Κωνσταντίνος Μπούρας
Navigation Menu
  • Αρχική
  • Εργο-Βιογραφικό
  • Εξώφυλλα βιβλίων
  • Free Texts
  • Links
Home » Αρχική

Αρχική

θεατρολογώντας μετ' ευτελείας, κριτικάροντας άνευ εμπαθείας

Posted by grafei on 10:18 in Θέατρο, Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

 

 Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

boyras-konstantinos

 

 

 

 

“Frozen” στο θέατρο “Vault”

Ένα πολυβραβευμένο έργο από την Bryony Lavery σε πέμπτη ελληνική σκηνοθετική κι ερμηνευτική προσέγγιση (από το 2011 έως σήμερα) δεν είναι ένα αμελητέο γεγονός που πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας. Κάθε επαρκής θεατής και γνήσιος θεατρόφιλος πρέπει να εμπλουτίσει την πείρα του, ειδικά σε μια εποχή Κρίσης που προσφέρει και άρτον και θεάματα, αλλά ελάχιστη βραδύτητα για να εντρυφήσουμε στα κοινωνικά προβλήματα που ανακύπτουν και να παρατηρήσουμε ευκρινώς τα φαινόμενα με σχολαστικότητα κι εμβρίθεια. Το θέμα; Φυσικά ένας serial-killer. Αγγλοσαξωνική εμμονή με τους καννίβαλους και άλλα τέρατα; Ο πουριτανισμός οδηγεί σε ψυχολογικές διαστροφές και νοητικές τερατογενέσεις; Δεν ξέρω. Απλώς θέτω ερωτήματα. Βεβαίως κι ήταν το τερατώδες ή αλλοκοσμικό πάγιο θέμα του αρχαίου δράματος, κι όχι μόνον από θεματολογικής, αλλά και από αισθητικής-εικαστικής πλευράς. Ο Αισχύλος ήταν γνωστός για τις «τερατείες» του που οδηγούσαν ενίοτε και σε αποβολές εμβρύων από τις εγκύους θεατές των έργων του. Μα αφού οι καλές Αθηναίες και οι δούλες δεν μπορούσαν να μπουν στο αρχαίο θέατρο του Διονύσου, ποιες γεννοβολούσαν στις κερκίδες; Οι εταίρες; Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου.

Λοιπόν, για να επανέλθω (δριμύτερος): τι μας νοιάζουν όλοι αυτοί οι κανίβαλοι, οι serial-killers κι όλα τα τέρατα των «φυλακών υψίστης ασφαλείας»; Η νυχτερινή τηλεοπτική ζώνη είναι γεμάτη από αυτά. Γιατί όμως να πάμε και στο θέατρο;

Μα, η απάντηση είναι απλή. Γιατί εκεί, μπορεί το παθολογικό αυτό φαινόμενο να φωτιστεί από άλλη πλευρά, να αποκτήσει χαρακτήρα οικουμενικότητας και να μας αφορά. Πράγμα που συνέβη όντως στο «Θέατρο Vault» με το “Frozen” της Bryony Lavery, χάρη στην λαγαρή, τολμηρή, προκλητική μετάφραση της Λουκίας Τζαννίδου, την ελλειπτικά αφαιρετική και μεταμοντέρνα πολυσυλλεκτική σκηνοθεσία του Βαγγέλη Λάσκαρη, αλλά κυρίως χάρη στις εκπληκτικές, μοναδικές, καθηλωτικές κι επιμελημένα απείθαρχες ερμηνείες των τριών ηθοποιών που επωμίσθηκαν τους μάλλον ασήκωτους ρόλους: ΑΓΚΝΕΘΑ: Κατερίνα Δημάτη, ΝΑΝΣΥ: Λωρίνα Χατζημανώλη, ΡΑΛΦ: Δημήτρης Μαγκλάρας.

            Μάλιστα. Ήταν όλοι τους υπέροχοι, εκφραστικοί, ασκημένοι, υπερεπαρκείς, γαλαντόμοι στην έκφραση των συναισθημάτων τους, ανατρεπτικοί στην οπτική τους γωνία, παρά-μορφωμένοι από τα διαθλαστικά παράλληλα κάτοπτρα συγγραφέως και σκηνοθέτη.

            Απολύτως λιτά και λειτουργικά τα εικαστικά μέσα της παράστασης και το «απαραίτητο» πλέον video–art.

            Μια σημαντική παράσταση που θα συζητηθεί. Η ανατροπή τού τέλους δεν θα αφήσει ασυγκίνητον κι απροβλημάτιστον ουδένα θεατή.

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, «Το όνειρο ενός γελοίου», με τον εξαιρετικό, τον σεμνό, τον αρχαιοπρεπή Δημήτρη Βερύκιο στα πλαίσια του Φεστιβάλ Γαλατσίου, στο Θέατρο Άλσου Βεΐκου.

 

“ως χαρίεν έστ’ άνθρωπος, όταν άνθρωπος εί”, ένα από τα αθάνατα, καίρια και επίκαιρα πάντα αποφθέγματα του Μένανδρου, μοναδικού σωζoμένου σήμερα εκπροσώπου της Νέας Κωμωδίας. Και είναι τόσο σπάνιο να είναι «χαρίεν ον» ο άνθρωπος και μάλιστα ο ηθοποιός που το επισημαίνεις ευθύς εξαρχής.

 

Οι Δήμοι ανά την Ελλάδα παράγουν πολιτιστικό έργο πολυτιμώτερο και σημαντικότερα από τα βαρύγδουπα κρατικά θέατρα και τους πολυώνυμους θεσμούς [ονόματα δεν λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε!]. Ο Δήμος Χαλανδρίου Αττικής (πρωτοπόρος), ο Δήμος Διονύσου Αττικής, ο Δήμος Γαλατσίου, ο Δήμος Βύρωνα, ο Δήμος Πετρούπολης και τελευταίος και καταϊδρωμένος ο Δήμος Αθηναίων (που θα έπρεπε να είναι πρώτος – διεθνώς – μια διαρκής πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης και του Κόσμου ολόκληρου), ο Δήμος Ηγουμενίτσας, ο Δήμος Χίου, ο Δήμος Κω [και πολλοί άλλοι, ελπίζω να μην ξεχνώ κάποιον σημαντικό] είναι πρωτεργάτες μιας πρωτόφαντης πολιτιστικής άνοιξης, ως αντίδοτο στην Κρίση και στην υφέρπουσα κατάθλιψη. Προσφέροντας δωρεάν είσοδο (με εθελοντική δωρεά τροφίμων για τους αναξιοπαθούντες) επιτυγχάνουν με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια: και να ευαισθητοποιήσουν το κοινό προκειμένου να βγει από τον ψευδαισθητικό παράδεισο [λέμε τώρα!] του ατομικισμού του και να του προσφέρει Τέχνη υψηλών προδιαγραφών και βεληνεκούς…

 

Πήγα κι εγώ λοιπόν ο τάλας, μην έχοντας χρήματα για διακοπές και βράζοντας στο ζουμί μου σε αυτό το καυτό (από πολλές απόψεις) αθηναϊκό καλοκαίρι, επήγα κάθιδρος στο Θέατρο Άλσους Βεΐκου για να ιδώ έναν ηθοποιό που μου ήταν ότι καταπληκτικός. Κι έμεινα άναυδος. Είδα έναν ήρωα, με τερατώδεις ικανότητες συγκεντρώσεως, με αυτοπειθαρχία κι αυτοπεποίθηση, με γνώση και μεράκι, άψογη τεχνική, πλήρη κάτοχο των εκφραστικών του μέσων να καθηλώνει ένα ανήσυχο κι απείθαρχο κοινό… Και με τι παρακαλώ; Με ένα πεζογραφικό όνειρο του Ντοστογιέφσκι που δεν έγραψε ποτέ για το θέατρο, όμως συναγωνίζεται τον δικό μας Παπαδιαμάντη σε θεατρικές διασκευές των ποιητικών και βαθυστόχαστων πεζογραφημάτων του.

 

«Το όνειρο ενός γελοίου» είναι η εικονογράφηση μιας Ουτοπίας. Συναγωνίζεται τους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, την «Πολιτεία» του Πλάτωνα και τα ανθρωπιστικά ιδεώδη πολλών οραματιστών, λογοτεχνών, στοχαστών και φιλοσόφων. Ένα κείμενο – το ντοστογιεφσκικό – τόσο κρυπτικό και δυσεξιχνίαστο που μόνο σε ένα ανοικτό θέατρο με τον κόσμο να πηγαινοέρχεται, να χειρονομεί, να παίζει με τα κινητά, να καταναλώνει τρόφιμα και ποτά… μόνο εκεί δεν μπορούσα να το φανταστώ να λειτουργεί. Κι όμως λειτούργησε. Και μάλιστα άψογα. Τέλεια, τολμώ να πω. Με τον κόσμο να παραληρεί από ενθουσιασμό, να πλησιάζει συγκινημένο τον σεμνό ηθοποιό να τον συγχαρεί με δάκρυα στα μάτια και με υγρή ψυχή.

 

Για αυτό είπα στην αρχή ότι ο άνθρωπος είναι χαρίεν ον όταν άνθρωπος είναι. Στον Δημήτρη Βερύκιο αναφερόμουνα.  Και στη σοπράνο Αμαλία Κλημοπούλου, βεβαίως, που παίζει φλογέρα και μας μεταφέρει τραγουδώντας σε άλλες διαστάσεις, αμόλυντες από την κακία, την επιθετικότητα και τον φθόνο των ανθρώπων.

 

Σκηνοθέτης της παράστασης, άξιος ο Τάκης Χρυσικάκος.

 

Τι άλλο να περιμένει κανείς κάτω από τον έναστρο αττικό ουρανό μετά από ένα πορτοκαλόχρυσο ηλιοβασίλεμα πάνω από το «κλεινόν άστυ»; Ας τα βλέπουν αυτά κάποιοι μεγαλόσχημοι υπεύθυνοι φεστιβάλ και ας δώσουν τόπο, χώρο, χρόνο κι αφορμή για να εκφραστούν σε άξιους ανθρώπους, που δεν είναι τόσο προβεβλημένοι από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης της συμφοράς!

 

Όμως κάτι αλλάζει. Προς το καλύτερο. Ορώμεθα. Η ουσία πάντα κατισχύει παντός ασθενούς, ανεπαρκούς και ετοιμοθανάτου….

 

Julien Gosselin/Si vous pouviez lécher mon Coeur, «2666» Βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Ρομπέρτο Μπολιάνο, ή προς τα πού βαδίζει η σύγχρονη πεζογραφία και το μελλοντικό θέατρο

Προς τα εκεί βαδίζει η σύγχρονη Λογοτεχνία και το θέατρο λοιπόν; Τεχνολογικός εφιάλτης, μεγάφωνα να μεταδίδουν στη διαπασών ασθματικούς, αγχωτικούς παράλληλους μονολόγους, «μουσική» που καμία σχέση με την αρμονία έχει, θεοποιημένοι serial-killers και μία εξαγιασμένη σκληρότητα, που η βιαιότητά της ξεπερνά κάθε ανθρώπινη φαντασία, θέατρο χωρίς ηθοποιούς στην ουσία, παρά μόνον ως κούκλες-μαριονέτες-ανδρείκελα, που μπορούν μια χαρά να αντικατασταθούν από ρομποτοειδή ή ακόμα και από τρισδιάστατες προβολές με τη χρήση λέιζερ… Και στο βάθος ένα (αδημοσίευτο μέχρι το θάνατό του) πεζογράφημα χιλίων σελίδων(!!!) ενός χιλιανού, του Ρομπέρτο Μπολιάνο που πέθανε το 2003. Κείμενο που βρίθει αισθητικής και θεματολογίας βγαλμένης από τη σκοτεινή ζώνη των b-movies ή των μεταμεσονύκτιων τηλεοπτικών σήριαλ, όπου όλα τα τέρατα που βόσκουν στο Συλλογικό Ασυνείδητο της Πανανθρώπινης Ψυχής βγαίνουν στο ημίφως και απαιτούν το μερίδιό τους στη δημοσιότητα. Από την άλλη, οι διανοούμενοι, ως ήρωες του προβληματικού, αλλά προφητικού πεζογραφήματος, αναλίσκονται σε ακαδημαϊκούς σχολαστικισμούς και άλογο, άμετρο σεξ, σαν κουνέλια σε οίστρο, ή μάλλον σαν γουρούνια σε οίστρο, όπως τους κατηγορεί ένας Πακιστανός ταξιτζής στο Λονδίνο, πριν τον ξυλοφορτώσουν οι «πολιτισμένοι» πελάτες και βγάλουν πάνω στο ταλαίπωρο κορμί του όλα τα σαδομαζοχιστικά απωθημένα της κυρίαρχης λευκής φυλής. Τόσο καλά λοιπόν. Το «2666» παραπέμπει στο «1984» του Όργουελ, στο επίσης αδημοσίευτο μέχρι το θάνατό του έργο του Κάφκα, στον Μπέκετ και στον Ιονέσκο, στον Αρραμπάλ και στον Ζενέ, στον Κολτές και στον Ντοστογιέφσκι. Χωρίς να είναι γραμμένο για το θέατρο, ούτε καν για δημοσίευση, θα βρει πολλές δραματοποιήσεις-διασκευές του στο μέλλον, γιατί βρίθει από πρωτογενές υλικό πλούσιο και σοκαριστικό. Οι κοινωνιολογικές-εθνολογικές-θρησκειολογικές-ψυχολογικές παρατηρήσεις του Χιλιανού συγγραφέα είναι ανυπέρβλητα χειρουργικές και αφτιασίδωτες. Αυτό ίσως ήταν που παρακίνησε τον φερέλπιδα σκηνοθέτη Julien Gosselin και την καλλιτεχνική του κολλεκτίβα με τον συμβολικά δακρύβρεχτο τίτλο «Si vous pouviez lécher mon Coeur» (http://www.lechermoncoeur.fr/) [δίκην του «Thèâtre du Soleil» της Ariane Mnoushkine;] να δημιουργήσει ένα τεχνολογικώς εικαστικό μετά-θέατρο, ξεναγώντας μας στο λαβύρινθο του χρεοκοπημένου και ξοφλημένου ίσως Δυτικού Πολιτισμού μας. Μία εφιαλτική παράσταση, που δίνει «τροφή για σκέψη» κι αφορμή για συζητήσεις, που θα αντέξουν πολύ, σε βάθος χρόνου απροσδιόριστο. Η χαρά του κριτικού και του επαρκούς αναγνώστη-θεατή. Όμως από αισθητικής πλευράς, αντί για απόλαυση, βγαίνεις λες και σε έχουν κακοποιήσει παντοιοτρόπως. Τόσο πειστικοί λοιπόν καλλιτέχνες και συνδημιουργοί αυτής της δυναμικής δουλειάς, που έδωσε στο Φεστιβάλ Αθηνών μερικούς ακόμα πόντους προκειμένου να δικαιολογήσει τη μεταιχμιακή ύπαρξη και την παρακμιακή λειτουργία του.

 

Η Σοφόκλεια «Αντιγόνη» κι οι άταφοι νεκροί στην Τουρκία

 

 

Είδα την πρεμιέρα της κατά Λιβαθινόν «Αντιγόνης» στην Επίδαυρο τη νύχτα που ξεσπούσε το πραξικόπημα στην Τουρκία. Λίγες μέρες μετά οι άταφοι νεκροί στην γείτονα χώρα πληθαίνουν γεννώντας Ύβριν και προκαλώντας το άγραφο και απαράγραπτο ανθρώπινο Δίκαιο.

 

Τα ζητήματα που θέτει ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη, είναι η Αλαζονεία της Εξουσίας, η Κατάχρηση και η Παράβαση Καθήκοντος τα οποία δεν πρέπει να μένουν ατιμώρητα στα κράτη όπου πρυτανεύει το Δίκαιο, η Λογική και οι Θεσμοί λειτουργούν. Η δημοκρατία είναι το τελειότερο πολίτευμα, αφού οι πράξεις των αρχόντων τελούν υπό την διαρκήν αίρεσιν του Λαού (με τη μορφή Χορού στο αρχαίο δράμα).

 

Απόλαυσα την παράσταση, παρά τις όποιες θεατρολογικές και κριτικές μου επιφυλάξεις που θα σας αναπτύξω πιο κάτω.

 

Κατ’ αρχήν, ο σκηνοθέτης σεβάστηκε το κείμενο, όσο κι αν η δύσκαμπτη μετάφραση από τον εκλιπόντα Δημήτρη Μαρωνίτη το βάραινε σε πολλά σημεία ανώφελα (όπως π.χ. η Αντιγόνη χαρακτηρίζει τον εαυτό της «άπαιδη» – έλεος βρε παιδιά, και το «άτεκνη» μια χαρά είναι και η περίφραση «χωρίς παιδιά» μια χαρά παίζει, εκτός εάν το άτεκνη φέρνει άλλους συνειρμούς…). Ο Λιβαθινός, αντίθετα από τον Χουβαρδά, είναι συντηρητικός ως προς την υπέρβαση των λογικών και θεματικών ορίων που θέτει το ίδιο το κείμενο. Δείχνει δηλαδή περισσότερο σεβασμό στα λόγια και στο «πνεύμα» του συγγραφέα. Δεν έφτασε, φυσικά, να καταργήσει τελείως τον Χορό, όπως έκανε ο Χουβαρδάς, γιατί αυτό θα ήταν ένα αποδομητικό πλήγμα στην ίδια τη σύσταση, τη μορφή και την ουσία της αρχαίας τραγωδίας. Τον περιόρισε όμως σε αγοραίες εκδηλώσεις, κάπως νευρωτικές και σπασμωδικές, ως αντιδράσεις καφενείου σε παράσταση «θεάτρου σκιών». Έτσι ο Χορός δεν ακούστηκε ευκρινώς και δεν απολαύσαμε τα κλασικά χορικά. Όπως δεν ακούγονταν και οι λοιποί υποκριτές, αφού χάριν αληθοφανείας ο σκηνοθέτης τους τοποθετούσε να μιλούν ¾ ή πλάτη στο κοινό, ενώ το αρχαίο αργολικό θέατρο απαιτεί μετωπική εκφορά του λόγου, όσο κοντά στη θυμέλη τόσο καλύτερα.

 

Από την άλλη, η αισθητική της όλης παράστασης, η «όψις» σύμφωνα με την «Ποιητική» του Αριστοτέλη, παραείχε άρβυλα (η γιορτή της ποδο-μυκητίασης!). Δεν χρειαζόταν να φοράει άρβυλα και η Αντιγόνη και η Ισμήνη. Θα μπορούσαν να φορούν πιο κομψά, αρχοντικά παπουτσάκια. Τέλος πάντων. Και πάλι καλά. Η γενική σκηνογραφική ένδυση του λόγου ήταν μάλλον ανεκτή, έως και διακριτική θα έλεγα (σκηνικά-κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου). Εκείνο που ήταν μεταμοντέρνο μπαρόκ ήταν τα «διαχρονικά» κοστούμια που δεν περιποιούσαν τιμή σε κανέναν και δυσκόλευαν τους ηθοποιούς, όπως το σφραγισμένο μάτι του Τειρεσία, που παραλίγο να πέσει στο χώμα! Όμως η Μπέτυ Αρβανίτη παρά τις φωνητικές της ατέλειες κι ελλείψεις απέδειξε για άλλη μια φορά ότι είναι λαμπρή ηθοποιός προσηλωμένη στην ποιότητα και με ιδιαίτερη έγνοια για τον ποιητικό δραματικό λόγο. Ήθος, σεμνότητα, ακρίβεια, συνέπεια και υπακοή στα κελεύσματα του σκηνοθέτη, δεν έκανε ούτε μια στιγμή κάτι από τα σταριλίκια στα οποία επιδίδονται διάφορες ομότεχνές της. Είναι Κυρία με κάππα κεφάλαιο και σε αυτή την παράσταση έδωσε έναν άφυλο-δίφυλο τυφλό μάντη με την ακρίβεια ενός χειρουργού που λειτουργεί τόσο συγκεντρωμένος που μοιάζει αφηρημένος. Κρίμα που οι διακυμάνσεις του λόγου της ταίριαζαν περισσότερο σε ανοικτό θέατρο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, αν ήμασταν στην απαιτητική-ανταγωνιστική «Εσπερία» θα προσλαμβάναμε ειδικό δάσκαλο φωνητικής.

