Κωνσταντίνος Μπούρας
Navigation Menu
  • Αρχική
  • Εργο-Βιογραφικό
  • Εξώφυλλα βιβλίων
  • Free Texts
  • Links
Home » Αρχική

Αρχική

«Κυμβελίνος» του Σαίξπηρ στο θέατρο Εξαρχείων

Posted by grafei on 14:43 in Θέατρο, Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 1 comment

 σε σκηνοθεσία του ταλαντούχου Αλέξανδρου Κοέν σε μια πιστή εκσυγχρονισμένη και διαχρονική απόδοση του κλασικού κειμένου

%ce%b8%ce%ad%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%bf%ce%b5%ce%be%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%cf%89%ce%bd%ce%ba%cf%85%ce%bc%ce%b2%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83%cf%8c%ce%bb%ce%bf%cf%82%ce%bf%ce%b8%ce%af%ce%b1

 

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 %ce%b8%ce%ad%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%bf%ce%b5%ce%be%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%cf%89%ce%bd%ce%ba%cf%85%ce%bc%ce%b2%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%835 %ce%b8%ce%b5%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%bf%ce%b5%ce%be%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%89%ce%bd%ce%ba%cf%85%ce%bc%ce%b2%ce%b5%ce%bb%ce%af%ce%bd%ce%bf%cf%82 %ce%b8%ce%b5%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%bf%ce%b5%ce%be%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%cf%89%ce%bd%ce%ba%cf%85%ce%bc%ce%b2%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%832 %ce%b8%ce%ad%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%bf%ce%b5%ce%be%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%cf%89%ce%bd%ce%ba%cf%85%ce%bc%ce%b2%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%833 %ce%b8%ce%ad%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%bf%ce%b5%ce%be%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%cf%89%ce%bd%ce%ba%cf%85%ce%bc%ce%b2%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%834

Η πίκρα του ώριμου Σαίξπηρ για την κωμωδία του Έρωτα και την αρρώστεια της Τρέλας και της Φρονιμάδας που κατατρέχει το ανθρώπινο είδος απεικονίζεται δραματικά σε αυτό το λιγότερο γνωστό έργο του, που σπάνια ανεβαίνει στις θεατρικές σκηνές. Γιατί; Μα γιατί παραείναι αληθινό για να είναι δημοφιλές. Παραείναι πικρό για να χαϊδεύει τα αυτιά και τις καρδιές. Παραείναι σκοτεινό για να μας πείθει η επιφανειακή αισιοδοξία του happy-end.

Ορθώς ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος Κοέν το τοποθετεί στην Ευρώπη της Κρίσης, στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Η σημερινή κρίση είναι μια απλή κυκλική επανάληψη της Ιστορίας. Ή μήπως όχι; Το σίγουρο είναι ότι η ανθρώπινη φύση δεν έχει αλλάξει σημαντικά από το 1610 (ή 1611) που γράφτηκε αυτό το έργο. Τα ίδια αδιέξοδα, οι ίδιες φενάκες, παρόμοιες ψευδαισθήσεις κι απαράλλαχτη τάση φυγής, την οποία θεραπεύει το θέατρο επαρκώς. Όταν η παράσταση είναι σωστά δομημένη, έχει ρυθμό, σωστή διανομή, καλή μετάφραση και προπάντων σεβασμό στο πνεύμα του συγγραφέα. Αντίθετα από την Ιόλη Ανδρεάδη που ανασκολόπισε τον «Βασιλιά Ληρ» του Σαίξπηρ για να πλάσει έναν δικό της “Young Lear”, χωρίς μέτρο, ρυθμό και δραματουργική δεξιοτεχνία (που να την εύρει η έρμη; Δεν γεννιέται κάθε μέρα ένας Σαίξπηρ κι ένας Ευριπίδης, κι αφού έτσι συμβαίνει καλόν είναι να ανεβάζουμε τα έργα τους με αιδώ ή να συγγράφουμε τα δικά μας μεταμοντέρνα θνησιγενή βαλκανικά εργάκια). Ο Αλέξανδρος Κοέν είναι δύναμη στο ελληνικό θέατρο. Επίμονος κι ακυκλωμάτιστος, μελετηρός κι εμβριθής, υπομένων και αποτελεσματικός, μετέφρασε, διασκεύασε και δίδαξε αυτό το αριστούργημα με έναν τρόπο που δείχνει βαθιά γνώση του θεατρικού φαινομένου και πλήρη επάρκεια.

Η διανομή εξαίρετη. Τι να πω για τον πολυτάλαντο, εκφραστικό κι έμπειρο Τάκη Βουτέρη, που με την τεχνική του κλόουν ντύνει τους ρόλους του με ένα μεταφυσικό μυστήριο παρόμοιο με τις ερεβώδεις πινελιές του μεγάλου Βελάσκεθ στη σειρά “Las meninas”. Χαίρομαι που αφέθηκε με εμπιστοσύνη στα χέρια ενός νεότερου σκηνοθέτη για να τον πλάσει όπως εκείνος επιθυμεί.

Αξιόμαχοι κι αξεχώριστοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί, δημιούργησαν ένα αρμονικό σύνολο, αξιοποιώντας στο έπακρο το εκφραστικότατο όργανο του σώματός τους. Η Ελένη Κρίτα, ο Αντώνης Φραγκάκης, η Αντιγόνη Δρακουλάκη, ο Σαράντος Γεωγλερής, ο Παναγιώτης Εξαρχέας, η Νεκταρία Γιαννουδάκη, Ρωμανός Μαρούδης υπάκουσαν στην ενορχήστρωση του σκηνοθέτη κι έκαναν θαύματα! Κυριολεκτώ.

Αξιολάτρευτοι, αν και κάπως περιγραφικοί οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη.

Εύγλωττα τα κοστούμια και τα σκηνικά της Χριστίνας Κωστέα.

Επαγγελματική και τελεσφόρα η κινησιολογία που δίδαξε η Φρόσω Κορρού.

Δραματολόγος: Κατερίνα Διακουμοπούλου. Καλό αυτό. Πολύ καλό! Ας μάθουν τα θέατρα, οι θίασοι και οι επιχορηγούμενες σκηνές να αξιοποιούν δραματολόγους-δραματουργούς. Τόσους καλούς θεατρολόγους και θεατρικούς συγγραφείς έχουμε. Όχι μόνον θεωρία, αλλά και πράξη!!! Εύγε σε όλους.

Βοηθοί σκηνοθέτη: Αλίκη Μπομποτά – Ειρήνη Δρακοπούλου
 

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

Info: 

http://www.inexarchia.gr/events/theatro/theatro-exarheion-anoigei-kai-pali-me-ton-kymvelino-toy-saixpir

ΚΥΜΒΕΛΙΝΟΣ

Cymbeline, 1610

του Γουίλλιαμ Σαίξπηρ

κωμωδία

Στην έκτη της παραγωγή η Εταιρεία Θεάτρου Υπερίων παρουσιάζει την αινιγματική περιπετειώδη κωμωδία του Σαίξπηρ «Κυμβελίνος» σε σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Κοέν.
Το ιστορικό Θέατρο Εξαρχείων στον πεζόδρομο της Θεμιστοκλέους επιστρέφει και πάλι παρουσιάζοντας το σαιξπηρικό έργο “Κυμβελίνος”, ένα από τα σημαντικότερα ποιητικά κείμενα του Άγγλου ποιητή που ακροβατεί ανάμεσα στην τραγωδία και την κωμωδία.

Με αφορμή την επέτειο για τα 400 χρόνια από το θάνατο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, το θέατρο Εξαρχείων ανεβάζει ένα από τα λιγότερο γνωστά έργα του Άγγλου ποιητή σε σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Κοέν. Ο “Κυμβελίνος” που πιθανότατα γράφτηκε το 1610 ή 1611 είναι ένα σκοτεινό παραμύθι με αίσιο τέλος, ενώ θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα και πιο ώριμα κείμενα του Σαίξπηρ, παρουσιάζοντας την αδυναμία του ανθρώπου να να πραγματοποιήσει όλα τα όνειρά του και την προσπάθειά του να συμβιβαστεί όσο γίνεται λιγότερο.

Υπόθεση
Ο Κυμβελίνος, ο βασιλιάς της Βρετανίας, προορίζει την μοναχοκόρη του Ιννογένη για τον γιο της δεύτερης συζύγου του. Όταν η Ιννογένη εναντιώνεται και παντρεύεται τον Πόστουμο, ο Κυμβελίνος εξορίζει τον ανεπιθύμητο γαμπρό του. Στην εξορία του ο Πόστουμος θα στοιχηματίσει με τον Ιάκιμο, έναν Ιταλό τυχοδιώκτη, πως η Ιννογένη του είναι η πιστότερη γυναίκα στον κόσμο. Ο Ιάκιμος κάνει τα πάντα ώστε να την παρουσιάσει άπιστη, και ο Πόστουμος αποφασίσει να την εκδικηθεί. Από το σημείο αυτό θα ξεκινήσει για την Ιννογένη και την υπηρέτρια της ένα γοητευτικό όσο και επικίνδυνο ταξίδι πνευματικής και συναισθηματικής ενηλικίωσης. Έργο της ωριμότητας του Σαίξπηρ ο «Κυμβελίνος» καταφέρνει να συγκεντρώσει πολλές από τις αρετές των αριστουργημάτων του ποιητή: καταιγιστική πλοκή, υψηλό χιούμορ, κορυφαίες κωμικές στιγμές – και πάνω απ’ όλα μια αισιόδοξη στάση απέναντι στη ζωή. Μια σπουδαία κωμωδία τοποθετημένη στο γνώριμο πλαίσιο των αμερικάνικων ταινιών του 1960 – γεμάτη κρυφούς έρωτες, προδοσίες, μεταμφιέσεις, περιπλανήσεις, δολοπλοκίες, αφελείς εραστές, ραδιούργες μητριές και φόντο την οικονομική κρίση της Ευρώπης. Ένα έργο του Γουίλλιαμ Σαίξπηρ που σπάνια παρουσιάζεται στην ελληνική σκηνή.
Συντελεστές
Μετάφραση – σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Κοέν
Σκηνικά – κοστούμια: Χριστίνα Κωστέα
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Κινησιολογία: Φρόσω Κορρού
Δραματολόγος: Κατερίνα Διακουμοπούλου
Βοηθοί σκηνοθέτη: Αλίκη Μπομποτά – Ειρήνη Δρακοπούλου
Διανομή: Τάκης Βουτέρης, η Ελένη Κρίτα, ο Αντώνης Φραγκάκης, η Αντιγόνη Δρακουλάκη, ο Σαράντος Γεωγλερής, ο Παναγιώτης Εξαρχέας, η Νεκταρία Γιαννουδάκη, Ρωμανός Μαρούδης

από 14 Οκτωβρίου έως 11 Δεκεμβρίου 
κάθε Παρασκευή στις 21.00, Σάββατο στις 21.00 και Κυριακή στις 19.00

 

Ενδιαφέρον διαδραστικό «Νηπιαγωγείο» στον υπόγειο θεατρικό χώρο «Μπαγκλαντές»

Posted by grafei on 11:07 in Θέατρο, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

%ce%bc%cf%80%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%bb%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b5%cf%83%ce%bd%ce%b7%cf%80%ce%b9%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%b5%ce%af%ce%bf

Από τις πιο ενδιαφέρουσες παραστάσεις της νέας θεατρικής περιόδου. Επιτέλους το μεταμοντέρνο και το μετά το μεταμοντέρνο άρχισαν να αποδίδουν καρπούς, να σχολιάζουν βαθιά θέματα της πανανθρώπινης επικαιρότητας, να βάζουν το χέρι επί τον τύπον των ήλων της καθημερινότητας, να απασχολούν το κοινό και να προσελκύουν το ενδιαφέρον του, όχι πλέον ως παθητικού θεατή-καταναλωτή, αλλά ως συνδημιουργού-συντάκτη του τελικού καλλιτεχνικού αποτελέσματος, το οποίο δεν στοχεύει στην άψογη αισθητική και στην απολύτως εναρμονισμένη ερμηνεία ενός θεόσταλτου κειμένου από έναν αυταρχικό-τυραννικό-μεσαιωνικά φεουδαρχικό σκηνοθέτη-δικτάτορα που απαιτεί υπακοή και πίστη από τους πειθήνιους υποκριτές του. Τώρα όλα γίναν ίσα και δημοκρατικά, ο θεατής έχει λόγο και αιτία, συμμετέχει σωματικά, ψυχικά και νοητικά στα δρώμενα και αυτό συντελεί τόσο στην κοινωνική αυτοκάθαρση όσο και στην ατομική απολύτρωση.

            Αυτό είναι ερευνητικό, πρωτοποριακό θέατρο κι όχι άλλα που επιχορηγούνται για να αναμασούν τα ίδια και τα ίδια.

            Εύγε λοιπόν στην ομάδα «αμάλγαμα» και στη Μαρία Γοργία, στον Όσκαρ Ουάιλντ που ακόμα μας εμπνέει, στους εκπληκτικούς ηθοποιούς-χορευτές (Σάνια Στριμπάκου, Τίμος Ζέχας, Μυρτώ Δελημιχάλη, Μαρία Γοργία) και, φυσικά, σε όλους τους θεατές.

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

Επίκαιρες «Ικέτιδες» του Αισχύλου στο «Αγγέλων Βήμα» σε παλιομοδίτικη-βέκια σκηνοθεσία του Λάμπρου Γιώτη

Posted by grafei on 10:41 in Θέατρο, Μουσική, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

%ce%b9%ce%ba%ce%b5%cf%84%ce%b9%ce%b4%ce%b5%cf%83

 

 

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Το «σύστημα Στανισλάβσκι» και άλλα συστήματα υποκριτικής φαίνονται παντελώς άγνωστα στον Λάμπρο Γιώτη, αφού οι βαρυφορτωμένες (ορθώς) με τα μπαγκάζια τους ικέτιδες δεν λυγίζουν καν, δεν συσπώνται οι μυς τους, αλλά γοργανασαίνουν τεχνητά σαν μαθητές σε σχολική παράσταση που υποδύονται τα σκυλιά. Περιγραφικοί και σχηματοποιημένοι οι ρόλοι, χωρίς καν τη μινιμαλιστική αφαιρετικότητα, τη νοσταλγική πατίνα του παλιομοδίτικου ή το άλλοθι έστω του μεταμοντερνισμού που όλα τα επιτρέπει. Ο Λάμπρος Γιώτης δεν έχει δει μάλλον σύγχρονο θέατρο κι έστησε ένα θεατρικό αναλόγιο με καλές φωνές και μουσικές κορώνες πατώντας πάνω στη δοκιμασμένη κι εύγλωττη μετάφραση του Κώστα Γεωργουσόπουλου. Η Σαβίνα Γιαννάτου είναι η μόνη που θριάμβευσε γράφοντας μουσική για αυτή την άτολμη και ρητορική παράσταση. Θέατρο του νου, για να μην πω διανοουμενίστικο θέατρο, αν όχι και κουλτουριάρικο. Όμως το σύγχρονο θέατρο απαιτεί τη μέγιστη σωματικότητα, γυμνότητα ίσως κι όχι κακοραμμένα σακιά για κοστούμια. Απογοητευτικό και αποκαρδιωτικό το αποτέλεσμα, αν όχι άθλιο. Εάν επρόκειτο για κωμωδία, θα μπορούσαμε ίσως να το δεχθούμε. Ο Αριστοφάνης έχει κακοποιηθεί δεόντως και φαίνεται μάλλον να το όχι. Μπορεί και να το διασκεδάζει εκεί ψηλά που ευρίσκεται. Όμως η τραγωδία είναι κάτι ιερό και δεν ανέχεται παρωδήσεις…

Αυτά τα αυστηρά επί του παρόντος.

Αγαπητοί φίλοι, όταν με στέλνετε να δω παραστάσεις γνωστών και φίλων σας, μην περιμένετε να τους «χαϊδέψω» κιόλας. Δεν χαρίζω κάστανα κι ως κριτικός σέβομαι πρώτα από όλα το κοινό.

