Κωνσταντίνος Μπούρας
Navigation Menu
  • Αρχική
  • Εργο-Βιογραφικό
  • Εξώφυλλα βιβλίων
  • Free Texts
  • Links
Home » Αρχική

Αρχική

Τί απέγινε η Μπέημπι Τζέην με τις εκπληκτικές Ρούλα Πατεράκη και Ρένη Πιττακή σε μνημειώδεις ερμηνείες ζωής

Posted by grafei on 11:16 in Θέατρο, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

baby-jane-1-1

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 

Επιτέλους, είδαμε καλό θέατρο. Με τα όλα του. Κοστούμια, σκηνικά, requisites, ερμηνείες διεθνούς βεληνεκούς. Έτσι, για να ξεχνάμε πού και πού ότι βρισκόμαστε σε μια νεόπτωχη τριτοκοσμική χώρα των Βαλκανίων μεταξύ της ταλανιζομένης Ευρώπης και της σπαρασσόμενης Ανατολής…

Ο νεαρός (;) σκηνοθέτης Απόλλωνας Παπαθεοχάρης είχε να κάνει με δύο «θηρία» με δύο «ιερά τέρατα» της ούτως ή άλλως ιεράς τέχνης του Διονύσου. Θα ήθελα να ήμουνα στη θέση του, αλλά και δεν θα ήθελα… Πώς να πεις σε μια Ρένη Πιττακή να μην υπερπαίζει γιατί δεν είναι στην Επίδαυρο ως Άττοσα ή ως Αγαύη έστω; Πώς να πεις στη Ρούλα Πατεράκη ότι είναι τέλεια, κινηματογραφική και αληθοφανής ακόμα κι όταν ψιθυρίζει το καταπληκτικό εκείνο «σκρώφα» ανεβαίνοντας με προσοχή τις σκάλες προσέχοντας να μην πέσει με τα λευκά παπούτσια της την ώρα που κουβαλάει το γεύμα ή το δείπνο στη φυλακισμένη ανάπηρη αδελφή της;

Το σκηνικό ήταν ένα θαύμα, επίτευγμα ολκής που πρέπει να επισημανθεί. Σε αυτό συνεργάστηκε η Μαίρη Τσαγγάρη με τον σκηνοθέτη που υπογράφει και τα κοστούμια! Τόση πολυπραγμοσύνη πια; Θα ζηλέψουν μερικές διάσημες «ράφτρες» που δηλώνουν ενδυματολόγοι. Αστειεύομαι. Καλά έκανε κι έδωσε την προσωπική του σφραγίδα κι αισθητική σε όλη τη παράσταση. Επιτέλους είδαμε θέατρο ελληνικό και παγκόσμιο.

Η αρχετυπική σύγκρουση των δύο αδελφών που μισούνται και ζηλεύονται θανάσιμα παραπέμπει και στο βιβλίο “Sisters” που έβγαλε η άγνωστη στο πλατύ κοινό και παροπλισμένη αδελφή της Μαρίας Καλογεροπούλου για να πλήξει το είδωλο Callas. Και άλλες δίδυμες αδελφές λιγότερο διάσημες, «δολοφονούν» ίσως τις αδελφές τους σε «τυχαία» τροχαία [υπολογισμένη παρήχηση του πι]. Δεν υπονοώ καμιά, μη μου στείλετε εξώδικα. Γενικώς ομιλώ. Η κρεατομηχανή του Χόλυγουντ και το σταρ-σύστεμ δεν άντεχε και δεν αντέχει ίσως δύο άτομα με το ίδιο επώνυμο ή έστω αδελφές. Ο ένας πρέπει να είναι αναγκαστικά παραγκωνισμένος. Μπερδεύεται το κοινό. Σύγχυση στους πελάτες. Δεν είναι επαρκής η σήμανση και το λογότυπο του «προϊόντος».

Σε αυτό το κείμενο η σύγκρουση αποκτά στριντμπεργκικές διαστάσεις, αν όχι και ευριπίδειες. Από αυτή την άποψη (κι από πολλές άλλες) η εξεζητημένη ερμηνεία και το υπερ-παίξιμο της Ρένης Πιττακή είναι και θεμιτό και δικαιολογημένο και ταιριαστό!!!

Καφκικές σκηνές εναλλάσσονται με μοτίβα από θρίλερ και νουάρ λογοτεχνία του παλιού καλού ασπρόμαυρου ομιλούντος κινηματογράφου… Σε συνδυασμό με τις δύο τερατώδεις κι εμβληματικές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστριών δημιουργούν ένα μοναδικά εξαιρετικό θεατρικό γεγονός, μια αξιοσημείωτη συνάντηση που θα διαρκέσει – κατά την ταπεινή μου γνώμη – πολλές, πάμπολλες θεατρικές περιόδους. Το κοινό, που έχει πάντα υγιές αισθητήριο και το δραματικό του ένστικτο δεν το γελά, συνωστίζεται για να μη χάσει αυτή την υπέροχη παράσταση. Και με το δίκιο του. Θα την έβλεπα χιλιάδες φορές. Μέχρι τελικής (επί-)πτώσεως! Αξίζει. Θα τη θυμάστε για χρόνια.

baby-jane          Όσο για τη Ρούλα Πατεράκη, στην τελευταία σκηνή της «τρέλας» που είναι ντυμένη ασορτί με την λευκοντυμένη κούκλα της, μου θυμίζει τις ανεπανάληπτες «Ω! οι ωραίες μέρες» του Μπέκετ, που ερμήνευσε με τον συχωρεμένο τον άντρα της Γιάννη Πάνου-Παναγιωτόπουλο βουτηγμένη μέσα σε ένα κατάλευκο νυφικό αντί για αμμόλοφο! Αυτή η γυναίκα είναι μοναδική. Μπορεί να κάνει τα πάντα, να υποδυθεί όλους τους ρόλους, ανεξαρτήτως φύλου, χρώματος, φυλής… μπορεί να είναι όσο κακή θέλει, όμως δεν είναι ποτέ μέτρια. Έτσι γίνεται με τις ιδιοφυίες. Ρούλα Πατεράκη, υποκλίνομαι.

blanche           Όσο για τη Ρένη Πιττακή, τη θυμάμαι σε μερικούς ρόλους από το παλιό Υπόγειο του Κουν της δεκαετίας του 1970. Μερικές κινήσεις, στάσεις, εκφορές του λόγου της είναι ανεξίτηλα χαραγμένες στη μνήμη μου. Μεγάλη ηθοποιός, που χρειάζεται όμως αυστηρό σκηνοθέτη να την καθοδηγεί, αφού δεν είναι σκηνοθέτης κι η ίδια!