 

Εκείνος όμως που με εξέπληξε ευχάριστα ήταν ο Δημήτρης Λιγνάδης. Ίσως η αυταρχικότητα και η αλαζονεία του ρόλου του να συνηχούσε με κάποιες καλά κρυμμένες χορδές της ψυχοσωματικής του ύπαρξης, γιατί και στον σαιξπηρικό «Ριχάρδο Γ’» είχε βγάλει πολλή από την εσωτερική του σκοτεινιά και την είχε ξεράσει επί σκηνής ως Σκότος δραματικό κι αξιοπρόσεκτο. Τελικά, αυτοί οι «κακοί» ρόλοι αφήνουν το πεδίο ελεύθερο στον υποκριτική να ξορκίσει τους δαίμονές του αναπτύσσοντάς τους επί σκηνής.

 

Δεν μπορώ να πω και για τις ηθοποιές που υποδύθηκαν Ισμήνη (Δήμητρα Βλαγκοπούλου) κι Αντιγόνη (Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη). Πολύ «στρογγυλά» μας τα είπαν όλα, πολύ ορθοφωνημένα, πολύ αναμενόμενα, όσο κι αν κυλίστηκαν στο χώμα, όσο κι αν χώθηκαν κάτω από ξύλινα παγκάκια, όσο κι αν έκαναν κούνια-μπέλα στην αιώρα κρεμάλα της υπερυψωμένης σκηνής.

 

Κάτι πήγε να κάνει ο ηθοποιός που υποδύθηκε τον Αίμονα (Βασίλης Μαγουλιώτης).

 

Διακεκριμένη, έμπειρη κι αξιαγάπητη η Μαρία Σκούντζου ως κορυφαία του Χορού.

 

Μια παράσταση που δεν προσπερνά και δεν πρέπει να προσπεράσει εύκολα κανείς. Καλοί κι οι έμπειροι Κώστας Καστανάς και Νίκος Μπουσδούκος. Αν μη τι άλλο ήξεραν ορθοφωνία, χωρίς να σημαίνει κι ότι τους ακούγαμε μέσα στον γενικόν ορυμαγδό του διονυσιαζόμενου αλλά όχι και βακχικού Χορού.

 

Ο Στάθης Λιβαθινός είναι βαθύς γνώστης της θεατρικής πράξης. Ας μείνει λοιπόν στον εγγενή συντηρητισμό του, αφού κάθε προσπάθεια να υπερβεί τα εσκαμμένα εκθέτει αυτόν και τους καλούς συνεργάτες του.

 

 

«Είμαι η Αντιγόνη…» του Γιάννη Σολδάτου στο «ΕσωΘέατρο»

 

 

«Το παράδοξο του Diderot» σε όλο του το μεγαλείο. Ένα μοντέλο, άνεργη ηθοποιός, ετεροαπασχολούμενη κι απλήρωτη καλλιτέχνις δυναμιτίζει τον ψυχισμό της με τον ταυτιστεί απόλυτα (ψυχή τε και σώματι, που λέμε) με την Σοφόκλεια Αντιγόνη, την οποία ερμηνεύει σε κάποια παράσταση («θέατρο εν θεάτρω»). Η εμμονή της με το «να θάψουμε τους νεκρούς» (τόσο επίκαιρη την εποχή της έξαρσης του προσφυγικού) της γίνεται ψύχωση και μοίρα. Το ηθικό δίδαγμα αυτού του φιλολογικώς προσανατολισμένου θεατρικού έργου του σκηνοθέτη και συγγραφέα Γιάννη Σολδάτου, το πέμπτο στη σειρά «Ιερή Πόρνη» διερευνά τα όρια ηθοποιού-ρόλου, πραγματικότητας-φαντασίας, εγώ-οι άλλοι και θέτει σημαντικά υπαρξιακά και κοινωνιολογικά προβλήματα διαχείρισης του εαυτού και της σαφούς οριοθετήσεως του ατόμου ως προς το περιβάλλον του, χωρίς τα όρια να γίνονται σύνορα αδιαπέραστα και περιχαρακωμένα, βεβαίως. Όμως χωρίς όρια, θα βουλιάξουμε σε μια χαοτική σούπα εντροπίας, όπου θα χαθούμε όλοι στο δικό του χωροχρονικό α-συνεχές ο καθένας. Αυτή η φιλοσοφική διερεύνηση περνάει αναγκαστικά μέσα από την αλλοτρίωση του ατόμου και την απαλλοτρίωση του σώματος στο ιερό λειτούργημα της πορνείας, όπου πρέπει να είναι κανείς πολύ δυνατός, αυτάρκης και μονομανώς πανηδονιστής για να αντέξει την κατάλυση των πάσης φύσεως ηθικών και κοινωνικών ορίων.

Πολύ καλή διαπραγμάτευση του θέματος από δραματουργικής πλευράς. Ο έμπειρος σκηνοθέτης ξέρει να δημιουργεί, να κλιμακώνει και να αποκλιμακώνει εντάσεις δια της δυναμικής της ομάδας κι αξιοποιώντας τα θέσφατα της ομαδικής ψυχολογίας.

Ζωγραφικοί οι φωτισμοί, δραματική λειτουργική και διακριτικά σημαίνουσα η μουσική του Νίκου Βασιλόπουλου. Εκπληκτικής ομορφιάς και σκηνικής αποτελεσματικότητας τα κοστούμια που σχεδίασε η έμπειρη σκηνογράφος-ενδυματολόγος Έφη Βενιανάκη.

Και οι τρεις ηθοποιοί (ΜΑΡΙΑ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΤΣΙΚΗΣ,
ΣΑΝΤΡΑ ΧΑΛΤΟΥΠΗ) είναι υπέροχοι, αυτοθυσιαστικοί, αυταπαρνησιακοί, αυτενεργούντες σε άψογη αρμονική συνεργασία με τους άλλους και σε αρμονία με τον περιβάλλοντα χώρο, όπου ηθοποιοί και θεατές συμπλέκονται και συνυφαίνονται στο φαντασιακό σύμπαν του υπέροχου «Εσωθεάτρου» στο Θησείο, Ακταίου 3, δίπλα στην εκκλησία, λίγο πιο κάτω από τον ηλεκτρικό σταθμό, μέσα από το παρκάκι, από την πάνω πλευρά των γραμμών προς Πετράλωνα.

Είχα την τύχη να παρακολουθήσω αυτή τη θεατρική μυσταγωγία και σας τη συνιστώ ανεπιφύλακτα.

 

Η συναισθηματική ασφάλεια και το χιούμορ: κλειδί επιτυχίας για τους ηθοποιούς. Λαμπρό παράδειγμα: η Σμαράγδα Καρύδη, κόρη των σεμνών και πολυτάλαντων ηθοποιών Ντίνου Καρύδη και Τζούλιας Αργυροπούλου

Το ελληνικό θεατρικό κοινό στα χρόνια της Κρίσης είναι απαιτητικό έως ανθρωποβόρο. Όπως και το γερμανικό θεατρόφιλο κοινό, ήδη από προγενέστερες δεκαετίες (αφού οι Γερμανοί μετά τους δύο παγκοσμίους πολέμους και μετά τον χωρισμό και την επανένωση των δύο Γερμανιών περνούσαν από την μία κρίση στην άλλη), η οικονομική στενότητα, το σφίξιμο του ζωναριού και η σκληρότητα της καθημερινής επιβίωσης, αφήνει στο πόπολο μόνο τον ρωμαϊκόν «άρτον και θεάματα», αφού οι κάθε λογής Θρησκείες, μεσσίες, προφήτες και ψευδοπροφήτες, μάγοι και μάντεις λεηλάτησαν ό,τι είχε απομείνει από τους πλέον εύπιστους και καλοπροαίρετους ανθρώπους. Οι υπόλοιποι «βάζουν μπρος τα δυο τους χέρια και σηκώνονται», γίνονται από σκληροί έως απάνθρωποι (σαν τη «Μάνα Κουράγιο» του Μπρεχτ) και πορεύονται λατρεύοντας αποκλειστικώς και μόνον την «Αγία Επιβίωση». Αυτή η σκλήρυνση, η χοντροπετσιά, ο σαδομαζοχισμός μετατρέπει τους βουλιμικούς θεατρόφιλους, που πηγαίνουν στο θέατρο για να διασκεδάσουν, να νιώσουν καλύτερα, ή ακόμα-ακόμα και να ψυχαγωγηθούν, τους μετατρέπει (κατά το μάλλον ή ήττον) σε θεατές ρωμαϊκής αρένας, αφού μόνο μέσα από την ομοιοπαθητική βία ξορκίζουν τον πόνο, τον φόβο και τον πανικό που τους προκαλεί αυτό που λέμε «αντικειμενική πραγματικότητα» και το οποίο δεν είναι παρά ένα φάντασμα στο μυαλό (του καθενός μας, διαφορετικό από κρανίου εις κρανίον). Η Τέχνη σκοπό και στόχο της έχει να μετατρέψει το φαντασιακό του αποδέκτη και συνδημιουργού της προκειμένου να κάνει περισσότερο ανεκτή, υποφερτή ή ακόμα κι ευχάριστη τη ζοφερή καθημερινότητα. Αυτή είναι η λειτουργικότητα την οποία επιτελεί από την εποχή των σπηλαίων κι ακόμα πριν. Ο ηθοποιός, ο καλλιτέχνης, ο ραψωδός, ο μίμος, ο παντόμιμος, ο χορευτής, ο τεχνίτης του Διονύσου, πόσω μάλλον αν είναι σταρ, πρέπει να δουλέψει τόσο σκληρά με το σώμα και την ψυχή του έτσι ώστε να γίνει κυριολεκτικά λάστιχο. Η δημοφιλής τηλεοπτική σειρά “Fame” της δεκαετίας του 1980 είναι χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της απάνθρωπης σκληρότητας. Μια διαφήμιση, τηλεοπτική, πρόσφατη, που δείχνει σε πρώτο πλάνο τα πληγωμένα πόδια των χορευτών κλασσικού μπαλέτου, χαϊδεύει τα αυτιά και μάτια των κακοπαθημένων καλοπληρωτών θεατών που πηγαίνουν για να διασκεδάσουν σε θεάματα υψηλής απαιτητικότητας σε οργάνωση-συντονισμό-ομαδική δουλειά, περφεξιονισμό τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Κάτι στο οποίο πάσχει η ελληνική κοινωνία. Κυρίως στο δεύτερο, ομαδικό επίπεδο, αλλιώς μεμονωμένα ταλαντούχα και πειθαρχημένα και οργανωτικά και συνεργάσιμα άτομα έχουμε ένα σωρό. Υπερπληθώρα. Όμως πόσοι από αυτούς τους τελειομανείς βρίσκουν το δρόμο τους προς την κοινωνική καταξίωση και την επιτυχία; Πολλοί λίγοι, μετρημένοι στα δάχτυλα, στον τομέα του ο καθένας. Γιατί; Μα είναι πολύ απλό; Χρειάζεται συναισθηματική ασφάλεια, αυτογνωσία, ωριμότητα, παιδεία, εκπαίδευση, διαρκή επιμόρφωση, συστηματική δουλειά σε καθημερινή βάση και κυρίως υγιή ανταγωνιστικότητα, που βασίζεται στην άμιλλα κυρίως με τον εαυτό μας. Μάλιστα. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η πραγματικότητα, η ζοφερή καλλιτεχνική πραγματικότητα στην Ελλάδα της Κρίσης απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ να γίνουμε Ηρακλείς, ημίθεοι, υπεράνθρωποι… Κι όλ’ αυτά γιατί; Μα μόνο και μόνο για να επιβιώσουμε. Τόσο απλό.

            Πήγα να δω το γνωστό και μάλλον ωραιοποιητικό της μεσο-μικροαστικής μιζέριας αμερικάνικο μιούζικαλ του Μπομ Φόσσι με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Sweet Charity”, όπου μια συμπαθής πρωταγωνίστρια του περιθωρίου και ψιλοαποτυχημένη γενικώς φέρει το όνομα Charity Hope Valentine. Μάλιστα. Το απομυθοποιημένο «αμερικάνικο όνειρο» σε όλο του το μεγαλείο. Σαν την «Ζυστίν» του Μαρκήσιου ντε Σαντ, που όλοι τη βιάζουν, την κακοποιούν, την προδίδουν, την εγκαταλείπουν, την προδίδουν κι εκείνη απορεί διαρκώς «γιατί», χωρίς να διδάσκεται, χωρίς να χοντροπετσιάζει, χωρίς να μετατρέπεται κι αυτή σε τέρας αδηφάγο και αδίστακτο, έτσι κι η γλυκούλα «Φιλανθρωπία-Ελπίδα-Ρομαντικός Έρωτας του Αγίου Βαλεντίνου». Είναι αυτό που λένε «δώσαμε-δώσαμε στον έρανο» ή «η τελευταία Πόντια πόρνη αυτοκτόνησε όταν έμαθε ότι οι άλλες πληρώνονται». Όμως η δική μας, η συμπαθέστατη, η εύθυμη, η λαϊκιά αστή Σμαράγδα Καρύδη, πατώντας σε ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον σημαντικών ηθοποιών από τα γεννοφάσκια της, έδωσε στον μάλλον ασήμαντο κι αδιάφορο ρόλο ένα βάθος και μια σφαιρική αντιφατικότητα, που έμοιαζε η ερμηνεία της με κοινωνιολογικό δοκίμιο. Τέτοια αυτοπεποίθηση, τόση ασφάλεια συναισθηματική, τέτοιες σωματικές, φωνητικές και υποκριτικές ακροβασίες σπανίως βλέπουμε στο ελληνικό θέατρο και μάλιστα σε ένα τόσο δύσκολο ξενόφερτο είδος, όπως είναι το μιούζικαλ, που απαιτεί από τον ηθοποιό να είναι υποκριτής, μίμος, παντόμιμος, χορευτής και τραγουδιστής (πολλά σε ένα!!!). Η Σμαράγδα Καρύδη είναι Ηθοποιός, με Ήτα κεφαλαίο, γιατί ξέρει και την ήττα να την μετατρέπει σε Νίκη, μεγαλοπρεπή. Η καλή και πανέμορφη ηθοποιός Τζούλια Αργυροπούλου (η μανούλα της) κι ο χιουμορίστας καρατερίστας αειθαλής κι αγέραστος πατέρας της Ντίνος Καρύδης, της έδωσαν γερές βάσεις για να ανταποκριθεί και να ανταπεξέλθει ακόμα και στις πλέον δύσκολες σκηνικές απαιτήσεις. Γιατί δεν παίζουν και οι τρεις μαζί να γίνει λαϊκό προσκύνημα; Στην «Περικειρομένη» του Μενάνδρου παραδείγματος χάριν; [Την έχω συμπληρώσει-διασκευάσει-ολοκληρώσει στο βιβλίο μου «Διασκευάζοντας άνευ ευτελείας», εκδόσεις Φαρφουλάς]. Έφερα αυτό το παράδειγμα γιατί αυτό είχα πρόχειρο. Να οργώσουν οι τρεις του τα αρχαία θέατρα της Ελλάδας και όχι μόνον και να γίνουν ένα ανεπανάληπτο τρίο, όπου ο Καρακατσάνης, ο Μιχαλακόπουλος και άλλοι σύγχρονοι αριστοφανικοί διονυσιακοί ηθοποιοί θα ωχριούν μπροστά τους. Εμπρός. Ιδού η Ρόδος ιδού το οίδημα. Παραγωγός χρειάζεται, μουσικός, χορογράφος και σκηνοθέτης. Τον μεταφραστή τον βρήκαμε [γιατί «ο παπάς πρώτα ευλογάει τα γένια του» κι «αν δεν παινέψεις το σπίτι σου πέφτει και σε πλακώνει»]:

 

Δια στόματος Αγγελικής Ματθαίου, μια ιστορία προσφυγιάς κι αενάου ξερριζώματος. Μία διαχρονική «ΑΓΓΕΛΙΚΗ» στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου» από την ομάδα με τον ειρωνικά αυτοσαρκαστικό τίτλο «Killing the Fly»

 

Δεν ξέρω αν το «σωματικό θέατρο» (Physical theater) είναι μία παρενέργεια της θρυλούμενης αλλά αδιόρατης ακόμα Παγκοσμιοποίησης, ή μήπως είναι απλώς ο κληρονόμος των μίμων-μιμάδων-παντόμιμων που διέτρεχαν τις αχανείς (για τα μεταφορικά μέσα της τότε εποχής) εκτάσεις του Ελληνορωμαϊκού Κόσμου και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αργότερα [ότε τέθηκαν υπό διωγμόν από την επίσημον τότε Εκκλησίαν, αν και η αυτοκράτειρα Θεοδώρα ξεπήδησε κι αναρριχήθηκε στον ύπατο θρόνο από τα άσεμνα θεάματα του Ιπποδρόμου, στο νούμερο με το καλαμπόκι στα γεννητικά όργανα και τη χήνα που τα αναζητούσε…].

Το σίγουρο είναι όμως ότι θυμίζει τα «Κλασικά εικονογραφημένα» ή τον «Αστερίξ και Οβελίξ» για τους παλαιότερους. Με άλλα λόγια, καθρεφτάκια για ιθαγενείς κι ιστορίες για αγρίους. Το έργο «Αγγελική, μελόδραμα σωματικού θεάτρου. An illustrated monologue» που παρακολουθήσαμε στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου» και νιώσαμε ως παιδάκια προ-νηπιαγωγείου στην πρώτη τους θεατρική παράσταση, διέθετε τόση και τέτοια περιττή περιγραφικότητα και «σωματοποίηση-υπογράμμιση» του εκφερόμενου λόγου, χωρίς απαραίτητα και τον (αυτό-)κριτικό σχολιασμό του, κάτι που θα του έδινε ενδεχομένως ένα άλλο βάθος και μια κάποια προοπτική, πέρα από τη ρηχότητα μιας μάλλον ενδιαφέρουσας ιστορίας που απευθύνεται σε κωφαλάλους ή σε χαμηλής νοημοσύνης άτομα… Έλεος πια. Είπαμε θέατρο και στυλιζάρισμα, θέατρο και θεατρικότητα, έρευνα της πρωταρχικής θεατρικής γλώσσας… καλά είν’ όλα αυτά και άγια. Αλλά δεν μπορεί να βγαίνουμε με τα νεύρα τσατάλι από παραστάσεις που όταν μιλάς για ένα βουνό το δείχνεις κιόλας και προσπαθείς να αναπαραστήσεις τον όγκο του με …το σώμα σου. Όσο ευτραφής κι αν είσαι, είναι περιττό, αντιαισθητικό, κακόγουστο. Εκτός αν απευθυνόμεθα σε ένα πολυεθνικό κοινό, αν δίνουμε παράσταση σε καταυλισμό αλλόγλωσσων νομάδων που δεν έχουν πάει ποτέ σχολείο και δεν γνωρίζουν γραφή κι ανάγνωση. Όμως ακόμα κι έτσι οφείλουμε σεβασμό στην ανθρώπινη υπόστασή τους.

Κρίμα γιατί η πραγματική ιστορία της εβδομηντάχρονης Αγγελικής Ματθαίου άξιζε καλύτερη τύχη και το υπερ-χρονικό και υπερ-τοπικό πρόβλημα των ξερριζωμένων προσφύγων είναι ένα ζέον πρόβλημα για όλες τις σύγχρονες «ανεπτυγμένες» κοινωνίες.

Περιμέναμε περισσότερα από την ομάδα με τον ειρωνικά αυτοσαρκαστικό τίτλο «Killing the Fly» (αλήθεια, μήπως υπονοούν τις «Μύγες»-Ερινύες-τύψεις συνειδήσεως από το έργο του Ζαν-Πωλ Σαρτρ;). Τι να σας πω και τι να σας μολογήσω; Δεν ξέρω. Έχω υποστεί τόση «πρωτοπορία» ο κριτικός, που αν δεν είχα μεγαλώσει στη Φύση και δεν ήμουνα εγκρατής εκ φύσεως θα είχα χάσει τελείως το μπούσουλα και θα συνέχεα την αριστεράν με τη δεξιά μου (κάτι που είναι εξάλλου πολύ εύκολο να το πάθει κανείς σε αυτόν τον τόπο).