Μετά λόγου γνώσεως,

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

Ταυτότητα της παράστασης

 

Μετάφραση:  Κ.Χ.Μύρης

Σκηνοθεσία:  Λάμπρος Γιώτης

Φωνητική έκφραση και μουσική:  Σαβίνα Γιαννάτου

Χορογραφία:  Στέλα Κρούσκα

Σκηνικά – κοστούμια:  Θάλεια Ιστικοπούλου

Φωτισμοί:  Μελίνα Μάσχα

Παίζουν οι ηθοποιοί:  Λυσάνδρα Αναστασοπούλου, Μενέλαος Ζαφειρόπουλος, Δημήτρης Μοσχονάς, Ελπίδα Νικολάου , Κωνσταντίνα Νταντάμη, Γιώργος Τσαγκαράκης

Ήχος και φως:  Νίκος Θεοχαρόπουλος

Trailer παράστασης:  Χρήστος Θεοχαρόπουλος

Βοηθοί Παραγωγής:  Αλεξία Πολυμενοπούλου, Χρήστος Θεοχαρόπουλος

Παραγωγή: «Παλμός» – Εταιρεία Δραματικής Έκφρασης και Θεραπείας

 

Διάρκεια παράστασης:  60 λεπτά

 

Αριστείδης Ρωμανός, ένας εικαστικός του δομημένου χώρου

Posted by grafei on 10:28 in Εικαστικά, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%b1-1

 

 

 

Από τον ποιητή-κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Με αφορμή την έκθεση που διοργάνωσε η Κοινωφελής Δημοτική Επιχείρηση Περιβάλλοντος Παιδείας & Ανάπτυξης Μυκόνου με σχέδια και μελέτες του αρχιτέκτονα-πολεοδόμου Αριστείδη Ρωμανού, έρχομαι σήμερα να επισημάνω την εικαστική ματιά ενός ειδικευμένου επιστήμονα που ασχολήθηκε με την προστασία κι εξέλιξη των παραδοσιακών οικισμών και μελέτησε την επίδραση του τουρισμού στη διαμόρφωση του ελληνικού τοπίου. Οι ανθρώπινες φιγούρες του φαντάζουν ιμπρεσιονιστικές, όμως είναι σχεδιασμένες με ιδιαίτερη προσοχή μέσα στον περιβάλλοντα χώρο. Η τεχνική της ακουαρέλας τονίζει το ουσιώδες απαλλάσσοντας τον εγκέφαλο από τον περιττό θόρυβο «πληροφοριών» που δεν σχετίζονται με το θέμα και δεν συνάδουν με την οπτική του καλλιτέχνη ερευνητή. Το υδρόχρωμα χαρίζει εκείνη την αξιοθαύμαστη διαπίδυση θέτοντας το διαρκές θέμα της υπέρβασης των ορίων χωρίς απαραίτητα να ζητούμε και την κατάλυσή τους. Οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες της παγκοσμιοποιημένης πλέον ταξιδιωτικής κουλτούρας απαιτούν ευελιξία, ευφράδεια, αποδοχή του διαφορετικού, μελέτη των καινοφανών συνθηκών και οριοθέτηση των καινούργιων τοπίων, όπως αναδύονται από τη φυσιολογική αλλά και την τεχνητή αποδόμηση των προηγουμένων. Ο ανθρώπινος παράγοντας είναι το αρχαιοελληνικό μέτρο τόσο στην εικαστική όσο και στην αρχιτεκτονική φιλοσοφία και οπτική του Αριστείδη Ρωμανού. «Πάντων χρημάτων μέτρον εστί άνθρωπος», σύμφωνα με την πασίγνωστη πλέον ρήση του Πρωταγόρα. Αυτό είναι που λείπει από τη σύγχρονη Τεχνολογία, αλλά και από ορισμένους κλάδους της Επιστήμης που είναι προσανατολισμένοι στην υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων και στην επίτευξη του μέγιστου δυνατού βραχυπρόθεσμου ή μεσοπρόθεσμου κέρδους με ανυπολόγιστες όμως και καταστροφικές μακροπρόθεσμες συνέπειες. Από αυτή την άποψη είναι σημαντικό το καλλιτεχνικό κι επιστημονικό έργο του Αριστείδη Ρωμανού, αφού κομίζει αρχαία «γλαύκα εις Αθήνας» και καλό θα ήταν να μεταφερθεί σε κάποιο μουσείο, ίδρυμα ή ειδικό εκθεσιακό χώρο της πρωτεύουσας τόσο η έκθεση σχεδίων και μελετών του όσο και η παράλληλη δημόσια συζήτηση-ημερίδα με θέμα: “Προστασία Οικισμών και εξέλιξη”, στην οποία συμμετείχαν διακεκριμένοι αρχιτέκτονες και καθηγητές του Ε.Μ.Π.

%ce%b6%ce%b5%cf%8a%ce%bc%cf%80%ce%b5%ce%ba%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%83-6

Όσον αφορά τα σατιρικά σκίτσα του Αριστείδη Ρωμανού που εκτέθηκαν παράλληλα, αυτά εντάσσονται σε ενότητες, όπως: Εξουσία, Τέχνη και Πολιτιστική ζωή, Πόλη / Αρχιτέκτονες / Πολεοδομία, Γιατροί / νοσηλεία. Πρόκειται για μια πολύ προσεγμένη κι επιμελημένη δουλειά που αποδεικνύει περίτρανα ότι το σπουδαίο δεν είναι σοβαροφανές και το ουσιώδες δεν καλύπτεται πίσω από βαρύγδουπα προσωπεία.

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

«Όρνιθες» για …Δελφινάριο

Posted by grafei on 10:25 in Θέατρο, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

%ce%bf%cf%81%ce%bd%ce%b9%ce%b8%ce%b5%cf%83

 

 

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό θεάτρου Κωνσταντίνο Μπούρα

 

Και μόνο που παρουσιάστηκε η εξωκοσμική Ίρις με πούπουλα και φτερά, σα να απέδρασε από παράσταση του Δελφινάριου και της έφευγε το φορτίο προς τα εμπρός κι αναγκάστηκε να χωθεί κάτω από τα πλαστικά δέντρα του κακόγουστου σκηνικού, που κατάβρεχε κιόλας, για να μην πούμε για εκείνα τα ανεκδιήγητα δίδυμα συννεφάκια… και μόνο που είδαμε τους Ολύμπιους θεούς σαν από αθηναϊκή επιθεώρηση ανύπαρκτου χωροχρόνου… και μόνο που φάγαμε πάλι (μετά τη «Λυσιστράτη» του Μαρμαρινού) πάλι ημίγυμνο στη μούρη [μόνο τα στήθια μιας κοπέλας άξιζαν – λίγο ακόμα και θα την έστελναν στις κερκίδες να κάνει …κονσομασιόν!]… Άσε εκείνα τα παρενδυτικά σουτιέν και γυναικεία σλιπάκια για άνδρες… Ήταν όλα τόσο κακόγουστα και κιτς που κανείς δεν πρόσεξε ότι έλειπε το τελευταίο μέρος του αριστοφανικού κειμένου, χωρίς βεβαίως ο σκηνοθέτης κι ο μεταφραστής [αγνώστων λοιπών στοιχείων] να δηλώσουν ευθαρσώς τις διασκευαστικές τους προθέσεις.

 

Τελικά τι έμεινε από αυτήν την πολυδάπανη πολυδιαφημισμένη παραγωγή; Η αίσθηση του ανεκπλήρωτου. Οι καλές προθέσεις που προσκρούουν στον αρριβισμό και στον ξερολισμό ανθρώπων του θεάτρου που θεωρούν ότι όταν έχουν και το μαχαίρι και το πεπόνι, μπορούν να σφάζουν και τον …Αριστοφάνη. Ούτως ή άλλως, νεκρός είναι. Δεν θα τους ζητήσει και τα ρέστα.

 

Κρίμα και πάλι κρίμα. Γιατί δαπανήθηκε πολύ χρήμα και φαιά ουσία για το τίποτα.

 

Κι εξηγήστε μου σας παρακαλώ, γιατί εγώ είμαι χαζός και δεν ξέρω από αυτά: γιατί θα πρέπει ο σκηνοθέτης να είναι και πρωταγωνιστής; Τέτοια έλλειψη μέτρου πια; Αυτά τα έκαναν κι άλλοι, μεγαλύτεροι σκηνοθέτες και η Ιστορία τους …ανακύκλωσε.

 

Η παράσταση έπασχε από ρυθμό. Πολύ φυσιολογικό, αφού ο σκηνοθέτης ήταν και σκηνοθετούμενος. Το πρώτο μέρος κάπως κύλισε και το κοινό της πρεμιέρας αντιδρούσε στις ατάκες των δύο πρωταγωνιστών. Από τη μέση και μετά όμως,  φτερά και …πούπουλα. Το Δελφινάριο σε όλες του τις δόξες!

 

Μέχρι και κακοποιημένο Αττίκ ακούσαμε!

 

Μόνη εξαιρετική πινελιά, η εκφραστικότατη κίνηση του νεαρού ηθοποιού Μιχάλη Σαράντη, ο οποίος θα μπορούσε να σταθεί ακόμα και στις πλέον απαιτητικές αριστοφανικές (κι όχι μόνον) θεατρικές παραγωγές παγκοσμίως. Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο (όπως και κανέναν άλλον από τους …αυτουργούς άλλωστε), αλλά τον θαύμασα και πήγα στο καμαρίνι να τον συγχαρώ ειλικρινώς.

 

Μήπως λέγω, μήπως, καλό θα ήτο να μην συγχέουμε τον Αριστοφάνη με το νεοελληνικό αλαλούμ; Εκτός αν το κάνουμε με πρόθεση, συνειδητά, προγραμματικά κι οριοθετημένα, οπότε κάτι καλό μπορεί να βγεί από αυτό. Να κάνουμε αυτοκριτική, ας πούμε… Ως λαός, ως καλλιτέχνες, ως πνευματικοί άνθρωποι, ως πολίτες και ως άτομα, συμπιεσμένα στις Συμπληγάδες της Κρίσης κι ανάξιοι να σταθούμε στο ύψος της Ιστορίας μας. Άλλοι λαοί με το τίποτα και χωρίς τη δική μας παράδοση, χωρίς γλώσσα τόσων αιώνων, στηρίζουν την περηφάνεια στην αυτογνωσία τους και πάνε τον πολιτισμό τους ένα βήμα παραπέρα. Χτίζουν, δεν καταστρέφουν. Εμείς γίναμε «Ηρόστρατοι». Τι να πω; Λυπούμαι και θλίβομαι.

 

Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του κοινωφελούς ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης έχει επιδείξει μέχρι τώρα πολύπλευρο και πολυσήμαντο πολιτιστικό έργο, ενσωματώνει νέες τεχνολογίες, δίνει βήμα σε νέους ανθρώπους, αξιοποιεί ήδη καταξιωμένους καλλιτέχνες και λογοτέχνες, φιλοδοξεί να γίνει ένα ζωντανό κύτταρο του παγκόσμιου, του πανανθρώπινου πολιτισμού.

 

Εύχομαι του χρόνου, το 2017, με μια άλλη περισσότερο εύστοχη παραγωγή να αλώσει την Επίδαυρο ΚΑΙ καλλιτεχνικώς, αφού η προσέλευση των θεατών στο υπερπλήρες αργολικό θέατρο ήταν κάτι παραπάνω από συγκινητική, αν και όχι ενθουσιώδης, ως προς την υποδοχή του σκηνικού αποτελέσματος.

 

Και του χρόνου, με υγεία! Εύχομαι, ελπίζω και συντάσσομαι συμπορευόμενος για το καλό του τόπου.

 

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

 

info:

http://www.sgt.gr/gre/SPG1672/

Μετάφραση: Γιάννης Αστερής
Σκηνοθεσία: Νίκος Καραθάνος
Διασκευή: Νίκος Καραθάνος, Γιάννης Αστερής
Σκηνικά – Κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Φωτισμοί:  Σίμος Σαρκετζής
Κίνηση: Amalia Bennett

Ο θίασος: Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Αλίκη Αλεξανδράκη, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Βασιλική Δρίβα, Νίκος Καραθάνος, Έμιλυ Κολιανδρή, Γιάννης Κότσιφας, Έκτορας Λιάτσος, Χρήστος Λούλης, Γρηγορία Μεθενίτη, Φωτεινή Μπαξεβάνη, Κωνσταντίνος Μπιμπής, Νατάσσα Μποφίλιου, Άγγελος Παπαδημητρίου, Φοίβος Ριμένας, Μιχάλης Σαράντης, Γιάννης Σεβδικαλής, Άρης Σερβετάλης, Άγγελος Τριανταφύλλου, Γαλήνη Χατζηπασχάλη

Παίζουν ζωντανά οι μουσικοί: Μάριος Δαπέργολας, Σοφία Ευκλείδου, Δημήτρης Κλωνής, Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Δημήτρης Τίγκας

Βοηθός σκηνοθέτη: Ιωάννα Μπιτούνη
Βοηθός σκηνοθέτης: Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου
Βοηθοί σκηνογράφου: Ευαγγελία Θεριανού, Μυρτώ Κοσμοπούλου, Μυρτώ Λάμπρου
Βοηθός μουσικού: Βασίλης Παναγιωτόπουλος
Βοηθός παραγωγής: Τζέλα Χριστοπούλου
Βοηθός τεχνικού προσωπικού: Πάνος Σβολάκης

Hair Design: Χρόνης Τζήμος
Κατασκευές κοστουμιών: Δήμητρα Καίσαρη, Αφροδίτη Πουρνάρη
Κατασκευή δέντρων: Σωκράτης Παπαδόπουλος, Στέφανος Γραμμένος, Δάφνη Ηλιοπούλου
Κατασκευή σκηνικού: Lazaridis Scenic Studio

Ηχοληψία: Κωστής Παυλόπουλος, Διονύσης Μανουσάκης
Stage Manager: Γιάννης Κρητικός
Μηχανικοί Σκηνής: Παναγιώτης Βασιλοπανάγος, Βασίλης Δρέσιος, Χρήστος Μαύρος, Γιάννης Ψαρρός
Ηλεκτρολόγος: Παύλος Παππάς

Επιμέλεια υπερτίτλων: Μελισσάνθη Γιαννούση
Ταυτόχρονος υπερτιτλισμός: Γιάννης Παπαδάκης

Εκτέλεση Παραγωγής: Γιολάντα Μαρκοπούλου, Κωνσταντίνα Γεωργίου / POLYPLANITY Productions
Παραγωγή: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

Στην παράσταση ακούγεται το ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου «Πού είναι τα πουλιά;»

Ευχαριστούμε θερμά το Εθνικό Θέατρο, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, τη Δραματική Σχολή Αθηνών – Γιώργος Θεοδοσιάδης, καθώς και τους Γεώργιο Αγγούρη, Παντελή Μουντή, Πολυάννα Βλατή, Αναστασία Μικρού, Λίνα Σταυροπούλου, Στέλλα Γάσπαρη και Τζωρτζίνα Φοινίκη.
Διαβάστε περισσότερα:
Ο Αριστοφάνης έλαβε το δεύτερο βραβείο στα Μεγάλα Διονύσια του 414 π.Χ. με τους Όρνιθες, που θεωρείται από κορυφαίους μελετητές το καλύτερο από τα σωζόμενα έργα του. Το έργο είναι γραμμένο σε μια εποχή όπου η ειρήνη δοκιμαζόταν σκληρά (Νικίειος ειρήνη), ενώ η επιχείρηση στη Σικελία ήταν σε εξέλιξη και την πολιτική κατάσταση της Αθήνας διαχειρίζονταν ακατάλληλα πρόσωπα.

Ο Αριστοφάνης (περ. 445-385 π.Χ.) είναι ο επιφανέστερος εκπρόσωπος της αρχαίας κωμωδίας. Σώζονται ακέραια 11 έργα του: Αχαρνείς (425), Ιππείς (424), Νεφέλες (423), Σφήκες (422), Ειρήνη (421), Όρνιθες (414), Λυσιστράτη (411),Θεσμοφοριάζουσες (411), Βάτραχοι (405), Εκκλησιάζουσες (392), Πλούτος (388). Στις κωμωδίες του, η δράση εστιάζει συχνά στη φυγή ενός προσώπου από έναν τόπο γεμάτο σκοπιμότητες, φτώχεια, πόλεμο και μεγάλα λόγια προς χώρους φανταστικούς, όπου επιχειρεί να κάνει πραγματικότητά το όνειρό του.

Οι Όρνιθες είναι η πρώτη παραγωγή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2016. Ο Νίκος Καραθάνος και η υπέροχη ομάδα του συνεργάζονται ξανά με τη Στέγη, μετά το Βυσσινόκηπο, μια παράσταση που ξάφνιασε και συζητήθηκε όσο λίγες, ανοίγοντας έναν πολύτιμο διάλογο για τη σκηνική ερμηνεία του τσεχοφικού έργου.

Σημείο αναφοράς στην ιστορία της σύγχρονης ελληνικής σκηνής είναι το θρυλικό ανέβασμα των Ορνίθων από τον Κάρολο Κουν και το Θέατρο Τέχνης, σε μετάφραση του Βασίλη Ρώτα, σκηνικά και κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη, μουσική του Μάνου Χατζηδάκι και χορογραφίες της Ραλλούς Μάνου. Η παράσταση ανέβηκε για πρώτη φορά το 1959, μετά την πρεμιέρα της απαγορεύτηκαν οι επόμενες παραστάσεις με εντολή του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Τσάτσου και ανέβηκε ξανά το 1960 στην οριστική της μορφή. Ήταν η πρώτη παράσταση με την οποία ταξίδεψε στο εξωτερικό το Θέατρο Τέχνης, που απέσπασε μάλιστα το Α΄ βραβείο στο Φεστιβάλ των Εθνών του 1962, στο Παρίσι.

«Ο Αριστοφάνης μας φέρνει πιο κοντά στον άνθρωπο από ό,τι οποιαδήποτε άλλη μορφή έντεχνου λόγου. Αν με την τραγωδία γνωρίζουμε την ποιότητα και το περιεχόμενο των ιδεών που θεμελίωσαν τον κλασικό αιώνα, με την κωμωδία πλησιάζουμε στο είδος του ανθρώπου που μπόρεσε να τις συλλάβει και να τις πραγματοποιήσει.» – Νίκος Χουρμουζιάδης

«Οι Όρνιθες είναι ίσως το πρώτο έργο λογοτεχνικής ουτοπίας που έχουμε.» – Στάθης Δρομάζος

«Η κωμωδία είναι συχνά ο λυγμός του συγγραφέα που ξέρει ότι δεν μπορεί ή δεν του επιτρέπεται να γράψει τραγωδία.» – Παύλος Μάτεσις

«Τραγική» Ορέστεια του Χουβαρδά, ο Αισχύλος απών!