Ταιραστή σαν γάντι στην όλη αισθητική της παράστασης η ρέουσα μετάφραση του Αντώνη Γαλέου σε δραματουργική επεξεργασία της Δανάης Παπουτσή και του σκηνοθέτη [αμάν πια! Είπαμε. Ακόμα κι ως …Απόλλων υπερβάλλει σε συγκεντρωτισμό].

Λοιπόν, για να συγκεντρωνόμαστε συμπερασματικώς: προτείνω τις δύο πρωταγωνίστριες για βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου εξ ημισείας και τον σκηνοθέτη για βραβείο αναγεννησιακής σπουδής και πολυπραγμοσύνης. Πρέπει να καθιερωθεί ένα τέτοιο βραβείο. Είμαστε σε μία χώρα που θα το διεκδικήσουν πολλοί. Και δεν υπονοώ τίποτα. Τα λέω όλα ευθαρσώς και με τ’ όνομά τους.

Μην χάσετε αυτό το θέαμα. Θα μεταφερθείτε στον άχρονο χώρο της υψηλής ποίησης, εκεί όπου συγκρούονται με ορμή τα αρχετυπικά ανθρώπινα ένστικτα με τον λευκοντυμένο άγγελο που κρύβουμε επιμελώς μέσα μας και ξεμυτίζει λίγο στις συμφορές, στον Έρωτα, στην Τρέλα, όταν το μακρύ χέρι του Θανάτου προβάλλει μέσα από τις σκιές και τους ήσκιους (που δεν είναι πάντα και ποτέ σχεδόν δεν είναι το ίδιο πράγμα).

Το Καλό και το Κακό στη μανιχαϊστική τους σύγκρουση ευνοούνται ιδιαίτερα από τη «νουάρ» αισθητική και το θέμα, οι ερμηνείες, η σκηνοθεσία, το κείμενο δίνουν μιαν επιθυμητή διαχρονικότητα στην εκπληκτική αυτή παράσταση που φιλοξενείται στο ατμοσφαιρικό και φορτισμένο ποιοτικά Θέατρο Σφενδόνη. Τρέξατε! Τρέξατε! Τέτοιες παραστάσεις δεν βλέπεις κάθε μέρα. Φαντάζομαι ότι και οι τουρίστες που δεν ξέρουν γρυ ελληνικά μπορούν να απολαύσουν μια χαρά αυτό το θέαμα!!!

Μετά πολλών επαίνων κι «εύγε» το κοινό ζητωκραυγάζει κάθε βράδυ τις δύο πρωταγωνίστριες. Όμως πρέπει να εξάρω και την ηθοποιό Στέλλα Γκίκα που υποδύεται επακριβώς την Έντνα και την
Πηνελόπη Μαρκοπούλου στον διπλό ρόλο ως Κυρία Μπέητς και Ντήλια. Ξέρετε, το να παίζεις δίπλα σε τόσο θηριώδεις ηθοποιούς είναι ευλογία και κατάρα. Μάθημα ζωής, αλλά και πικρία, γιατί δεν υπάρχει περίπτωση – ουδεμία πιθανότης – να τους κλέψεις την παράσταση και να φανείς κι εσύ, έστω λίγο, τόσο δα… Παρ’ όλα αυτά [και παραβλέποντας τον ευθυμογραφικό τόνο αυτού μου του κριτικού σημειώματος] οι δύο κυρίες προτείνονται (από εμένα) για βραβείο ερμηνείας β’ γυναικείου ρόλου (εξ ημισείας).

Τι άλλο να πω; Εξάντλησα όλο μου το οπλοστάσιο και η φαρέτρα μου είναι άδεια. Γι’ αυτό σιγώ. Μένουν ακόμα τρεις κριτικές θεάτρου να γράψω για σήμερα.

Αυτοσαρκαζόμενος,

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

Info:

https://www.ticketservices.gr/event/ti-apegine-h-baby-jane/?lang=en

Τί απέγινε η Μπέημπι Τζέην
Ρούλα Πατεράκη και Ρένη Πιττακή
για πρώτη φορά στη σκηνή μαζί!

Το διάσημο θρίλερ με το βιτριολικό χιούμορ
κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στην Ελλάδα

Σκηνοθεσία: Απόλλωνας Παπαθεοχάρης

Θέατρο Σφενδόνη

Πρεμιέρα 16 Δεκεμβρίου 2016

Το θρυλικό έργο «Τι απέγινε η Μπέημπι Τζέην» ανεβαίνει από τη Λυκόφως στοΘέατρο Σφενδόνη το Δεκέμβριο σε παγκόσμια πρώτη, υπό την ιδιαίτερη σκηνοθετική ματιά του Απόλλωνα Παπαθεοχάρη, με δυο σημαντικές ηθοποιούς, τη Ρούλα Πατεράκη στο ρόλο της Μπέημπι Τζέην και τη Ρένη Πιττακή στο ρόλο της Μπλανς.
Το διάσημο θρίλερ του Αμερικάνικου κινηματογράφου είχε ενώσει αριστουργηματικά δυο ιέρειες του Χόλυγουντ, την Μπέτυ Ντέηβις και την Τζόαν Κρώφορντ. Το «Τι απέγινε η Μπέημπι Τζέην;» έγινε τεράστια εμπορική επιτυχία όταν βγήκε στους κινηματογράφους το 1962. Ήταν υποψήφιο για πέντε Όσκαρ, και ο ρόλος της Μπέημπι Τζέην αποτέλεσε για την Ντέιβις και την αίτια για την ενδέκατη υποψηφιότητα της για τα Όσκαρ. Λέγεται πως οι δύο πρωταγωνίστριες μισούσαν η μία την άλλη και πως ακριβώς αυτό έδωσε μία ξεχωριστή υπόσταση και στην ταινία.

Η Τζέην Χάντσον, ένα παιδί θαύμα στα λαμπερά σόου του 1917, μεγαλώνει υπό τη σκιά της ομορφότερης και πιο ταλαντούχας αδελφής της, Μπλανς, μεγάλης σταρ των μελό του Χόλυγουντ στη δεκαετία του 30. Τώρα, είκοσι χρόνια μετά από το τρομακτικό ατύχημα για κάποιους, απόπειρα δολοφονίας για άλλους, που έχει αφήσει ανάπηρη την Μπλανς, οι δυο τους συνεχίζουν να μένουν μαζί. Όταν η πραγματικότητα αρχίζει να τις πιέζει, το πάλαι ποτέ χρυσό κορίτσι, η Μπέημπι Τζέην, εκτροχιάζεται σε ένα μοναδικό σαδιστικό παιχνίδι χωρίς φραγμούς. Πώς θα καταφέρει να γλιτώσει η παράλυτη Μπλανς;

Ταυτόχρονα συναρπαστικό ψυχολογικό θρίλερ, αλλά και ξεκαρδιστική μαύρη κωμωδία, το έργο εδώ και πενήντα χρόνια έχει αποτελέσει μήλο της έριδας για τους ανθρώπους του θεάτρου, καθώς οι θεατρικές του δυνατότητες είναι απεριόριστες. Μόλις φέτος τον Σεπτέμβριο, απελευθερώθηκαν τα δικαιώματα της θεατρικής διασκευής του, από τον Χένρυ Φάρελ, τον συγγραφέα του μυθιστορήματος και του σεναρίου της ταινίας, που περιέχει νέες εκπλήξεις, βιτριολικό χιούμορ και ακόμα πιο ανατριχιαστικές ανατροπές.