Πέρα όμως από την πλάκα, θαύμασα τους δύο άντρες ηθοποιούς για την εύπλαστη σωματική τους έκφραση: Robin Beer και Γιάννης Κουκουράκης. Εύγε τους! Όσο για την Αγγελική Ματθαίου, τι να σας πω; Δεν ξεύρω. Κάποιες στιγμές ήταν πολύ κινηματογραφικά ρεαλιστική, κάποιες άλλες το έχανε (όταν νόμιζε ότι το …εύρισκε) κι άλλες απλώς διεκπεραίωνε ένα κείμενο με τις απαιτήσεις σχολικής παράστασης δημοτικού σχολείου. Τόση αθωότητα πια;! Κινδυνεύει να δημιουργήσει …σχολή, όπως όλες οι επιδερμικότητες σε αυτόν τον τόπο. Το πρόβλημα με το κακό θέατρο στην Ελλάδα είναι ότι ελλείψει συστηματικής, αυστηρής, επιστημονικής κριτικής η όποια αυθαιρεσία κατοχυρώνεται, διαιωνίζεται, αποκτά ισχύ «δεδικασμένου» και μετά την απομάκρυνσιν από την αίθουσα ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Όλοι χειροκροτούν. Σαν κοινό ρωμαϊκής αρένας. Κι όσο πιο κακόγουστο το θέαμα, όσο πιο εμετικό τόσο περισσότερο χειροκροτούν. Αυτό το έχω παρατηρήσει στο Ηρώδειο όταν ήμουν υπεύθυνος των καλλιτεχνικών εκδηλώσεων (1997-1998). Ούτε η Σαλώμη αν χόρευε μπροστά από τον Ηρώδη και την Ηρωδιάδα δεν θα αποσπούσε τόσο μανιασμένο χειροκρότημα. Τι να πω; Άγνοια; Κακοήθεια; Παρεϊσμός (η αποθέωση της παρέας από τους κλακαδόρους;). Όπως στα κονσέρτα και στις διεθνείς συμφωνικές ορχήστρες, που βλαχάρες υπουργίνες έρχονταν μετά την έναρξη και με ρωτούσαν «τι είναι η ουβερτούρα;» κι επέμεναν να μπουν με τα ψηλοτάκουνα στα μαρμαρένια αλώνια του ρωμαϊκού ωδείου και να καταχειροκροτηθούν κιόλας! O tempora o mores!

Έτσι λοιπόν για να επανέλθουμε στην παράσταση του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου» με την «Αγγελική» της Αγγελικής Ματθαίου σε διασκευή Κατερίνας Δαμβόγλου, που παίζει, εκφράζεται σωματικώς, ομιλεί και συν-σκηνοθετεί, θα προτιμούσα να είχα διαβάσει απλώς το κείμενο δίπλα στο τζάκι ακούγοντας το “Requiem” του Μότσαρτ. Τόσο κλασικά και παλιομοδίτικα είναι τα γούστα μου… Παρά να προσπαθώ να λαγοκοιμηθώ στα άβολα καθίσματα γέρνοντας ελαφρά στον κατάμαυρο τοίχο του δώματος αυτού του Ναού της Τέχνης του Διονύσου.

 

 

Ομάδα Θεάτρου ΑTONAλ-Σοφία Μαραθάκη

La dispute του Μαριβώ στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών

Πατώντας με το ένα πόδι στη «Φιλονικία» (1744) του Μαριβώ και με το άλλο στο «Όνειρο Θερινής Νυκτός» (1600) του Σαίξπηρ η πολλά υποσχόμενη, ταλαντούχα, πειθαρχημένη κι αντι-μεταμοντέρνα Σοφία Μαραθάκη απέδωσε με απολύτως ορθολογικό και γεωμετρημένο θα έλεγα τρόπο την πανάρχαια τραγικωμωδία του Έρωτα ως έναν αγώνα αγρίων ενστίκτων με τον «πολιτισμένον άνθρωπο», που χάνει πάντα το παιχνίδι του έρωτα και της εξουσίας, απλώς και μόνον γιατί δεν είναι πια τόσον άγριος, αδίστακτος και ανήθικος για να αντιπαρατεθεί και να αντιπαραταχθεί στο κτήνος που ελλοχεύει ακόμα και στον πλέον συγκροτημένο (φαινομενικά) άνθρωπο. Τα ορμέφυτα φαίνονται να λειτουργούν ανεξέλεγκτα περισσότερο στις γυναίκες (για τον Μαριβώ), ενώ στον Σαίξπηρ διαφαίνεται μια κάποια «δημοκρατία των φύλων», τουλάχιστον όσον αφορά την «αρρώστια του έρωτα».

Ξεκινώντας κατ’ αρχήν από το σκηνικό χώρο που διαμόρφωσε, κόσμησε και φιλοτέχνησε ο Κωνσταντίνος Ζαμάνης, διατηρείται ανάστροφα η αρχιτεκτονική της σκηνής «ιταλικού τύπου» με τους υποτιθέμενους θεατές-παρατηρητές του ανθρωπολογικού αυτού πειράματος να βρίσκονται ακριβώς στο κέντρο και ψηλότερα από την επί σκηνής αρένα, όπου συμπλέκονται τα ρωμαϊκά θηρία με τους μονομάχους αδιάκριτα και αδιακρίτως. Από τα πλέον επιμελημένα, σοφά και τετραγωνισμένα σκηνικά του Φεστιβάλ Αθηνών.

Τα κοστούμια υπογράφει η εικαστικός Εύα Μαραθάκη, ενώ στον σχεδιασμό των φωτισμών συνεργάζεται ο Σάκης Μπιρμπίλης. Εκπληκτικά ακριβής, ρασιοναλιστική και στρογγυλεμένη η κίνηση που δίδαξε η Βρισηίδα Σολωμού. Απολύτως ταιριαστή με τον μεταφρασμένο από την Μαρία Ευσταθιάδη λόγο του Μαριβώ, η πρωτότυπη μουσική που συνέθεσε ο Βασίλης Τζαβάρας.

Όλοι οι ηθοποιοί ήσαν υπέροχοι, καταπληκτικοί, πειθήνια δημιουργικοί και υπάκουα παραγωγικοί, κάτι που δεν συναντάται συχνά ούτε στο ελληνικό θέατρο ούτε στην ελληνική κοινωνία βεβαίως. Τα ονόματά τους με αλφαβητική σειρά: Μιχάλης Βαλάσογλου, Λήδα Κουτσοδασκάλου, Σοφία Μαραθάκη, Κωνσταντίνος Παπαθεοδώρου, Φωτεινή Παπαχριστοπούλου, Καλλιόπη Σίμου, Γιώργος Σύρμας, Δημήτρης Τσιγκριμάνης.

Θα ήθελα να βλέπω όλο και πιο συχνά τόσο άρτια θεάματα, δομημένα και αισθητικώς επεξεργασμένα, γιατί πήξαμε στις προχειρότητες και στις αρπαχτές και στις δήθεν μεταμοντέρνες ανοησίες. Επιτέλους, όλα τα πράγματα έχουν και τα όριά τους. Τα παιδιά που παίζουν στον κήπο καταστρέφοντας και καίγοντας δέντρα και ζωντανά, που δεν αφήνουν όρθια πέτρα πάνω στην πέτρα, δεν μας ενδιαφέρουν, δεν μας αρέσουν και δεν μας αφορούν. Αρκετά με την αποδόμηση. Γίναμε όλοι Ηρόστρατοι! Ας βρεθούν πάλι εκείνοι οι γενναίοι που θα χτίσουν ναούς της Εφέσσου κι ας τους λοιδωρήσουνε κι ας παλέψουν με όλα τα θηρία της πανανθρώπινης ερεβώδους ψυχής που αναζητεί διαρκώς την αυτοκαταστροφή της, λες και δεν μπορεί να νικήσει αλλιώς τη ναυτία του θανάτου και το άγχος του Χρόνου που καταρρακώνει κάθε μνήμη και μας βυθίζει όλους στη Λήθη, μακριά από την Α-λήθεια που θα μας λυτρώσει.

Ο καλλιτέχνης είναι και οφείλει να είναι φρυκτωρός, σηματωρός, φάρος. Αν πρόκειται να οδηγεί τυφλούς, ως μισότυφλος αυτός, από βάλτου εις βάλτον κι από ξέρας εις ξέραν, όπου θα προσαράξουμε δια παντός… εεε, ας μας λείπει καλύτερα.

Η Σοφία Μαραθάκη είναι μια υγιής καλλιτεχνική φωνή, αξιοπρόσεκτη, αξιομνημόνευτη και αξιοβράβευτη!!!

Ερμίρα Γκόρο, After Party, με την εκπληκτική Αγγελική Στελλάτου στο Φεστιβάλ Αθηνών

 

 

Η Αγγελική Στελλάτου, συνοδοιπόρος στην αρχή και συνδημιουργός του μύθου που λέγεται Δημήτρης Παπαϊωάννου, ακολούθησε στη συνέχεια τον δικό της διακριτικό τρόπο κι έρχεται σήμερα σε σύλληψη-σκηνοθεσία Ερμίρας Γκορό και συν-χορογραφώντας μαζί της, να μας μιλήσει ως Performer αλλά καθόλου αυτοσχεδιαστικά, για τα προσωπικά της βιώματα τόσον όσον αφορά το πέρασμα της γυναίκας από την πολυθρύλητη νεότητα στην υπαρξιακή αγωνία της μέσης ηλικίας όσο και για τη μετάβαση από τα φώτα του προσκηνίου στο ημίφως του βάθους της σκηνής που λέγεται κόσμος και είναι γεμάτη από σαλεμένες υπάρξεις σύμφωνα με τον Τρελό από τον σαιξπηρικό «Βασιλιά Ληρ».

 

Αυτή η διπλή ανάγνωση του συμβολικού έργου με τον τίτλο “After Party” είναι καθ’ όλα νόμιμη και θεμιτή, γιατί παρ’ όλο που χρησιμοποιεί την ασπρισμένη κόμη της ως μάσκα, ως προσωπείο, ως προκάλυμμα, η χορογράφος και καλλιτέχνις Αγγελική Στελλάτου κουβαλάει επί σκηνής τόσο το εξαντλητικά γυμνασμένο σώμα της όσο και το μύθο της (πράγματα αδιαχώριστα ακόμα και για τους πιο σχολαστικούς και έμπειρους κριτικούς). Έχει χυθεί πολύ μελάνι για τον διαχωρισμό βιογραφίας και έργου, όμως σας λέω εγώ ότι είναι σα να προσπαθείς να διαχωρίσεις τον χοιρινό κιμά από το διάσπαρτο εσωτερικό λίπος του. Εξάλλου Ύλη και Αντιύλη συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο, αφού είναι διαφορετικές εκφάνσεις της προσωρινώς μορφοποιημένης ενέργειας. Έτσι, η ενέργεια ενός καλλιτέχνη δεν μπορεί να διαχωριστεί και να διαμοιραστεί σε δύο επίπεδα (άλλο το έργο κι άλλο ο βίος κι η πολιτεία). Αυτό θα συνέβαινε μόνο σε βαριές ψυχοπαθολογικές καταστάσεις. Η εργοβιογραφία είναι ενιαίο κι αδιαίρετο σύνολο, ακόμα κι όταν δεν μας βολεύουν μερικές «σκοτεινές» πτυχές της καλά κρυμμένης μας ουσίας. Τότε σκιαμαχούμε, κυνηγάμε φανταστικούς μύλους, σαν τον Δον-Κιχώτη, αρνούμαστε το πασιφανές ότι δέντρο χωρίς σκιά δεν υπάρχει κι ότι τα όντα φέρουν τη σκοτεινή και τη φωτεινή πλευρά τους αδιαίρετη.

 

Όλα αυτά τα γράφω, γιατί διείδα με την ευαισθησία του ποιητή-κριτικού, μια προσπάθεια της ημι-από-κεκαλυμμένης Αγγελικής Στελλάτου να μιλήσει για όλους και για όλα με το σώμα της. Αυτή η βουβή διαμαρτυρία που ενείχε δημιουργικώς αναπτυσσόμενη πικρία, αλλά και απαράμιλλη μαχητικότητα, μετέδωσε τελικά στους θεατές τη δύναμη του ηττημένου, το «βάζω μπρος τα δυο μου χέρια και σηκώνομαι»
του πεσμένου, που δεν το βάζει όμως κάτω, που δεν παραδίδεται, αλλά διδάσκεται από τα χαστούκια της ζωής και τα καπρίτσια του Χρόνου να γίνεται περισσότερον ευέλικτος και προσαρμοστικός μέχρις εξαφανίσεως, μέχρις πλήρους αφομοιώσεως από τη σκοτεινή και μαύρη Υλοενέργεια της Ορφικής Νύχτας από την οποία ανα-γεννάται το Ορφικόν Ωόν της Δημιουργίας, ως Φοίνιξ μετά την απαραίτητη πυρκαγιά που θα οδηγήσει τη φθαρμένη ύλη στην ανα-κύκλωση.

 

Σοφή η χορογραφία της Ερμίρας Γκόρο, τέλεια η απόδοσή της από τη συνδημιουργό Αγγελική Στελλάτου. Μια παράσταση που αξίζει να δει κανείς μεσούσης της Κρίσεως, γιατί θα βγει δυναμωμένος και ισχυρός.

 

Ιόλη Ανδρεάδη, Young Lear. Παράσταση βασισμένη στον «Βασιλιά Ληρ» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, ή αλλιώς πώς η δουλειά δεν κάνει τους άξιους θεατρανθρώπους όταν λείπει η διονυσιακή μανία και η βακχική έξαψη, όταν η ηδονή της ζωής μετατρέπεται σε κατάπλασμα συνώνυμο της επιβίωσης.

Η Κρίση παίρνει πολλές μορφές σε πολλά επίπεδα. Όταν στο επίσημο τυπωμένο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών (και Επιδαύρου, αν και φέτος όλες οι παραγωγές ήταν ανεξάρτητες), διαβάζουμε με κεφαλαία bold εκτυφλωτικά μεγάλα γράμματα το βαρύγδουπο όνομα ΙΟΛΗ ΑΝΔΡΕΑΔΗ ενώ με μικρότερα στοιχεία και χωρίς πολλές-πολλές επισημάνσεις το όνομα ενός κάποιου Σαίξπηρ που δεν τον ξέρει ούτε και η μάννα του. Έλεος βρε παιδιά! Τέτοια αμετροέπεια, αλαζονεία, καμποτινισμός, ωχαδερφισμός, ξερολισμός και όλα τα κακά της φυλής;… Είπαμε, αλλά μέχρι ενός σημείου. Βέβαια, ο υπότιτλος βάζει κάπως τα πράγματα στη θέση τους, αφού βιάζεται να δηλώσει πως δεν πρόκειται για παράσταση του κλασικού, μεγαλειώδους ασύλληπτου, ποιητικού-δραματικού-φιλοσοφικού έργου, αλλά για μια διασκευή [και ούτε καν – γι’ αυτό χρειάζεται άλλωστε μια κάποια φαντασία], διασκευή που φιλοτεχνεί [τρόπος τού λέγειν] η επίδοξη διάσημη θεατράνθρωπος, η οποία υπογράφει [μόνη της – καταμόναχη] και τη Σύλληψη [ποιανού;] και τη Σκηνοθεσία και τη Μετάφραση και την Κίνηση [ποιών; Μα αφού οι ταλαίπωροι υποκριτές πέρασαν την ώρα τους καθισμένοι σε καρέκλες ή όρθιοι σχηματίζοντας απλοϊκά σύμβολα με τα χέρια τους]… Αιδώς Αργείοι. Μια φοιτητική παραστασούλα είδαμε, με τους ηθοποιούς αμήχανους να προσπαθούν να παίξουν ταυτόχρονα σε δύο [τάχαμου και δήθεν] επίπεδα: αυτό των σύγχρονων μεγαλοαστών που περιμένουν τον πατέρα-αφέντη να ξεψυχήσει προκειμένου να διαμοιράσουν τα υπάρχοντά του για να πληρώσουν τα χρέη τους, ενώ ταυτόχρονα παίζουν ένα αυτοσχέδιο ψυχόδραμα, με ρόλους δανεικούς και πασίγνωστες ατάκες από τον «Βασιλιά Ληρ» του Σαίξπηρ. Εντάξει, απαιτεί μια κάποια εγρήγορση κάτι τέτοιο, λίγη ένταση, σαφείς αλλαγές, σχηματικά περιγράμματα, άκαμπτα όρια (όπως εξάλλου και το σκηνικό, που αναπαρίστανε προθάλαμο νοσοκομείου χωρίς καμία επινοητικότητα)… Όμως από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ώρας, ο επαρκής θεατής είχε αποδικωποιήσει το σκηνικό παιχνιδάκι, το είχε κλωτσήσει αδιάφορος μακριά και το είχε σπάσει. Μετά έπαιξε (ο επαρκής θεατής) με το κινητό του μέχρι το χλιαρό και αμήχανο χειροκρότημα του τέλους, όταν βγήκε να υποκλιθεί η …δράστις του …μεγαλειώδους θεάματος [λέμε τώρα] ντυμένη με σύγχρονο ποδήρες κρινολίνο, σαν –νέο-μεσαιωνική παρθένα που μας έκανε τη χάρη να κατεβεί από τα δώματά τους στην αίθουσα των δεξιώσεων του πύργου ΤΗΣ. Εξάλλου, ήταν όλα χτισμένα, κομμένα και ραμμένα επάνω της. Η παρακαθημένη μου θεατράνθρωπος παρετήρησε ότι παρ’ όλα αυτά υπήρχε δουλειά και άσκησις. Άσκησις υπήρχε, βεβαίως [των ηθοποιών] βάσανος δεν υπήρχε. Ήταν όλα εύκολα κι αναμενόμενα. Σχεδόν παιδικά. Και τρισάθλια στην επιτήδευσή τους. Αυτή η ρεαλιστικότητα των σκηνικών, η αληθοφανής «όψις» της παραστάσεως, σε συνδυασμό με τον σουρεαλιστικό λόγο και την εξεζητημένη έκφραση, έφτιαχναν ένα θέαμα που δεν είχε μήτε μύτη μήτε … οπίσθια (για να παραφράσουμε μια πασίγνωστη γαλλική έκφραση, επί το κοσμιώτερον). Τελικά, θλίβομαι σε αυτή τη χώρα. Με τόσα άξια κι αναξιοποίητα ταλέντα, ο νεποτισμός, η μεγαλομανία, οι στρωμένοι με ροδοπέταλα δρόμοι, το κατεστημένο και οι κάθε λογής ακαδημαϊσμοί ανατυπώνουν τον εαυτό τους, ρυπαίνοντας, προκαλώντας μια διάχυτη κακογουστιά και μια μιζέρια που δεν μας αξίζει, αφού και γλώσσα πανάρχαια διαθέτουμε, και φαντασία, και δημιουργικότητα και ποιητική δραματικότητα και μουσική και ζωγραφική και γλυπτική και χορό και «πλαστική» κίνηση… Ας μην μεμψιμοιρούμε. Ο Χρόνος κι η Ιστορία θα τοποθετήσει τον καθένα εκεί που του αξίζει. Θα κλείσει τα κουτάκια, θα κολλήσει και την επιγραφή. Όπως τα κολεόπτερα. Στη βιτρίνα. Ας μην παίρνουμε λοιπόν στα σοβαρά τις ευκολίες των «πετυχημένων». Γιατί όπως έγραψε ο Φρόϋντ, κάποιοι πετυχαίνουν αποτυγχάνοντας, βαθιά μέσα τους. Γι’ αυτό απόλαυσα του «Πέρσες» από την Ομάδα «ΘΕ.ΑΜ.Α» (άτομα με αναπηρία). Γιατί εκεί η αναπηρία ήταν μόνο εξωτερική, δηλωμένη, ξεπερασμένη κι ουχί υποφώσκουσα. Παθολογίες… Αχ, αυτή η νεοελληνική πραγματικότητα. «Όπου και να την αγγίξεις πονεί», όπου και να προσπαθήσεις «να ταξιδέψεις» (για να αποδράσεις) «σε πληγώνει». Κάτι ήξερε κι ο νομπελίστας Σεφέρης που δεν τον περίμενε κανείς στο αεροδρόμιο όταν ήρθε με το διεθνές τρόπαιο. Ενώ για κάποιους-κάποιους, όλοι οι δρόμοι [νομίζουν ότι] είναι ανοικτοί. Και τα …σκυλιά δεμένα. Υπάρχει όμως και η ατρόμητη κριτική. Η ανένταχτη.