Posted by grafei on 10:21 in Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

oresteia-12 oresteia1

 

 

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Είμαστε τραγικός λαός, ανυπέρβλητος, αυτοκαταστροφικός. Οι εχθροί περιττεύουν, κάνουμε μόνοι μας το θεάρεστο έργο της αποδομητικής αυτοεξόντωσης. Ό,τι δεν κατάφεραν σε δύο επεκτατικούς πολέμους οι βάρβαροι Πέρσες το επέτυχαν οι Έλληνες με τον ολέθριο Πελοποννησιακό Πόλεμο. Κι ο φθόνος καλά κρατεί… Τελικά, πού πάει ο περίφημος «Δυτικός Πολιτισμός μας» δομημένος πάνω στα γερά θεμέλια του ελληνορωμαϊκού ανθρωποκεντρικού ιδεώδους; Μήπως περάσαμε από την τραγωδία στο μελόδραμα κι από εκεί στο αστικό δράμα για να καταλήξουμε – με γέφυρα το «παράλογο» – στην πλήρη αναρχία του μεταμοντερνισμού; «Μωραίνει Κύριος όν βούλεται απολέσαι». Δεν θα υπερασπιστώ εδώ τον Γιάννη Χουβαρδά. Δεν το χρειάζεται. Είναι απολύτως ισορροπημένος, συγκροτημένος και καλός διαχειριστής του εαυτού του. Ο ντόρος που προκάλεσε από την ηθελημένη κακοποίηση της «Ορέστειας» προκάλεσε κοσμοσυρροή στο Ηρώδειο (ρωμαϊκό το ωδειάκι, τι περιμένεις;). Όλοι έσπευσαν να πάρουν μέρος στο κουτσομπολιό και στον λιθοβολισμό του ασεβούς. Και πώς να «θάψεις» κάτι που αγνοείς; Μέχρι και οι διάδρομοι κατελήφθησαν από περιέργους. Δεν ήταν το σύνηθες θεατρόφιλο κοινό αυτό. Στην παράσταση τώρα. Καλή η mise-en-place, δε λέω. Καλύτερη από άλλες που έχουμε «απολαύσει» μέχρι κορεσμού στην Επίδαυρο. Καλή και η αναλογία της χρονικής μεταφοράς στον Μεσοπόλεμο. Θεμιτή και η ενδυματολογία. Όσο για το σκηνικό, λειτουργικά κακόγουστο. Όμως οι ηθοποιοί κραύγαζαν τα λόγια τους – σαν τους καμποτίνους θεατρίνους του Αμλέτου – χτυπιόντουσαν και παραδέρνονταν στη σκηνή χωρίς ίχνος συναισθήματος. Ο απόλυτος δια-νοουμενισμος. Κι αν η πρόθεση «διά» παρηχεί με την λέξη «Δίας» καμία σχέση. Τα ρήματα «διανοούμαι», «διαισθάνομαι» και «διαλογίζομαι» δεν είναι – δυστυχώς – συνώνυμα. Αφού χάσαμε τα κοινωνικοπολιτικά συμφραζόμενα του αρχαίου θεάτρου κι αφού η πίστη στο Δωδεκάθεο έχει ήδη κλονιστεί από την εποχή του Ευριπίδη, το μόνο που μένει είναι να διαλογισθούμε σκηνικώς πάνω σε αυτά τα μεγάλα έργα του Λόγου και της Τέχνης, χρησιμοποιώντας την τεχνική της Αναλογίας χωρίς να αγνοούμε την «χρυσή τομή», καθότι η υπέρβαση του μέτρου επισύρει την τραγικήν Ύβριν, που γεννά με τη σειρά της την καταστροφή. Είναι οξύμωρο να ασχολείσαι επαγγελματικά με την αρχαία τραγωδία και ταυτόχρονα να διαπράττεις τα ίδια τραγικά λάθη με τους ήρωες. Με τη διαφορά ότι εκείνοι συνειδητοποιούν κατά την πτώση τους τα λάθη και αποκτούν την πολυπόθητη αυτογνωσία. Εκείνο το «γνώθι σαυτόν» είναι που λείπει από την πλειονότητα των σύγχρονων σκηνοθετών που κακοποιούν εμπροθέτως κι ασυνειδήτως την αρχαία μας κληρονομιά. Και ναι μεν το θράσος περισσεύει και το σταρ-σύστεμ βασίζεται κυρίως στην αρνητική διαφήμιση και στα κουτσομπολιά, όμως το «μισή ντροπή δική τους και μισή δική μας» παραείναι αρρίβιστικο και οθωμανικό και δεν έχει καμία σχέση με την αρχαία ελληνική κοσμοαντίληψη και Ηθική δεοντολογία. Όσο περνούν τα χρόνια και λούζομαι μέσα στο κατακαλόκαιρο όλα αυτά τα ανοσιουργήματα πάνω στο σώμα της αρχαίας τραγωδίας, νοσταλγώ εκείνα τα ιερά τέρατα της Τέχνης που έλαμψαν την δεκαετία του ᾽60 με μεράκι, γνώση, τέχνη, εμβρίθεια, τόλμη και Αισθητική. Επιμένω σ’ αυτό. Δεν είναι όλα ίδια, δεν είναι χύμα και τσουβαλάτα, δεν επικροτώ το «μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δώσετε!».

Γι’ αυτό, αγαπητοί φίλοι, συνάνθρωποι, συνοδοιπόροι στο Πνεύμα, ας βασανίσουμε λίγο το υλικό και τις τεχνικές μας πριν τις παραδώσουμε στην κρίση του κοινού. Γιατί μπορεί αυτό να είναι ευγενικό και μιλημένο, μπορεί να το έχουμε καλοπιάσει από πριν για να εξασφαλίσουμε τη συναίνεσή του, μπορεί να στήσουμε το δικό μας δίχτυ αράχνης (αυτό που κάποιοι ονομάζουν «διαπλοκή»), όμως η Ιστορία κι ο Χρόνος θα είναι αμείλικτοι και θα μας ανακυκλώσουν μαζί με άλλα σκουπίδια αναλώσιμα. Εκτός αν το γνωρίζουμε αυτό προκαταβολικά και λειτουργούμε με την αρχή: «μετά την απομάκρυνσιν από το ταμείον ουδέν λάθος αναγνωρίζεται». Σε αυτή την περίπτωση προσομοιάζουμε με τους ληστές των ταχυδρομικών αμαξών στο μακρινό Ουέστ. Όμως σε αυτή την περίπτωση ας μην δηλώνουμε πνευματικοί άνθρωποι ούτε θεατράνθρωποι ούτε καν άνθρωποι. Αυτά για σήμερα. Σεμνά και ταπεινά. Και χωρίς την πρόθεση να ενοχλήσουμε κανέναν. «Ονόματα δεν λέμε οικογένειες δεν θίγουμε». Απλώς προβληματιζόμαστε για τα τεκταινόμενα και για τις συνέπειες της πολύπλευρης πολιτισμικής Κρίσης που βιώνουμε εκόντες-άκοντες. «Μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά». Δυστυχώς.

 

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

 

 

 

Συρανό ντε Μπερζεράκ ή η δυστυχία του διαζυγίου σώματος-ψυχής

Posted by grafei on 10:20 in Θέατρο, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

%cf%83%cf%85%cf%81%ce%b1%ce%bd%ce%bf%ce%b1%cf%86%ce%af%cf%83%ce%b1

 

 

 

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα, www.konstantinosbouras.gr

Η δυστυχία της Ρωξάνης-Γαίας-Ρέας-Μαίας-Γυναίκας-στεατοπυγικής θεάς – αιώνιου Θηλυκού είναι ότι μετά τον χωρισμό σώματος και ψυχής από τον Δυτικό Μεσαίωνα, που βασίστηκε στην παρερμηνεία της Αριστοτελικής Λογικής… η δυστυχία της έγκειται στο ότι μένει δύο φορές χήρα, ανόργωτη χώρα, ακαλλιέργητη έρημος, άκληρος παρθένος, άτεκνη, αφού χάνει και τον άντρα-σώμα και τον ποιητή-ψυχή χωρίς να κοιμηθεί και να απολαύσει κανέναν από τους δύο. «Νους υγιής εν σώματι υγιεί» και «οία η μορφή οία κι η ψυχή» για τους αρχαίους Έλληνες. Όμως αυτό δεν άρεσε σε κάποιους, στους τα «φαιά φορούντες» και το διέστρεψαν γεμίζοντας τον κόσμο Καιάδες, κρεματόρια, πυρές μαγισσών, θαλάμους και όργανα βασανιστηρίων, καταναγκαστικά έργα και κολαστήρια. Αυτή την αυτοκαταστροφική μανία του ανθρωπίνου είδους βιώνουμε και σήμερα με τους παντοειδείς πολέμους και τις ειδεχθείς τρομοκρατικές ενέργειες εναντίον αθώων, φτωχών, κατατρεγμένων και μη προνομιούχων πολιτών, ανήμπορων κι ανυπεράσπιστων.

Ο Εντμόν Ροστάν στο μνημειώδες, διαχρονικό και κλασικό πλέον θεατρικό του έργο «Συρανό ντε Μπερζεράκ» (1897) διερευνά αυτήν ακριβώς την εξ ορισμού «σχιζοφρένεια», όπου άλλος φιλά κι άλλος γράφει ποιήματα, άλλος αγαπιέται κι όλοι προδίδονται, σε αυτήν την σαιξπηρική σχεδόν κωμωδία παρεξηγήσεων, στο ερωτικό γαϊτανάκι που είναι όλοι χαμένοι και ουδείς κερδισμένος. Όσο για «αίσιον τέλος», μην το ψάχνεις, δεν θα το βρεις… Οι πολιτισμικές τραγωδίες δεν έχουν «happy-end» αλλά οδηγούν σε υπερκατανάλωση ψυχότροπων χαπιών και παραισθητικών ουσιών εν γένει προκειμένου να επαληθεύσουν και να διαιωνίσουν την ψευδαίσθηση της «Κοινωνίας της Αφθονίας» (για να θυμηθούμε τον John Kenneth Galbraith).

Ο Γιάννης Κακλέας, παρεξηγημένος δεξιοτέχνης στην διαχείριση μεγάλου πλήθους υποκριτών και κομπάρσων επί σκηνής, κινείται μεταξύ βαριάς, ασήκωτης κουλτούρας και καλόγουστου λαϊκισμού. Από τη μια μάς τρελαίνει με την πολύωρη παράσταση πάνω στην «Ψύχωση» της Σάρας Κέιν κι από την άλλη στήνει ένα λαϊκό υπερθέαμα παραπέμποντας ευθέως στους ευανάγνωστους κι εύπεπτους κώδικες …του Γιάννη Δαλιανίδη.

          Χρησιμοποιώντας δημοφιλείς εμπορικούς ηθοποιούς – τηλεοπτικές φίρμες, στήνοντας ένα σκηνικό μάλλον επιθεωρησιακό και ξεδιπλώνοντας όλα τα συναισθήματα στο μέγιστο βαθμό, ερεθίζει έτσι το θυμικό του μέσου θεατή (όχι απαραίτητα θεατρόφιλου) με αποτέλεσμα να γεμίζει το ταμείο χωρίς όμως να προκαλεί απαραιτήτως και αισθητική απόλαυση στον επαρκή θεατή. Όλα μαζί δεν γίνονται. Και η χρυσή τομή πώς άραγε να βρεθεί; Κακά τα ψέματα. Και διανοουμενισμός και ψιλο-λαϊκισμός δεν πάνε μαζί. Ίσως μόνον ο Αριστοφάνης το κατάφερε αυτό, στην εποχή του. Και πάλι, δεν ξέρω. Αμφίβολο. Έρευνες γίνονται. Υπήρχε κι ο Αγάθωνας… Όμως ο Κακλέας πέτυχε και σε αυτό το έργο του αποτυγχάνοντας, αντιστρόφως ανάλογα από την αποτυχημένη επιτυχία του πάνω στη Σάρα Κέιν στην φεστιβαλική του παράσταση-περφόρμανς με τίτλο «Σάρα Κέιν- Ψύχωση 4:48- Κοίταξέ με».

Αν τις δεις συμπληρωματικά και ως σοβαρός μελετητής του θεατρικού φαινομένου, αυτές οι δύο παραγωγές είναι οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος. Θα πρότεινα να παίζοντας μαζί, παράλληλα, μέχρι τελικής εξοντώσεως των θεατών υπό τον τίτλο «Συρανό-ψύχωση».

Αυτά για την ώρα, τα δηκτικά κι απολύτως εύλογα θεατρολογικά ερωτήματα, στα πλαίσια πάντα της νομιμότητος και του πολιτικώς ορθού. Άλλοι ας βρίζουν κι ας ελεεινολογούν. Εγώ απλώς απορώ κι εξίσταμαι…

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

 

θεατρολογώντας μετ' ευτελείας, κριτικάροντας άνευ εμπαθείας

Posted by grafei on 10:18 in Θέατρο, Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

 

 Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

boyras-konstantinos

 

 

 

 

“Frozen” στο θέατρο “Vault”

Ένα πολυβραβευμένο έργο από την Bryony Lavery σε πέμπτη ελληνική σκηνοθετική κι ερμηνευτική προσέγγιση (από το 2011 έως σήμερα) δεν είναι ένα αμελητέο γεγονός που πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας. Κάθε επαρκής θεατής και γνήσιος θεατρόφιλος πρέπει να εμπλουτίσει την πείρα του, ειδικά σε μια εποχή Κρίσης που προσφέρει και άρτον και θεάματα, αλλά ελάχιστη βραδύτητα για να εντρυφήσουμε στα κοινωνικά προβλήματα που ανακύπτουν και να παρατηρήσουμε ευκρινώς τα φαινόμενα με σχολαστικότητα κι εμβρίθεια. Το θέμα; Φυσικά ένας serial-killer. Αγγλοσαξωνική εμμονή με τους καννίβαλους και άλλα τέρατα; Ο πουριτανισμός οδηγεί σε ψυχολογικές διαστροφές και νοητικές τερατογενέσεις; Δεν ξέρω. Απλώς θέτω ερωτήματα. Βεβαίως κι ήταν το τερατώδες ή αλλοκοσμικό πάγιο θέμα του αρχαίου δράματος, κι όχι μόνον από θεματολογικής, αλλά και από αισθητικής-εικαστικής πλευράς. Ο Αισχύλος ήταν γνωστός για τις «τερατείες» του που οδηγούσαν ενίοτε και σε αποβολές εμβρύων από τις εγκύους θεατές των έργων του. Μα αφού οι καλές Αθηναίες και οι δούλες δεν μπορούσαν να μπουν στο αρχαίο θέατρο του Διονύσου, ποιες γεννοβολούσαν στις κερκίδες; Οι εταίρες; Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου.

Λοιπόν, για να επανέλθω (δριμύτερος): τι μας νοιάζουν όλοι αυτοί οι κανίβαλοι, οι serial-killers κι όλα τα τέρατα των «φυλακών υψίστης ασφαλείας»; Η νυχτερινή τηλεοπτική ζώνη είναι γεμάτη από αυτά. Γιατί όμως να πάμε και στο θέατρο;

Μα, η απάντηση είναι απλή. Γιατί εκεί, μπορεί το παθολογικό αυτό φαινόμενο να φωτιστεί από άλλη πλευρά, να αποκτήσει χαρακτήρα οικουμενικότητας και να μας αφορά. Πράγμα που συνέβη όντως στο «Θέατρο Vault» με το “Frozen” της Bryony Lavery, χάρη στην λαγαρή, τολμηρή, προκλητική μετάφραση της Λουκίας Τζαννίδου, την ελλειπτικά αφαιρετική και μεταμοντέρνα πολυσυλλεκτική σκηνοθεσία του Βαγγέλη Λάσκαρη, αλλά κυρίως χάρη στις εκπληκτικές, μοναδικές, καθηλωτικές κι επιμελημένα απείθαρχες ερμηνείες των τριών ηθοποιών που επωμίσθηκαν τους μάλλον ασήκωτους ρόλους: ΑΓΚΝΕΘΑ: Κατερίνα Δημάτη, ΝΑΝΣΥ: Λωρίνα Χατζημανώλη, ΡΑΛΦ: Δημήτρης Μαγκλάρας.

            Μάλιστα. Ήταν όλοι τους υπέροχοι, εκφραστικοί, ασκημένοι, υπερεπαρκείς, γαλαντόμοι στην έκφραση των συναισθημάτων τους, ανατρεπτικοί στην οπτική τους γωνία, παρά-μορφωμένοι από τα διαθλαστικά παράλληλα κάτοπτρα συγγραφέως και σκηνοθέτη.

            Απολύτως λιτά και λειτουργικά τα εικαστικά μέσα της παράστασης και το «απαραίτητο» πλέον video–art.

            Μια σημαντική παράσταση που θα συζητηθεί. Η ανατροπή τού τέλους δεν θα αφήσει ασυγκίνητον κι απροβλημάτιστον ουδένα θεατή.

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, «Το όνειρο ενός γελοίου», με τον εξαιρετικό, τον σεμνό, τον αρχαιοπρεπή Δημήτρη Βερύκιο στα πλαίσια του Φεστιβάλ Γαλατσίου, στο Θέατρο Άλσου Βεΐκου.

 

“ως χαρίεν έστ’ άνθρωπος, όταν άνθρωπος εί”, ένα από τα αθάνατα, καίρια και επίκαιρα πάντα αποφθέγματα του Μένανδρου, μοναδικού σωζoμένου σήμερα εκπροσώπου της Νέας Κωμωδίας. Και είναι τόσο σπάνιο να είναι «χαρίεν ον» ο άνθρωπος και μάλιστα ο ηθοποιός που το επισημαίνεις ευθύς εξαρχής.

 

Οι Δήμοι ανά την Ελλάδα παράγουν πολιτιστικό έργο πολυτιμώτερο και σημαντικότερα από τα βαρύγδουπα κρατικά θέατρα και τους πολυώνυμους θεσμούς [ονόματα δεν λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε!]. Ο Δήμος Χαλανδρίου Αττικής (πρωτοπόρος), ο Δήμος Διονύσου Αττικής, ο Δήμος Γαλατσίου, ο Δήμος Βύρωνα, ο Δήμος Πετρούπολης και τελευταίος και καταϊδρωμένος ο Δήμος Αθηναίων (που θα έπρεπε να είναι πρώτος – διεθνώς – μια διαρκής πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης και του Κόσμου ολόκληρου), ο Δήμος Ηγουμενίτσας, ο Δήμος Χίου, ο Δήμος Κω [και πολλοί άλλοι, ελπίζω να μην ξεχνώ κάποιον σημαντικό] είναι πρωτεργάτες μιας πρωτόφαντης πολιτιστικής άνοιξης, ως αντίδοτο στην Κρίση και στην υφέρπουσα κατάθλιψη. Προσφέροντας δωρεάν είσοδο (με εθελοντική δωρεά τροφίμων για τους αναξιοπαθούντες) επιτυγχάνουν με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια: και να ευαισθητοποιήσουν το κοινό προκειμένου να βγει από τον ψευδαισθητικό παράδεισο [λέμε τώρα!] του ατομικισμού του και να του προσφέρει Τέχνη υψηλών προδιαγραφών και βεληνεκούς…

 

Πήγα κι εγώ λοιπόν ο τάλας, μην έχοντας χρήματα για διακοπές και βράζοντας στο ζουμί μου σε αυτό το καυτό (από πολλές απόψεις) αθηναϊκό καλοκαίρι, επήγα κάθιδρος στο Θέατρο Άλσους Βεΐκου για να ιδώ έναν ηθοποιό που μου ήταν ότι καταπληκτικός. Κι έμεινα άναυδος. Είδα έναν ήρωα, με τερατώδεις ικανότητες συγκεντρώσεως, με αυτοπειθαρχία κι αυτοπεποίθηση, με γνώση και μεράκι, άψογη τεχνική, πλήρη κάτοχο των εκφραστικών του μέσων να καθηλώνει ένα ανήσυχο κι απείθαρχο κοινό… Και με τι παρακαλώ; Με ένα πεζογραφικό όνειρο του Ντοστογιέφσκι που δεν έγραψε ποτέ για το θέατρο, όμως συναγωνίζεται τον δικό μας Παπαδιαμάντη σε θεατρικές διασκευές των ποιητικών και βαθυστόχαστων πεζογραφημάτων του.