Η πρεμιέρα του έργου στην Ελλάδα λαμβάνει χώρα πριν από τις αντίστοιχες πρεμιέρες του έργου στο Λονδίνο και την Αμερική.

Συντελεστές
Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος
Δραματουργική Επιμέλεια: Απόλλων Παπαθεοχάρης – Δανάη Παπουτσή
Σκηνοθεσία – Κοστούμια: Απόλλων Παπαθεοχάρης
Σκηνικά: Απόλλων Παπαθεοχάρης, Μαίρη Τσαγγάρη
Πρωτότυπη μουσική-Sound design: Γιάννης Χριστοδουλόπουλος
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Sound design – Ζωντανός χειρισμός μουσικής: Θεμιστοκλής Παντελόπουλος
Επιμέλεια κίνησης: Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης
Χορογραφία: Ιάσονας Μανδηλάς
Βοηθός σκηνοθέτη: Δανάη Παπουτσή
Βοηθός Ενδυματολόγου: Μαρία Ζυγούρη
Βοηθοί σκηνογράφων: Σωτήρης Μητσούλας, Νατάσα Τσιντικίδη

Διεύθυνση παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα
Βοηθός παραγωγής: Πάνος Σβολάκης
Παραγωγή: Λυκόφως-Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

Ερμηνεύουν οι:
Ρούλα Πατεράκη: Μπέημπι Τζέην / Ρένη Πιττακή: Μπλανς
Στέλλα Γκίκα: Έντνα
Πηνελόπη Μαρκοπούλου: Κυρία Μπέητς – Ντήλια
Αλέξιος Διαμαντής: Έντουιν

Ηθοποιοί βίντεο παράστασης:
Γουλιάμου Αναστασία: Μικρή Μπέημπι Τζέην
Νίκος Μαυράκης: Πατέρας
Βίντεο παράστασης: Απόλλων Παπαθεοχάρης, Ραμόν Μαλαπέτσας
Φωτογραφίες promo, trailer: Μιχάλης Κλουκίνας
Φωτογραφίες παράστασης: Σταύρος Χαμπάκης
Μακιγιάζ: Παντελής Τουτουντζής
Κομμώσεις: Μπαϊραμπάς Χρήστος
Βοηθοί make up- Μαλλιά: ΙΕΚ ΑΚΜΗ

Διάρκεια παράστασης: 100 λεπτά

Παραστάσεις:
Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή στις 21.00
Σάββατο στις 18.30 και 21.30
Κυριακή στις 20.30

Κατά την περίοδο των εορτών η παράσταση δεν πραγματοποιείται παραμονές Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς.

Έξτρα παραστάσεις: Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου στις 21.00 και Δευτέρα 2 Ιανουαρίου στις 21.00

Τιμές εισιτηρίων:
Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή
Κανονικό: 16 ευρώ
Φοιτητικό, ΑΜΕΑ, Ανέργων: 12 ευρώ

Σάββατο, Κυριακή
Κανονικό: 18 ευρώ
Φοιτητικό, ΑΜΕΑ, ανέργων: 14 ευρώ

ΘΕΑΤΡΟ ΣΦΕΝΔΟΝΗ
Διεύθυνση: Μακρή 4, Αθήνα
Τηλέφωνο: 215 515 8968
Ώρες ταμείου: Τρίτη έως Κυριακή 13.30-21.30
Προπώληση εισιτηρίων ticketservices.gr

 

«Μια στάση πριν» του Βασίλη Ρίσβα στον Πολυχώρο Αθηναΐς- Θεατρική σκηνή Ζωή Λάσκαρη.

Posted by grafei on 10:15 in Θέατρο, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

Η αποκαλυπτική έκπληξη της χρονιάς στον Πολυχώρο Αθηναΐς- Θεατρική σκηνή Ζωή Λάσκαρη. «Μια στάση πριν» του Βασίλη Ρίσβα με την Ηρώ Μουκίου και τον Θοδωρή Αντωνιάδη σε ρεσιτάλ υποκριτικής!!! Ένα υπέροχο έργο με ξάστερη στόχευση, ευσταθείς ισορροπίες, ευπαθείς ψυχισμούς και απόλυτη δραματική λειτουργικότητα. Σπάνιο, πολύ σπάνιο πράγμα στα κουλτουριάρικα και πολυβραβευμένα νεοελληνικά θεατρικά μας πράγματα. Επιτέλους!

 %ce%b7%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%bf%cf%85%ce%ba%ce%b9%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%b9%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%bd

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 

Ως επαρκής θεατής προσέρχομαι τελείως αθώος στις παραστάσεις που με καλούν ή δεν με καλούν και πηγαίνω με τη δημοσιογραφική ατέλεια του κριτικού θεάτρου. Όταν με ρώτησε η συνοδός μου «τι έργο θα δούμε» της είπα «δεν ξέρω». Κι αυτή μου η απάντηση δεν υπέκρυπτε καμία επιτήδευση, πιστέψτε με! Απλώς θέλω να είναι η ψυχούλα μου tabula rasa, το μυαλό και το σώμα μου σε υπνωτική εγρήγορση κι αφήνομαι να χαθώ μέσα στο θεατρικό σύμπαν της βραδιάς, ως μέσος θεατής, που ζητά να ξεφύγει από τα πιεστικά προβλήματα της ζωτικής βιοποριστικής καθημερινότητάς του. Ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι διαβάζουν τα κείμενά μου και μ’ αγαπούν. Ακόμα κι αυτοί οι θεατράνθρωποι που δέχονται (Σπανίως) τα βέλη της επικριτικής μου αλλά αγαθής διάθεσης με πλησιάζουν και με φιλούν, ίσως γιατί ξέρουν βαθιά μέσα τους ότι λειτουργώ σαν μάρτυρας του καιρού μου χωρίς υστεροβουλία καμιά.

