας τοξικά μανιτάρια είτε κάνοντας παρέα με τοξικούς, ασεβείς ανθρώπους και προβαίνοντας σε «αταξίες» που μόνο σε κακά ή τρομερά παιδιά θα επιτρέποντας κάποτε (για να θυμηθούμε τον Κοκτώ), αλλά όχι σε εχέφρονες και υπεύθυνους ενήλικες, πολίτες δημοκρατιών που ισχυρίζονται ότι έλκουν την καταγωγή τους από την αρχαία Αθήνα. Η πικρή διαπίστωση που υποφώσκει συμπερασματικώς κάτω από αυτό το ιδιοφυές κι απλό στην επιφάνειά του εργάκι είναι ότι ο άνθρωπος είναι ακόμα οχυρωμένος στα σπήλαια και κάθε παραβίαση των ιδιωτικών ψευδαισθήσεων οδηγεί σε αναπότρεπτη καταστροφή. Σκληρό, δεν νομίζετε; Γι’ αυτό και χαρακτηρίζω αυτό το έργο «μαύρη κωμωδία», που αξίζει να τη δει κανείς, τόσον χάριν της επαγγελματικής σκηνοθεσίας, του αληθοφανούς σκηνικού, των ρεαλιστικών κοστουμιών, της καυστικής χρήσης της μουσικής, μα πάνω απ’ όλα χάρη στις εκπληκτικές ερμηνείες των ηθοποιών: Ελένη Παπαχριστοπούλου.
Χάρις Συμεωνίδου, Ηλίας Γκογιάνος. Ήταν όλοι τους υπέροχοι! Δείτε το.
Ο πολυχώρος ΕΚΣΤΑΝ είναι ένα ζωντανό κύτταρο πολιτισμού στις παρυφές του θεατρικού άστεος.
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info από τον επίσημο διαδικτυακό τόπο του Πολυχώρου Εκστάν
http://ekstaninfo.wix.com/ekstan
Η ζωή μιας γυναίκας διαταράσσεται από την επίσκεψη μιας παλιάς της συμμαθήτριας και του φίλου της. Είναι μια ανεύθυνη συμπεριφορά που δε σέβεται το διαφορετικό τρόπο ζωής του Άλλου ή μήπως πρόκειται για «bullying»;
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ:
Μια γυναίκα από τη Βρετάνη ζει απομονωμένη στο Παρίσι που έχει βρει δουλειά.
Δεμένη με το χωριό της πηγαίνει εκεί όλα τα Σαββατοκύριακα. Ζει μόνη και χωρίς αγάπη. Είναι ρατσίστρια. Επιστρέφοντας ένα Σαββατοκύριακο από τον τόπο της, πρέπει να δώσει ένα πακέτο σε μια από τις παλιές της συμμαθήτριες που έχει να τη δει πάνω από είκοσι χρόνια. Η συνάντηση θα είναι εκρηκτική, και γι αυτή και για μας ως θεατές. Γιατί σιγά σιγά αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό το πρόσωπο που θα είχαμε την τάση να το καταδικάσουμε, να το απορρίψουμε, να το περιφρονήσουμε, είναι ίσως αυτό για το οποίο νιώθουμε πιο πολύ οίκτο και συμπάθεια.
Κάτι πολύ ωραίο μας κάνει να καταλάβουμε ο Τίγυ χωρίς ποτέ να το λέει, διηγούμενος μόνο μια ιστορία. Τον ευχαριστούμε.
Ζ.Π Ντενιζόν
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Ελένης Παπαχριστοπούλου
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ζ. Π. Ντενιζόν
Για πολλά χρόνια βοηθός του Πήτερ Μπρουκ γάλλος σκηνοθέτης και
ηθοποιός με πολυάριθμες σκηνοθεσίες σε Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Σουηδία κ.τ.λ.
Στην Ελλάδα σκηνοθετεί για δεύτερη φορά συνεχίζοντας τη συνεργασία του με τον πυρήνα του Εκστάν.
ΒΟΗΘΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ: Γιάννης Σταματίου
ΠΑΙΖΟΥΝ με σειρά εμφάνισης
Ελένη Παπαχριστοπούλου
Χάρις Συμεωνίδου
Ηλίας Γκογιάνος.
ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΙ: Λαμπρινή Λίβα, Γιάννης Σταματίου.
ΣΚΗΝΙΚΑ: Αλέξης Πατσής
ΗΧΟΙ/ΦΩΤΙΣΜΟΙ: Παναγιώτης Μαζαράκης