 

«Το όνειρο ενός γελοίου» είναι η εικονογράφηση μιας Ουτοπίας. Συναγωνίζεται τους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, την «Πολιτεία» του Πλάτωνα και τα ανθρωπιστικά ιδεώδη πολλών οραματιστών, λογοτεχνών, στοχαστών και φιλοσόφων. Ένα κείμενο – το ντοστογιεφσκικό – τόσο κρυπτικό και δυσεξιχνίαστο που μόνο σε ένα ανοικτό θέατρο με τον κόσμο να πηγαινοέρχεται, να χειρονομεί, να παίζει με τα κινητά, να καταναλώνει τρόφιμα και ποτά… μόνο εκεί δεν μπορούσα να το φανταστώ να λειτουργεί. Κι όμως λειτούργησε. Και μάλιστα άψογα. Τέλεια, τολμώ να πω. Με τον κόσμο να παραληρεί από ενθουσιασμό, να πλησιάζει συγκινημένο τον σεμνό ηθοποιό να τον συγχαρεί με δάκρυα στα μάτια και με υγρή ψυχή.

 

Για αυτό είπα στην αρχή ότι ο άνθρωπος είναι χαρίεν ον όταν άνθρωπος είναι. Στον Δημήτρη Βερύκιο αναφερόμουνα.  Και στη σοπράνο Αμαλία Κλημοπούλου, βεβαίως, που παίζει φλογέρα και μας μεταφέρει τραγουδώντας σε άλλες διαστάσεις, αμόλυντες από την κακία, την επιθετικότητα και τον φθόνο των ανθρώπων.

 

Σκηνοθέτης της παράστασης, άξιος ο Τάκης Χρυσικάκος.

 

Τι άλλο να περιμένει κανείς κάτω από τον έναστρο αττικό ουρανό μετά από ένα πορτοκαλόχρυσο ηλιοβασίλεμα πάνω από το «κλεινόν άστυ»; Ας τα βλέπουν αυτά κάποιοι μεγαλόσχημοι υπεύθυνοι φεστιβάλ και ας δώσουν τόπο, χώρο, χρόνο κι αφορμή για να εκφραστούν σε άξιους ανθρώπους, που δεν είναι τόσο προβεβλημένοι από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης της συμφοράς!

 

Όμως κάτι αλλάζει. Προς το καλύτερο. Ορώμεθα. Η ουσία πάντα κατισχύει παντός ασθενούς, ανεπαρκούς και ετοιμοθανάτου….

 

Julien Gosselin/Si vous pouviez lécher mon Coeur, «2666» Βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Ρομπέρτο Μπολιάνο, ή προς τα πού βαδίζει η σύγχρονη πεζογραφία και το μελλοντικό θέατρο

Προς τα εκεί βαδίζει η σύγχρονη Λογοτεχνία και το θέατρο λοιπόν; Τεχνολογικός εφιάλτης, μεγάφωνα να μεταδίδουν στη διαπασών ασθματικούς, αγχωτικούς παράλληλους μονολόγους, «μουσική» που καμία σχέση με την αρμονία έχει, θεοποιημένοι serial-killers και μία εξαγιασμένη σκληρότητα, που η βιαιότητά της ξεπερνά κάθε ανθρώπινη φαντασία, θέατρο χωρίς ηθοποιούς στην ουσία, παρά μόνον ως κούκλες-μαριονέτες-ανδρείκελα, που μπορούν μια χαρά να αντικατασταθούν από ρομποτοειδή ή ακόμα και από τρισδιάστατες προβολές με τη χρήση λέιζερ… Και στο βάθος ένα (αδημοσίευτο μέχρι το θάνατό του) πεζογράφημα χιλίων σελίδων(!!!) ενός χιλιανού, του Ρομπέρτο Μπολιάνο που πέθανε το 2003. Κείμενο που βρίθει αισθητικής και θεματολογίας βγαλμένης από τη σκοτεινή ζώνη των b-movies ή των μεταμεσονύκτιων τηλεοπτικών σήριαλ, όπου όλα τα τέρατα που βόσκουν στο Συλλογικό Ασυνείδητο της Πανανθρώπινης Ψυχής βγαίνουν στο ημίφως και απαιτούν το μερίδιό τους στη δημοσιότητα. Από την άλλη, οι διανοούμενοι, ως ήρωες του προβληματικού, αλλά προφητικού πεζογραφήματος, αναλίσκονται σε ακαδημαϊκούς σχολαστικισμούς και άλογο, άμετρο σεξ, σαν κουνέλια σε οίστρο, ή μάλλον σαν γουρούνια σε οίστρο, όπως τους κατηγορεί ένας Πακιστανός ταξιτζής στο Λονδίνο, πριν τον ξυλοφορτώσουν οι «πολιτισμένοι» πελάτες και βγάλουν πάνω στο ταλαίπωρο κορμί του όλα τα σαδομαζοχιστικά απωθημένα της κυρίαρχης λευκής φυλής. Τόσο καλά λοιπόν. Το «2666» παραπέμπει στο «1984» του Όργουελ, στο επίσης αδημοσίευτο μέχρι το θάνατό του έργο του Κάφκα, στον Μπέκετ και στον Ιονέσκο, στον Αρραμπάλ και στον Ζενέ, στον Κολτές και στον Ντοστογιέφσκι. Χωρίς να είναι γραμμένο για το θέατρο, ούτε καν για δημοσίευση, θα βρει πολλές δραματοποιήσεις-διασκευές του στο μέλλον, γιατί βρίθει από πρωτογενές υλικό πλούσιο και σοκαριστικό. Οι κοινωνιολογικές-εθνολογικές-θρησκειολογικές-ψυχολογικές παρατηρήσεις του Χιλιανού συγγραφέα είναι ανυπέρβλητα χειρουργικές και αφτιασίδωτες. Αυτό ίσως ήταν που παρακίνησε τον φερέλπιδα σκηνοθέτη Julien Gosselin και την καλλιτεχνική του κολλεκτίβα με τον συμβολικά δακρύβρεχτο τίτλο «Si vous pouviez lécher mon Coeur» (http://www.lechermoncoeur.fr/) [δίκην του «Thèâtre du Soleil» της Ariane Mnoushkine;] να δημιουργήσει ένα τεχνολογικώς εικαστικό μετά-θέατρο, ξεναγώντας μας στο λαβύρινθο του χρεοκοπημένου και ξοφλημένου ίσως Δυτικού Πολιτισμού μας. Μία εφιαλτική παράσταση, που δίνει «τροφή για σκέψη» κι αφορμή για συζητήσεις, που θα αντέξουν πολύ, σε βάθος χρόνου απροσδιόριστο. Η χαρά του κριτικού και του επαρκούς αναγνώστη-θεατή. Όμως από αισθητικής πλευράς, αντί για απόλαυση, βγαίνεις λες και σε έχουν κακοποιήσει παντοιοτρόπως. Τόσο πειστικοί λοιπόν καλλιτέχνες και συνδημιουργοί αυτής της δυναμικής δουλειάς, που έδωσε στο Φεστιβάλ Αθηνών μερικούς ακόμα πόντους προκειμένου να δικαιολογήσει τη μεταιχμιακή ύπαρξη και την παρακμιακή λειτουργία του.

 

Η Σοφόκλεια «Αντιγόνη» κι οι άταφοι νεκροί στην Τουρκία

 

 

Είδα την πρεμιέρα της κατά Λιβαθινόν «Αντιγόνης» στην Επίδαυρο τη νύχτα που ξεσπούσε το πραξικόπημα στην Τουρκία. Λίγες μέρες μετά οι άταφοι νεκροί στην γείτονα χώρα πληθαίνουν γεννώντας Ύβριν και προκαλώντας το άγραφο και απαράγραπτο ανθρώπινο Δίκαιο.

 

Τα ζητήματα που θέτει ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη, είναι η Αλαζονεία της Εξουσίας, η Κατάχρηση και η Παράβαση Καθήκοντος τα οποία δεν πρέπει να μένουν ατιμώρητα στα κράτη όπου πρυτανεύει το Δίκαιο, η Λογική και οι Θεσμοί λειτουργούν. Η δημοκρατία είναι το τελειότερο πολίτευμα, αφού οι πράξεις των αρχόντων τελούν υπό την διαρκήν αίρεσιν του Λαού (με τη μορφή Χορού στο αρχαίο δράμα).

 

Απόλαυσα την παράσταση, παρά τις όποιες θεατρολογικές και κριτικές μου επιφυλάξεις που θα σας αναπτύξω πιο κάτω.

 

Κατ’ αρχήν, ο σκηνοθέτης σεβάστηκε το κείμενο, όσο κι αν η δύσκαμπτη μετάφραση από τον εκλιπόντα Δημήτρη Μαρωνίτη το βάραινε σε πολλά σημεία ανώφελα (όπως π.χ. η Αντιγόνη χαρακτηρίζει τον εαυτό της «άπαιδη» – έλεος βρε παιδιά, και το «άτεκνη» μια χαρά είναι και η περίφραση «χωρίς παιδιά» μια χαρά παίζει, εκτός εάν το άτεκνη φέρνει άλλους συνειρμούς…). Ο Λιβαθινός, αντίθετα από τον Χουβαρδά, είναι συντηρητικός ως προς την υπέρβαση των λογικών και θεματικών ορίων που θέτει το ίδιο το κείμενο. Δείχνει δηλαδή περισσότερο σεβασμό στα λόγια και στο «πνεύμα» του συγγραφέα. Δεν έφτασε, φυσικά, να καταργήσει τελείως τον Χορό, όπως έκανε ο Χουβαρδάς, γιατί αυτό θα ήταν ένα αποδομητικό πλήγμα στην ίδια τη σύσταση, τη μορφή και την ουσία της αρχαίας τραγωδίας. Τον περιόρισε όμως σε αγοραίες εκδηλώσεις, κάπως νευρωτικές και σπασμωδικές, ως αντιδράσεις καφενείου σε παράσταση «θεάτρου σκιών». Έτσι ο Χορός δεν ακούστηκε ευκρινώς και δεν απολαύσαμε τα κλασικά χορικά. Όπως δεν ακούγονταν και οι λοιποί υποκριτές, αφού χάριν αληθοφανείας ο σκηνοθέτης τους τοποθετούσε να μιλούν ¾ ή πλάτη στο κοινό, ενώ το αρχαίο αργολικό θέατρο απαιτεί μετωπική εκφορά του λόγου, όσο κοντά στη θυμέλη τόσο καλύτερα.

 

Από την άλλη, η αισθητική της όλης παράστασης, η «όψις» σύμφωνα με την «Ποιητική» του Αριστοτέλη, παραείχε άρβυλα (η γιορτή της ποδο-μυκητίασης!). Δεν χρειαζόταν να φοράει άρβυλα και η Αντιγόνη και η Ισμήνη. Θα μπορούσαν να φορούν πιο κομψά, αρχοντικά παπουτσάκια. Τέλος πάντων. Και πάλι καλά. Η γενική σκηνογραφική ένδυση του λόγου ήταν μάλλον ανεκτή, έως και διακριτική θα έλεγα (σκηνικά-κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου). Εκείνο που ήταν μεταμοντέρνο μπαρόκ ήταν τα «διαχρονικά» κοστούμια που δεν περιποιούσαν τιμή σε κανέναν και δυσκόλευαν τους ηθοποιούς, όπως το σφραγισμένο μάτι του Τειρεσία, που παραλίγο να πέσει στο χώμα! Όμως η Μπέτυ Αρβανίτη παρά τις φωνητικές της ατέλειες κι ελλείψεις απέδειξε για άλλη μια φορά ότι είναι λαμπρή ηθοποιός προσηλωμένη στην ποιότητα και με ιδιαίτερη έγνοια για τον ποιητικό δραματικό λόγο. Ήθος, σεμνότητα, ακρίβεια, συνέπεια και υπακοή στα κελεύσματα του σκηνοθέτη, δεν έκανε ούτε μια στιγμή κάτι από τα σταριλίκια στα οποία επιδίδονται διάφορες ομότεχνές της. Είναι Κυρία με κάππα κεφάλαιο και σε αυτή την παράσταση έδωσε έναν άφυλο-δίφυλο τυφλό μάντη με την ακρίβεια ενός χειρουργού που λειτουργεί τόσο συγκεντρωμένος που μοιάζει αφηρημένος. Κρίμα που οι διακυμάνσεις του λόγου της ταίριαζαν περισσότερο σε ανοικτό θέατρο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, αν ήμασταν στην απαιτητική-ανταγωνιστική «Εσπερία» θα προσλαμβάναμε ειδικό δάσκαλο φωνητικής.

 

Εκείνος όμως που με εξέπληξε ευχάριστα ήταν ο Δημήτρης Λιγνάδης. Ίσως η αυταρχικότητα και η αλαζονεία του ρόλου του να συνηχούσε με κάποιες καλά κρυμμένες χορδές της ψυχοσωματικής του ύπαρξης, γιατί και στον σαιξπηρικό «Ριχάρδο Γ’» είχε βγάλει πολλή από την εσωτερική του σκοτεινιά και την είχε ξεράσει επί σκηνής ως Σκότος δραματικό κι αξιοπρόσεκτο. Τελικά, αυτοί οι «κακοί» ρόλοι αφήνουν το πεδίο ελεύθερο στον υποκριτική να ξορκίσει τους δαίμονές του αναπτύσσοντάς τους επί σκηνής.

 

Δεν μπορώ να πω και για τις ηθοποιές που υποδύθηκαν Ισμήνη (Δήμητρα Βλαγκοπούλου) κι Αντιγόνη (Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη). Πολύ «στρογγυλά» μας τα είπαν όλα, πολύ ορθοφωνημένα, πολύ αναμενόμενα, όσο κι αν κυλίστηκαν στο χώμα, όσο κι αν χώθηκαν κάτω από ξύλινα παγκάκια, όσο κι αν έκαναν κούνια-μπέλα στην αιώρα κρεμάλα της υπερυψωμένης σκηνής.

 

Κάτι πήγε να κάνει ο ηθοποιός που υποδύθηκε τον Αίμονα (Βασίλης Μαγουλιώτης).

 

Διακεκριμένη, έμπειρη κι αξιαγάπητη η Μαρία Σκούντζου ως κορυφαία του Χορού.

 

Μια παράσταση που δεν προσπερνά και δεν πρέπει να προσπεράσει εύκολα κανείς. Καλοί κι οι έμπειροι Κώστας Καστανάς και Νίκος Μπουσδούκος. Αν μη τι άλλο ήξεραν ορθοφωνία, χωρίς να σημαίνει κι ότι τους ακούγαμε μέσα στον γενικόν ορυμαγδό του διονυσιαζόμενου αλλά όχι και βακχικού Χορού.

 

Ο Στάθης Λιβαθινός είναι βαθύς γνώστης της θεατρικής πράξης. Ας μείνει λοιπόν στον εγγενή συντηρητισμό του, αφού κάθε προσπάθεια να υπερβεί τα εσκαμμένα εκθέτει αυτόν και τους καλούς συνεργάτες του.

 

 

«Είμαι η Αντιγόνη…» του Γιάννη Σολδάτου στο «ΕσωΘέατρο»

 

 

«Το παράδοξο του Diderot» σε όλο του το μεγαλείο. Ένα μοντέλο, άνεργη ηθοποιός, ετεροαπασχολούμενη κι απλήρωτη καλλιτέχνις δυναμιτίζει τον ψυχισμό της με τον ταυτιστεί απόλυτα (ψυχή τε και σώματι, που λέμε) με την Σοφόκλεια Αντιγόνη, την οποία ερμηνεύει σε κάποια παράσταση («θέατρο εν θεάτρω»). Η εμμονή της με το «να θάψουμε τους νεκρούς» (τόσο επίκαιρη την εποχή της έξαρσης του προσφυγικού) της γίνεται ψύχωση και μοίρα. Το ηθικό δίδαγμα αυτού του φιλολογικώς προσανατολισμένου θεατρικού έργου του σκηνοθέτη και συγγραφέα Γιάννη Σολδάτου, το πέμπτο στη σειρά «Ιερή Πόρνη» διερευνά τα όρια ηθοποιού-ρόλου, πραγματικότητας-φαντασίας, εγώ-οι άλλοι και θέτει σημαντικά υπαρξιακά και κοινωνιολογικά προβλήματα διαχείρισης του εαυτού και της σαφούς οριοθετήσεως του ατόμου ως προς το περιβάλλον του, χωρίς τα όρια να γίνονται σύνορα αδιαπέραστα και περιχαρακωμένα, βεβαίως. Όμως χωρίς όρια, θα βουλιάξουμε σε μια χαοτική σούπα εντροπίας, όπου θα χαθούμε όλοι στο δικό του χωροχρονικό α-συνεχές ο καθένας. Αυτή η φιλοσοφική διερεύνηση περνάει αναγκαστικά μέσα από την αλλοτρίωση του ατόμου και την απαλλοτρίωση του σώματος στο ιερό λειτούργημα της πορνείας, όπου πρέπει να είναι κανείς πολύ δυνατός, αυτάρκης και μονομανώς πανηδονιστής για να αντέξει την κατάλυση των πάσης φύσεως ηθικών και κοινωνικών ορίων.