 

 

ΘΕ.ΑΜ.Α.(Θέατρο Ατόμων με Αναπηρία)

Οι «Πέρσες» του Αισχύλου, όπως δεν τους είχαμε ξαναδεί

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 

Έπρεπε να δούμε τα ηρωικά άτομα με αναπηρία να ερμηνεύουν μοναδικά, αυτοθυσιαστικά κι ανεπανάληπτα τους θρηνώντες ηττημένους «Πέρσες», ίσως το πιο δύσκολο για εμάς σήμερα έργο του Αισχύλου, για να καταλάβουμε τι εστί αναβίωση του αρχαίου δράματος με σεβασμό στο πνεύμα του συγγραφέα αλλά και στις δομές του κειμένου. Μπράβο τους, ανεπιφύλακτα. Και δεν είμαι από τους κριτικούς θεάτρου που «χαρίζουν κάστανα». Το αντίθετο. Την Αλήθεια ομιλών, «ηρωική αληθεία αρκούμενος» (στο δρόμο που χάραξε ο Μάρκος Αυρήλιος), ασφυκτιώ κι εγώ με τους «συνήθεις υπόπτους», τους ματαιωμένους νάρκισσους, τους επιτυχημένους …Looser [παρακαλώ, κρατήστε μου το copyright αυτού του οξυμώρου σχήματος]. Η αναπηρία είναι πολλές φορές πιο βαριά στους αρτιμελείς, όταν κρύβεται σε βαθιά συναισθηματικά, νοητικά, βουλητικά, ακόμα και πνευματικά επίπεδα. Η Τέχνη του θεάτρου είναι εξ ορισμού «ανήθικη» αφού βασίζεται στην «υποκριτική». Ως ικανό και αναγκαίο αντιστάθμισμα πρέπει να φέρει το Ήθος, την Ακεραιότητα, την Ειλικρίνεια, την Τιμιότητα, τη Γενναιότητα, την Αυτοθυσία, την απαλοιφή του Εγώ χάριν του Εμείς. Γι’ αυτό κυρίως θαύμασα και απόλαυσα αυτή την παράσταση από την ομάδα ΘΕ.ΑΜ.Α. γιατί ο σκηνοθέτης Βασίλης Οικονόμου είχε και γνώση και άποψη και αδιαφιλονίκητη αισθητική και σέβας στο αισχύλειο δράμα. Αξιοποίησε τόσο καλά τις ειδικές ικανότητες ατόμων με αναπηρία, αλλά και χωρίς, συνδύασε τη δημοτική παράδοση με τον αρχαίο κοπετό, έστησε ένα απόλυτα λιτό και λειτουργικό σκηνικό χάρη στη Δέσποινα Φλέσσα, έντυσε τους ερασιτέχνες (και μη) ηθοποιούς του με περιγραφική υποδηλωτικότητα (χάρη στη Σοφία Σταυρακάκη), φώτισε με ιδιαίτερα δραματικό (αλλά ποτέ μελοδραματικό τρόπο) τόσο τη σκηνή όσο και τους δρώντες (χάρη στον Φώτη Κίκιρα. Απολύτως υπομνηματική η μουσική επιμέλεια του Αλέξανδρου Καψοκαβάδη. Στα κρουστά ο Μάκης Σουλελές και ο Αλέξανδρος Χαντζαράς. Εκπληκτική η κομμώτρια και τραγουδίστρια δημοτικών ασμάτων Γιώτα Βέη στο ρόλο της κορυφαίας του Χορού. Απολύτως διακριτική, αλλά και δραματικώς ενεργή η Θεοδώρα Τσαποΐτη στη διερμηνεία της ελληνικής νοηματικής γλώσσας. Εκγύμναση τού εκπάγλου Χορού από την Αιμιλιανή Αβραάμ. Τι να πω και τι να μην πρωτοπώ; Ήταν όλοι τους υπέροχοι. Μηδενός εξαιρουμένου. Αγέρωχοι, συνεργάσιμοι, πιστοί στο ομαδικό κλίμα, περήφανοι για το προτέρημα του υστερήματός τους. Γεμίσαμε όλοι αισιοδοξία και ανάταση νιώσαμε, για όλα όσα μπορεί ο σύγχρονος Άνθρωπος ως άλλος Σίσυφος να κατορθώσει. Ναι, μπορούμε να προσπεράσουμε τις Συμπληγάδες Πέτρες, να κωφεύσουμε στις Σειρήνες, να ακούσουμε με προσοχή τις Κασσάνδρες και να πράξουμε αναλόγως. Φτάνει να είμαστε γεροί, εσωτερικώς κυρίως. Και γενναίοι. Σαν όλους αυτούς που μας δίδαξαν ήθος, γενναιότητα και υπέρβαση. Ξέρετε, ο Άνθρωπος μόνον όταν υπερβαίνει τα όριά του αξίζει αυτόν τον τίτλο. Και μόνον τότε ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα ζωντανά και έμψυχα. Παραθέτω άπαντα τα ονόματα των εμφανών αυτών ηρώων και σας παρακαλώ να τα αναγνώσετε σε στάση προσοχής:

Δαρείος: Πάνος Ζουρνατζίδης Κορυφαία Χορού: Γιώτα Βέη
Αγγελιαφόρος: Μιχάλης Ταμπούκας Χορός: Αιμιλιανή Αβραάμ (Β’ κορυφαία), Μιχάλης Γραμματάς, Γιώργος Ηλιάκης, Μαρία Μουρελάτου, Μαρίνα Σταμάτη, Μαίρη Σταματουλά, Έφη Τούμπα
Ξέρξης: Βασίλης Οικονόμου
Άτοσσα: Χριστίνα Τούμπα & Χριστίνα Τσαβλή  

 

 

 

Με ιδιαίτερο σεβασμό κι εκτίμηση στο πρόσωπο κάθε ενός εξ αυτών υποκλίνομαι.

 

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

 

 

ΆΝΙΣΟΣ ΘΗΒΑΪΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ.

Posted by grafei on 10:16 in Θέατρο, Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

Ένας Οιδίποδας, μα τι Οιδίποδας! Τύραννος, σωστός. Από το Εθνικό μας Θέατρο σε συμπαραγωγή με το Θέατρο Βαχτάνγκοφ στην Επίδαυρο. Πολλά, ανυπόκριτα εύγε! (με επιφυλάξεις) Κατά τα άλλα, η ανεκδιήγητη «Αντιγόνη» κι οι απαράδεκτοι «Επτά επί Θήβας» (ήταν όλοι τους εκτός θέματος) έγραψαν μελανές σελίδες στο θεσμό των Επιδαυρίων.

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

boyras-1

 

 

 

 

Το φετινό φεστιβάλ έβρισε(ν) [από το ρήμα βρίθω] φέτος με τον λεγόμενο «Θηβαϊκό Κύκλο» του αρχαίου δράματος. Και «Αντιγόνη» είδαμε, τόσο ετερόκλητη που καταλήξαμε να τη μισήσουμε, σε υποδειγματική σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, σε μετάφραση του αείμνηστου φιλολόγου και δημοσιογράφου Δ.Ν. Μαρωνίτη (με αστοχίες όπως εκείνη το «άπαιδη» που απονέμει στον εαυτό της η ηρωίδα Αντιγόνη…), με την εκπληκτική Μπέτυ Αρβανίτη, μεγάλη Κυρία του Θεάτρου μας, σε ρόλο …πειρατή Τειρεσία, που παραλίγο να του πέσει το ένα βούλωμα ματιού επί ορχήστρας αρχαίου θεάτρου Επιδαύρου (θα έλιωσε το χανζαπλάστ από τη ζέστη). Μόνον ο Δημήτρης Λιγνάδης άξιζε, παρ’ όλο που θύμιζε «Ριχάρδο τον Γ’» σε χουβάρδεια εκδοχή. Ο Στάθης Λιβαθινός είναι σημαντικός σκηνοθέτης και βαθύς γνώστης των θεατρικών κωδίκων. Καμιά φορά όμως πέφτει στα σκουριασμένα γρανάζια της ανυπόκριτης δημοσιοϋπαλληλικής γραφειοκρατίας κι εκεί τα πράγματα δεν είναι όπως θα ήθελε.

oidipoustyrannos

Εκεί όμως που θριάμβευσε ως διευθυντής της πρώτης κρατικής μας σκηνής, του Εθνικού Θεάτρου ήταν η συμπαραγωγή με το θέατρο Βαχτάνγκοφ της Μόσχας κι ο εκπληκτικός σοφόκλειος «Οιδίποδας Τύραννος» στα ρώσικα σε σκηνοθεσία του Λιθουανού Rimas Tuminas. Τι ηθοποιοί, τι πειθαρχία, τι εκφραστικότητα, τι πλαστική κίνηση, τι ευφράδεια, τι άψογη ορθοφωνία… όλα σε υπερθετικό βαθμό. Πολλές φορές δεν χρειαζόταν καν να διαβάζω τους υπέρτιτλους. Ούτως ή άλλως μερικά πράγματα δεν μεταφράζονται, όπως εκείνο το εκπληκτικό «Ύβρις φυτεύει (ή γεννά) τύραννο». Το να μεταφράσεις το «Ύβρις» στο αγγλικό “pride” δεν αποδίδει ούτε κατ’ ελάχιστον την αρχαία ελληνική δραματική χρήση του όρου. Παράταιρος ο ελληνικός χορός, αν και μελωδικός. Αδιάφορη έως ισοπεδωτική η μετάφραση των χορικών στα νέα ελληνικά από την Έλσα Αδριανού. Η Μελίνα Παιονίδου έκανε όμως καλή δουλειά στη μουσική διδασκαλία των Χορικών. Αν μην τι άλλο ακουγόταν ο λόγος, κάτι όχι και πολύ αυτονόητο για τα φετινά θεατρικά σχήματα που άλωσαν τον ιερό χώρο του πολυκλείτειου θεάτρου. Η παράσταση ήταν στο σύνολό της η καλύτερη από τις τρεις του θηβαϊκού κύκλου. Παρά την υπερκινητικότητα και το υστερικό τρέξιμο, παρά την περιγραφικότητα των κινήσεων και την υψηλή ένταση των φωνών (πράγμα που δεν χρειαζότανε λόγω της θαυμάσιας ακουστικής, που τους ήταν όμως άγνωστη και δεν ήξεραν πώς να την εκμεταλλευτούν, τουλάχιστον στην πρεμιέρα). Επιφυλάξεις λιγοστές, αλλά νόμιμες για έναν αυστηρό κριτικό που σέβεται το λειτούργημά του και προφυλάσσει τον εαυτό του από κακοτοπιές και άτοπα …λιβανωτά.

 

Η χειρότερη ήταν …παμψηφεί (για κριτικούς, θεατρολόγους και επαρκείς θεατές-συνδημιουργούς αναγνώστες – παρά τα διθυραμβικά διαδικτυακά σχόλια κάποιων …εγκαθέτων, ορκισμένων φίλων τών συντελεστών…)… η απαράδεκτη …τραγωδία (όνομα και πράγμα) του φετινού κρίσιμου καλοκαιριού, με γειτονικά πραξικοπήματα, τρομοκρατικές επιθέσεις σε ευρωπαϊκές χώρες και τις συνήθεις πυρκαγιές… το μηδέν λοιπόν – για να μην μακρηγορώ – αξίζει ανεπιφύλακτα ως βαθμός στους «Επτά επί Θήβας» από το ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία …Τσεζάρις Γκραουζίνις [μα γιατί δεν πάει ο καλός αυτός Λιθουανός στο Πεκίνο να σκηνοθετήσει Κινεζική Όπερα ή στο Τόκυο για να αλώσει και το Θέατρο Νο και το Θέατρο Καμπούκι, ταυτόχρονα, με ένα αριστοτεχνικό χτύπημα κουνγκ-φου;]. Και ξεκινάμε από την μετάφραση του πολυπράγμονος και πολυβραβευμένου (μονίμως) για τις αποδόσεις λογοτεχνικών κειμένων από διάφορες γλώσσες, του καλού ποιητού Γιώργου Μπλάνα. Εκείνο το «Μεγάάάλεεε Δία» όπως τουλάχιστον το εξέφεραν οι …Χορικοί (τα μέλη του Χορού, τρομάρα τους) μόνο σε προδοσ-φαιρική [νεολογισμός από το προδοσία και σφαίρα] διαφήμιση άρμοζε. Όσο για τους επτά Θηβαίους ήρωες που τάχθηκαν να φυλάνε όχι Θερμοπύλες, αλλά τις επτά πύλες της Θήβας, ούτε σε παράσταση Καραγκιόζη ή έστω Πλαύτου και Τερέντιου δεν θα έβγαιναν τόσο κωμικά αξιολύπητα καλικαντζαράκια. Για να μην πω περί εκείνων των πρόστυχων αντιγράφων αρχαίων όπλων που σωριάστηκαν χύδην επί της γυμνής ορχήστρας, σα να τα αγόρασαν μόλις από το Μοναστηράκι. Κι εκείνος ο μπουχός που σηκώθηκε και μας κάλυψε όλους; Τι ήτανε ετούτο το κακό; Μήπως τους είπε κάποιος ότι υποδύονται τις ευριπίδειες «Βάκχες», μήπως τους αναστενάρηδες, μήπως τους Ινδούς φακίρηδες, μήπως τους Πόντιους ή Κρήτες χορευτές παραδοσιακών χορών και χτυπούσαν με τόση μανία τα πόδια τους πάνω στην ορχήστρα; Και γιατί ήταν γυμνή η σκηνή; Πού ήταν το σκηνικό; Το χάσανε στη μεταφορά; Είπαμε λιτότητα, αλλά η γυμνότητα είναι άλλο πράγμα. Άθλιο, σε όλα του. Οι λιγοστοί θεατές της πρεμιέρας μόλις και μετά βίας χειροκρότησαν.

 

Αντίθετα, πρέπει εδώ να εξάρω τον υπέροχο μεταλλικό κύλινδρο-οδοστρωτήρα του ρώσικου «Οιδίποδα». Ο σκηνογράφος Adomas Jacovskis ξέρει να δημιουργεί θεατρική μαγεία με πολλαπλές συμβολικές αναγνώσεις με λιτά μέσα, αλλά με πολλή Γνώση, εμβρίθεια και μεράκι. Κάτι που έλειψε ως φαίνεται από τους Έλληνες στα χρόνια της Κρίσης. Γίναμε ερασιτέχνες και πρόχειροι, πομπώδεις και γελοίοι, αναγάγαμε σε υψηλή τέχνη την «αρπαχτή» και την «ξεπέτα». Το άγχος της επιβίωσης είναι τόσον προφανές που καταλύονται και οι τελευταίες ηθικές αναστολές. Πέφτουν τα προσχήματα. «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Νεποτισμός και αλλαξο…σπρωξιές παντός τύπου. Υποχωρήσεις, υποχρεώσεις και πελατειακές σχέσεις. Τίποτα καινούργιο βέβαια. Παλαιόν το φαινόμενο. Διαχρονικό. Από την Αρχαιότητα. Όμως η λεγόμενη Κρίση βρήκε «ξερό κλήμα, το έφαγε κι ο γάιδαρος κι αποστραβώθηκε». Ας πάρουμε για παράδειγμα τους Ρώσους, τους Λιθουανούς, τους Κινέζους, τους Ιάπωνες, τους Αμερικάνους, τους Άγγλους, τους Γάλλους, τους Γερμανούς, τους Ιταλούς, τους Πορτογάλλους, τους Σκανδιναβούς. Κάθε κρίση, μα κάθε κρίση, δεν τους βγάζει το χειρότερο στοιχείο από μέσα τους. Ας βάλουμε ένα τέλος στα φαινόμενα παρακμής-σήψης-διαφθοράς-διαπλοκής. Η Τέχνη απαιτεί θυσίες, όχι μεταξωτά …βρακιά.

 

Είπον κι ελάλησον κι αμαρτίαν ουκ έχων. Πάταξον μεν, άκουσον δε(ν)… [sic – χάριν ειρωνείας, αυτοσαρκασμού και για να μην μας …ματιάσουνε, αντί για σκόρδα!].

 

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

 

Χειροκροτητές και κλακαδόροι σκουπιδιών

Posted by grafei on 10:13 in Θέατρο, Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

Τα σκουπίδια υποκλίνονται ακόμα και κάποιοι χειροκροτούν.

 7-%ce%b5%cf%80%ce%af-%ce%b8%ce%ae%ce%b2%ce%b1%cf%82

 

 

Από τον ποιητή-κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

www.konstantinosbouras.gr

 

Ήδη από τον βυζαντινό ιππόδρομο και τη ρωμαϊκή αρένα, μέχρι ακόμα κι αυτή την περιώνυμη …Σκάλα του Μιλάνου, οι κλακαδόροι συνιστούσαν επίσημα «σωματεία» παρακρατικής παρέμβασης στην καλλιτεχνική αλλά και την ευρύτερη «πολιτική» πραγματικότητα. Ας μην ξεχνάμε τους Πράσινους και τους Βένετους και το ρόλο που διεδραμάτισαν στη «Στάση του Νίκα». Ας μην ξεχνάμε τη μεγάλη, την παγκόσμια Ελληνίδα Μαρία Καλογεροπούλου-Callas (με το προσωνύμιο “La divina”), η οποία παρά την αναγνωρισμένη θεϊκή της διάσταση, είχε κάθε βράδυ να παλέψει με συμμορίες που απαιτούσαν εκβιαστικά τη μίζα τους για να μην τη γιουχαΐσουν στην πιο ψηλή δύσκολη νότα της. Γι’ αυτό και οι κάθε λογής καλλιτέχνες και καλλιτεχνίσκοι φροντίζουν να έχουν τη δική τους κλάκα με χειροκροτητές ενίοτε ενθουσιώδεις. Κι αν κάποτε προσέφεραν οι ισχυροί «άρτον και θεάματα», σήμερα «γίνεται παιχνίδι» με τις προσκλήσεις, τους μπουφέδες και άλλες έμμεσες παροχές (παραγγελίες μεταφράσεων, ας πούμε και …φιλοξενίες). Έτσι εξασφαλίζεται η συνέχεια του είδους των καλλιτεχνικών παράσιτων, η οικογενειοκρατία, ο νεποτισμός, η αναξιοκρατία, ο αριβισμός, η προχειρότητα και οι αθλιότητες κάθε είδους. Σε αυτή τη χορεία εντάσσονται και μερικοί «κριτικοί», πανεπιστημιακοί συνήθως, οι οποίοι καταφάσκουν στα πάντα (yesman, στα …ελληνικά, η κατάλληλη λέξη), βρίσκουν καταπληκτικές τις παραστάσεις των οικείων ή ομοτράπεζών τους, γλείφουν τους προστάτες τους που τους πετάνε ένα κόκαλο ακαδημαϊκής προαγωγής, αφού πια, λόγω capital control δεν αφήνονται περιθώρια για άμεσο χαρτζιλίκωμα σε …ρευστό. Επομένως οι αντιπαροχές είναι έμμεσες και η διαπλοκή μη ανιχνεύσιμη. Γιατί τα λέω όλ’ αυτά; Γιατί στα πλαίσια του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου είδαμε μετά βδελυγμίας βαρύγδουπα σκουπίδια να υποκλίνονται με θράσος και να καταχειροκροτούνται από ομάδα θεατών, ενώ οι υπόλοιποι κοιτάζουν γύρω τους με απορία ή χειροκροτούν χλιαρά, αφού – το έχω ξαναπεί – είμαστε πολύ ευγενικοί και γαλαντόμοι με τους καλλιτέχνες και τους καλλιτεχνίσκους. Κι όπως είπε ο αείμνηστος Γιάννης Τσαρούχης, «στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις». Έτσι – νομίζουν – ότι είναι πολύ εύκολο να δηλώσεις «καλλιτέχνης» (γενικώς) και «μισή ντροπή δική τους και μισή δική μας». Ααααχ, Ελλάδα μας, μικρή και παμμέγιστη, πόσο εξακολουθείς να μας πληγώνεις, συνεχώς και αδιαλείπτως.