Στο έργο τώρα: μετά το «Ξενοδοχείο των δύο κόσμων» του Έρικ-Εμάνουελ Σμιτ (που ανέβασε πριν από είκοσι περίπου χρόνια ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος στο «Αμφι-θέατρο») είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε στην αθηναϊκή θεατρική μας πρωτεύουσα μια τόσο διεξοδική και δραματικώς λειτουργική πραγματεία για το Επέκεινα, για το μεταθανάτιο διάστημα της «κάθαρσης» των ψυχών. Εδώ θα πρέπει να εξάρω επίσης και το τελεσφόρο πεζογράφημα της Φιλιώς Τριανταφυλλίδου με τίτλο «Η κομμώτρια που αυτοκτόνησε κατά λάθος», ενώ το δικό μου θεατρικό πόνημα (διάλογος) με τίτλο «Επέκεινα» βρίσκεται καθ’ οδόν προς το τυπογραφείο… Μα τι έγινε ξαφνικά; Στα χρόνια της Κρίσης σκεφτόμαστε όλοι τον Θάνατο ως φυγή κι ως καταφύγιο εσχάτης ανάγκης; Ερωτοτροπούμε με την αυτοκτονία; Ζυγίζουμε τα υπέρ και τα κατά και προσπαθούμε να ξεπεράσουμε τις φοβίες περί κολάσεως κι αενάου τιμωρίας που μας ενστάλαξαν μεθοδικώς οι διάφορες μονοθεϊστικές θρησκείες;

Στο έργο του Βασίλη Ρίσβα μια στάση πριν, ένα εφιαλτικό καφκικό σκηνικό συναντά τον Όργουελ και διασώζεται χάρη στο αυτοφυές και χαριτόβρυτο μεσογειακό χιούμορ των εγκλωβισμένων ηρώων που βιώνουν μιαν αέναη επανάληψη του μαρτυρίου τους, το οποίο όμως δεν είναι σαδομαζοχιστικό αλλά εκτονωτικό-αποκαλυκτικό-εξομολογητικό-λυτρωτικό. Δεν λέω άλλα για να μην προδώσω τη σοφή αρχιτεκτονική του έργου, αφού το στοιχείο της έκπληξης είναι βασικό δραματουργικό δομικό υλικό.

Η Ηρώ Μουκίου με εξέπληξε και με κατέπληξε με την υποκριτική της δεινότητα και το εκφραστικό της «μέταλλο», όχι μόνο στη φωνή αλλά και στην κίνηση του σώματός της. Μπράβο. Σπουδαία ηθοποιός. Υποψήφια για βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου κατά την ταπεινή μου γνώμη.

Δίπλα της ένας τέλειος ηθοποιός, ο Θοδωρής Αντωνιάδης, πλήρης κάτοχος των εκφραστικών του μέσων, υπερεπαρκής, παρασύρεται σε μια δίνη συναισθημάτων που μόνο στην έκρηξη μπορούν να οδηγήσουν. Υποδυόμενος ένα μεσογειακό αρσενικό, που (αν και όχι τόσο «καθαρόαιμο») ξέρει να εκδηλώνει την οργή και το θυμό του συναντάει την αγγλοσαξωνική κομψότητα της απόλυτης Κυρίας, της παντρεμένης, της πλουσίας, της επιτυχημένης, της κομψής, που κρύβει κάτω από μια καλά βερνικωμένη μάσκα την ανθρώπινη αποτυχία και το υπαρξιακό της κενό.

Τέλεια ισορροπία μεταξύ των δύο ηθοποιών, απόλυτη συμπληρωματικότητα (αν και η παραπληρωματικότητα των ρόλων δεν διερευνήθηκε επαρκώς από τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Δημήτρη Μάριζα). Με αυτό θέλω να πω και να δηλώσω ότι παρόμοιες αρχετυπικές καταστάσεις απαιτούν διαφορετικούς παγκόσμιους «φωτισμούς», έτσι ώστε δια της συνεκδοχής να φωτιστεί το πανανθρώπινο τοπίο. Η σύγκρουση αυτών των δύο προσώπων είναι απλώς ένα δέντρο, μία ψηφίδα στην κουρελού του κόσμου. Πρέπει να διαφανεί και το δάσος αντί του δέντρου, και το σχέδιο πίσω από τη βελονιά… Αυτό απαιτεί άλλους είδους γνώσεις και δεξιότητες, ευρύτητα, πολυμάθεια και σκηνοθετική μαεστρία. Πολύ καλό το σκηνικό που φιλοτέχνησε ο Παύλος Πετρίτσης, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκαν οι σύγχρονες τεχνολογικές δυνατότητες του video-art. Από αυτή την άποψη η σκηνοθετική ματιά ήταν κάπως παλιομοδίτικη και τετριμμένη, χωρίς ωστόσο να μπορεί να πει κανείς ότι δεν υποστηρίζεται ως άποψη. Απλώς, θα έδιδε μιαν ακόμα πολυδιαστασιακή δραματικότητα στο κείμενο η χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας. Η μουσική του Φίλιππου Περιστέρη παραήταν διακριτική κι ελλείπουσα. Το ίδιο και οι δραματικότατοι φωτισμοί τού Νίκου Κουλοχέρη. [Περιστέρης-Κουλοχέρης: ψευδώνυμα είναι αυτά; Αστειεύομαι, καλοπροαίρετα πάντα]. Το κοστούμια του Κώστα Κουβάτσου ήταν μάλλον ταιριαστά εκτός από τη γραβάτα του νεαρού που μόνο «νεανική» δεν ήταν, αντιθέτως, απολύτως κλασική και παλαιών εποχών.

Παρά τις όποιες νόμιμες εκπεφρασμένες κριτικές επισημάνσεις μου, πρόκειται για ένα αριστούργημα! Μια από τις καλύτερες απρόβλεπτες καινοτόμες και πρωτότυπες (αν όχι πρωτοποριακές) παραστάσεις της φετεινής σαιζόν. Μην τη χάσετε!