Πολύ καλή διαπραγμάτευση του θέματος από δραματουργικής πλευράς. Ο έμπειρος σκηνοθέτης ξέρει να δημιουργεί, να κλιμακώνει και να αποκλιμακώνει εντάσεις δια της δυναμικής της ομάδας κι αξιοποιώντας τα θέσφατα της ομαδικής ψυχολογίας.

Ζωγραφικοί οι φωτισμοί, δραματική λειτουργική και διακριτικά σημαίνουσα η μουσική του Νίκου Βασιλόπουλου. Εκπληκτικής ομορφιάς και σκηνικής αποτελεσματικότητας τα κοστούμια που σχεδίασε η έμπειρη σκηνογράφος-ενδυματολόγος Έφη Βενιανάκη.

Και οι τρεις ηθοποιοί (ΜΑΡΙΑ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΤΣΙΚΗΣ,
ΣΑΝΤΡΑ ΧΑΛΤΟΥΠΗ) είναι υπέροχοι, αυτοθυσιαστικοί, αυταπαρνησιακοί, αυτενεργούντες σε άψογη αρμονική συνεργασία με τους άλλους και σε αρμονία με τον περιβάλλοντα χώρο, όπου ηθοποιοί και θεατές συμπλέκονται και συνυφαίνονται στο φαντασιακό σύμπαν του υπέροχου «Εσωθεάτρου» στο Θησείο, Ακταίου 3, δίπλα στην εκκλησία, λίγο πιο κάτω από τον ηλεκτρικό σταθμό, μέσα από το παρκάκι, από την πάνω πλευρά των γραμμών προς Πετράλωνα.

Είχα την τύχη να παρακολουθήσω αυτή τη θεατρική μυσταγωγία και σας τη συνιστώ ανεπιφύλακτα.

 

Η συναισθηματική ασφάλεια και το χιούμορ: κλειδί επιτυχίας για τους ηθοποιούς. Λαμπρό παράδειγμα: η Σμαράγδα Καρύδη, κόρη των σεμνών και πολυτάλαντων ηθοποιών Ντίνου Καρύδη και Τζούλιας Αργυροπούλου

Το ελληνικό θεατρικό κοινό στα χρόνια της Κρίσης είναι απαιτητικό έως ανθρωποβόρο. Όπως και το γερμανικό θεατρόφιλο κοινό, ήδη από προγενέστερες δεκαετίες (αφού οι Γερμανοί μετά τους δύο παγκοσμίους πολέμους και μετά τον χωρισμό και την επανένωση των δύο Γερμανιών περνούσαν από την μία κρίση στην άλλη), η οικονομική στενότητα, το σφίξιμο του ζωναριού και η σκληρότητα της καθημερινής επιβίωσης, αφήνει στο πόπολο μόνο τον ρωμαϊκόν «άρτον και θεάματα», αφού οι κάθε λογής Θρησκείες, μεσσίες, προφήτες και ψευδοπροφήτες, μάγοι και μάντεις λεηλάτησαν ό,τι είχε απομείνει από τους πλέον εύπιστους και καλοπροαίρετους ανθρώπους. Οι υπόλοιποι «βάζουν μπρος τα δυο τους χέρια και σηκώνονται», γίνονται από σκληροί έως απάνθρωποι (σαν τη «Μάνα Κουράγιο» του Μπρεχτ) και πορεύονται λατρεύοντας αποκλειστικώς και μόνον την «Αγία Επιβίωση». Αυτή η σκλήρυνση, η χοντροπετσιά, ο σαδομαζοχισμός μετατρέπει τους βουλιμικούς θεατρόφιλους, που πηγαίνουν στο θέατρο για να διασκεδάσουν, να νιώσουν καλύτερα, ή ακόμα-ακόμα και να ψυχαγωγηθούν, τους μετατρέπει (κατά το μάλλον ή ήττον) σε θεατές ρωμαϊκής αρένας, αφού μόνο μέσα από την ομοιοπαθητική βία ξορκίζουν τον πόνο, τον φόβο και τον πανικό που τους προκαλεί αυτό που λέμε «αντικειμενική πραγματικότητα» και το οποίο δεν είναι παρά ένα φάντασμα στο μυαλό (του καθενός μας, διαφορετικό από κρανίου εις κρανίον). Η Τέχνη σκοπό και στόχο της έχει να μετατρέψει το φαντασιακό του αποδέκτη και συνδημιουργού της προκειμένου να κάνει περισσότερο ανεκτή, υποφερτή ή ακόμα κι ευχάριστη τη ζοφερή καθημερινότητα. Αυτή είναι η λειτουργικότητα την οποία επιτελεί από την εποχή των σπηλαίων κι ακόμα πριν. Ο ηθοποιός, ο καλλιτέχνης, ο ραψωδός, ο μίμος, ο παντόμιμος, ο χορευτής, ο τεχνίτης του Διονύσου, πόσω μάλλον αν είναι σταρ, πρέπει να δουλέψει τόσο σκληρά με το σώμα και την ψυχή του έτσι ώστε να γίνει κυριολεκτικά λάστιχο. Η δημοφιλής τηλεοπτική σειρά “Fame” της δεκαετίας του 1980 είναι χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της απάνθρωπης σκληρότητας. Μια διαφήμιση, τηλεοπτική, πρόσφατη, που δείχνει σε πρώτο πλάνο τα πληγωμένα πόδια των χορευτών κλασσικού μπαλέτου, χαϊδεύει τα αυτιά και μάτια των κακοπαθημένων καλοπληρωτών θεατών που πηγαίνουν για να διασκεδάσουν σε θεάματα υψηλής απαιτητικότητας σε οργάνωση-συντονισμό-ομαδική δουλειά, περφεξιονισμό τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Κάτι στο οποίο πάσχει η ελληνική κοινωνία. Κυρίως στο δεύτερο, ομαδικό επίπεδο, αλλιώς μεμονωμένα ταλαντούχα και πειθαρχημένα και οργανωτικά και συνεργάσιμα άτομα έχουμε ένα σωρό. Υπερπληθώρα. Όμως πόσοι από αυτούς τους τελειομανείς βρίσκουν το δρόμο τους προς την κοινωνική καταξίωση και την επιτυχία; Πολλοί λίγοι, μετρημένοι στα δάχτυλα, στον τομέα του ο καθένας. Γιατί; Μα είναι πολύ απλό; Χρειάζεται συναισθηματική ασφάλεια, αυτογνωσία, ωριμότητα, παιδεία, εκπαίδευση, διαρκή επιμόρφωση, συστηματική δουλειά σε καθημερινή βάση και κυρίως υγιή ανταγωνιστικότητα, που βασίζεται στην άμιλλα κυρίως με τον εαυτό μας. Μάλιστα. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η πραγματικότητα, η ζοφερή καλλιτεχνική πραγματικότητα στην Ελλάδα της Κρίσης απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ να γίνουμε Ηρακλείς, ημίθεοι, υπεράνθρωποι… Κι όλ’ αυτά γιατί; Μα μόνο και μόνο για να επιβιώσουμε. Τόσο απλό.

            Πήγα να δω το γνωστό και μάλλον ωραιοποιητικό της μεσο-μικροαστικής μιζέριας αμερικάνικο μιούζικαλ του Μπομ Φόσσι με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Sweet Charity”, όπου μια συμπαθής πρωταγωνίστρια του περιθωρίου και ψιλοαποτυχημένη γενικώς φέρει το όνομα Charity Hope Valentine. Μάλιστα. Το απομυθοποιημένο «αμερικάνικο όνειρο» σε όλο του το μεγαλείο. Σαν την «Ζυστίν» του Μαρκήσιου ντε Σαντ, που όλοι τη βιάζουν, την κακοποιούν, την προδίδουν, την εγκαταλείπουν, την προδίδουν κι εκείνη απορεί διαρκώς «γιατί», χωρίς να διδάσκεται, χωρίς να χοντροπετσιάζει, χωρίς να μετατρέπεται κι αυτή σε τέρας αδηφάγο και αδίστακτο, έτσι κι η γλυκούλα «Φιλανθρωπία-Ελπίδα-Ρομαντικός Έρωτας του Αγίου Βαλεντίνου». Είναι αυτό που λένε «δώσαμε-δώσαμε στον έρανο» ή «η τελευταία Πόντια πόρνη αυτοκτόνησε όταν έμαθε ότι οι άλλες πληρώνονται». Όμως η δική μας, η συμπαθέστατη, η εύθυμη, η λαϊκιά αστή Σμαράγδα Καρύδη, πατώντας σε ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον σημαντικών ηθοποιών από τα γεννοφάσκια της, έδωσε στον μάλλον ασήμαντο κι αδιάφορο ρόλο ένα βάθος και μια σφαιρική αντιφατικότητα, που έμοιαζε η ερμηνεία της με κοινωνιολογικό δοκίμιο. Τέτοια αυτοπεποίθηση, τόση ασφάλεια συναισθηματική, τέτοιες σωματικές, φωνητικές και υποκριτικές ακροβασίες σπανίως βλέπουμε στο ελληνικό θέατρο και μάλιστα σε ένα τόσο δύσκολο ξενόφερτο είδος, όπως είναι το μιούζικαλ, που απαιτεί από τον ηθοποιό να είναι υποκριτής, μίμος, παντόμιμος, χορευτής και τραγουδιστής (πολλά σε ένα!!!). Η Σμαράγδα Καρύδη είναι Ηθοποιός, με Ήτα κεφαλαίο, γιατί ξέρει και την ήττα να την μετατρέπει σε Νίκη, μεγαλοπρεπή. Η καλή και πανέμορφη ηθοποιός Τζούλια Αργυροπούλου (η μανούλα της) κι ο χιουμορίστας καρατερίστας αειθαλής κι αγέραστος πατέρας της Ντίνος Καρύδης, της έδωσαν γερές βάσεις για να ανταποκριθεί και να ανταπεξέλθει ακόμα και στις πλέον δύσκολες σκηνικές απαιτήσεις. Γιατί δεν παίζουν και οι τρεις μαζί να γίνει λαϊκό προσκύνημα; Στην «Περικειρομένη» του Μενάνδρου παραδείγματος χάριν; [Την έχω συμπληρώσει-διασκευάσει-ολοκληρώσει στο βιβλίο μου «Διασκευάζοντας άνευ ευτελείας», εκδόσεις Φαρφουλάς]. Έφερα αυτό το παράδειγμα γιατί αυτό είχα πρόχειρο. Να οργώσουν οι τρεις του τα αρχαία θέατρα της Ελλάδας και όχι μόνον και να γίνουν ένα ανεπανάληπτο τρίο, όπου ο Καρακατσάνης, ο Μιχαλακόπουλος και άλλοι σύγχρονοι αριστοφανικοί διονυσιακοί ηθοποιοί θα ωχριούν μπροστά τους. Εμπρός. Ιδού η Ρόδος ιδού το οίδημα. Παραγωγός χρειάζεται, μουσικός, χορογράφος και σκηνοθέτης. Τον μεταφραστή τον βρήκαμε [γιατί «ο παπάς πρώτα ευλογάει τα γένια του» κι «αν δεν παινέψεις το σπίτι σου πέφτει και σε πλακώνει»]:

 

Δια στόματος Αγγελικής Ματθαίου, μια ιστορία προσφυγιάς κι αενάου ξερριζώματος. Μία διαχρονική «ΑΓΓΕΛΙΚΗ» στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου» από την ομάδα με τον ειρωνικά αυτοσαρκαστικό τίτλο «Killing the Fly»

 

Δεν ξέρω αν το «σωματικό θέατρο» (Physical theater) είναι μία παρενέργεια της θρυλούμενης αλλά αδιόρατης ακόμα Παγκοσμιοποίησης, ή μήπως είναι απλώς ο κληρονόμος των μίμων-μιμάδων-παντόμιμων που διέτρεχαν τις αχανείς (για τα μεταφορικά μέσα της τότε εποχής) εκτάσεις του Ελληνορωμαϊκού Κόσμου και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αργότερα [ότε τέθηκαν υπό διωγμόν από την επίσημον τότε Εκκλησίαν, αν και η αυτοκράτειρα Θεοδώρα ξεπήδησε κι αναρριχήθηκε στον ύπατο θρόνο από τα άσεμνα θεάματα του Ιπποδρόμου, στο νούμερο με το καλαμπόκι στα γεννητικά όργανα και τη χήνα που τα αναζητούσε…].

Το σίγουρο είναι όμως ότι θυμίζει τα «Κλασικά εικονογραφημένα» ή τον «Αστερίξ και Οβελίξ» για τους παλαιότερους. Με άλλα λόγια, καθρεφτάκια για ιθαγενείς κι ιστορίες για αγρίους. Το έργο «Αγγελική, μελόδραμα σωματικού θεάτρου. An illustrated monologue» που παρακολουθήσαμε στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου» και νιώσαμε ως παιδάκια προ-νηπιαγωγείου στην πρώτη τους θεατρική παράσταση, διέθετε τόση και τέτοια περιττή περιγραφικότητα και «σωματοποίηση-υπογράμμιση» του εκφερόμενου λόγου, χωρίς απαραίτητα και τον (αυτό-)κριτικό σχολιασμό του, κάτι που θα του έδινε ενδεχομένως ένα άλλο βάθος και μια κάποια προοπτική, πέρα από τη ρηχότητα μιας μάλλον ενδιαφέρουσας ιστορίας που απευθύνεται σε κωφαλάλους ή σε χαμηλής νοημοσύνης άτομα… Έλεος πια. Είπαμε θέατρο και στυλιζάρισμα, θέατρο και θεατρικότητα, έρευνα της πρωταρχικής θεατρικής γλώσσας… καλά είν’ όλα αυτά και άγια. Αλλά δεν μπορεί να βγαίνουμε με τα νεύρα τσατάλι από παραστάσεις που όταν μιλάς για ένα βουνό το δείχνεις κιόλας και προσπαθείς να αναπαραστήσεις τον όγκο του με …το σώμα σου. Όσο ευτραφής κι αν είσαι, είναι περιττό, αντιαισθητικό, κακόγουστο. Εκτός αν απευθυνόμεθα σε ένα πολυεθνικό κοινό, αν δίνουμε παράσταση σε καταυλισμό αλλόγλωσσων νομάδων που δεν έχουν πάει ποτέ σχολείο και δεν γνωρίζουν γραφή κι ανάγνωση. Όμως ακόμα κι έτσι οφείλουμε σεβασμό στην ανθρώπινη υπόστασή τους.

Κρίμα γιατί η πραγματική ιστορία της εβδομηντάχρονης Αγγελικής Ματθαίου άξιζε καλύτερη τύχη και το υπερ-χρονικό και υπερ-τοπικό πρόβλημα των ξερριζωμένων προσφύγων είναι ένα ζέον πρόβλημα για όλες τις σύγχρονες «ανεπτυγμένες» κοινωνίες.

Περιμέναμε περισσότερα από την ομάδα με τον ειρωνικά αυτοσαρκαστικό τίτλο «Killing the Fly» (αλήθεια, μήπως υπονοούν τις «Μύγες»-Ερινύες-τύψεις συνειδήσεως από το έργο του Ζαν-Πωλ Σαρτρ;). Τι να σας πω και τι να σας μολογήσω; Δεν ξέρω. Έχω υποστεί τόση «πρωτοπορία» ο κριτικός, που αν δεν είχα μεγαλώσει στη Φύση και δεν ήμουνα εγκρατής εκ φύσεως θα είχα χάσει τελείως το μπούσουλα και θα συνέχεα την αριστεράν με τη δεξιά μου (κάτι που είναι εξάλλου πολύ εύκολο να το πάθει κανείς σε αυτόν τον τόπο).

Πέρα όμως από την πλάκα, θαύμασα τους δύο άντρες ηθοποιούς για την εύπλαστη σωματική τους έκφραση: Robin Beer και Γιάννης Κουκουράκης. Εύγε τους! Όσο για την Αγγελική Ματθαίου, τι να σας πω; Δεν ξεύρω. Κάποιες στιγμές ήταν πολύ κινηματογραφικά ρεαλιστική, κάποιες άλλες το έχανε (όταν νόμιζε ότι το …εύρισκε) κι άλλες απλώς διεκπεραίωνε ένα κείμενο με τις απαιτήσεις σχολικής παράστασης δημοτικού σχολείου. Τόση αθωότητα πια;! Κινδυνεύει να δημιουργήσει …σχολή, όπως όλες οι επιδερμικότητες σε αυτόν τον τόπο. Το πρόβλημα με το κακό θέατρο στην Ελλάδα είναι ότι ελλείψει συστηματικής, αυστηρής, επιστημονικής κριτικής η όποια αυθαιρεσία κατοχυρώνεται, διαιωνίζεται, αποκτά ισχύ «δεδικασμένου» και μετά την απομάκρυνσιν από την αίθουσα ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Όλοι χειροκροτούν. Σαν κοινό ρωμαϊκής αρένας. Κι όσο πιο κακόγουστο το θέαμα, όσο πιο εμετικό τόσο περισσότερο χειροκροτούν. Αυτό το έχω παρατηρήσει στο Ηρώδειο όταν ήμουν υπεύθυνος των καλλιτεχνικών εκδηλώσεων (1997-1998). Ούτε η Σαλώμη αν χόρευε μπροστά από τον Ηρώδη και την Ηρωδιάδα δεν θα αποσπούσε τόσο μανιασμένο χειροκρότημα. Τι να πω; Άγνοια; Κακοήθεια; Παρεϊσμός (η αποθέωση της παρέας από τους κλακαδόρους;). Όπως στα κονσέρτα και στις διεθνείς συμφωνικές ορχήστρες, που βλαχάρες υπουργίνες έρχονταν μετά την έναρξη και με ρωτούσαν «τι είναι η ουβερτούρα;» κι επέμεναν να μπουν με τα ψηλοτάκουνα στα μαρμαρένια αλώνια του ρωμαϊκού ωδείου και να καταχειροκροτηθούν κιόλας! O tempora o mores!