 

Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, ο Τσεζάρις Γκραουζίνις εξευτελίζει τους «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου

%ce%b5%cf%80%cf%84%ce%b1%ce%b5%cf%80%ce%b9%ce%b8%ce%b7%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%ba%ce%b8%ce%b2%ce%b5%cf%84%cf%83%ce%b5%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%b9%cf%83%ce%b3%ce%ba%cf%81%ce%b1%ce%bf%cf%85%ce%b6%ce%b9%ce%bd 

Είδα και (άκουσα – άκουσα, τρόπος του λέγειν) στην Επίδαυρο κάτι που έμοιαζε με «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου σε μετάφραση του πολυβραβευμένου Γιώργου Μπλάνα και σκηνοθεσία …του λιθουανού Τσεζάρις Γκραουζίνις. Τι θράσος! Σα να σκηνοθετεί ένας έλληνας σκηνοθέτης στην Όπερα του Πεκίνου! Ο κύριος αυτός θεώρησε καλό να γελοιοποιήσει τους επτά μυθικούς ήρωες που θα φυλάξουν τις επτά πύλες της επίσης μυθικής Θήβας. Μήπως μπέρδεψε ο καλός αυτός θεατράνθρωπος τη Νέα Κωμωδία του Μενάνδρου με το αρχαίο δράμα; Μήπως νόμισε ότι σκηνοθετεί ρωμαϊκή κωμωδία; Πλαύτο και Τερέντιο, ας πούμε; Γιατί αλλιώς δεν εξηγείται πώς παρουσίασε τους τιτάνες πολεμιστές ως Miles gloriosus. Πέταξε μια αρμαθιά πανηγυριώτικα όπλα επί σκηνής κι αυτό είν’ όλο. Αν η πρόθεσή του – μη δηλωμένη – ήταν να τους παρουσιάσει ως …Δον-Κιχώτες, θα είχε ίσως μία βάση το εγχείρημά του. Όμως αυτός δίδαξε τους ηθοποιούς (δίδαξε – λέμε τώρα) να ακκίζονται και να κουνιούνται σαν φιγούρες της commedia dell’arte και του Καραγκιόζη. Αίσχος. Ο δε Χορός, εκεί να δείτε. Μήπως νόμισε ότι διδάσκει τις κατά Κουν Βάκχες ο αγαπητός μας Τσεζάρις; Τι χτύπημα ποδιών πάνω στη γυμνή ορχήστρα ήταν αυτός; Μπουχός σηκώθηκε πυκνός και μετέτρεψε σε άσπρα τα βραδινά ενδύματα των θεατών. Το σκηνικό ανύπαρκτο, λόγω κρίσης (ή ακρισίας, γενικώς…). Άφησα τελευταία την αγωγή λόγου, την ορθοφωνία και την ηχητική της κάκιστης αυτής παράστασης. Αυτά τα «πτηνά εσωτερικού χώρου», αυτοί οι ηθοποι-ίσκοι που έχουν μάθει να ποζάρουν στο φακό και να ψελλίζουν από μέσα τους, καλυμμένοι ηχητικώς από «ψείρες» και άλλα τεχνολογικά …βοηθήματα, τι δουλειά έχουν στο αρχαίο θέατρο με την τέλεια ακουστική; Ναι, μεν ακούγεται και το σκίσιμο ενός χαρτιού και ένα νόμισμα που πέφτει στην ορχήστρα του Πολυκλείτειου θεάτρου, όχι όμως και οι ανύπαρκτες φωνούλες τους. Και οι δύο ηθοποιοί που υποδύθηκαν εναλλάξ Πολυνείκη και Ετεοκλή, Ετεοκλή και Πολυνείκη, υστερίασαν επί σκηνής [ας μου συχωρεθεί ο νεολογισμός] σα να παίζουν την απατημένη και παρατημένη «Μαντάμα Μπετερφλάι». Έλεος, βρε παιδιά. Τα ισοπεδώσατε όλα. Τα αποδομήσατε. Τα γκρεμίσατε χωρίς να στήσετε τίποτα στη θέση τους, παρά μόνον ανδρείκελα.

Ααα, κι ο πολυπράγμων αλλά όχι και περισπούδαστος μεταφραστής, που διασκευάζει και φιλοτεχνεί συχνά-πυκνά «αποδόσεις» μεγάλων λογοτεχνικών έργων από αρχαία τραγωδία, Μολιέρο και ό,τι άλλο μπορεί (και δεν μπορεί κανείς να φανταστεί). Εκείνο το «Μεγάλε Δία» στα χορικά ήταν τελείως απομυθοποιητικό και αδόκιμο, αφού το επίθετο αυτό έχει σαφώς ειρωνική χροιά στη νέα ελληνική γλώσσα, ενώ – ας πούμε – το «μεγαλοδύναμε» ή κάτι άλλο παρεμφερές θα ταίριαζε σε μια θεότητα, έστω και μυθολογική.

Η επιμέλεια χάθηκε από αυτόν τον τόπο. Η προχειρότητα και ο αριβισμός, επιβοηθούμενες από επίσημους «κριτικούς» και εξωθεσμικούς κλακαδόρους, από επιτροπές απονομής βραβείων και διακρίσεων, από διαβρωμένος και εξευτελισμένους θεσμούς, επικροτούνται και αναδεικνύονται σε κανόνα και πρότυπο προς μίμησιν. Αλίμονο στις νέες γενιές που δεν είδαν Κουν και Παξινού, Μινωτή και Κατράκη…

Σκουπίδια που υποκλίνονται σε διαπλεκόμενους που τους χειροκροτούν. Κι αλληλοδοξάζονται, «εις υγείαν του κορόδιου», που είναι πάντα ο φορολογούμενος πολύπαθος ελληνικός λαός.

 

Ιόλη Ανδρεάδη, Young Lear, παράσταση βασισμένη στον «Βασιλιά Ληρ» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

 younglear12marilena_stafylidou younglear6marilena_stafylidou younglear8marilena_stafylidou younglear9marilena_stafylidou younglear10marilena_stafylidou

Στην παράσταση αυτή τουλάχιστον, που δόθηκε στην Πειραιώς 260, δηλώνεται η διασκευή. Παρ’ όλα αυτά «ό,τι δηλώσεις δεν το σώζεις» στον κόσμο του Λόγου και της Τέχνης. Σχολική παράσταση με στυλιζαρισμένη υποκριτική, σχηματική κινησιολογία, ανύπαρκτη προβληματική. Η σκηνοθέτις επιχειρεί μια διπλή ανάγνωση του κολοσσιαίου σαιξπηρικού δράματος με τη μεταφορά του στην αίθουσα αναμονής μιας χλιδάτης κλινικής ή απλού δημόσιου νοσοκομείου (δεν φάνηκε αυτό στο ρεαλιστικό κατά τα άλλα σκηνικό από την Δήμητρα Λιάκουρα), όπου χειρουργείται ο μεγαλοαστός «πάτερ-φαμίλιας» και τα παιδιά του ακονίζουν τα νύχια τους για τη μοιρασιά της κληρονομιάς. Καλό το τέχνασμα, δεν λέω, φτάνει να υποστηριχτεί και να μην εξαντληθεί μέσα στα δέκα πρώτα λεπτά. Τα υπόλοιπα (λεπτά της ατέλειωτης ώρας) τα περάσαμε στέλνοντας μηνύματα και παίζοντας με τα κινητά μας, αφού όλοι ήταν μάλλον λίγο-πολύ γνωστοί (μικρό χωριό η Αθήνα, «μικρό χωριό – κακοί γειτόνοι» ή «κακό χωριό τα λίγα σπίτια») και κανείς δεν ήθελε να εκτεθεί ή να διαρρήξει (πελατειακές) σχέσεις ζωής. Μερικά πράγματα (και πρόσωπα ενίοτε) γίνονται θεσμός και τότε είναι στο απυρόβλητο, ενώ τους αναγνωρίζεται το ακαταλόγιστο. Αυτή είναι η παρενέργεια της έλλειψης σοβαρής, αδέκαστης κριτικής. Με άλλα λόγια, πλήξαμε ευπρεπώς αυτή τη φορά, αφού όλα ήταν political correct, μέχρι και το ποδήρες κρινολίνο της σκηνοθέτιδος που υποκλίθηκε, σεμνά στεφανωμένη από όλους τους συντελεστές, στο τέλος της παράστασης. Καλά, δεν έπεσε και κανένα ενθουσιώδες χειροκρότημα, όμως κάποιοι τη δουλειά τους την κάνανε, η μετριοκρατία επιβεβαιώθηκε ακόμα μια φορά και οι φελλοί …επιπλέουν. Φτάσαμε μάλιστα στο σημείο, η διπλανή μου, επικεφαλής μεγάλου πολιτιστικού οργανισμού, να προβεί στην ακόλουθη διάγνωση: «τουλάχιστον αυτό εδώ δεν ήταν ξεπέτα, είχε πολλή δουλειά από πίσω». Μάλιστα. Τόσο καλά. Πολλή δουλειά. Ναι, είναι κι αυτό ένα κάποιο προσόν. Η εργατικότητα. Ο μαζοχισμός. Αλλά μόνον όταν ακολουθείται από τόλμη, διονυσιακή μανία, βακχική έκσταση και Όραμα. Μάλιστα, κυρίες και κύριοι. Μας λείπουν Καλλιτέχνες με Όραμα. Πήξαμε στους μάνατζερ, στους επικοινωνιολόγους και στους δημοσιοσχεσίτες, που δεν έχουν πια ούτε ιερό ούτε όσιο. Τόσο καλά.

 

Ομιλία του ποιητή Κ. Μπούρα στο αφιέρωμα του ΣΕΚΒ κατά τη διάρκεια της Εκθέσης Βιβλίου στο Ζάππειο, το Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Posted by grafei on 10:43 in Θέατρο, Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

«ΛΟΡΚΑ, Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ με την έντονη σωματικότητα»

 LORKAkyrio

 

 

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 

Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, θύμα των ομοφοβικών φασιστών έμεινε στην Ιστορία όχι τόσο για τον ηρωικό κι ένδοξο θάνατό του, αλλά κυρίως γιατί είναι ο τελευταίος ρομαντικός ποιητής που γράφει με θεατρικό τρόπο ακόμα κι όταν τα γραπτά του δεν προορίζονται για τη σκηνή. Αυτή η διάχυτη δραματικότητα σε συνδυασμό με την ανάγκη επανασύνδεσης με τη Φύση, η νοσταλγία ενός προβιομηχανικού πολιτισμού, η κυριαρχία του ζωογόνου και ζωοποιού ενστίκτου εναντίον της δολοφονικής λογικής ενέταξαν τον Ανδαλουσιανό «σκύλο» στους μεγάλους ερωτικούς ποιητές όλων των εποχών. Από την προκλασική Αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ο Λόρκα είναι ακόμα ένας κρίκος στην άρρηκτη αλυσίδα του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού που σηματοδοτεί κι έναν άλλον τρόπο σκέψης, τον ανθρωποκεντρικό. Από αυτή την πνευματική κοιτίδα αναπήδησαν και η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός. Τα ανθρωπιστικά ιδεώδη είναι απόρροια και άμεση συνέπεια της Δημοκρατίας. Η μοναδικότητα του ατόμου κι ο σεβασμός της πολυχρωμίας-ετερότητάς του δεν είναι νοητή παρά μόνον στα πλαίσια της Ελευθερίας, της Ισότητας και της Δικαιοσύνης-Ισονομίας. Τόσον ο Χριστιανισμός όσον και τα κινήματα για την απελευθέρωση του Ανθρώπου από κάθε λογής δουλείες και δεσμά (έτσι όπως εκφράστηκαν στη Γαλλική Επανάσταση, στην Οκτωβριανή Επανάσταση, στην Ελληνική Επανάσταση και στα εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα που οδήγησαν την πανίσχυρη οθωμανική αυτοκρατορία σε κατάρρευση, αλλά και άλλες μονοκρατορίες που βασίζονταν στην αλαζονεία και στον αυταρχισμό των ολιγαρχών)… όλ’ αυτά οφείλονται στις βιωμένες δημοκρατικές πεποιθήσεις των λαών γύρω από τη Μεσόγειο, όπως τους ενέπνευσε τόσον η θεοποιημένη Φύση ως Μητέρα-Γαία-στεατοπυγική θεά της Αφθονίας όσο κι ο εφαρμοσμένος Ορφικός-συμπαντικός-κοσμικός Έρως, ένας έρωτας καθόλου «μετά-φυσικός» αλλά απολύτως συνδεδεμένος με το υγιές ανθρώπινο σώμα, που υπακούει κι εμφορείται από τις αναλογίες της «χρυσής τομής φ» που πρώτοι οι Πυθαγόρειοι εφάρμοσαν και δίδαξαν. Ο Λόρκα είναι ο τελευταίος αυτής της άρρηκτης αλυσίδας των δημοκρατών-ανθρωπιστών πολεμιστών της Ελευθερίας, της Ισότητας και της Αδελφοσύνης των ανθρώπων απανταχού της Γης. Αμέσως μετά, οι ποιητές κι οι λογοτέχνες που είδαν τα γραπτά τους να «σταδιοδρομούν» στις θεατρικές σκηνές του κόσμου έρεπαν προς το Ά-λογο, το Παράλογο, τη δυσαρμονία, το υπερβατικό, το «σκοτεινό», το ερεβώδες. Προδίδοντας μια βαθιά συλλογική ενοχή που ενισχύθηκε από τις θηριωδίες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και τις καταστροφικές συνέπειες των δύο πρώτων ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, οι ποιητές της υφηλίου δεν είναι ποτέ πια τόσο ρομαντικά αθώοι, τόσο ερωτικοί, τόσο «σωματικοί». Αυτή η σωματικότητα είναι που χαρίζει στην αισθητικώς παρωχημένη ποίηση του Λόρκα τη διαχρονικότητά της. Γιατί το σώμα είναι ένας κώδικας. Η γλώσσα είναι ένας άλλος. Το θέατρο συν-κερνάει και συνενώνει πολλαπλούς κώδικες. Και σ’ αυτό έγκειται η μαγεία του. Ο Λόρκα διαπέρασε το φράγμα του χρόνου, τα όρια της πατρίδας του, ακόμα όμως δεν έχει διαπεράσει τα όρια του μύθου του. Όταν θα συμβεί κι αυτό, τότε θα μένει το έργο του αυτούσιο, ως δραματικό υλικό για κάθε χρήση, ακόμα και μετά-μεταμοντέρνα. Τότε θα αναδειχθεί και η πλήρης αξία του. Στο ίδιο επίπεδο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, με τη Σαπφώ, τον Αλκαίο, τον Ίβυκο, τον Ευριπίδη. Ίδωμεν.

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

 

 

 

«Ελευθέριος Βενιζέλος» από τον Γιάννη Μόρτζο

Posted by grafei on 09:52 in Θέατρο, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣΒΕΝΙΖΕΛΟΣγιάννηςμόρτζος1

 

 

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 Διδακτικό θέατρο, θεατροποιημένη Ιστορία, εκπαιδευτικός προσανατολισμός του δραματοποιημένου παρελθόντος με τον απώτερο σκοπό της μη επανάληψης των ίδιων λαθών που οδήγησαν την ταλαίπωρη χώρα μας στην χρεοκοπία. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος είναι ένας πρώτης τάξεως παράδειγμα προς μίμησιν, μαζί με τον Ιωάννη Καποδίστρια που είχε τραγικό τέλος δολοφονημένος από τους Μαυρομιχαλαίους (άποψη που αμφισβητείται από κάποιους). Οι δύο απόπειρες δολοφονίας του Ελευθέριου Βενιζέλου τον καθιστούν εθνικό ήρωα. Παρά τα όποια λάθη και τις αστοχίες του, εξακολουθεί να παραμένει ένας πατριώτης Έλληνας, μυθοποιημένος από τη λαϊκή φαντασία. Και μόνο ότι δώσαμε στο πρώτο εθνικό μας αεροδρόμιο το όνομά του σημαίνει κάτι. Το άγαλμά του κοσμεί το Πάρκο όπου κάποτε στέγαζε τη φρικτή ΕΑΤ-ΕΣΑ και πολλοί δρόμοι έχουν πάρει το όνομά του. Σύμβολο αντίστασης κατά των ξένων δυνάμεων που επιβουλεύτηκαν στον παρελθόν την ακεραιότητα της χώρας μας.

Ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος συνθέτει τώρα εδώ ένα γερά δομημένο ιστορικό δράμα που βρίθει διδακτισμού χωρίς όμως ποτέ να γίνεται γραφικό. Κάποια «κοψίματα» είναι απαραίτητα για να αποκτήσει καλύτερο δραματικό ρυθμό και να μην γίνεται τόσο βερμπαλιστικά φλύαρο σε ορισμένα σημεία.

Ο Γιάννης Μόρτζος, ώριμος πλέον ηθοποιός, αποδίδει με κινηματογραφική εσωτερικότητα το ρόλο του. Σα να έχει μια κάμερα που του κάνει διαρκώς γκρο-πλαν. Ίσως σε κλειστό θέατρο αυτό να αποδίδει καλύτερα γιατί το θορυβώδες ανοιχτό θέατρο των Βράχων στον Βύρωνα «έτρωγε» πολλές φορές τη φωνή του.

Η Γιούλη Ζήκου είναι μια σημαντική ηθοποιός που μπορεί να υποδυθεί ο,τιδήποτε, επομένως και την Έλενα Βενιζέλου, τραυματισμένη από την έλλειψη ερωτικής έλξης εκ μέρους του αγαπημένου συζύγου της, στον οποίο αφιερώθηκε ψυχή τε σώματι και χρήμασιν.

Οι υπόλοιποι ηθοποιοί επαρκώς καλοί στους μάλλον σχηματικούς ρόλους τους. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της εμπορικής δραματουργίας του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου: ρίχνει όλο το βάρος στα κυρίως πρόσωπα, οι πρωταγωνιστές έχουν πού να πατήσουν, ενώ οι δευτεραγωνιστές πασχίζουν να τα βγάλουν πέρα.

Όχι, δεν έπλασε χαρακτήρες ο θεατρικός αυτός συγγραφέας. Ομιλώντα κάδρα έφτιαξε, ταμπλώ-βιβάν, ιστορικά κόμικς, υψηλής συμπυκνώσεως και αναμφισβήτητου διδακτισμού. Μέχρι εδώ όλα καλά. Μένει τώρα να δούμε και την παράσταση στο κλειστό θέατρο για να την απολαύσουμε καλύτερα.

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

info:

http://www.festivalvraxon.gr/show.php?id=31

«Οι πολιτισμένοι λαοί κερδίζουν την εξουσία με την ψήφο των πολλών, κυβερνώνται με την ικανότητα των ολίγων και μεγαλουργούν με την πνοή του ενός» Ελευθέριος Βενιζέλος

Είναι η πρώτη φορά που η ζωή και το έργο του μεγάλου πολιτικού άνδρα, που χάραξε τον 20ο αιώνα, πρόκειται να παρουσιάζεται μέσω της θεατρικής τέχνης.