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

info: 

Η Ηρώ Μουκίου κι ο Θοδωρής Αντωνιάδης, πρωταγωνιστούν σε ένα θρίλερ που κινείται στα όρια της μαύρης κωμωδίας. Ένα έργο του Βασίλη Ρίσβα, όπου ενδεχομένως πολλοί να βρουν τον εαυτό τους στους ρόλους των πρωταγωνιστών…

Ένας άντρας και μια γυναίκα με εντελώς διαφορετικές καταβολές, παγιδεύονται ολομόναχοι σε ένα σταθμό Μετρό.  Οι καταστάσεις που ακολουθούν μπορεί να είναι κωμικοτραγικές, θα αλλάξουν όμως για τα καλά την ζωή τους! Ίσως και τη δική σας!
Η Ηρώ Μουκίου και ο Θοδωρής Αντωνιάδης πρωταγωνιστούν σε ένα σύγχρονο έργο το οποίο διαδραματίζεται σε ένα σταθμό του Μετρό. Ο συγγραφέας του έργου Βασίλης Ρίσβας, μετρ στο είδος των τηλεοπτικών σειρών κοινωνικής δράσης, μεταφέρει το ταλέντο του στη σκηνή του θεάτρου, με δύο ιδιαίτερα ικανούς ηθοποιούς, που έχουν αποδείξει πως τα καταφέρνουν μοναδικά, στο να καθηλώσουν το κοινό σε τέτοιου είδους έργα, όπως έκαναν προ καιρού με την παράσταση Κοπεγχάγη.
Το έργο “Μια στάση πριν” θα κάνει πρεμιέρα τη Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου και θα παίζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη.
Τη σκηνοθεσία του έργου έχει ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Δημήτρης Μάριζας.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μάριζας.
Σκηνικά: Παύλος Πετρίτσης.
Κοστούμια: Κώστας Κουβάτσος.
Μουσική: Φίλιππος Περιστέρης.
Φωτισμοί: Νίκος Κουλοχέρης.
Φωτογραφίες: Νίκος Ζαχαριουδάκης.
Σχεδιασμός εικαστικού υλικού επικοινωνίας: Κατερίνα Γιαννάκου.
Παίζουν : Ηρώ Μουκίου, Θοδωρής Αντωνιάδης.
Παραστάσεις: Από 19 Δεκεμβρίου και κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 8μμ.
Διάρκεια: 70 λεπτά χωρίς διάλλειμα.
Εισιτήρια: 10 ευρώ , 5 ευρώ  άνεργοι, φοιτητές.

 

Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας Β’ Σκηνή: «H παράλειψη της οικογένειας Κόλεμαν», του Κλαούντιο Τολκατσίρ

Posted by grafei on 09:35 in Θέατρο, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

Μια αλλόκοτη, πολύχρωμη, μεσογειακή αλλά και λατινοαμερικάνικη, τριτοκοσμική και παγκόσμια «Οικογένεια Κόλεμαν» στο υπόγειο του Θεάτρου Κεφαλληνίας σε μια εύστοχη και ισορροπιστική σκηνοθεσία της Μαριτίνας Πάσσαρη με εκλεκτούς ηθοποιούς και ψαγμένους θεατές

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%b5%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%b5%ce%bc%ce%b1%ce%bd

Σε κάποια θέατρα, σε ορισμένες παραστάσεις, δεν πάει το κοινό (κενό) που παρασύρεται από τις τηλεοπτικές ρεκλάμες και τις δημοσιοσχεσίστικες αρλούμπες, μήτε γιατί παίζει ο τάδε γνωστός ηθοποιός ή η δείνα σταρ, που όλα τα δεινά του κόσμου δεν είναι αρκετά για να της υπενθυμίσουν ότι δεν είναι η στιλπνότητα τη αγέραστης επιδερμίδας της το μόνο θέμα που απασχολεί την Υφήλιο σήμερα.

Στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας, που δεν είναι καθόλου «δεύτερη», αλλά θα πρότεινα να μετονομαστεί σε υπόγειο ή και σε κατ-αγώγιο ακόμα (με την έννοια των αρχαίων μυστηρίων), παρακολούθησα ακόμα μια εξαιρετική παράσταση, με απολαυστικούς ηθοποιούς, υπέροχο βιωμένο λόγο και σε μια σκηνοθεσία που ισορροπούσε αξιοθαύμαστα ανάμεσα στο τραγικωμικό και στο δραματικά γελοίο, στην από σκηνής φιλοσοφία και στην καταιγιστική δράση ευτράπελων στιγμιότυπων από την καθημερινή ζωή μιας παρδαλής, πολύχρωμης, αλλόκοτης, αλλά τόσο καθημερινής, συνηθισμένης και αληθοφανούς οικογένειας, που βιώνει διάφορα δεινά κι ανατροπές με το χαμόγελο στα χείλη (σχεδόν) κι ακολουθώντας το (ελληνικό) ρητό «αυτά συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες».

Ο Λατινοαμερικάνος, Αργεντινός συγγραφέας Κλαούντιο Τολκατσίρ χρησιμοποίησε τη δοκιμασμένη μέθοδο του Μπέργκμαν ή του Κιούμπρικ στο «Μάτια ερμητικά κλειστά», που έκλειναν τους ηθοποιούς τους για μήνες σε έναν χώρο προκειμένου να αυτοσχεδιάσουν. Αυτή η σοφή, η δοκιμασμένη από την Αρχαιότητα και ειδικά από την Commedia Dell’Arte μέθοδος συν-δημιουργίας και μπολιάσματος προσωπικών θεμάτων στον πανανθρώπινο καμβά του Συλλογικού Ασυνείδητου, αλλά και της Συλλογικής Συνειδητότητας, αποδίδει τα μάλα στην εν λόγω περίπτωση, αφού είχε ως αποτέλεσμα ένα έργο, ένα κείμενο, σχεδόν κλασικό στη δωρική απλότητά του, ένα κείμενο που θα αντέξει στο χρόνο γιατί είναι ζυμωμένο με τη ζωή.

Δεν θα ξεχωρίσω κανέναν από τους εκπληκτικούς και ακριβοδίκαιους στην συντονισμένη έκφρασή τους ηθοποιούς, γιατί θα αδικούσα και τους ίδιους και τη σκηνοθέτιδα και την όλη παράσταση. Ξέρετε, στο θέατρο οι ηθοποιοί είναι κίονες, κιονόκρανα, δόμοι, πλίνθοι, κέραμοι και άλλα δομικά στοιχεία του όλου αρχιτεκτονήματος. Αν εξάρεις κάποιο καταστρέφεται η ισορροπία και τότε το θεατρικό οικοδόμημα πέφτει και τους πλακώνει. Δεν πάμε στο θέατρο ή στον κινηματογράφο να δούμε πώς ένας ηθοποιός ξύνει τη μύτη του ή δεν μπορεί να προφέρει το ρώ. Αν όμως καταφέρει κάποιος τεχνίτης του Διονύσου να τον θυμόμαστε δεκαετίες μετά σε κάποιο του ρόλο, σε μια ατάκα έστω, τότε έχει υπερβεί τα δικά του όρια της πρόσκαιρης τέχνης του και «γράφει» στη Συλλογική Μνήμη ένα ίχνος λίγο έως πολύ ανεξίτηλο. Κατά τα άλλα είναι η πιο άχαρη κι αχάριστη Τέχνη, αυτή τής υποκριτικής, αφού το μόνο που κάνει είναι να παγώνει ένα στιγμιότυπο του φρενιτικού «φαίνεσθαι» στην πομφόλυγα του Χρόνου.