Έτσι λοιπόν για να επανέλθουμε στην παράσταση του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου» με την «Αγγελική» της Αγγελικής Ματθαίου σε διασκευή Κατερίνας Δαμβόγλου, που παίζει, εκφράζεται σωματικώς, ομιλεί και συν-σκηνοθετεί, θα προτιμούσα να είχα διαβάσει απλώς το κείμενο δίπλα στο τζάκι ακούγοντας το “Requiem” του Μότσαρτ. Τόσο κλασικά και παλιομοδίτικα είναι τα γούστα μου… Παρά να προσπαθώ να λαγοκοιμηθώ στα άβολα καθίσματα γέρνοντας ελαφρά στον κατάμαυρο τοίχο του δώματος αυτού του Ναού της Τέχνης του Διονύσου.

 

 

Ομάδα Θεάτρου ΑTONAλ-Σοφία Μαραθάκη

La dispute του Μαριβώ στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών

Πατώντας με το ένα πόδι στη «Φιλονικία» (1744) του Μαριβώ και με το άλλο στο «Όνειρο Θερινής Νυκτός» (1600) του Σαίξπηρ η πολλά υποσχόμενη, ταλαντούχα, πειθαρχημένη κι αντι-μεταμοντέρνα Σοφία Μαραθάκη απέδωσε με απολύτως ορθολογικό και γεωμετρημένο θα έλεγα τρόπο την πανάρχαια τραγικωμωδία του Έρωτα ως έναν αγώνα αγρίων ενστίκτων με τον «πολιτισμένον άνθρωπο», που χάνει πάντα το παιχνίδι του έρωτα και της εξουσίας, απλώς και μόνον γιατί δεν είναι πια τόσον άγριος, αδίστακτος και ανήθικος για να αντιπαρατεθεί και να αντιπαραταχθεί στο κτήνος που ελλοχεύει ακόμα και στον πλέον συγκροτημένο (φαινομενικά) άνθρωπο. Τα ορμέφυτα φαίνονται να λειτουργούν ανεξέλεγκτα περισσότερο στις γυναίκες (για τον Μαριβώ), ενώ στον Σαίξπηρ διαφαίνεται μια κάποια «δημοκρατία των φύλων», τουλάχιστον όσον αφορά την «αρρώστια του έρωτα».

Ξεκινώντας κατ’ αρχήν από το σκηνικό χώρο που διαμόρφωσε, κόσμησε και φιλοτέχνησε ο Κωνσταντίνος Ζαμάνης, διατηρείται ανάστροφα η αρχιτεκτονική της σκηνής «ιταλικού τύπου» με τους υποτιθέμενους θεατές-παρατηρητές του ανθρωπολογικού αυτού πειράματος να βρίσκονται ακριβώς στο κέντρο και ψηλότερα από την επί σκηνής αρένα, όπου συμπλέκονται τα ρωμαϊκά θηρία με τους μονομάχους αδιάκριτα και αδιακρίτως. Από τα πλέον επιμελημένα, σοφά και τετραγωνισμένα σκηνικά του Φεστιβάλ Αθηνών.

Τα κοστούμια υπογράφει η εικαστικός Εύα Μαραθάκη, ενώ στον σχεδιασμό των φωτισμών συνεργάζεται ο Σάκης Μπιρμπίλης. Εκπληκτικά ακριβής, ρασιοναλιστική και στρογγυλεμένη η κίνηση που δίδαξε η Βρισηίδα Σολωμού. Απολύτως ταιριαστή με τον μεταφρασμένο από την Μαρία Ευσταθιάδη λόγο του Μαριβώ, η πρωτότυπη μουσική που συνέθεσε ο Βασίλης Τζαβάρας.

Όλοι οι ηθοποιοί ήσαν υπέροχοι, καταπληκτικοί, πειθήνια δημιουργικοί και υπάκουα παραγωγικοί, κάτι που δεν συναντάται συχνά ούτε στο ελληνικό θέατρο ούτε στην ελληνική κοινωνία βεβαίως. Τα ονόματά τους με αλφαβητική σειρά: Μιχάλης Βαλάσογλου, Λήδα Κουτσοδασκάλου, Σοφία Μαραθάκη, Κωνσταντίνος Παπαθεοδώρου, Φωτεινή Παπαχριστοπούλου, Καλλιόπη Σίμου, Γιώργος Σύρμας, Δημήτρης Τσιγκριμάνης.

Θα ήθελα να βλέπω όλο και πιο συχνά τόσο άρτια θεάματα, δομημένα και αισθητικώς επεξεργασμένα, γιατί πήξαμε στις προχειρότητες και στις αρπαχτές και στις δήθεν μεταμοντέρνες ανοησίες. Επιτέλους, όλα τα πράγματα έχουν και τα όριά τους. Τα παιδιά που παίζουν στον κήπο καταστρέφοντας και καίγοντας δέντρα και ζωντανά, που δεν αφήνουν όρθια πέτρα πάνω στην πέτρα, δεν μας ενδιαφέρουν, δεν μας αρέσουν και δεν μας αφορούν. Αρκετά με την αποδόμηση. Γίναμε όλοι Ηρόστρατοι! Ας βρεθούν πάλι εκείνοι οι γενναίοι που θα χτίσουν ναούς της Εφέσσου κι ας τους λοιδωρήσουνε κι ας παλέψουν με όλα τα θηρία της πανανθρώπινης ερεβώδους ψυχής που αναζητεί διαρκώς την αυτοκαταστροφή της, λες και δεν μπορεί να νικήσει αλλιώς τη ναυτία του θανάτου και το άγχος του Χρόνου που καταρρακώνει κάθε μνήμη και μας βυθίζει όλους στη Λήθη, μακριά από την Α-λήθεια που θα μας λυτρώσει.

Ο καλλιτέχνης είναι και οφείλει να είναι φρυκτωρός, σηματωρός, φάρος. Αν πρόκειται να οδηγεί τυφλούς, ως μισότυφλος αυτός, από βάλτου εις βάλτον κι από ξέρας εις ξέραν, όπου θα προσαράξουμε δια παντός… εεε, ας μας λείπει καλύτερα.

Η Σοφία Μαραθάκη είναι μια υγιής καλλιτεχνική φωνή, αξιοπρόσεκτη, αξιομνημόνευτη και αξιοβράβευτη!!!

Ερμίρα Γκόρο, After Party, με την εκπληκτική Αγγελική Στελλάτου στο Φεστιβάλ Αθηνών

 

 

Η Αγγελική Στελλάτου, συνοδοιπόρος στην αρχή και συνδημιουργός του μύθου που λέγεται Δημήτρης Παπαϊωάννου, ακολούθησε στη συνέχεια τον δικό της διακριτικό τρόπο κι έρχεται σήμερα σε σύλληψη-σκηνοθεσία Ερμίρας Γκορό και συν-χορογραφώντας μαζί της, να μας μιλήσει ως Performer αλλά καθόλου αυτοσχεδιαστικά, για τα προσωπικά της βιώματα τόσον όσον αφορά το πέρασμα της γυναίκας από την πολυθρύλητη νεότητα στην υπαρξιακή αγωνία της μέσης ηλικίας όσο και για τη μετάβαση από τα φώτα του προσκηνίου στο ημίφως του βάθους της σκηνής που λέγεται κόσμος και είναι γεμάτη από σαλεμένες υπάρξεις σύμφωνα με τον Τρελό από τον σαιξπηρικό «Βασιλιά Ληρ».

 

Αυτή η διπλή ανάγνωση του συμβολικού έργου με τον τίτλο “After Party” είναι καθ’ όλα νόμιμη και θεμιτή, γιατί παρ’ όλο που χρησιμοποιεί την ασπρισμένη κόμη της ως μάσκα, ως προσωπείο, ως προκάλυμμα, η χορογράφος και καλλιτέχνις Αγγελική Στελλάτου κουβαλάει επί σκηνής τόσο το εξαντλητικά γυμνασμένο σώμα της όσο και το μύθο της (πράγματα αδιαχώριστα ακόμα και για τους πιο σχολαστικούς και έμπειρους κριτικούς). Έχει χυθεί πολύ μελάνι για τον διαχωρισμό βιογραφίας και έργου, όμως σας λέω εγώ ότι είναι σα να προσπαθείς να διαχωρίσεις τον χοιρινό κιμά από το διάσπαρτο εσωτερικό λίπος του. Εξάλλου Ύλη και Αντιύλη συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο, αφού είναι διαφορετικές εκφάνσεις της προσωρινώς μορφοποιημένης ενέργειας. Έτσι, η ενέργεια ενός καλλιτέχνη δεν μπορεί να διαχωριστεί και να διαμοιραστεί σε δύο επίπεδα (άλλο το έργο κι άλλο ο βίος κι η πολιτεία). Αυτό θα συνέβαινε μόνο σε βαριές ψυχοπαθολογικές καταστάσεις. Η εργοβιογραφία είναι ενιαίο κι αδιαίρετο σύνολο, ακόμα κι όταν δεν μας βολεύουν μερικές «σκοτεινές» πτυχές της καλά κρυμμένης μας ουσίας. Τότε σκιαμαχούμε, κυνηγάμε φανταστικούς μύλους, σαν τον Δον-Κιχώτη, αρνούμαστε το πασιφανές ότι δέντρο χωρίς σκιά δεν υπάρχει κι ότι τα όντα φέρουν τη σκοτεινή και τη φωτεινή πλευρά τους αδιαίρετη.

 

Όλα αυτά τα γράφω, γιατί διείδα με την ευαισθησία του ποιητή-κριτικού, μια προσπάθεια της ημι-από-κεκαλυμμένης Αγγελικής Στελλάτου να μιλήσει για όλους και για όλα με το σώμα της. Αυτή η βουβή διαμαρτυρία που ενείχε δημιουργικώς αναπτυσσόμενη πικρία, αλλά και απαράμιλλη μαχητικότητα, μετέδωσε τελικά στους θεατές τη δύναμη του ηττημένου, το «βάζω μπρος τα δυο μου χέρια και σηκώνομαι»
του πεσμένου, που δεν το βάζει όμως κάτω, που δεν παραδίδεται, αλλά διδάσκεται από τα χαστούκια της ζωής και τα καπρίτσια του Χρόνου να γίνεται περισσότερον ευέλικτος και προσαρμοστικός μέχρις εξαφανίσεως, μέχρις πλήρους αφομοιώσεως από τη σκοτεινή και μαύρη Υλοενέργεια της Ορφικής Νύχτας από την οποία ανα-γεννάται το Ορφικόν Ωόν της Δημιουργίας, ως Φοίνιξ μετά την απαραίτητη πυρκαγιά που θα οδηγήσει τη φθαρμένη ύλη στην ανα-κύκλωση.

 

Σοφή η χορογραφία της Ερμίρας Γκόρο, τέλεια η απόδοσή της από τη συνδημιουργό Αγγελική Στελλάτου. Μια παράσταση που αξίζει να δει κανείς μεσούσης της Κρίσεως, γιατί θα βγει δυναμωμένος και ισχυρός.

 

Ιόλη Ανδρεάδη, Young Lear. Παράσταση βασισμένη στον «Βασιλιά Ληρ» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, ή αλλιώς πώς η δουλειά δεν κάνει τους άξιους θεατρανθρώπους όταν λείπει η διονυσιακή μανία και η βακχική έξαψη, όταν η ηδονή της ζωής μετατρέπεται σε κατάπλασμα συνώνυμο της επιβίωσης.

Η Κρίση παίρνει πολλές μορφές σε πολλά επίπεδα. Όταν στο επίσημο τυπωμένο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών (και Επιδαύρου, αν και φέτος όλες οι παραγωγές ήταν ανεξάρτητες), διαβάζουμε με κεφαλαία bold εκτυφλωτικά μεγάλα γράμματα το βαρύγδουπο όνομα ΙΟΛΗ ΑΝΔΡΕΑΔΗ ενώ με μικρότερα στοιχεία και χωρίς πολλές-πολλές επισημάνσεις το όνομα ενός κάποιου Σαίξπηρ που δεν τον ξέρει ούτε και η μάννα του. Έλεος βρε παιδιά! Τέτοια αμετροέπεια, αλαζονεία, καμποτινισμός, ωχαδερφισμός, ξερολισμός και όλα τα κακά της φυλής;… Είπαμε, αλλά μέχρι ενός σημείου. Βέβαια, ο υπότιτλος βάζει κάπως τα πράγματα στη θέση τους, αφού βιάζεται να δηλώσει πως δεν πρόκειται για παράσταση του κλασικού, μεγαλειώδους ασύλληπτου, ποιητικού-δραματικού-φιλοσοφικού έργου, αλλά για μια διασκευή [και ούτε καν – γι’ αυτό χρειάζεται άλλωστε μια κάποια φαντασία], διασκευή που φιλοτεχνεί [τρόπος τού λέγειν] η επίδοξη διάσημη θεατράνθρωπος, η οποία υπογράφει [μόνη της – καταμόναχη] και τη Σύλληψη [ποιανού;] και τη Σκηνοθεσία και τη Μετάφραση και την Κίνηση [ποιών; Μα αφού οι ταλαίπωροι υποκριτές πέρασαν την ώρα τους καθισμένοι σε καρέκλες ή όρθιοι σχηματίζοντας απλοϊκά σύμβολα με τα χέρια τους]… Αιδώς Αργείοι. Μια φοιτητική παραστασούλα είδαμε, με τους ηθοποιούς αμήχανους να προσπαθούν να παίξουν ταυτόχρονα σε δύο [τάχαμου και δήθεν] επίπεδα: αυτό των σύγχρονων μεγαλοαστών που περιμένουν τον πατέρα-αφέντη να ξεψυχήσει προκειμένου να διαμοιράσουν τα υπάρχοντά του για να πληρώσουν τα χρέη τους, ενώ ταυτόχρονα παίζουν ένα αυτοσχέδιο ψυχόδραμα, με ρόλους δανεικούς και πασίγνωστες ατάκες από τον «Βασιλιά Ληρ» του Σαίξπηρ. Εντάξει, απαιτεί μια κάποια εγρήγορση κάτι τέτοιο, λίγη ένταση, σαφείς αλλαγές, σχηματικά περιγράμματα, άκαμπτα όρια (όπως εξάλλου και το σκηνικό, που αναπαρίστανε προθάλαμο νοσοκομείου χωρίς καμία επινοητικότητα)… Όμως από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ώρας, ο επαρκής θεατής είχε αποδικωποιήσει το σκηνικό παιχνιδάκι, το είχε κλωτσήσει αδιάφορος μακριά και το είχε σπάσει. Μετά έπαιξε (ο επαρκής θεατής) με το κινητό του μέχρι το χλιαρό και αμήχανο χειροκρότημα του τέλους, όταν βγήκε να υποκλιθεί η …δράστις του …μεγαλειώδους θεάματος [λέμε τώρα] ντυμένη με σύγχρονο ποδήρες κρινολίνο, σαν –νέο-μεσαιωνική παρθένα που μας έκανε τη χάρη να κατεβεί από τα δώματά τους στην αίθουσα των δεξιώσεων του πύργου ΤΗΣ. Εξάλλου, ήταν όλα χτισμένα, κομμένα και ραμμένα επάνω της. Η παρακαθημένη μου θεατράνθρωπος παρετήρησε ότι παρ’ όλα αυτά υπήρχε δουλειά και άσκησις. Άσκησις υπήρχε, βεβαίως [των ηθοποιών] βάσανος δεν υπήρχε. Ήταν όλα εύκολα κι αναμενόμενα. Σχεδόν παιδικά. Και τρισάθλια στην επιτήδευσή τους. Αυτή η ρεαλιστικότητα των σκηνικών, η αληθοφανής «όψις» της παραστάσεως, σε συνδυασμό με τον σουρεαλιστικό λόγο και την εξεζητημένη έκφραση, έφτιαχναν ένα θέαμα που δεν είχε μήτε μύτη μήτε … οπίσθια (για να παραφράσουμε μια πασίγνωστη γαλλική έκφραση, επί το κοσμιώτερον). Τελικά, θλίβομαι σε αυτή τη χώρα. Με τόσα άξια κι αναξιοποίητα ταλέντα, ο νεποτισμός, η μεγαλομανία, οι στρωμένοι με ροδοπέταλα δρόμοι, το κατεστημένο και οι κάθε λογής ακαδημαϊσμοί ανατυπώνουν τον εαυτό τους, ρυπαίνοντας, προκαλώντας μια διάχυτη κακογουστιά και μια μιζέρια που δεν μας αξίζει, αφού και γλώσσα πανάρχαια διαθέτουμε, και φαντασία, και δημιουργικότητα και ποιητική δραματικότητα και μουσική και ζωγραφική και γλυπτική και χορό και «πλαστική» κίνηση… Ας μην μεμψιμοιρούμε. Ο Χρόνος κι η Ιστορία θα τοποθετήσει τον καθένα εκεί που του αξίζει. Θα κλείσει τα κουτάκια, θα κολλήσει και την επιγραφή. Όπως τα κολεόπτερα. Στη βιτρίνα. Ας μην παίρνουμε λοιπόν στα σοβαρά τις ευκολίες των «πετυχημένων». Γιατί όπως έγραψε ο Φρόϋντ, κάποιοι πετυχαίνουν αποτυγχάνοντας, βαθιά μέσα τους. Γι’ αυτό απόλαυσα του «Πέρσες» από την Ομάδα «ΘΕ.ΑΜ.Α» (άτομα με αναπηρία). Γιατί εκεί η αναπηρία ήταν μόνο εξωτερική, δηλωμένη, ξεπερασμένη κι ουχί υποφώσκουσα. Παθολογίες… Αχ, αυτή η νεοελληνική πραγματικότητα. «Όπου και να την αγγίξεις πονεί», όπου και να προσπαθήσεις «να ταξιδέψεις» (για να αποδράσεις) «σε πληγώνει». Κάτι ήξερε κι ο νομπελίστας Σεφέρης που δεν τον περίμενε κανείς στο αεροδρόμιο όταν ήρθε με το διεθνές τρόπαιο. Ενώ για κάποιους-κάποιους, όλοι οι δρόμοι [νομίζουν ότι] είναι ανοικτοί. Και τα …σκυλιά δεμένα. Υπάρχει όμως και η ατρόμητη κριτική. Η ανένταχτη.