Ογδόντα χρόνια μετά το θάνατό του, οι θεατές θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την πορεία και τη δράση της ιστορικής αυτής προσωπικότητας, που ξεκίνησε με την Κρητική Επανάσταση, στη συνέχεια διπλασίασε τα σύνορα της Ελλάδας, κέρδισε δύο Βαλκανικούς Πολέμους και βρέθηκε κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με την  πλευρά των νικητών.  Μέσα από μια αναμέτρηση με το χρόνο, η μορφή του Ελευθέριου Βενιζέλου περνά από σκηνή σε σκηνή φωτίζοντας γεγονότα, συμβάντα και άγνωστες πτυχές της ζωής του. Τα νεανικά του χρόνια, η Κρήτη, οι γυναίκες που αγάπησε, τα επιτεύγματα και τα λάθη των πολιτικών του επιλογών, οι νίκες και οι ήττες του, υφαίνονται θεατρικά μέσα από την σκηνοθετική δεινότητα του Γιάννη Μόρτζου, που συνάμα υποδύεται και τον μεγάλο πολιτικό άνδρα.

«Με το έργο αυτό, πραγματώνεται μια επιθυμία μου κι ένα όνειρο πολλών ετών. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αποτελεί την σημαντικότερη πολιτική προσωπικότητα της σύγχρονης ιστορίας μας. Κι ο δικός μου σκοπός, είναι να αποδώσω τη ζωή και το έργο του με τη μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα»

Γιάννης Μόρτζος

 Συντελεστές:

Συγγραφέας: Γρηγόρης Χαλιακόπουλος

Σκηνοθεσία: Γιάννης Μόρτζος

Μουσική: Φίλιππος Περιστέρης

Σκηνικά κοστούμια: Λαμπρινή Καρδαρά

Video, οπτική απεικόνιση: Χριστίνα Οικονόμου

Φωτισμοί: Τάκης Ποδαρόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Ειρήνη Παπαδημητρίου

 Παίζουν:

Γιάννης Μόρτζος, Γιούλη Ζήκου, Βαγγέλης Πετρόπουλος, Βασίλης Σαμαριτάκης, Φώτης Τρυφωνόπουλος, Μανώλης Γεραπετρίτης, Τιτίκα-Ποθητή Μαρίνου, και Ειρήνη Παπαδημητρίου.

 

"Ο ΜΑΡΑΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ". Ένα ανέκδοτο βραβευμένο ποίημα του Κώστα Βασιλάκου

Posted by grafei on 09:25 in Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

vasilakos

μεταφρασμένο στα γαλλικά από την Παρασκευή Β. Μόλαρη ΜΑ LLCER Paul Valéry Montpellier 3

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΜΟΛΑΡΗ

Μετά από τις ποιητικές συλλογές  “Σκέψεις Θραύσματα” (2012 ) και  “Λόγια Δραπέτες” ( 2015 ), ο Κώστας Βασιλάκος εξακολουθεί να μας μαγεύει με τον στίχο του υποσχόμενος και δεσμευόμενος για έκδοση νέας ποιητικής συλλογής που με αγωνία θα αναμένουμε. Το βραβευμένο πρόσφατα στους Δελφούς ποίημά του “Ο μαραμένος βασιλικός” που ακολουθεί σε δίγλωσση μορφή ( ελληνικό πρωτότυπο κείμενο και απόδοσή μας στα γαλλικά) αποτελεί έναν ύμνο στην κρυφή αλλά υπαρκτή ελπίδα που πάντα υπάρχει σε καιρούς σήψης και παρακμής. Ο μαραμένος βασιλικός που ακόμα μοσχοβολάει αποτελεί την αντίσταση της φύσης στην επαπειλούμενη φυσική διάβρωση η οποία, πέρα από φυσική, είναι και  ψυχική αφού ο περεμβατικός-παραβατικός ανθρώπινος παράγοντας έχει παρεισφρήσει στην φυσική ροή του περιβάλλοντος αναδεικνυόμενος σε αρνητικό καταλύτη.

                             O  μαραμένος βασιλικός

Από  ξεχασμένους  τοίχους εκλιπαρούν

οι σιωπές να τις προσέξει ο χρόνος.

 

Η σκόνη, ετοιμόρροπη,

αιωρείται στην αγκαλιά των ιστών,

μιλάει συνθηματικά στα αδιάφορα βλέμματα.

 

Ίσως και να την προσέξουν.

 

Οι ανοιχτές πόρτες σαστισμένες,

δεν μπαίνει πλέον κανένα κύτταρο,

ούτε σαν βιαστής της μοναξιάς.

 

Τα λιγοστά χαμόγελα ζουν έναν περίεργο θάνατο,

μέσα στην καρδιά του κόσμου δηλώνουν αγνοούμενα.

 

Όμως, για δες…

ο μαραμένος βασιλικός μοσχοβολάει ακόμα.

 

Le basilic  fané

 

Par des murs oubliés

les silences implorent

que le temps leur prête attention.

 

La poussière, délabrée,

plane sur les bras des mâts,

elle parle dans un langage codé

aux  regards  indifférents.

 

Il se peut qu’il lui prête attention.

 

Les portes ouvertes, époustouflées

aucune cellule n’y entre plus,

même pas comme violeur de la solitude .

 

Les sourires insuffisants vivent une mort étrange,

Se déclarant disparus dans le coeur du monde.

 

Regarde, pourtant…

le basilic fané sent encore bon.

Πέντε ποιήματα του Κωνσταντίνου Μπούρα από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή του

Posted by grafei on 16:08 in Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

“Τρία  ΆΛΦΑ, μία ΉΤΤΑ κι ένα ΩΜΕΓΑ”σε γαλλική μετάφραση της Παρασκευής Β. Μόλαρη, Εκπαιδευτικού, Μεταφράστριας, ΜΑ LLCER Université Paul Valéry Mοntpellier 3.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΜΟΛΑΡΗ 

 

 

 

Ηλιοβασίλεμα

 

Πεθαίνουμε κάθε δειλινό

Με τον ήλιο.

Αγωνιούμε για τη λειψυδρία

Κάθε γΙούλιο.

Ανασταινόμαστε κάθε αυγή

Και γιορτάζουμε την πρώτη

Σταγόνα στο κούτελό μας.

 

Αυτή η εξορία

Τελειώνει ευτυχώς

Κάθε εβδομήντα χρόνια

Για να επανέλθουμε

Τρία ή τριάντα τρία

Χρόνια μετά…

 

Coucher de soleil

 

Nous mourons à chaque crépuscule

Avec le soleil.

Nous nous inquiétons du manque d ’eau

A chaque mois de juillet.

Nous ressuscitons à chaque aube

Et célébrons la première goutte

Sur notre front.

 

Cet exil

Finit heureusement

Tous les soixante-dix ans

Pour revenir

Trois

Ou trente trois ans plus tard…..

******

Η πρώτη φορά που πέθανα

 

Κι έπειτα, έπεφτα…

Οργίλος και θεός

Σαν αμαρτωλός

Χωρίς έλεος για τον

Εαυτό του.

Με τα χρόνια έγινα πιο επιεικής.

Έτσι έχω πεθάνει μόνο τέσσερις

Φορές μέχρι τώρα.

Απομένουν άλλες τρεις.

Επτάψυχος γαλή.

Γάτος εφτάψυχος.

 

Ma première mort

 

Et puis, je tombais

Furieux et dieu

Comme un pêcheur

Sans merci

Pour soi-même.

Au fur et à mesure des années

Je devins plus indulgent.

Ainsi, je ne suis mort que quatre fois

Jusqu’à présent.

Chatte aux sept vies.

Chat aux sept vies.

******

Η σπασμένη φτερούγα

 

Γιατί υπάρχουν και ζωές

Χωρίς σπασμένη φτερούγα,

Πτηνά που τα βρίσκει

Ο χάρος στο λαιμό

Όταν τσιμπολογάνε

Τους σπόρους ενός δέντρου

Χωρίς να γνωρίζουν

Ότι αυτό θα είναι το έσχατο

Μιας ζωής βυθισμένης

Στην ασυδοσία

Της κατανάλωσης

Ενός ουρανού

Πιο γαλάζιου

Κι από τον πυθμένα

Του πηγαδιού

Τη μυστική εκείνη ώρα

Που το σκοτάδι φωτίζει

Από μέσα

Κι είναι πιο εύκολο ν’ αφεθείς

Να πέσεις

Παρά να σκαρφαλώσεις

Με νύχια και με δόντια

Τα μουχλιασμένα τειχιά

Μέχρι να βγεις ο μισός έξω:

Πρώτα το κεφάλι,

Μετά τα δύο χέρια

Στο φιλιατρό,[1]

Ο κορμός

Κι έπειτα βουτάς

Έξω

Στην έναστρη νύχτα

Που λάμπει

Πιο εκτυφλωτικά

Κι από ντάλα μεσημέρι

Ενώ στην κορυφή

Της χλωρής καρυδιάς

Ένα αηδόνι ψάλλει

Τα λάθη μιας ζωής

Χωρίς σπασμένη φτερούγα.

 

L’aile brisée

 

Pourquoi des vies

Sans aile  brisée,

Des oiseaux

Blessés au cou par la mort

Au moment où ils picotent

Les grains d’un arbre

Sans savoir

Que ceci sera le dernier moment

D’une vie

Plongée dans la débauche

De la consommation

D’un ciel

Plus bleu

Que le fond du puits

En ce moment mystique

Où l’obscurité

Ilumine de l’intérieur

Rendant ainsi plus facile

De se laisser tomber

Au lieu de grimper

Coûte que coûte

Les murs noisis

Jusqu’à la moitié du corps

Apparaissent déhors :

D ’ abord la tête

Puis les deux mains

Sur l’orifice, *

Le tronc

Puis plonger dehors

Dans la nuit étoilée

Brillant fort

A te rendre aveugle

Et de plein midi

Jusqu’au sommet

Du noyer vert

Un rossignol gazouille

Les erreurs d’une vie

Sans aile brisée.

………………………………………………………………

  • “Les doigts sur l’ orifice” (Georges Seferis, tiré du “Roman”).

******

Νοσταλγία κεραυνού

 

Θα ᾽θελα να ᾽μαι κεραυνός

Κι όχι πέτρα που αφήνει ξωπίσω του.

Ούτε καν ο γλύπτης άνεμος

Που απαλλάσσει τα δέντρα

Από τα παράσιτα

Και το περιττό φύλλωμά τους.

Μήτε καν ο Χρόνος

Που σμιλεύει τα βουνά

Στο μέγεθος της πίστης μας.

Ο Έρωτας θα ήθελα να είμαι

Με την αμεσότητα του κεραυνού

Την ανεπανάληπτη.

Μόνον έτσι αξίζει να ζει κανείς

Κι όχι σκυμμένος

Μηρυκάζοντας

Τις ίδιες ιδεοληψίες.

Όσο για τις μνησικακίες,

Ρήμαξαν το συκώτι μας,

Τόσο που κι έναν λειμώνα

Γαϊδουράγκαθα

Αν βοσκήσεις

Να μην το αναπλάσεις

Στη μορφή εκείνη που είχε κάποτε,

την ένδοξη…

 

Nostalgie de foudre

 

Je voudrais être foudre

Et non pas pierre laissée derrière par elle.

Même pas le vent sculpteur

Qui débarasse les arbres

Des parasites

Et de leur feuillage superflu.

Même pas le Temps

Qui cisèle les montagnes

A la dimension de notre foi.

Je voudrais être l’Eros

Avec l’immmédiateté époustouflante

De la foudre.

Ce n’est qu’ainsi que la vie prend valeur

Et non pas tête baissée

Ruminant

Les mêmes obsessions.

Quant à la rancune,

C’ est elle qui a saccagé notre foie,

A tel  point que

Même si tu patures

Dans une prairie pleine de chardons,

Tu ne sauras le reformer

A l’image glorieuse

Qu’il avait jadis…

******

Αναπολήσεων μεταμέλειες

 

«Όλα ήταν καλά

Κι έγιναν στη σωστή ώρα»,

Λέω κάθε φορά

Που τών αναπολήσεων μεταμέλειες

Με καταβάλλουν.

Ως άνθρωπος, ακολούθησες

Την αρχή τής ηδονής

Κι απέφυγες τις σκιές.

Αυτές πήραν όμως

Μορφήν αγαπησιάρικη,

Οικογενειακή

Και εισέβαλαν στις ρωγμές

Ενός κόσμου αφηρημένου

Καθημαγμένου

Από τις οιμωγές

Τών φιλάθλων

Και τους εορτασμούς

Για μια νίκη αναμενόμενη

Πλην όμως ουδέποτε

Επιτευχθείσα.

Τελικώς, είμαστε όλοι χαμένοι,

Αποτυχημένοι

Κι η θεά Τύχη, κοπέλλα

Με πλούσια μαλλιά

Αλλά φαλακρή από πίσω,

Γιατί όλοι την τραβολογούν

Αφού τους έχει ήδη προ πολλού

Προσπεράσει.

 

Όμως δεν ταιριάζουν μεταμέλειες

Στους πνευματικούς. Όλα έγιναν άριστα

Και στη σωστή ώρα. Εμπειρίες και μαθήματα.

Φτάνει να είσαι ζωντανός μετά. Τότε…

«Βάζω μπρος τα δυο μου χέρια και σηκώνομαι»

Που έλεγε η γιαγιά Ευφημία

Πίνοντας ήσυχα ήσυχα το συνηθισμένο

Αφέψημά τους

Με την γειτόνισσα κυρία Ευανθία

Κάθε απόγευμα στις πέντε

Ανάμεσα στις ορτανσίες

Που δεν μοσχοβολούσαν

Αλλά πλήγωναν το βλέμμα

Με την ανώφελη μεταμέλειά τους.

 

Se repentir des réminiscences

 

“Tout était correct

Tout s’est fait au bon moment”

Dis-je à chaque fois

Que le repentir des réminiscences

M’abat.

En tant qu’homme,

Tu as suivi le principe da la volupté

Evitant les ombres.

Celles-ci ont neanmoins pris

Une figure chère

Familiale

Et ont envahi par les fissures

D’un monde abstrait

En sang

Par les cris de lamentation

Des supporteurs

Et les célébrations

Pour une victoire attendue

Pourtant jamais remportée.

En fin de compte, on est tous perdus,

Ratés

Et la déesse Chance,

Jeune femme aux cheveux opulentes

Mais chauve à la nuque

Car tous la tiraillent

Les ayant, elle, depuis longtemps doublés.

 

Pourtant, se repentir

Ne convient pas aux hommes d’esprit.

Tout fut correct.

Au bon moment. Expériences et leçons.

Pourvu d’en sortir vivant. Alors…

“Mettre mes deux mains devant et me soulever”

Comme disait mamie Eftimia

En buvant en calme

Leur tisane habituelle

Avec Evanthia, une femme voisine

Tous les après –midis à cinq heures

Parmi  les hortensias

Qui ne sentent pas bon

Mais blessent le regard

Par leur repentir  inutile.

[1] «τα δάχτυλα στο φιλιατρό», Γιώργος Σεφέρης  (από το «Μυθιστόρημα»)

Η Σοφόκλεια «Αντιγόνη» κι οι άταφοι νεκροί στην Τουρκία

Posted by grafei on 12:40 in Θέατρο, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

 

ΑΝΤΙΓΟΝΗΕΘΝΙΚΟ2016

 

 

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Είδα και άκουσα (;) [τρόπος του λέγειν, λόγω κακής mise-en-place των φοιτητών] την πρεμιέρα τής κατά Λιβαθινόν «Αντιγόνης» στην Επίδαυρο τη νύχτα που ξεσπούσε το πραξικόπημα στην Τουρκία. Λίγες μέρες μετά οι άταφοι νεκροί στην γείτονα χώρα πληθαίνουν γεννώντας Ύβριν και προκαλώντας το άγραφο και απαράγραπτο ανθρώπινο Δίκαιο.

ΕΠΙΔΑΥΡΟΣΑΝΤΙΓΟΝΗ

Τα ζητήματα που θέτει ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη, είναι η Αλαζονεία της Εξουσίας, η Κατάχρηση και η Παράβαση Καθήκοντος τα οποία δεν πρέπει να μένουν ατιμώρητα στα κράτη όπου πρυτανεύει το Δίκαιο, η Λογική και οι Θεσμοί λειτουργούν. Η δημοκρατία είναι το τελειότερο πολίτευμα, αφού οι πράξεις των αρχόντων τελούν υπό την διαρκήν αίρεσιν του Λαού (με τη μορφή Χορού στο αρχαίο δράμα).

Απόλαυσα την παράσταση, παρά τις όποιες θεατρολογικές και κριτικές μου επιφυλάξεις που θα σας αναπτύξω πιο κάτω.

Κατ’ αρχήν, ο σκηνοθέτης σεβάστηκε το κείμενο, όσο κι αν η δύσκαμπτη μετάφραση από τον εκλιπόντα Δημήτρη Μαρωνίτη το βάραινε σε πολλά σημεία ανώφελα (όπως π.χ. η Αντιγόνη χαρακτηρίζει τον εαυτό της «άπαιδη» – έλεος βρε παιδιά, και το «άτεκνη» μια χαρά είναι και η περίφραση «χωρίς παιδιά» μια χαρά παίζει, εκτός εάν το άτεκνη φέρνει άλλους συνειρμούς…). Ο Λιβαθινός, αντίθετα από τον Χουβαρδά, είναι συντηρητικός ως προς την υπέρβαση των λογικών και θεματικών ορίων που θέτει το ίδιο το κείμενο. Δείχνει δηλαδή περισσότερο σεβασμό στα λόγια και στο «πνεύμα» του συγγραφέα. Δεν έφτασε, φυσικά, να καταργήσει τελείως τον Χορό, όπως έκανε ο Χουβαρδάς, γιατί αυτό θα ήταν ένα αποδομητικό πλήγμα στην ίδια τη σύσταση, τη μορφή και την ουσία της αρχαίας τραγωδίας. Τον περιόρισε όμως σε αγοραίες εκδηλώσεις, κάπως νευρωτικές και σπασμωδικές, ως αντιδράσεις καφενείου σε παράσταση «θεάτρου σκιών». Έτσι ο Χορός δεν ακούστηκε ευκρινώς και δεν απολαύσαμε τα κλασικά χορικά. Όπως δεν ακούγονταν και οι λοιποί υποκριτές, αφού χάριν αληθοφανείας ο σκηνοθέτης τους τοποθετούσε να μιλούν ¾ ή πλάτη στο κοινό, ενώ το αρχαίο αργολικό θέατρο απαιτεί μετωπική εκφορά του λόγου, όσο κοντά στη θυμέλη τόσο καλύτερα.

Από την άλλη, η αισθητική της όλης παράστασης, η «όψις» σύμφωνα με την «Ποιητική» του Αριστοτέλη, παραείχε άρβυλα (η γιορτή της ποδο-μυκητίασης!). Δεν χρειαζόταν να φοράει άρβυλα και η Αντιγόνη και η Ισμήνη. Θα μπορούσαν να φορούν πιο κομψά, αρχοντικά παπουτσάκια. Τέλος πάντων. Και πάλι καλά. Η γενική σκηνογραφική ένδυση του λόγου ήταν μάλλον ανεκτή, έως και διακριτική θα έλεγα (σκηνικά-κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου). Εκείνο που ήταν μεταμοντέρνο μπαρόκ ήταν τα «διαχρονικά» κοστούμια που δεν περιποιούσαν τιμή σε κανέναν και δυσκόλευαν τους ηθοποιούς, όπως το σφραγισμένο μάτι του Τειρεσία, που παραλίγο να πέσει στο χώμα! Όμως η Μπέτυ Αρβανίτη παρά τις φωνητικές της ατέλειες κι ελλείψεις απέδειξε για άλλη μια φορά ότι είναι λαμπρή ηθοποιός προσηλωμένη στην ποιότητα και με ιδιαίτερη έγνοια για τον ποιητικό δραματικό λόγο. Ήθος, σεμνότητα, ακρίβεια, συνέπεια και υπακοή στα κελεύσματα του σκηνοθέτη, δεν έκανε ούτε μια στιγμή κάτι από τα σταριλίκια στα οποία επιδίδονται διάφορες ομότεχνές της. Είναι Κυρία με κάππα κεφάλαιο και σε αυτή την παράσταση έδωσε έναν άφυλο-δίφυλο τυφλό μάντη με την ακρίβεια ενός χειρουργού που λειτουργεί τόσο συγκεντρωμένος που μοιάζει αφηρημένος. Κρίμα που οι διακυμάνσεις του λόγου της ταίριαζαν περισσότερο σε ανοικτό θέατρο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, αν ήμασταν στην απαιτητική-ανταγωνιστική «Εσπερία» θα προσλαμβάναμε ειδικό δάσκαλο φωνητικής.