Φιλοσοφώ σήμερα, γιατί το φιλοσοφικό «κενό» αυτού του σοφά δομημένου κι απλοϊκού στην ιδιόλεκτό του έργου ωθεί τον εγκέφαλο του συνδημιουργού αναγνώστη-θεατή σε πιο βαθιές σκέψεις. Ας το λάβουν αυτό σοβαρά υπ’ όψιν τους οι σοβαροφανείς, διανοούμενοι και ομότιμοι καθηγητάδες των βαρύγδουπων τριτοκοσμικών μας πανεπιστημίων, όταν επιχειρούν να εκφραστούν θεατρικώς, νομίζοντας ότι απευθύνονται σε ακροατήριο πρωτοετών επαρχιωτών. Η υψηλή φιλοσοφία συναντάει την δραματική ποίηση και βρίσκει τη θεατρική της ολοκλήρωση μόνον μέσα από την ποιητική απλότητα κι αφαιρετικότητα τού Λόγου που επιτρέπει στους ηθοποιούς να ξεδιπλώσουν τα παραγλωσσικά σημεία και τη βεντάλια των ικανοτήτων τους στην υπηρεσία του κοινού παραστασιακού Καλού.

Για να επανέλθω σε αυτή την ιδιοφυώς ζυγισμένη παράσταση, ας θεωρηθεί υπόδειγμα για το τι μπορούν να κάνουν οι θεατράνθρωποι και οι συγγραφείς όταν κατέχουν την τέχνη τους.

Όλα τα άλλα είναι Σιωπή, κατά τον Άμλετ.

 Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

 

Info:

http://theatrokefallinias.gr/?p=2423

Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας Β’ Σκηνή: «H παράλειψη της οικογένειας Κόλεμαν», του Κλαούντιο Τολκατσίρ

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα || από τις 7 Νοεμβρίου  

 

Σκηνοθεσία: Μαριτίνα Πάσσαρη  

Η πολυβραβευμένη, ευφυέστατη, γλυκόπικρη κωμωδία του Κλαούντιο Τολκατσίρ παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε σκηνοθεσία Μαριτίνας Πάσσαρη στη Β’ σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας, ύστερα από την ιδιαίτερα θερμή υποδοχή της σκηνικής του ανάγνωσης στο πλαίσιο του Φεστιβάλ «Θεατρικά Αναλόγια 2015».

Η παράσταση

Η συμβίωση μιας οικογένειας, τα μέλη της οποίας είναι εγκλωβισμένα σε μια επώδυνη και παράλογη συνύπαρξη, με τη βία να λειτουργεί ως μοναδικό μέσο επικοινωνίας. Με χιούμορ, κυνισμό, διεισδυτική ματιά αλλά και ιδιαίτερη ευαισθησία, σκιαγραφούνται οι πολυδιάστατες σχέσεις ανάμεσα στα μέλη μίας φτωχής οικογένειας. Μία παράλογη, κωμικοτραγική κι αδιέξοδη συνύπαρξη που μοιάζει να συνοψίζει τα αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου με τέτοιο τρόπο που σε κάνει –αβίαστα- να γελάς.

Το Έργο Ορόσημο στην ιστορία της σύγχρονης θεατρικής γραφής, το πολυβραβευμένο έργο του Κλαούντιο Τολκατσίρ συμπληρώνει φέτος 13 χρόνια συνεχούς επιτυχίας στην Αργεντική. Η Οικογένεια Κόλεμαν γεννήθηκε μέσα στο σπίτι του σκηνοθέτη, στο φημισμένο Timbre 4: οι ηθοποιοί αυτοσχεδίαζαν επί μήνες χρησιμοποιώντας όλα τα δωμάτια του σπιτιού, με έναν σκοπό-οδηγία που τους είχε δοθεί: να δημιουργήσουν μια οικογένεια, δηλαδή, να αποφασίσουν ποια μέλη θα την αποτελούσαν, με ποιον τρόπο θα συνδέονταν μεταξύ τους, πώς θα επικοινωνούσαν, αν θα αγαπούσαν ή θα μισούσαν ο ένας τον άλλον• να βρουν καθημερινές συγκρούσεις, στις οποίες οι χαρακτήρες αυτοί θα έπρεπε να αντιδράσουν, ανακαλύπτοντας μέχρι ποιο σημείο εμπλέκονταν ή όχι στις ζωές των άλλων.

 

Συντελεστές Κείμενο: Κλαούντιο Τολκατσίρ

Σκηνοθεσία: Μαριτίνα Πάσσαρη
Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ

Φωτισμοί Αλέκος Γιάνναρος

Μουσική επιμέλεια Νίκος Σαββάτης

Ηχητικό περιβάλλον Κώστας Σουρβάνος

Χορογραφία Χάρις Τσόπελα

Βοηθός σκηνοθέτη Μαρίνα Μυρτάλη

 

Ερμηνεύουν:

Αλεξάνδρα Παντελάκη (γιαγιά, Λεονάρτα Κόλεμαν), Εύρη Σωφρονιάδου (Μεμέ), Μιχάλης Πανάδης (Μαρίτο), Ειρήνη Μακρή (Βερόνικα), Αντιγόνη Δούμου (Γκάμπι), Ηρακλής Κωστάκης (Νταμιάν), Νικόλας Παπαδομιχελάκης (Εδουάρδο), Δημήτρης Μαμιός (Ερνάν)

INFO:

Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας/ Β’Σκηνή

Κεφαλληνίας 16-18 Κυψέλη

Πληροφορίες – κρατήσεις : 210 8838727

Παραστάσεις:

Από Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου  έως Τρίτη , 10 Ιανουαρίου

Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00

Τιμές εισιτηρίων:

Κανονικό: 12 ευρώ

Φοιτητικό, ΑΜΕΑ: 8 ευρώ

Άνεργοι, Ατέλειες: 5 ευρώ

Προπώληση:

viva.gr, 11876, Media Markt, Public, SevenSpots, Βιβλιοπωλεία «Ευριπίδης»

 

 

H Σονάτα του Κρόιτσερ (Λέων Τολστόι) στο Θέατρο Τέχνης επί της οδού Φρυνίχου στην Πλάκα

Posted by grafei on 15:18 in Θέατρο, Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