 

 

ΘΕ.ΑΜ.Α.(Θέατρο Ατόμων με Αναπηρία)

Οι «Πέρσες» του Αισχύλου, όπως δεν τους είχαμε ξαναδεί

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 

Έπρεπε να δούμε τα ηρωικά άτομα με αναπηρία να ερμηνεύουν μοναδικά, αυτοθυσιαστικά κι ανεπανάληπτα τους θρηνώντες ηττημένους «Πέρσες», ίσως το πιο δύσκολο για εμάς σήμερα έργο του Αισχύλου, για να καταλάβουμε τι εστί αναβίωση του αρχαίου δράματος με σεβασμό στο πνεύμα του συγγραφέα αλλά και στις δομές του κειμένου. Μπράβο τους, ανεπιφύλακτα. Και δεν είμαι από τους κριτικούς θεάτρου που «χαρίζουν κάστανα». Το αντίθετο. Την Αλήθεια ομιλών, «ηρωική αληθεία αρκούμενος» (στο δρόμο που χάραξε ο Μάρκος Αυρήλιος), ασφυκτιώ κι εγώ με τους «συνήθεις υπόπτους», τους ματαιωμένους νάρκισσους, τους επιτυχημένους …Looser [παρακαλώ, κρατήστε μου το copyright αυτού του οξυμώρου σχήματος]. Η αναπηρία είναι πολλές φορές πιο βαριά στους αρτιμελείς, όταν κρύβεται σε βαθιά συναισθηματικά, νοητικά, βουλητικά, ακόμα και πνευματικά επίπεδα. Η Τέχνη του θεάτρου είναι εξ ορισμού «ανήθικη» αφού βασίζεται στην «υποκριτική». Ως ικανό και αναγκαίο αντιστάθμισμα πρέπει να φέρει το Ήθος, την Ακεραιότητα, την Ειλικρίνεια, την Τιμιότητα, τη Γενναιότητα, την Αυτοθυσία, την απαλοιφή του Εγώ χάριν του Εμείς. Γι’ αυτό κυρίως θαύμασα και απόλαυσα αυτή την παράσταση από την ομάδα ΘΕ.ΑΜ.Α. γιατί ο σκηνοθέτης Βασίλης Οικονόμου είχε και γνώση και άποψη και αδιαφιλονίκητη αισθητική και σέβας στο αισχύλειο δράμα. Αξιοποίησε τόσο καλά τις ειδικές ικανότητες ατόμων με αναπηρία, αλλά και χωρίς, συνδύασε τη δημοτική παράδοση με τον αρχαίο κοπετό, έστησε ένα απόλυτα λιτό και λειτουργικό σκηνικό χάρη στη Δέσποινα Φλέσσα, έντυσε τους ερασιτέχνες (και μη) ηθοποιούς του με περιγραφική υποδηλωτικότητα (χάρη στη Σοφία Σταυρακάκη), φώτισε με ιδιαίτερα δραματικό (αλλά ποτέ μελοδραματικό τρόπο) τόσο τη σκηνή όσο και τους δρώντες (χάρη στον Φώτη Κίκιρα. Απολύτως υπομνηματική η μουσική επιμέλεια του Αλέξανδρου Καψοκαβάδη. Στα κρουστά ο Μάκης Σουλελές και ο Αλέξανδρος Χαντζαράς. Εκπληκτική η κομμώτρια και τραγουδίστρια δημοτικών ασμάτων Γιώτα Βέη στο ρόλο της κορυφαίας του Χορού. Απολύτως διακριτική, αλλά και δραματικώς ενεργή η Θεοδώρα Τσαποΐτη στη διερμηνεία της ελληνικής νοηματικής γλώσσας. Εκγύμναση τού εκπάγλου Χορού από την Αιμιλιανή Αβραάμ. Τι να πω και τι να μην πρωτοπώ; Ήταν όλοι τους υπέροχοι. Μηδενός εξαιρουμένου. Αγέρωχοι, συνεργάσιμοι, πιστοί στο ομαδικό κλίμα, περήφανοι για το προτέρημα του υστερήματός τους. Γεμίσαμε όλοι αισιοδοξία και ανάταση νιώσαμε, για όλα όσα μπορεί ο σύγχρονος Άνθρωπος ως άλλος Σίσυφος να κατορθώσει. Ναι, μπορούμε να προσπεράσουμε τις Συμπληγάδες Πέτρες, να κωφεύσουμε στις Σειρήνες, να ακούσουμε με προσοχή τις Κασσάνδρες και να πράξουμε αναλόγως. Φτάνει να είμαστε γεροί, εσωτερικώς κυρίως. Και γενναίοι. Σαν όλους αυτούς που μας δίδαξαν ήθος, γενναιότητα και υπέρβαση. Ξέρετε, ο Άνθρωπος μόνον όταν υπερβαίνει τα όριά του αξίζει αυτόν τον τίτλο. Και μόνον τότε ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα ζωντανά και έμψυχα. Παραθέτω άπαντα τα ονόματα των εμφανών αυτών ηρώων και σας παρακαλώ να τα αναγνώσετε σε στάση προσοχής:

Δαρείος: Πάνος Ζουρνατζίδης Κορυφαία Χορού: Γιώτα Βέη
Αγγελιαφόρος: Μιχάλης Ταμπούκας Χορός: Αιμιλιανή Αβραάμ (Β’ κορυφαία), Μιχάλης Γραμματάς, Γιώργος Ηλιάκης, Μαρία Μουρελάτου, Μαρίνα Σταμάτη, Μαίρη Σταματουλά, Έφη Τούμπα
Ξέρξης: Βασίλης Οικονόμου
Άτοσσα: Χριστίνα Τούμπα & Χριστίνα Τσαβλή  

 

 

 

Με ιδιαίτερο σεβασμό κι εκτίμηση στο πρόσωπο κάθε ενός εξ αυτών υποκλίνομαι.

 

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

 

 

ΆΝΙΣΟΣ ΘΗΒΑΪΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ.

Posted by grafei on 10:16 in Θέατρο, Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

Ένας Οιδίποδας, μα τι Οιδίποδας! Τύραννος, σωστός. Από το Εθνικό μας Θέατρο σε συμπαραγωγή με το Θέατρο Βαχτάνγκοφ στην Επίδαυρο. Πολλά, ανυπόκριτα εύγε! (με επιφυλάξεις) Κατά τα άλλα, η ανεκδιήγητη «Αντιγόνη» κι οι απαράδεκτοι «Επτά επί Θήβας» (ήταν όλοι τους εκτός θέματος) έγραψαν μελανές σελίδες στο θεσμό των Επιδαυρίων.

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

boyras-1

 

 

 

 

Το φετινό φεστιβάλ έβρισε(ν) [από το ρήμα βρίθω] φέτος με τον λεγόμενο «Θηβαϊκό Κύκλο» του αρχαίου δράματος. Και «Αντιγόνη» είδαμε, τόσο ετερόκλητη που καταλήξαμε να τη μισήσουμε, σε υποδειγματική σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, σε μετάφραση του αείμνηστου φιλολόγου και δημοσιογράφου Δ.Ν. Μαρωνίτη (με αστοχίες όπως εκείνη το «άπαιδη» που απονέμει στον εαυτό της η ηρωίδα Αντιγόνη…), με την εκπληκτική Μπέτυ Αρβανίτη, μεγάλη Κυρία του Θεάτρου μας, σε ρόλο …πειρατή Τειρεσία, που παραλίγο να του πέσει το ένα βούλωμα ματιού επί ορχήστρας αρχαίου θεάτρου Επιδαύρου (θα έλιωσε το χανζαπλάστ από τη ζέστη). Μόνον ο Δημήτρης Λιγνάδης άξιζε, παρ’ όλο που θύμιζε «Ριχάρδο τον Γ’» σε χουβάρδεια εκδοχή. Ο Στάθης Λιβαθινός είναι σημαντικός σκηνοθέτης και βαθύς γνώστης των θεατρικών κωδίκων. Καμιά φορά όμως πέφτει στα σκουριασμένα γρανάζια της ανυπόκριτης δημοσιοϋπαλληλικής γραφειοκρατίας κι εκεί τα πράγματα δεν είναι όπως θα ήθελε.

oidipoustyrannos

Εκεί όμως που θριάμβευσε ως διευθυντής της πρώτης κρατικής μας σκηνής, του Εθνικού Θεάτρου ήταν η συμπαραγωγή με το θέατρο Βαχτάνγκοφ της Μόσχας κι ο εκπληκτικός σοφόκλειος «Οιδίποδας Τύραννος» στα ρώσικα σε σκηνοθεσία του Λιθουανού Rimas Tuminas. Τι ηθοποιοί, τι πειθαρχία, τι εκφραστικότητα, τι πλαστική κίνηση, τι ευφράδεια, τι άψογη ορθοφωνία… όλα σε υπερθετικό βαθμό. Πολλές φορές δεν χρειαζόταν καν να διαβάζω τους υπέρτιτλους. Ούτως ή άλλως μερικά πράγματα δεν μεταφράζονται, όπως εκείνο το εκπληκτικό «Ύβρις φυτεύει (ή γεννά) τύραννο». Το να μεταφράσεις το «Ύβρις» στο αγγλικό “pride” δεν αποδίδει ούτε κατ’ ελάχιστον την αρχαία ελληνική δραματική χρήση του όρου. Παράταιρος ο ελληνικός χορός, αν και μελωδικός. Αδιάφορη έως ισοπεδωτική η μετάφραση των χορικών στα νέα ελληνικά από την Έλσα Αδριανού. Η Μελίνα Παιονίδου έκανε όμως καλή δουλειά στη μουσική διδασκαλία των Χορικών. Αν μην τι άλλο ακουγόταν ο λόγος, κάτι όχι και πολύ αυτονόητο για τα φετινά θεατρικά σχήματα που άλωσαν τον ιερό χώρο του πολυκλείτειου θεάτρου. Η παράσταση ήταν στο σύνολό της η καλύτερη από τις τρεις του θηβαϊκού κύκλου. Παρά την υπερκινητικότητα και το υστερικό τρέξιμο, παρά την περιγραφικότητα των κινήσεων και την υψηλή ένταση των φωνών (πράγμα που δεν χρειαζότανε λόγω της θαυμάσιας ακουστικής, που τους ήταν όμως άγνωστη και δεν ήξεραν πώς να την εκμεταλλευτούν, τουλάχιστον στην πρεμιέρα). Επιφυλάξεις λιγοστές, αλλά νόμιμες για έναν αυστηρό κριτικό που σέβεται το λειτούργημά του και προφυλάσσει τον εαυτό του από κακοτοπιές και άτοπα …λιβανωτά.

 

Η χειρότερη ήταν …παμψηφεί (για κριτικούς, θεατρολόγους και επαρκείς θεατές-συνδημιουργούς αναγνώστες – παρά τα διθυραμβικά διαδικτυακά σχόλια κάποιων …εγκαθέτων, ορκισμένων φίλων τών συντελεστών…)… η απαράδεκτη …τραγωδία (όνομα και πράγμα) του φετινού κρίσιμου καλοκαιριού, με γειτονικά πραξικοπήματα, τρομοκρατικές επιθέσεις σε ευρωπαϊκές χώρες και τις συνήθεις πυρκαγιές… το μηδέν λοιπόν – για να μην μακρηγορώ – αξίζει ανεπιφύλακτα ως βαθμός στους «Επτά επί Θήβας» από το ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία …Τσεζάρις Γκραουζίνις [μα γιατί δεν πάει ο καλός αυτός Λιθουανός στο Πεκίνο να σκηνοθετήσει Κινεζική Όπερα ή στο Τόκυο για να αλώσει και το Θέατρο Νο και το Θέατρο Καμπούκι, ταυτόχρονα, με ένα αριστοτεχνικό χτύπημα κουνγκ-φου;]. Και ξεκινάμε από την μετάφραση του πολυπράγμονος και πολυβραβευμένου (μονίμως) για τις αποδόσεις λογοτεχνικών κειμένων από διάφορες γλώσσες, του καλού ποιητού Γιώργου Μπλάνα. Εκείνο το «Μεγάάάλεεε Δία» όπως τουλάχιστον το εξέφεραν οι …Χορικοί (τα μέλη του Χορού, τρομάρα τους) μόνο σε προδοσ-φαιρική [νεολογισμός από το προδοσία και σφαίρα] διαφήμιση άρμοζε. Όσο για τους επτά Θηβαίους ήρωες που τάχθηκαν να φυλάνε όχι Θερμοπύλες, αλλά τις επτά πύλες της Θήβας, ούτε σε παράσταση Καραγκιόζη ή έστω Πλαύτου και Τερέντιου δεν θα έβγαιναν τόσο κωμικά αξιολύπητα καλικαντζαράκια. Για να μην πω περί εκείνων των πρόστυχων αντιγράφων αρχαίων όπλων που σωριάστηκαν χύδην επί της γυμνής ορχήστρας, σα να τα αγόρασαν μόλις από το Μοναστηράκι. Κι εκείνος ο μπουχός που σηκώθηκε και μας κάλυψε όλους; Τι ήτανε ετούτο το κακό; Μήπως τους είπε κάποιος ότι υποδύονται τις ευριπίδειες «Βάκχες», μήπως τους αναστενάρηδες, μήπως τους Ινδούς φακίρηδες, μήπως τους Πόντιους ή Κρήτες χορευτές παραδοσιακών χορών και χτυπούσαν με τόση μανία τα πόδια τους πάνω στην ορχήστρα; Και γιατί ήταν γυμνή η σκηνή; Πού ήταν το σκηνικό; Το χάσανε στη μεταφορά; Είπαμε λιτότητα, αλλά η γυμνότητα είναι άλλο πράγμα. Άθλιο, σε όλα του. Οι λιγοστοί θεατές της πρεμιέρας μόλις και μετά βίας χειροκρότησαν.

 

Αντίθετα, πρέπει εδώ να εξάρω τον υπέροχο μεταλλικό κύλινδρο-οδοστρωτήρα του ρώσικου «Οιδίποδα». Ο σκηνογράφος Adomas Jacovskis ξέρει να δημιουργεί θεατρική μαγεία με πολλαπλές συμβολικές αναγνώσεις με λιτά μέσα, αλλά με πολλή Γνώση, εμβρίθεια και μεράκι. Κάτι που έλειψε ως φαίνεται από τους Έλληνες στα χρόνια της Κρίσης. Γίναμε ερασιτέχνες και πρόχειροι, πομπώδεις και γελοίοι, αναγάγαμε σε υψηλή τέχνη την «αρπαχτή» και την «ξεπέτα». Το άγχος της επιβίωσης είναι τόσον προφανές που καταλύονται και οι τελευταίες ηθικές αναστολές. Πέφτουν τα προσχήματα. «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Νεποτισμός και αλλαξο…σπρωξιές παντός τύπου. Υποχωρήσεις, υποχρεώσεις και πελατειακές σχέσεις. Τίποτα καινούργιο βέβαια. Παλαιόν το φαινόμενο. Διαχρονικό. Από την Αρχαιότητα. Όμως η λεγόμενη Κρίση βρήκε «ξερό κλήμα, το έφαγε κι ο γάιδαρος κι αποστραβώθηκε». Ας πάρουμε για παράδειγμα τους Ρώσους, τους Λιθουανούς, τους Κινέζους, τους Ιάπωνες, τους Αμερικάνους, τους Άγγλους, τους Γάλλους, τους Γερμανούς, τους Ιταλούς, τους Πορτογάλλους, τους Σκανδιναβούς. Κάθε κρίση, μα κάθε κρίση, δεν τους βγάζει το χειρότερο στοιχείο από μέσα τους. Ας βάλουμε ένα τέλος στα φαινόμενα παρακμής-σήψης-διαφθοράς-διαπλοκής. Η Τέχνη απαιτεί θυσίες, όχι μεταξωτά …βρακιά.

 

Είπον κι ελάλησον κι αμαρτίαν ουκ έχων. Πάταξον μεν, άκουσον δε(ν)… [sic – χάριν ειρωνείας, αυτοσαρκασμού και για να μην μας …ματιάσουνε, αντί για σκόρδα!].

 

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

 

Χειροκροτητές και κλακαδόροι σκουπιδιών

Posted by grafei on 10:13 in Θέατρο, Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

Τα σκουπίδια υποκλίνονται ακόμα και κάποιοι χειροκροτούν.