Εκείνος όμως που με εξέπληξε ευχάριστα ήταν ο Δημήτρης Λιγνάδης. Ίσως η αυταρχικότητα και η αλαζονεία του ρόλου του να συνηχούσε με κάποιες καλά κρυμμένες χορδές της ψυχοσωματικής του ύπαρξης, γιατί και στον σαιξπηρικό «Ριχάρδο Γ’» είχε βγάλει πολλή από την εσωτερική του σκοτεινιά και την είχε ξεράσει επί σκηνής ως Σκότος δραματικό κι αξιοπρόσεκτο. Τελικά, αυτοί οι «κακοί» ρόλοι αφήνουν το πεδίο ελεύθερο στον υποκριτική να ξορκίσει τους δαίμονές του αναπτύσσοντάς τους επί σκηνής.

Δεν μπορώ να πω και για τις ηθοποιές που υποδύθηκαν Ισμήνη (Δήμητρα Βλαγκοπούλου) κι Αντιγόνη (Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη). Πολύ «στρογγυλά» μας τα είπαν όλα, πολύ ορθοφωνημένα, πολύ αναμενόμενα, όσο κι αν κυλίστηκαν στο χώμα, όσο κι αν χώθηκαν κάτω από ξύλινα παγκάκια, όσο κι αν έκαναν κούνια-μπέλα στην αιώρα κρεμάλα της υπερυψωμένης σκηνής.

Κάτι πήγε να κάνει ο ηθοποιός που υποδύθηκε τον Αίμονα (Βασίλης Μαγουλιώτης).

Διακεκριμένη, έμπειρη κι αξιαγάπητη η Μαρία Σκούντζου ως κορυφαία του Χορού.

Μια παράσταση που δεν προσπερνά και δεν πρέπει να προσπεράσει εύκολα κανείς. Καλοί κι οι έμπειροι Κώστας Καστανάς και Νίκος Μπουσδούκος. Αν μη τι άλλο ήξεραν ορθοφωνία, χωρίς να σημαίνει κι ότι τους ακούγαμε μέσα στον γενικόν ορυμαγδό του διονυσιαζόμενου αλλά όχι και βακχικού Χορού.

Ο Στάθης Λιβαθινός είναι βαθύς γνώστης της θεατρικής πράξης. Ας μείνει λοιπόν στον εγγενή συντηρητισμό του, αφού κάθε προσπάθεια να υπερβεί τα εσκαμμένα εκθέτει αυτόν και τους καλούς συνεργάτες του.

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

info:

http://www.n-t.gr/el/pressoffice/?nid=1864

«ΑΝΤΙΓΟΝΗ» του Σοφοκλή

Πρεμιέρα 15 & 16 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Η πρώτη συνεργασία του Εθνικού Θεάτρου με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας και το Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, σε σκηνοθεσία του Καλλιτεχνικού Διευθυντή Στάθη Λιβαθινού.

Ο Στάθης Λιβαθινός επίλεξε το κορυφαίο έργο του Σοφοκλή με τη σκέψη να συνδυάσει την παρουσίασή του με την συνύπαρξη στη σκηνή τριών γενιών ηθοποιών. Η παράσταση θα παρουσιαστεί σε νέα μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη.

Η Αντιγόνη παρουσιάστηκε πιθανότατα στα Μεγάλα Διονύσια του 441 π.Χ και γράφτηκε από τον Σοφοκλή σαν αντίδραση για την εξορία του Θεμιστοκλή, του νικητή της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας. Στο έργο αυτό, ένα από τα αρτιότερα της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας, η θεματική της σύγκρουσης μεταξύ των νόμων της ηθικής και των νόμων της πολιτείας φτάνει στην κορύφωσή της, με τους δύο ήρωες να επαληθεύουν την τραγική τους υπόσταση, κρατώντας, μέχρι τέλους, τη θέση στην οποία τους έφερε η μοίρα.

Η περίληψη του έργου 
Η σύγκρουση μεταξύ των δύο γιων του Οιδίποδα, Πολυνείκη και Ετεοκλή, για τον θρόνο της Θήβας έχει τελειώσει. Τα δύο αδέλφια βρίσκονται νεκρά στο πεδίο της μάχης. Ο Κρέων, ο νέος βασιλιάς της Θήβας, έχει δώσει διαταγή να παραμείνει άταφος ο Πολυνείκης, που πολέμησε ενάντια στην πατρίδα του. Όμως η αδελφή του νεκρού, Αντιγόνη, αποφασίζει να τον τιμήσει με την πρέπουσα ταφή. Συλλαμβάνεται και οδηγείται στον Κρέοντα, που, τηρώντας τους νόμους της πολιτείας, την καταδικάζει σε θάνατο. Ο βασιλιάς παραμένει αμετάπειστος ακόμη και μετά την παρέμβαση του γιου του, Αίμονα, και διατάζει να θαφτεί η Αντιγόνη ζωντανή σε μια σπηλιά. Ωστόσο, τα δεινά που έχει προβλέψει ο μάντης Τειρεσίας δεν θα αργήσουν να γίνουν πραγματικότητα. Η καθυστερημένη υπαναχώρηση του βασιλιά δεν θα προλάβει την καταστροφή. Η Αντιγόνη έχει απαγχονιστεί μέσα στη φυλακή της, ο Αίμονας έχει αυτοκτονήσει και η Ευρυδίκη, γυναίκα του Κρέοντα, ακολουθεί τον γιο της στο θάνατο.

Ταυτότητα παράστασης
Μετάφραση: Δημήτρης Μαρωνίτης
Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός
Σκηνικά-Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Μουσική: Χαράλαμπος Γωγιός

Διανομή (με αλφαβητική σειρά)
Μπέτυ Αρβανίτη, Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Δημήτρης Λιγνάδης, Κώστας Καστανάς Αντώνης Κατσαρής (από Θ.Ο.Κ.), Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη, Μαρία Κωνσταντά, Βασίλης Μαγουλιώτης, Περικλής Μουστάκης, Νίκος Μπουσδούκος, Αστέρης Πελτέκης (από ΚΘΒΕ), Μαρία Σκούντζου, Ευτυχία Σπυριδάκη, Λυδία Τζανουδάκη, Στέλα Φυρογένη (από Θ.Ο.Κ.), Αντωνία Χαραλάμπους (από Θ.Ο.Κ.), Γιάννης Χαρίσης (από ΚΘΒΕ)

Τζωρτζίνα Κακουδάκη, «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» του Σαίξπηρ σε θεατροπαιδαγωγική διασκευή για εφήβους από τη διάσημη θεατρολόγο

Posted by grafei on 13:07 in Θέατρο, Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

ΤΖΩΡΤΖΙΝΑΚΑΚΟΥΔΑΚΗφωτό

 

 

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

ΤΖΩΡΤΖΙΝΑΟΝΕΙΡΟ4

Η νεανικότητα της ματιάς μιας θεατρολόγου (από τους πρώτους αποφοιτήσαντες από το νεοσύσταστο τότε Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, 1990-1994) συναντάει το πάντα επίκαιρο κείμενο-παραβολή ενός «αθάνατου» συγγραφέα του Σαίξπηρ, ο οποίος μακριά από ακαδημαϊσμούς και σχολαστικισμούς μίλησε για τους μύχιους πόθους και φόβους της πανανθρώπινης φυλής. Το δάσος, ως εικονοποίηση του συλλογικού ασυνείδητου, η Νύχτα ως μήτρα των πάντων, το φεγγάρι ως θηλυκή μορφή της θεάς Αρτέμιδος-Κάλλι, η ενεργοβόρρος περιπέτεια του Έρωτα, τα αλλοκοσμικά ξωτικά συναντιούνται μακριά από το αποκαλυπτικό φώς του Ήλιου και πλάθουν μια τραγι-κωμωδία παρεξηγήσεων για το ανθρώπινο είδος, το οποίο δεν μισούν αλλά ζηλεύουν και φοβούνται, ίσως…

ΤΖΩΡΤΖΙΝΑΟΝΕΙΡΟ3

Θαύμασα στον Εθνικό Κήπο, Σάββατο απόγευμα, λίγο πριν το σούρουπο, δίπλα στην Παιδική Βιβλιοθήκη, την παρέα των νέων, κεφάτων, εύπλαστων κι ευλύγιστων θεατρανθρώπων, υπό την καθοδήγησιν της σοφής και έμπειρης Τζωρτζίνας Κακουδάκη, να αναδημιουργεί με ευκολία, γνώση και συνέπεια το πασίγνωστο κείμενο, μακριά από τη Σκύλλα του Μοντερνισμού και τη Χάρυβδη του Μεταμοντερνισμού, χωρίς να προσκρούσει σε Λαιστρυγόνες και σε Κύκλωπες, κλείνοντας τα αυτιά της στις σειρήνες της ανώφελης ματαιόδοξης δημοσιότητας. Οι θεατές ήταν εκεί και περίμεναν, λίγο πριν τας επτά. Μαζεύτηκαν κι άλλοι αργότερα. Και μία άστεγη κλοσάρ, που παρακολουθούσε στην αρχή σαστισμένη, φοβισμένη και μισάνθρωπος, μόλις βγήκε όμως ο Πουκ κι έκανε τα μαγικά του κάθισε κι αυτή κατάχαμα κι άρχισε να απολαμβάνει το θέαμα. Χαμογελούσε σαν μάσκα κι εννοούσε ποιος ξέρει τι μέσα στο παραζαλισμένο αλλά σοφό από την παρατήρηση της Φύσης και των ζωντανών μυαλό της. Οι αντιδράσεις αυτής της εξαθλιωμένης γυναίκας, όπως και των άλλων «περιθωριακών» που άκουσαν φωνές, μουσικές και προσελκύσθηκαν όπως τα έντομα στην αναμμένη λάμπα, οι αντιδράσεις όλων αυτών μου θύμισαν όταν ο αποδέκτης του καλλιτεχνικού-ποιητικού γεγονότος είναι πάντα μόνον ένας, ατομικά, ο καθένας από μόνος του και μόνος του αποτελεί το «κοινό» κι όλοι μαζί συναπαρτίζουν ένα ρευστό και πρόσκαιρο σύνολο που συλλέγει από τον κάθε ένα χωριστά τη δράση, την ανάδραση, την αντίδραση ή τη σιωπή του. Αυτή η μαγεία του μοναδικού κι ανεπανάληπτου θεατρικού γεγονότος κάνει αυτή την πρόσκαιρη διονυσιακή τέχνη πολύτιμη κι ανεπανάληπτη. Λειτουργεί πρωτίστως ως ψυχοθεραπεία, αλλά δευτερευόντως ως άσκηση κοινωνικοποίησης. Είναι θρησκευτική ιερουργία, τελετουργία κι άρνηση του απομονωτισμού (για λίγην ώρα έστω). Η επανατελετουργοποίηση (re-ritualisation) των κλασικών κειμένων από το σύγχρονο θέατρο είναι ένα σημαντικό ζητούμενα με πολλά παράπλευρα (και δυσεξιχνίαστα ίσως) οφέλη. Ο Μπέκετ δούλεψε με φυλακισμένους και ιδρυματισμένους. Πιστεύω ότι η έξαρση της βίας στην κρίσιμη μεταβατική εποχή μας θα μπορούσε ίσως να αμβλυνθεί παραγωγικά και δημιουργικά με σύγχρονες δράσεις «θεάτρου του δρόμου», καλλιτεχνικά εργαστήρια σε κάθε γειτονιά και λοιπά. Ήδη τα δημοτικά φεστιβάλ με ελεύθερη είσοδο, δίνουν – βοηθούντος του καιρού – τη δυνατότητα στους αστούς να βγούνε από τα κλουβιά τους και να δουν το φεγγαράκι να πλέει στον έναστρο ουρανό, πλησίστιο…

ΤΖΩΡΤΖΙΝΑΟΝΕΙΡΟ2

Απόλαυσα διπλά, τριπλά και πολλαπλά τη δουλειά της Τζωρτζίνας Κακουδάκη, Εμψύχωσε νέους ηθοποιούς, συγκέντρωσε κοινό, φώτισε το πασίγνωστο κείμενο από απρόβλεπτες σκοπιές, έκανε εν τέλει αυτό που πρέπει να κάνουν όλοι οι γνήσιοι θεατράνθρωποι: παρήγαγε πολιτισμό μέσα από ένα ζωντανό πνευματικό κύτταρο. Ας πληθαίνουν αυτές οι μεμονωμένες δράσεις, ας γίνουν επισημότερες, ας τις ενστερνιστούν κι ας τις αναδείξουν οι φορείς, ας της φιλοξενήσουν τα κρατικά και δημοτικά θέατρα, ας τα επιχορηγήσουν οι ιδιώτες. Ίσως μόνον έτσι θα μπορούμε να καυχηθούμε σε μερικούς αιώνες για τον χρυσούν 21ον αιώνα!!!

τζωρτζίναΟΝΕΙΡΟΕΘΝΙΚΟΣΚΗΠΟΣ1

 

 

 

 

Αισιόδοξος πάντα κι ευελπιστών (ειδικά μέσα στην Κρίση),

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

Περισσότερες πληροφορίες για τη Τζωρτζίνα Κακουδάκη και το έργο της:

http://georginakakoudaki.org/tag/oniro-kalokerinis-nychtas/

http://georginakakoudaki.org/sexpir-oniro-kalokerinis-nychtas-giati-ta-panta-ine-pithana/

Σαίξπηρ Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας/ Γιατί τα πάντα είναι πιθανά Μια παράσταση βασισμένη στο ομώνυμο κείμενο του Σαίξπηρ ΕΦΗΒΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΝΤΟΣ ΤΩΝ ΤΕΙΧΩΝ. Πώς ορίζεται η πραγματικότητα; Τί είναι αληθινό; Τί σημαίνουν τα όνειρα; Πώς υλοποιούνται οι επιθυμίες; Πώς μπορεί ο άνθρωπος να συνδεθεί ξανά με το σύμπαν; To Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας είναι μια διασκευή του γνωστού ομώνυμου έργου που απευθύνεται κυρίως στο εφηβικό κοινό, αλλά και σε όλους όσους θέλουν να δουν τα πράγματα από μια διαφορετική οπτική. Με βασικό εργαλείο το σώμα, πέντε ηθοποιοί επί σκηνής επιχειρούν να ζωντανέψουν τους τέσσερεις διαφορετικούς κόσμους που προτείνει ο Σαίξπηρ για να μιλήσει για τη δύναμη των ονείρων και των επιθυμιών. Η αφήγηση της ιστορίας γίνεται μέσα από τον Πουκ, ένα πανέξυπνο σκανταλιάρικο ξωτικό που σκοπός του είναι να διατηρεί την ισορροπία στο σύμπαν. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Ερωτευμένα ζευγάρια εισβάλουν στο δάσος του και προκαλούν αλλόκοτα μπερδέματα στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν με κάθε τρόπο το αντικείμενο του πόθου τους. «Τα πάντα είναι πιθανά» λοιπόν, αν κάτι το πιστέψεις πραγματικά. Η παράσταση αυτή επιθυμεί -με όπλα της το τραγούδι, το λόγο και την κίνηση- να επαναπροσδιορίσει την εικόνα που έχει δημιουργηθεί με τα χρόνια για το θέατρο, κάνοντας επίκεντρο τον άνθρωπο, όπως ήταν και στην αρχαιότητα. Διασκευή- Σκηνοθεσία: Τζωρτζίνα Κακουδάκη Χορογραφία: Πατρίσια Απέργη Koστούμια: Νίκη Ψυχογιού Μουσική Σύνθεση: Σταύρος Γιαννουλάδης- Σπύρος Πανταζής Βοηθός Σκηνοθέτης: Θανάσης Ζερίτης Θεατροπαιδαγωγικό Υλικό: Ηρώ Ποταμούση, Τζωρτζίνα Κακουδάκη Φωτογραφίες: Μαριάννα Βεριγάκη, Στάθης Μαμαλάκης Αφίσα: Χαράλαμπος Πανάγος Παίζουν: Σταύρος Γιαννουλάδης, Απόστολος Κουτσιανικούλης, Ελένη Κουτσιούμπα,Γρηγορης Λιακόπουλος(2012-2013), Θανάσης Ζερίτης(2013-2014) , Αριστέα Σταφυλαράκη [Στη σκηνή παίζεται ζωντανή μουσική] Μια παράσταση της ομάδας 4Frontal, με επίσημο συνεργαζόμενο φορέα το Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση, και την ομάδα ω2 σε συμπαραγωγή με το Θέατρο του Νέου Κόσμου. Υπό την αιγίδα του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συλλόγου Θεατρολόγων. Xορηγία ειδών ένδυσης: Attrativo. Χορηγοί επικοινωνίας: alter vita, all4fun, videatro.

Πηγή: http://georginakakoudaki.org/sexpir-oniro-kalokerinis-nychtas-giati-ta-panta-ine-pithana/
Copyright © Τζωρτζίνα Κακουδάκη

Η Τζωρτζίνα Κακουδάκη είναι σκηνοθέτης, θεατρολόγος και θεατροπαιδαγωγός. Έχει ασχοληθεί συστηματικά με την προώθηση του θεάτρου ως μέσου κοινωνικής αλλαγής, ως δραματουργός σε παραστάσεις χορού, ως σκηνοθέτης παραστάσεων για νέους και μέσα από πλήθος κειμένων για το θέατρο και την παιδαγωγική του θεάτρου.

Πηγή: http://georginakakoudaki.org/
Copyright © Τζωρτζίνα Κακουδάκη

http://4frontal.com/performances/%CF%8C%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%AE%CF%82-%CE%BD%CF%8D%CF%87%CF%84%CE%B1%CF%82/

γιατί τα πάντα είναι πιθανά…

Μια παράσταση βασισμένη στο ομώνυμο κείμενο του Σαίξπηρ 

ΕΦΗΒΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΝΤΟΣ ΤΩΝ ΤΕΙΧΩΝ

Πώς ορίζεται η πραγματικότητα; Τί είναι αληθινό; Τί σημαίνουν τα όνειρα; Πώς υλοποιούνται  οι επιθυμίες; Πώς μπορεί ο άνθρωπος να συνδεθεί ξανά με το σύμπαν;

 

To Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας είναι μια διασκευή του γνωστού ομώνυμου έργου που απευθύνεται κυρίως στο εφηβικό κοινό, αλλά και σε όλους όσους θέλουν να δουν τα πράγματα από μια διαφορετική οπτική. Με βασικό εργαλείο το σώμα, πέντε ηθοποιοί επί σκηνής επιχειρούν να ζωντανέψουν τους τέσσερεις διαφορετικούς κόσμους που προτείνει ο Σαίξπηρ για να μιλήσει για τη δύναμη των ονείρων και των επιθυμιών. Η αφήγηση της ιστορίας γίνεται μέσα από τον Πουκ, ένα πανέξυπνο σκανταλιάρικο ξωτικό που σκοπός του είναι να διατηρεί την ισορροπία στο σύμπαν. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Ερωτευμένα ζευγάρια εισβάλουν στο δάσος του και προκαλούν αλλόκοτα μπερδέματα στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν με κάθε τρόπο το αντικείμενο του πόθου τους. «Τα πάντα είναι πιθανά» λοιπόν, αν κάτι το πιστέψεις πραγματικά. Η παράσταση αυτή επιθυμεί -με όπλα της το τραγούδι, το λόγο και την κίνηση- να επαναπροσδιορίσει την εικόνα που έχει δημιουργηθεί με τα χρόνια για το θέατρο, κάνοντας επίκεντρο τον άνθρωπο, όπως ήταν και στην αρχαιότητα.