%ce%b7%cf%83%ce%bf%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%ba%cf%81%ce%bf%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%b5%cf%81%ce%b8%ce%b5%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b7%cf%83 Ο φόβος απέναντι στον Έρωτα, σε όλο του το μεταφυσικό μεγαλείο. Η δαιμονοποίηση του ανθρωπίνου σώματος και των «κατώτερων», «ζωικών» λειτουργιών του και η μετατροπή του σε «αποδιοπομπαίο φαρμακό», φταίχτη για όλα τα δεινά που μαστίζουν την καταταλαιπωρημένη ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου, εκείνου τέλος πάντων που λειτουργεί ακόμα υπό το Κράτος της μετά θάνατον Κολάσεως και της Κρίσεως των Νεκρών με πολύ αυστηρά μέτρα και σταθμά. Για τους Έλληνες, η τριανδρία του Μίνωα, του Ραδάμανθυ και του Αιακού χρησιμοποιούσε μια απλή ζυγαριά, όπου εάν οι αστοχίες της ανθρώπινης ζωής βάραιναν έστω και κατά το βάρος ενός φτερού έναντι των αγαθών του έργων, τότε, ναι, ετίθετο θέμα διδαχής και σωφρονισμού, στην επόμενη ενδεχομένως ενσάρκωση. Προσέξτε: τα καλά έπρεπε να είναι τουλάχιστον ίσα με τα κακά, αν όχι να υπερτερούν. Προσέξτε αυτή τη σοφή ισορροπία γιν-γιανγκ που χάθηκε για πάντα με την επιβολή μονοθεϊστικών θρησκειών μισαλλόδοξων και φοβιστικών, που μετατρέπουν τον Πανάγαθο, Παντογνώστη κι Ελεήμονα σε τρομακτικό ον ασυλλήπτων διαστάσεων.

Αυτός ακριβώς ο πολιτισμικός δυισμός, η εξ ορισμού σχιζοφρένεια, η προκαλούσα παντοειδείς παράνοιες, αναλύεται ιδιοφυώς επί σκηνής του Θεάτρου Τέχνης στην οδό Φρυνίχου, με «κατ’ αντιπαράστασιν» έκθεσιν μιας νουβέλας του Τολστόι και μιας σονάτας του Μπετόβεν, προϋπάρχουσας του γραπτού λογοτεχνικού έργου.

Ο διακεκριμένος ηθοποιός Αλέξανδρος Μυλωνάς επέτυχε με τη λιτή χρήση των εκφραστικών του μέσων να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στον λόγο και στη μουσικότητά του, ενώ οι σιωπές λειτούργησαν ως σοφές αντιστίξεις.

Εκλεκτός συμπρωταγωνιστής του ο μουσικός Θοδωρής Οικονόμου στο πιάνο. Διαλεχτό ταίρι και «πέτρα του σκανδάλου», διαχρονική «Ελένη της Τροίας», ανύποπτη κι ανυποψίαστη η Κατερίνα Φωτιάδη.

Η παρανοϊκή ζήλεια, που δεν περιορίζεται φυσικά στον σαιξπηρικό Οθέλλο, είναι βαθύ σύμπτωμα της εσωτερικής ανελευθερίας και σκλαβιάς που βιώνει ο σύγχρονος Δυτικός άνθρωπος, επιχειρώντας να ζήσει και να ευτυχήσει αποφεύγοντας τη Σκύλλα της Στέρησης αλλά και τη Χάρυβδη της αχαλίνωτης εκτόνωσης και μανίας.

Από τις πιο χαμηλόφωνες παραστάσεις της φετινής χρονιάς. Αυτή η sotto voce επιλογή δικαίωσε τη σκηνοθεσία της Μαρίας Ξανθοπουλίδου και τη θεατρική μεταφορά του Αντώνη Πέρη.

Ακόμα μία επιτυχία του Θεάτρου Τέχνης πιστώνεται στο ενεργητικό της καλλιτεχνικής διευθύντριάς του Μαριάννας Κάλμπαρη που έχει δώσει μια πνοή ανανέωσης στο ιστορικό αυτό θέατρο, που είναι για εμάς, τους θεατρόφιλους, θεσμός!!!

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

Info:

http://www.theatro-technis.gr/h-sonata-tou-kroitser-leon-tolstoi/

H Σονάτα του Κρόιτσερ (Λέων Τολστόι)

Η «Σονάτα του Κρόιτσερ» είναι η νουβέλα του Λέοντος Τολστόι που γράφτηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1880, την ύστερη περίοδο της λογοτεχνικής ζωής του συγγραφέα αποτελώντας μια ψυχολογική μελέτη πάνω στον έρωτα, το γάμο και τη ζήλια, ενώ αποτυπώνει με τον πιο καταφανή τρόπο μια περίοδο προσωπικής πνευματικής και ηθικής κρίσης. Η Σονάτα Κρόιτσερ τονίζει την αμφιλεγόμενη άποψη του Τολστόι για τη σεξουαλικότητα, υποστηρίζοντας ότι η σαρκική επιθυμία αποτελεί στην πραγματικότητα τροχοπέδη στις σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών ενώ μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε  μικρές ή μεγαλύτερες τραγωδίες. Η νουβέλα, έχει αναγνωριστεί ως ένα από τα αρτιότερα παραδείγματα στην τέχνη της αφήγησης.

Ο Π. βρίσκεται στο τρένο. Έχει μόλις αθωωθεί για τη δολοφονία της γυναίκας του. Διηγείται την ιστορία του και προσπαθεί να πείσει το ακροατήριό του ότι ακόμα και η μουσική, αυτό το ισχυρότατο -όπως τη χαρακτηρίζει- αφροδισιακό, μπορεί να γίνει η αφορμή για μια καταστροφή. Εξοργισμένος, σκότωσε τη γυναίκα του και μητέρα των παιδιών του, νομίζοντας πως έχει εραστή τον άνθρωπο με τον οποίο μοιραζόταν τη  χαρά του να παίζουν μαζί μουσική.

Αυτή η τελευταία ιδέα εξηγεί και τον τίτλο της ιστορίας, η μουσική σύνθεση του Μπετόβεν προϋπήρξε του έργου. Πολύ συχνά μάλιστα, κριτικοί, συνδέουν τη δομή της ιστορίας με τη δομή της σονάτας του Μπετόβεν παραθέτοντας ορχηστρικά μοτίβα που εκδηλώνουν ακραίες συναισθηματικές εναλλαγές.

Πώς άκουγε ο Π. εκείνη τη μουσική; Πώς καλλιεργήθηκε μέσα στην ψυχή του το πάθος που κατεύθυνε τα πράγματα ώστε να συμβεί αυτό που φοβόταν περισσότερο;
Παίζουν: Αλέξανδρος Μυλωνάς, Κατερίνα Φωτιάδη.
Επί σκηνής στο πιάνο ο Θοδωρής Οικονόμου.