 7-%ce%b5%cf%80%ce%af-%ce%b8%ce%ae%ce%b2%ce%b1%cf%82

 

 

Από τον ποιητή-κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

www.konstantinosbouras.gr

 

Ήδη από τον βυζαντινό ιππόδρομο και τη ρωμαϊκή αρένα, μέχρι ακόμα κι αυτή την περιώνυμη …Σκάλα του Μιλάνου, οι κλακαδόροι συνιστούσαν επίσημα «σωματεία» παρακρατικής παρέμβασης στην καλλιτεχνική αλλά και την ευρύτερη «πολιτική» πραγματικότητα. Ας μην ξεχνάμε τους Πράσινους και τους Βένετους και το ρόλο που διεδραμάτισαν στη «Στάση του Νίκα». Ας μην ξεχνάμε τη μεγάλη, την παγκόσμια Ελληνίδα Μαρία Καλογεροπούλου-Callas (με το προσωνύμιο “La divina”), η οποία παρά την αναγνωρισμένη θεϊκή της διάσταση, είχε κάθε βράδυ να παλέψει με συμμορίες που απαιτούσαν εκβιαστικά τη μίζα τους για να μην τη γιουχαΐσουν στην πιο ψηλή δύσκολη νότα της. Γι’ αυτό και οι κάθε λογής καλλιτέχνες και καλλιτεχνίσκοι φροντίζουν να έχουν τη δική τους κλάκα με χειροκροτητές ενίοτε ενθουσιώδεις. Κι αν κάποτε προσέφεραν οι ισχυροί «άρτον και θεάματα», σήμερα «γίνεται παιχνίδι» με τις προσκλήσεις, τους μπουφέδες και άλλες έμμεσες παροχές (παραγγελίες μεταφράσεων, ας πούμε και …φιλοξενίες). Έτσι εξασφαλίζεται η συνέχεια του είδους των καλλιτεχνικών παράσιτων, η οικογενειοκρατία, ο νεποτισμός, η αναξιοκρατία, ο αριβισμός, η προχειρότητα και οι αθλιότητες κάθε είδους. Σε αυτή τη χορεία εντάσσονται και μερικοί «κριτικοί», πανεπιστημιακοί συνήθως, οι οποίοι καταφάσκουν στα πάντα (yesman, στα …ελληνικά, η κατάλληλη λέξη), βρίσκουν καταπληκτικές τις παραστάσεις των οικείων ή ομοτράπεζών τους, γλείφουν τους προστάτες τους που τους πετάνε ένα κόκαλο ακαδημαϊκής προαγωγής, αφού πια, λόγω capital control δεν αφήνονται περιθώρια για άμεσο χαρτζιλίκωμα σε …ρευστό. Επομένως οι αντιπαροχές είναι έμμεσες και η διαπλοκή μη ανιχνεύσιμη. Γιατί τα λέω όλ’ αυτά; Γιατί στα πλαίσια του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου είδαμε μετά βδελυγμίας βαρύγδουπα σκουπίδια να υποκλίνονται με θράσος και να καταχειροκροτούνται από ομάδα θεατών, ενώ οι υπόλοιποι κοιτάζουν γύρω τους με απορία ή χειροκροτούν χλιαρά, αφού – το έχω ξαναπεί – είμαστε πολύ ευγενικοί και γαλαντόμοι με τους καλλιτέχνες και τους καλλιτεχνίσκους. Κι όπως είπε ο αείμνηστος Γιάννης Τσαρούχης, «στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις». Έτσι – νομίζουν – ότι είναι πολύ εύκολο να δηλώσεις «καλλιτέχνης» (γενικώς) και «μισή ντροπή δική τους και μισή δική μας». Ααααχ, Ελλάδα μας, μικρή και παμμέγιστη, πόσο εξακολουθείς να μας πληγώνεις, συνεχώς και αδιαλείπτως.

 

Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, ο Τσεζάρις Γκραουζίνις εξευτελίζει τους «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου

%ce%b5%cf%80%cf%84%ce%b1%ce%b5%cf%80%ce%b9%ce%b8%ce%b7%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%ba%ce%b8%ce%b2%ce%b5%cf%84%cf%83%ce%b5%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%b9%cf%83%ce%b3%ce%ba%cf%81%ce%b1%ce%bf%cf%85%ce%b6%ce%b9%ce%bd 

Είδα και (άκουσα – άκουσα, τρόπος του λέγειν) στην Επίδαυρο κάτι που έμοιαζε με «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου σε μετάφραση του πολυβραβευμένου Γιώργου Μπλάνα και σκηνοθεσία …του λιθουανού Τσεζάρις Γκραουζίνις. Τι θράσος! Σα να σκηνοθετεί ένας έλληνας σκηνοθέτης στην Όπερα του Πεκίνου! Ο κύριος αυτός θεώρησε καλό να γελοιοποιήσει τους επτά μυθικούς ήρωες που θα φυλάξουν τις επτά πύλες της επίσης μυθικής Θήβας. Μήπως μπέρδεψε ο καλός αυτός θεατράνθρωπος τη Νέα Κωμωδία του Μενάνδρου με το αρχαίο δράμα; Μήπως νόμισε ότι σκηνοθετεί ρωμαϊκή κωμωδία; Πλαύτο και Τερέντιο, ας πούμε; Γιατί αλλιώς δεν εξηγείται πώς παρουσίασε τους τιτάνες πολεμιστές ως Miles gloriosus. Πέταξε μια αρμαθιά πανηγυριώτικα όπλα επί σκηνής κι αυτό είν’ όλο. Αν η πρόθεσή του – μη δηλωμένη – ήταν να τους παρουσιάσει ως …Δον-Κιχώτες, θα είχε ίσως μία βάση το εγχείρημά του. Όμως αυτός δίδαξε τους ηθοποιούς (δίδαξε – λέμε τώρα) να ακκίζονται και να κουνιούνται σαν φιγούρες της commedia dell’arte και του Καραγκιόζη. Αίσχος. Ο δε Χορός, εκεί να δείτε. Μήπως νόμισε ότι διδάσκει τις κατά Κουν Βάκχες ο αγαπητός μας Τσεζάρις; Τι χτύπημα ποδιών πάνω στη γυμνή ορχήστρα ήταν αυτός; Μπουχός σηκώθηκε πυκνός και μετέτρεψε σε άσπρα τα βραδινά ενδύματα των θεατών. Το σκηνικό ανύπαρκτο, λόγω κρίσης (ή ακρισίας, γενικώς…). Άφησα τελευταία την αγωγή λόγου, την ορθοφωνία και την ηχητική της κάκιστης αυτής παράστασης. Αυτά τα «πτηνά εσωτερικού χώρου», αυτοί οι ηθοποι-ίσκοι που έχουν μάθει να ποζάρουν στο φακό και να ψελλίζουν από μέσα τους, καλυμμένοι ηχητικώς από «ψείρες» και άλλα τεχνολογικά …βοηθήματα, τι δουλειά έχουν στο αρχαίο θέατρο με την τέλεια ακουστική; Ναι, μεν ακούγεται και το σκίσιμο ενός χαρτιού και ένα νόμισμα που πέφτει στην ορχήστρα του Πολυκλείτειου θεάτρου, όχι όμως και οι ανύπαρκτες φωνούλες τους. Και οι δύο ηθοποιοί που υποδύθηκαν εναλλάξ Πολυνείκη και Ετεοκλή, Ετεοκλή και Πολυνείκη, υστερίασαν επί σκηνής [ας μου συχωρεθεί ο νεολογισμός] σα να παίζουν την απατημένη και παρατημένη «Μαντάμα Μπετερφλάι». Έλεος, βρε παιδιά. Τα ισοπεδώσατε όλα. Τα αποδομήσατε. Τα γκρεμίσατε χωρίς να στήσετε τίποτα στη θέση τους, παρά μόνον ανδρείκελα.

Ααα, κι ο πολυπράγμων αλλά όχι και περισπούδαστος μεταφραστής, που διασκευάζει και φιλοτεχνεί συχνά-πυκνά «αποδόσεις» μεγάλων λογοτεχνικών έργων από αρχαία τραγωδία, Μολιέρο και ό,τι άλλο μπορεί (και δεν μπορεί κανείς να φανταστεί). Εκείνο το «Μεγάλε Δία» στα χορικά ήταν τελείως απομυθοποιητικό και αδόκιμο, αφού το επίθετο αυτό έχει σαφώς ειρωνική χροιά στη νέα ελληνική γλώσσα, ενώ – ας πούμε – το «μεγαλοδύναμε» ή κάτι άλλο παρεμφερές θα ταίριαζε σε μια θεότητα, έστω και μυθολογική.

Η επιμέλεια χάθηκε από αυτόν τον τόπο. Η προχειρότητα και ο αριβισμός, επιβοηθούμενες από επίσημους «κριτικούς» και εξωθεσμικούς κλακαδόρους, από επιτροπές απονομής βραβείων και διακρίσεων, από διαβρωμένος και εξευτελισμένους θεσμούς, επικροτούνται και αναδεικνύονται σε κανόνα και πρότυπο προς μίμησιν. Αλίμονο στις νέες γενιές που δεν είδαν Κουν και Παξινού, Μινωτή και Κατράκη…

Σκουπίδια που υποκλίνονται σε διαπλεκόμενους που τους χειροκροτούν. Κι αλληλοδοξάζονται, «εις υγείαν του κορόδιου», που είναι πάντα ο φορολογούμενος πολύπαθος ελληνικός λαός.

 

Ιόλη Ανδρεάδη, Young Lear, παράσταση βασισμένη στον «Βασιλιά Ληρ» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

 younglear12marilena_stafylidou younglear6marilena_stafylidou younglear8marilena_stafylidou younglear9marilena_stafylidou younglear10marilena_stafylidou

Στην παράσταση αυτή τουλάχιστον, που δόθηκε στην Πειραιώς 260, δηλώνεται η διασκευή. Παρ’ όλα αυτά «ό,τι δηλώσεις δεν το σώζεις» στον κόσμο του Λόγου και της Τέχνης. Σχολική παράσταση με στυλιζαρισμένη υποκριτική, σχηματική κινησιολογία, ανύπαρκτη προβληματική. Η σκηνοθέτις επιχειρεί μια διπλή ανάγνωση του κολοσσιαίου σαιξπηρικού δράματος με τη μεταφορά του στην αίθουσα αναμονής μιας χλιδάτης κλινικής ή απλού δημόσιου νοσοκομείου (δεν φάνηκε αυτό στο ρεαλιστικό κατά τα άλλα σκηνικό από την Δήμητρα Λιάκουρα), όπου χειρουργείται ο μεγαλοαστός «πάτερ-φαμίλιας» και τα παιδιά του ακονίζουν τα νύχια τους για τη μοιρασιά της κληρονομιάς. Καλό το τέχνασμα, δεν λέω, φτάνει να υποστηριχτεί και να μην εξαντληθεί μέσα στα δέκα πρώτα λεπτά. Τα υπόλοιπα (λεπτά της ατέλειωτης ώρας) τα περάσαμε στέλνοντας μηνύματα και παίζοντας με τα κινητά μας, αφού όλοι ήταν μάλλον λίγο-πολύ γνωστοί (μικρό χωριό η Αθήνα, «μικρό χωριό – κακοί γειτόνοι» ή «κακό χωριό τα λίγα σπίτια») και κανείς δεν ήθελε να εκτεθεί ή να διαρρήξει (πελατειακές) σχέσεις ζωής. Μερικά πράγματα (και πρόσωπα ενίοτε) γίνονται θεσμός και τότε είναι στο απυρόβλητο, ενώ τους αναγνωρίζεται το ακαταλόγιστο. Αυτή είναι η παρενέργεια της έλλειψης σοβαρής, αδέκαστης κριτικής. Με άλλα λόγια, πλήξαμε ευπρεπώς αυτή τη φορά, αφού όλα ήταν political correct, μέχρι και το ποδήρες κρινολίνο της σκηνοθέτιδος που υποκλίθηκε, σεμνά στεφανωμένη από όλους τους συντελεστές, στο τέλος της παράστασης. Καλά, δεν έπεσε και κανένα ενθουσιώδες χειροκρότημα, όμως κάποιοι τη δουλειά τους την κάνανε, η μετριοκρατία επιβεβαιώθηκε ακόμα μια φορά και οι φελλοί …επιπλέουν. Φτάσαμε μάλιστα στο σημείο, η διπλανή μου, επικεφαλής μεγάλου πολιτιστικού οργανισμού, να προβεί στην ακόλουθη διάγνωση: «τουλάχιστον αυτό εδώ δεν ήταν ξεπέτα, είχε πολλή δουλειά από πίσω». Μάλιστα. Τόσο καλά. Πολλή δουλειά. Ναι, είναι κι αυτό ένα κάποιο προσόν. Η εργατικότητα. Ο μαζοχισμός. Αλλά μόνον όταν ακολουθείται από τόλμη, διονυσιακή μανία, βακχική έκσταση και Όραμα. Μάλιστα, κυρίες και κύριοι. Μας λείπουν Καλλιτέχνες με Όραμα. Πήξαμε στους μάνατζερ, στους επικοινωνιολόγους και στους δημοσιοσχεσίτες, που δεν έχουν πια ούτε ιερό ούτε όσιο. Τόσο καλά.

 

« Older Entries
Next Entries »

Κατηγορίες

  • Διάφορα
  • Εικαστικά
  • Θέατρο
  • Κινηματογράφος
  • Λογοτεχνία
  • Μουσική
  • Σινεμά
  • Στίχοι
  • Χορός
  • Εκπομπές
  • Χωρίς κατηγορία

Πρόσφατα άρθρα

  • ΚΘΒΕ 2026: «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη. Μετάφραση: Κωνσταντίνος Μπούρας. Σκηνοθεσία -Δραματουργική επεξεργασία- Απόδοση: Αστέριος Πελτέκης
  • Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026, ώρα 18:00, Κεντρική Αίθουσα Πανηγυρική καταληκτήρια εκδήλωση του Θεατρικού Εργαστηρίου του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Φ.Σ. «Παρνασσός»
  • Οι αριστοφανικές «Νεφέλες» περισσότερο επίκαιρες παρά ποτέ.
  • ζην ποιητικώς…
  • Ανοικτή πρόσκληση σε διάλεξη Τετάρτη 6/5/2026, 6μμ στο ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ τού ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΥΓΟΥ «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ» που διευθύνει ο Καθηγητής ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ.

Ιστορικό

  • Ιούλιος 2026
  • Ιούνιος 2026
  • Μάιος 2026
  • Απρίλιος 2026
  • Μάρτιος 2026
  • Φεβρουάριος 2026
  • Ιανουάριος 2026
  • Δεκέμβριος 2025
  • Οκτώβριος 2025
  • Σεπτέμβριος 2025
  • Ιούλιος 2025
  • Ιούνιος 2025
  • Μάιος 2025
  • Απρίλιος 2025
  • Μάρτιος 2025
  • Φεβρουάριος 2025
  • Ιανουάριος 2025
  • Δεκέμβριος 2024
  • Νοέμβριος 2024
  • Οκτώβριος 2024
  • Σεπτέμβριος 2024
  • Αύγουστος 2024
  • Ιούλιος 2024
  • Ιούνιος 2024
  • Μάιος 2024
  • Απρίλιος 2024
  • Μάρτιος 2024
  • Φεβρουάριος 2024
  • Ιανουάριος 2024
  • Δεκέμβριος 2023
  • Νοέμβριος 2023
  • Οκτώβριος 2023
  • Σεπτέμβριος 2023
  • Αύγουστος 2023
  • Ιούλιος 2023
  • Ιούνιος 2023
  • Μάιος 2023
  • Απρίλιος 2023
  • Μάρτιος 2023
  • Φεβρουάριος 2023
  • Ιανουάριος 2023
  • Δεκέμβριος 2022
  • Νοέμβριος 2022
  • Οκτώβριος 2022
  • Σεπτέμβριος 2022
  • Αύγουστος 2022
  • Ιούλιος 2022
  • Ιούνιος 2022
  • Μάιος 2022
  • Απρίλιος 2022
  • Μάρτιος 2022
  • Φεβρουάριος 2022
  • Ιανουάριος 2022
  • Δεκέμβριος 2021
  • Νοέμβριος 2021
  • Οκτώβριος 2021
  • Σεπτέμβριος 2021
  • Αύγουστος 2021
  • Ιούλιος 2021
  • Ιούνιος 2021
  • Μάιος 2021
  • Απρίλιος 2021
  • Μάρτιος 2021
  • Ιανουάριος 2021
  • Δεκέμβριος 2020
  • Νοέμβριος 2020
  • Οκτώβριος 2020
  • Σεπτέμβριος 2020
  • Αύγουστος 2020
  • Ιούλιος 2020
  • Ιούνιος 2020
  • Μάιος 2020
  • Απρίλιος 2020
  • Μάρτιος 2020
  • Φεβρουάριος 2020
  • Ιανουάριος 2020
  • Δεκέμβριος 2019
  • Νοέμβριος 2019
  • Οκτώβριος 2019
  • Σεπτέμβριος 2019
  • Αύγουστος 2019
  • Ιούλιος 2019
  • Μάιος 2019
  • Απρίλιος 2019
  • Μάρτιος 2019
  • Φεβρουάριος 2019
  • Ιανουάριος 2019
  • Δεκέμβριος 2018
  • Νοέμβριος 2018
  • Οκτώβριος 2018
  • Σεπτέμβριος 2018
  • Αύγουστος 2018
  • Ιούλιος 2018
  • Ιούνιος 2018
  • Μάιος 2018
  • Απρίλιος 2018
  • Μάρτιος 2018
  • Φεβρουάριος 2018
  • Ιανουάριος 2018
  • Δεκέμβριος 2017
  • Νοέμβριος 2017
  • Οκτώβριος 2017
  • Σεπτέμβριος 2017
  • Ιούλιος 2017
  • Ιούνιος 2017
  • Μάιος 2017
  • Απρίλιος 2017
  • Μάρτιος 2017
  • Φεβρουάριος 2017
  • Ιανουάριος 2017
  • Δεκέμβριος 2016
  • Νοέμβριος 2016
  • Οκτώβριος 2016
  • Σεπτέμβριος 2016
  • Αύγουστος 2016
  • Ιούλιος 2016
  • Ιούνιος 2016
  • Μάιος 2016
  • Απρίλιος 2016
  • Μάρτιος 2016
  • Φεβρουάριος 2016
  • Ιανουάριος 2016
  • Δεκέμβριος 2015
  • Νοέμβριος 2015
  • Οκτώβριος 2015
  • Σεπτέμβριος 2015
  • Αύγουστος 2015
  • Ιούλιος 2015
  • Ιούνιος 2015
  • Μάιος 2015
  • Απρίλιος 2015
  • Μάρτιος 2015
  • Φεβρουάριος 2015
  • Ιανουάριος 2015
  • Δεκέμβριος 2014
  • Νοέμβριος 2014
  • Οκτώβριος 2014
  • Αύγουστος 2014
  • Ιούνιος 2014
  • Μάιος 2014
  • Απρίλιος 2014
  • Μάρτιος 2014
  • Φεβρουάριος 2014
  • Ιανουάριος 2014
  • Δεκέμβριος 2013
  • Νοέμβριος 2013
  • Οκτώβριος 2013
  • Σεπτέμβριος 2013
  • Ιούνιος 2013
  • Μάιος 2013
  • Απρίλιος 2013
  • Μάρτιος 2013
  • Φεβρουάριος 2013
  • Δεκέμβριος 2012

Κατασκευή
Ιστοσελίδας