Διασκευή- Σκηνοθεσία: Τζωρτζίνα Κακουδάκη
Χορογραφία: Πατρίσια Απέργη
Koστούμια: Νίκη Ψυχογιού
Μουσική Σύνθεση: Σταύρος Γιαννουλάδης- Σπύρος Πανταζής
Βοηθός Σκηνοθέτης:  Θανάσης Ζερίτης
Θεατροπαιδαγωγικό Υλικό: Ηρώ Ποταμούση, Τζωρτζίνα Κακουδάκη
Φωτογραφίες: Μαριάννα Βεριγάκη, Στάθης Μαμαλάκης
Αφίσα: Χαράλαμπος Πανάγος

Παίζουν: Σταύρος Γιαννουλάδης, Απόστολος Κουτσιανικούλης, Ελένη Κουτσιούμπα,Γρηγορης Λιακόπουλος(2012-2013), Θανάσης Ζερίτης(2013-2014) , Αριστέα Σταφυλαράκη

[Στη σκηνή παίζεται ζωντανή μουσική]

Μια παράσταση της ομάδας  4Frontal, με επίσημο συνεργαζόμενο φορέα το Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση, και την ομάδα ω2 σε συμπαραγωγή με το Θέατρο του Νέου Κόσμου. Υπό την αιγίδα του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συλλόγου Θεατρολόγων. 

Xορηγία ειδών ένδυσης: Attrativo. Χορηγοί επικοινωνίας: alter vita, all4fun, videatro.

 

 

Εξι ανέκδοτα ποιήματα του Μιχάλη Παπαδάκη

Posted by grafei on 00:14 in Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

DSC_6937

μεταφρασμένα στα γαλλικά από την Παρασκευή Μόλαρη, εκπαιδευτικό, μεταφράστρια, ερευνήτρια ιστορικό MAEn 2 LLCER Université Paul Valéry Montpellier3

Ο Mιχάλης Παπαδάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1966 με καταγωγή από την Χερσόνησο Ηρακλείου Κρήτης. Είναι παντρεμένος και έχει μία κόρη κι ένα γιο. Σπούδασε παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου και αργότερα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Διδάσκει 26 χρόνια σε δημοτικά σχολεία (8 χρόνια σε ιδιωτικό σχολείο και 18 σε δημόσια).Ανέκαθεν του άρεσε η ποίηση, η λογοτεχνία και το θέατρο… Άρχισε να γράφει πριν από 3 δεκαετίες αλλά συστηματικά τα 5 τελευταία χρόνια. Έχει αρθρογραφήσει σε περιοδικά κι εφημερίδες. Έχει κάνει την εικονογράφηση σε ένα παιδικό λογοτεχνικό βιβλίο που είναι υπό έκδοση.

Τα έξι ποιήματα που ακολουθούν σε δίγλωσση μορφή ( πρωτότυπο ελληνικό κείμενο και απόδοσή μας στα γαλλικά ),προέρχονται από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή του΄΄ Ατυχοι τοίχοι ΄΄. Πρόκειται για ποιήματα που ο Παπαδάκης εμπνεύστηκε από ένα διαφορετικό γεγονός-παρέμβαση( τα συνθήματα στους τοίχους και τα γκράφιτι ) που τον οδηγούν στην εξωτερίκευση σκέψεων και συναισθημάτων που νιώθει. Ποίηση ιδιαίτερη, προσωπική σε στίχο καλοδουλεμένο .Από κοινωνικό-πολιτικό μήνυμα-καταγγελία με έντονο επαναστατικό-ανατρεπτικό χρώμα αλλά κα στοιχεία λυρισμού και, περνώντας από οικολογικής φύσης ανησυχίες και προβληματισμούς, ο ποιητής οδηγείται στην σταδιακή διείσδυση στον προσωπικό εσωτερικό ψυχικό σου κόσμο με αναμνήσεις ,ερωτικά σκιρτήματα, αναζητήσεις, μοναξιά, Ελλάδα !

Six poèmes inédits de Michalis Papadakis traduits en français par Paraskevi Molari,   enseignante, traductrice, chercheur historienne MAEn 2 LLCER Université Paul Valéry Montpellier3

Originaire de la région de Chersonissos d ’ Heraclion ( Crète ) , Michalis Papadakis est né à Athènes en 1966. Marié et père d ’ une fille et d ’un garçon. Il a fait des études en Sciences de l ’ Education à l ’ Académie Pédagogique d ’ Heraclion, puis, à l ’ Université de Jannina . Il enseigne, depuis 26 ans, dans différentes écoles primaires ( dont 8 ans dans l ’ enseignement privé et 18 dans l ’ enseignement public ). Passionné de littérature, il écrit lui-même depuis trois décennies et plus systématiquement pendant les cinq dernières années. Il est l ’auteur de plusieurs articles publiés dans des journaux et revues. Il a fait l ’illustration d’un livre pour enfants à paraître bientôt.

Les six poèmes qui suivent en forme bilingue ( texte original grec et traduction en français faite par nous ) ,sont tirés du recueil de poésie non edité , intitulé ΄΄ Μurs sans sort ΄΄.Il s ’ agit de poèmes inspirés d ’ un différent fait, une sorte d ’ intervention ( slogans et graffitis sur les murs ) qui le conduisent à extérioriser réflexions et sentiments ressentis. Poésie personnelle,vers bien travaillé portant un message politico-social imbu de révolte et de lyrisme n ’ excluant pas son souci écologique ni le retour à un monde psychologique personnel grâce à des souvenirs de jeunesse liés aux premiers amours.

 

  • Ελευθερία

 

Ο κάματος… σωματικός και ψυχικός

Στιγμές χαλάρωσης… ασήκωτο το φορτίο που κουβαλούν στην ράχη τους

Μια λέξη που ζυγίζει όσο μια ανθρώπινη ζωή

Ο ήλιος της δικαιοσύνης ζεσταίνει τα νεανικά όνειρα

Ο τοίχος καθρεφτίζει τα ιδανικά τους

Κλείστε τα μάτια και ονειρευτείτε την…

Ανοίξτε τα κι αγωνιστείτε

Ύμνο ξαναγράφετε για λόγου της

Ευχαριστούμε από καρδιάς

 

Ελευθερία

Εμείς σήμερα τη βιώνουμε και την (παρά)βιάζουμε !

 

1.Liberté

 

La fatigue physique et psychique

Moments de détente…fardeau très lourd porté sur les épaules

Un mot pesant autant qu ‘ une vie humaine

Le soleil de la justice fait chauffer les rêves de jeunesse

Le mur reflète leurs ideaux

Fermez les yeux et rêvez d ‘ elle…

Ouvrez-les et combattez

Vous recomposez un hymne pour elle

Remerciant de tout coeur

 

La Liberté

Nous la vivons aujourd ‘ hui et la violons !

*****

Ευτυχία

Γκρίζοι τοίχοι, γκρίζα πόλη, γκρίζος αέρας, γκρίζα ζωή

Τσιμέντο δεξιά, τσιμέντο αριστερά, μπρος και πίσω, σε κυκλώνει,

σε πνίγει, ασφυκτιάς

Πράσινο λιγοστό, εγκαταλειμμένα παρτέρια, διψασμένα, καχεκτικά δεντράκια

Άχρωμοι ήχοι, μονότονοι και κουραστικοί

Έρημη πολιτεία με μιλιούνια κόσμο.

Υποσχέσεις για καλύτερο αύριο, που πέφτουν στο κενό

Παχιά λόγια από αδύναμα μυαλά

Θεωρία που δε γίνεται πράξη

Δε θα τα καταφέρετε…

Η υποταγή είναι ήττα

 

Η ευτυχία θα είναι η εκδίκησή μας

2.Bonheur

 

Murs gris, ville grise, air gris, vie grise

Ciment à droite, ciment à gauche, devant et derrière,

Te cernant, t’ étouffant, tu suffoques

Manque de verdure, parterres abandonnés,

Petits arbres assoiffés, malingers

Sons sans ton, monotones et fatigants

Cité deserte pleine de monde.

Promesses pour un meilleur avenir, tombées dans le vide

Paroles vides de sens, prononcées par des esprits frêles

Théorie qui ne devient jamais acte

Vous n ‘ y arriverez pas…

Soumission signifie défaite

 

Le Bonheur sera notre vengeance

                                              *****

 

                                     3   .   Αντίσταση

Σε γεμίζουνε με ψέμα

σου αδειάζουνε το αίμα

στο ρουφούν με θράσος περίσσιο

κορδωμένοι με το κορμί τους ίσιο

Σε ενοχλούνε διαρκώς

δρώντας περισσότερο στο φως

σου μολύνουν τον αέρα

σε τρελαίνουν κάθε μέρα

 

Σήκωσε το χέρι

χτύπα δυνατά…

το κουνούπι μόνο ξέρει

πότε να πετά

 

  1. Résistance

On te fait remplir de mensonges

on te vide se sang

te l ’ absorbant avec audace superflu

marchant la tête haute tout droits

Ils t ’ importunent sans cesse

agissant advantage dans la lumière

ils te polluent l ’ air

te rendent fou chaque jour

 

Lève la main

bat fort…

seule la moustique sait

quand voler

*****

4. Δέντρα

 

Δέντρα…

Είδος προς εξαφάνιση

Στέκονται αγέρωχα μπροστά στην πύρινη απειλή

ακίνητα περιμένουν το άδοξο τέλος τους

Πόσα δέντρα μπορεί να αντιστοιχούν σε ένα οικόπεδο;

Πόσα δέντρα μπορεί να αντιστοιχούν σε ένα οικόπεδο με θέα;

Δέντρα καμένα θυσία της ανθρώπινης απληστίας

Δέντρα καμένα θυσία κερδοσκοπικής ληστείας

 

Δέντρα…

Είδος προς εξαφάνιση

Στέκονται μαύρα πάνω στην έρημη γη

να παραδώσουν τη θέση τους στο θλιβερό τσιμέντο

Πόσα δέντρα μπορεί να αντιστοιχούν σε μία μεζονέτα;

Πόσα δέντρα μπορεί να αντιστοιχούν σε μία μεζονέτα με πισίνα;

Δέντρα καμένα θυσία σε έργα κοινής ωφέλειας

Δέντρα καμένα θυσία λόγω κοινής αφέλειας

 

«Το τελευταίο δέντρο κρατήστε το για να κρεμαστείτε…»

 

 Arbres

 

Arbres

Espèce en voie de disparition

Ils se tiennent fiers devant la menace du feu

attendant, immobiles, leur fin misérable

Combien d ’ arbres peuvent correspondre à un terrain ?

Combien d ’ arbres peuvent correspondre

A un terrain avec vue ?

Arbres brulés, sacrifiés à l ’ avidité humaine

Arbres brulés, sacrifiés au pillage spéculatif

 

Arbres…

Espèce en voie de disparition

Ils se tiennent , noirs, sur la terre déserte

prêts à livrer leur place au triste ciment

Combien d ’ arbres peuvent correspondre à un duplex ?

Combien d ’ arbres peuvent correspondre à un duplex avec piscine ?

Arbres brulés, sacrifiés à des travaux d ’ utilité commune

Arbres brulés , sacrifiés à cause de la naïveté commune

 

΄΄ Gardez le dernier arbre pour vous y pendre ΄΄

*****

 

  1.  Κάτω από την ελιά

 

Κάτω από την ελιά

φίλησα μια κοπελιά

γλυκόλογα, αγκαλιά και χάδι

έπεσε βαθύ σκοτάδι

στης ηδονής το ημέρωμα

μας βρήκε το ξημέρωμα

ξεπρόβαλε ο ήλιος βασιλιάς

μέσα απ’ τα φύλλα της ελιάς

ξανθό κοράσι γίνηκε η φύση

-θεέ μου ο χρόνος μη κυλήσει-

όνειρα κοινά στους ελαιώνες

ο έρωτας να ζήσει αιώνες

5. Sous l’ olivier

 

Sous l ‘ olivier

j ‘ embrassai une jeune fille

mots doux, enlacements et caresse

l’obscurité nocturne tomba

puis ,à l ‘ adoucissement de la volupté

l ‘ aube apparût

le soleil se leva

à travers le feuillage de l ‘olivier

la nature se transforma en fille blonde

-que le bon Dieu arrête le temps –

pour que l ‘ amour vive à l ‘ éternité

des rêves communs parmi les olivaies

*****

6 . Τα πρώτα σκιρτήματα

Τα πρώτα σκιρτήματα της έφηβης καρδιάς

έρωτας πλατωνικός της ακροθαλασσιάς

ανέμελα βήματα στην ξανθή αμμουδιά

νιότη τριαντάφυλλο, ξεχωριστή ευωδιά

ατίθασα κύματα, ηδονής αρώματα

έξαψης θύματα, ίριδας χρώματα

σιωπή…

Την νιώθεις να διαπερνά την ενοχή

ενοχή…

Την νιώθεις να πολεμά με την ντροπή

ντροπή…

Την νιώθεις να κυβερνά το κορμί

η καρδιά γνέφει ναι, μα ο νους λέει μη

και σβήνει σαν κερί της ήβης η ορμή

γλυκό μου απωθημένο…

η μυρωδιά σου ο πρώτος μου εθισμός

 

6.  Les premiers tressaillements

 Les premiers tressaillements du coeur adolescent

amour platonique du rivage

pas insouciant sur la plage de sable blonde

jeunesse en rose, parfum exquis

vagues indomptables arômes voluptueux

victimes d ‘ exaltation, couleur d ‘ iris

silence…

Tu la ressens transir la culpabilité

culpabilité

Tu la ressens se battre conre la honte

honte…

Tu la ressens maîtriser le corps

le coeur a beau faire signe,

l ‘ esprit n ‘ y consent pas

et la fougue de la jeunesse s ‘ éteint comme une cierge

mon doux refoulement

 

ton odeur ma première addiction

                                                                 *****

 

« Older Entries
Next Entries »

Κατηγορίες

  • Διάφορα
  • Εικαστικά
  • Θέατρο
  • Κινηματογράφος
  • Λογοτεχνία
  • Μουσική
  • Σινεμά
  • Στίχοι
  • Χορός
  • Εκπομπές
  • Χωρίς κατηγορία

Πρόσφατα άρθρα

  • ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ στο 54ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΙΒΛΙΟΥ τού ΣΕΚΒ στο ΠΕΔΙΟΝ τού ΆΡΕΩΣ
  • Ποιητική κατάθεση ζωής εφάπαξ
  • Η λειτουργική μετάφραση που φιλοτέχνησα για την αριστοφανική “Λυσιστράτη” στη φετινή παράσταση τού ΚΘΒΕ σε αριστοτεχνική σκηνοθεσία από τον ΑΣΤΕΡΙΟ ΠΕΛΤΕΚΗ
  • ΚΘΒΕ 2026: «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη. Μετάφραση: Κωνσταντίνος Μπούρας. Σκηνοθεσία -Δραματουργική επεξεργασία- Απόδοση: Αστέριος Πελτέκης
  • Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026, ώρα 18:00, Κεντρική Αίθουσα Πανηγυρική καταληκτήρια εκδήλωση του Θεατρικού Εργαστηρίου του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Φ.Σ. «Παρνασσός»

Ιστορικό

  • Σεπτέμβριος 2026
  • Αύγουστος 2026
  • Ιούλιος 2026
  • Ιούνιος 2026
  • Μάιος 2026
  • Απρίλιος 2026
  • Μάρτιος 2026
  • Φεβρουάριος 2026
  • Ιανουάριος 2026
  • Δεκέμβριος 2025
  • Οκτώβριος 2025
  • Σεπτέμβριος 2025
  • Ιούλιος 2025
  • Ιούνιος 2025
  • Μάιος 2025
  • Απρίλιος 2025
  • Μάρτιος 2025
  • Φεβρουάριος 2025
  • Ιανουάριος 2025
  • Δεκέμβριος 2024
  • Νοέμβριος 2024
  • Οκτώβριος 2024
  • Σεπτέμβριος 2024
  • Αύγουστος 2024
  • Ιούλιος 2024
  • Ιούνιος 2024
  • Μάιος 2024
  • Απρίλιος 2024
  • Μάρτιος 2024
  • Φεβρουάριος 2024
  • Ιανουάριος 2024
  • Δεκέμβριος 2023
  • Νοέμβριος 2023
  • Οκτώβριος 2023
  • Σεπτέμβριος 2023
  • Αύγουστος 2023
  • Ιούλιος 2023
  • Ιούνιος 2023
  • Μάιος 2023
  • Απρίλιος 2023
  • Μάρτιος 2023
  • Φεβρουάριος 2023
  • Ιανουάριος 2023
  • Δεκέμβριος 2022
  • Νοέμβριος 2022
  • Οκτώβριος 2022
  • Σεπτέμβριος 2022
  • Αύγουστος 2022
  • Ιούλιος 2022
  • Ιούνιος 2022
  • Μάιος 2022
  • Απρίλιος 2022
  • Μάρτιος 2022
  • Φεβρουάριος 2022
  • Ιανουάριος 2022
  • Δεκέμβριος 2021
  • Νοέμβριος 2021
  • Οκτώβριος 2021
  • Σεπτέμβριος 2021
  • Αύγουστος 2021
  • Ιούλιος 2021
  • Ιούνιος 2021
  • Μάιος 2021
  • Απρίλιος 2021
  • Μάρτιος 2021
  • Ιανουάριος 2021
  • Δεκέμβριος 2020
  • Νοέμβριος 2020
  • Οκτώβριος 2020
  • Σεπτέμβριος 2020
  • Αύγουστος 2020
  • Ιούλιος 2020
  • Ιούνιος 2020
  • Μάιος 2020
  • Απρίλιος 2020
  • Μάρτιος 2020
  • Φεβρουάριος 2020
  • Ιανουάριος 2020
  • Δεκέμβριος 2019
  • Νοέμβριος 2019
  • Οκτώβριος 2019
  • Σεπτέμβριος 2019
  • Αύγουστος 2019
  • Ιούλιος 2019
  • Μάιος 2019
  • Απρίλιος 2019
  • Μάρτιος 2019
  • Φεβρουάριος 2019
  • Ιανουάριος 2019
  • Δεκέμβριος 2018
  • Νοέμβριος 2018
  • Οκτώβριος 2018
  • Σεπτέμβριος 2018
  • Αύγουστος 2018
  • Ιούλιος 2018
  • Ιούνιος 2018
  • Μάιος 2018
  • Απρίλιος 2018
  • Μάρτιος 2018
  • Φεβρουάριος 2018
  • Ιανουάριος 2018
  • Δεκέμβριος 2017
  • Νοέμβριος 2017
  • Οκτώβριος 2017
  • Σεπτέμβριος 2017
  • Ιούλιος 2017
  • Ιούνιος 2017
  • Μάιος 2017
  • Απρίλιος 2017
  • Μάρτιος 2017
  • Φεβρουάριος 2017
  • Ιανουάριος 2017
  • Δεκέμβριος 2016
  • Νοέμβριος 2016
  • Οκτώβριος 2016
  • Σεπτέμβριος 2016
  • Αύγουστος 2016
  • Ιούλιος 2016
  • Ιούνιος 2016
  • Μάιος 2016
  • Απρίλιος 2016
  • Μάρτιος 2016
  • Φεβρουάριος 2016
  • Ιανουάριος 2016
  • Δεκέμβριος 2015
  • Νοέμβριος 2015
  • Οκτώβριος 2015
  • Σεπτέμβριος 2015
  • Αύγουστος 2015
  • Ιούλιος 2015
  • Ιούνιος 2015
  • Μάιος 2015
  • Απρίλιος 2015
  • Μάρτιος 2015
  • Φεβρουάριος 2015
  • Ιανουάριος 2015
  • Δεκέμβριος 2014
  • Νοέμβριος 2014
  • Οκτώβριος 2014
  • Αύγουστος 2014
  • Ιούνιος 2014
  • Μάιος 2014
  • Απρίλιος 2014
  • Μάρτιος 2014
  • Φεβρουάριος 2014
  • Ιανουάριος 2014
  • Δεκέμβριος 2013
  • Νοέμβριος 2013
  • Οκτώβριος 2013
  • Σεπτέμβριος 2013
  • Ιούνιος 2013
  • Μάιος 2013
  • Απρίλιος 2013
  • Μάρτιος 2013
  • Φεβρουάριος 2013
  • Δεκέμβριος 2012

Κατασκευή
Ιστοσελίδας