Θεατρική Μεταφορά: Αντώνης Πέρης
Σκηνοθεσία: Μαρία Ξανθοπουλίδου
Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
Σκηνικά- Κοστούμια: Αριάδνη Βοζάνη
Κίνηση: Κατερίνα Φωτιάδη
Φωτισμοί: Βαλεντίνα Ταμιωλάκη
Video: Αλέξανδρος Κακλαμάνος
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Χαρίτα Αρβανίτη, Μάρα Γαργαλάκου, Δημήτρης Μαργαρίτης
Βοηθός Σκηνογράφου: Μαρία Πιτσούλη
Κατασκευή Σκηνικού: Ιωάννης Ξανθοπουλίδης
Ειδική Κατασκευή: Σπύρος Δουκέρης- Another Kind Art

Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου

Βίντεο Τρέιλερ; Μιχαήλ Μαυρομούστακος

Συμπαραγωγή:   Kart Productions

Πρεμιέρα 5 Δεκεμβρίου 2016

Φρυνίχου 14, Πλάκα (χάρτης) | τηλ: 2103222464 & 2103236732

Παραστάσεις: Δευτέρα & Τρίτη 21.15 | προπώληση: www.viva.gr

Τιμές εισιτηριων: 15€ κανονικό, 10€ μειωμένο, 5 Ανέργων

 

ΟΛΟΝΥΚΤΙΑ ΣΑΙΞΠΗΡ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΓΕΙΟ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΕΧΝΗΣ. η συμμετοχή μου

Posted by grafei on 14:55 in Θέατρο, Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

Συμμετέσχον με το κάτωθι πρωτότυπο κείμενό μου από τον υπό έκδοσιν τόμο τής ΚΡΙΣΙΜΗΣ ΠΕΝΤΑΛΟΓΙΑΣ μου.

Ποιητικός διάλογος. Ερμήνευσα και τα δύο πρόσωπα.

boyras-1

http://www.theatro-technis.gr/olonichtia-sexpir-sto-ipogio-mesanichta-para-kati/

Ο Σαίξπηρ δεν θα αναπαυτεί ποτέ…

 (θεατρικός διάλογος με τα πνεύματα)

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Αγαπητέ Γουίλλιαμ!!!

ΣΑΙΞΠΗΡ: Δεν με λένε Γουίλλιαμ!!!!!!

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Όπως σε λένε, τέλος πάντων. Εμείς έχουμε συνηθίσει να σε λέμε Σαίξπηρ. Και στην Ελλάδα του δέκατου ένατου αιώνα, στην Αθήνα συγκεκριμένα, σε λέγανε Σακεσπύρο.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Αθήνα; Ενδιαφέρον. Έχω γράψει νομίζω ένα δράμα που εκτυλίσσεται εκεί.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Νομίζεις; Δεν είσαι σίγουρος;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Κοίταξε να δεις αγαπητέ μου. Στην εποχή μας δεν υπήρχαν πνευματικά δικαιώματα, αυτό που λένε copyright.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: «Ο κλέψας του κλέψαντος», δηλαδή. Και τώρα το ίδιο γίνεται. Αλλά με άλλον τρόπο.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Πώς δηλαδή;

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Σιγώ. Γιατί μπορεί κάποιοι από αυτούς να είναι εδώ απόψε. Copy-paste.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Μα γιατί; Είναι τόσες πολλές Ιδέες που κυκλοφορούν ελεύθερες εκεί έξω.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: «Να φάνε κι οι κότες».

ΣΑΙΞΠΗΡ: Ακριβώς. Εμείς στην εποχή μας γράφαμε συλλογικά. Στις ταβέρνες.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: «Κάπου μεταξύ τυρού και αχλάδου», δηλαδή.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Όχι ακριβώς. Αχλάδι δεν είχαμε και το τυρί το τρώνε οι Γάλλοι για επιδόρπιο.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Μάλιστα. Μα εσείς γιατί είστε εδώ; Εννοώ όχι τώρα. Απόψε είναι η τιμητική σας. Έχετε κάθε δικαίωμα να παρίστασθε.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Ορθώς το θέσατε. Όμως δεν έχω γαληνέψει, αγαπητέ μου, σχολαστικέ και συν-δημιουργικέ αναγνώστα!

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Δεν έχει λυτρωθεί η ψυχή σου; Μα γιατί;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Τόσοι φόνοι, έστω κι επί σκηνής. Αμάρτησα εν τη διανοία!

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Δηλαδή; Μα εσείς δεν είστε καθολικός; Ούτε προτεστάντης νομίζω. Μάλλον παγανιστής.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Τι μανία που έχετε με τις ταμπέλες! Αλλά δεν φταίτε εσείς, αλλά ο πολιτισμός σας, ο Δυτικός Πολιτισμός που πνέει τα λοίσθια κάτω από το βάρος των ανομημάτων του.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Η παντοκρατορία του χρήματος…

ΣΑΙΞΠΗΡ: Εμείς στην εποχή μας φλερτάραμε με την Εξουσία. Κάτι που είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα. Ερωτικό…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Δηλαδή; Ήσασταν κάτι σαν φετιχιστές;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Όχι όπως το εννοείτε τώρα, βεβαίως.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Βεβαίως. Φυσικά. Τίποτα δεν ήταν όπως το εννοούμε τώρα. Ακόμα ένα πρόβλημα της εποχής μας. Υπεραναλύουμε τα πάντα. Και λησμονούμε να ζήσουμε.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Ακριβώς.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Όμως εσύ γιατί περιπλανιέσαι ανήσυχο πνεύμα;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Σαν τον πατέρα του Άμλετ… με δολοφόνησαν. Δεν πέθανα μετά από τσιμπούσι σε ταβέρνα, όπως ανακοίνωσαν. Δεν ήταν καρδιαγγειακά τα προβλήματά μου, αλλά…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Αλλά, τι; Πολιτικά;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Έστω. Ας το πούμε όπως το χαρακτηρίζετε εσείς τώρα.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Δηλαδή;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Ο γιος τής Μαρίας Στιούαρτ, ο διάδοχος τού θρόνου, αφού η Ελισάβετ αρνήθηκε πεισματικά μέχρι την τελευταία στιγμή να ορίσει κληρονόμο της. Στην εξουσία και στην αμύθητη περιουσία της.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Σώπα!

ΣΑΙΞΠΗΡ: Μάλιστα. Όπως το ακούς. Μόνο παρθένα δεν ήταν η δαιμονία βασίλισσα. Αλλά τότε δεν ήταν και μεγάλο θέμα αυτό.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: «Άλλα ήθη άλλα έθιμα».

ΣΑΙΞΠΗΡ: Σωστό!

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Είχε μάλιστα τόσο πολλούς απογόνους που σφάζονταν μεταξύ τους!

ΣΑΙΞΠΗΡ: Έλα;!;!;! Δεν το ήξερα.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Μην μου παριστάνεις τον ανήξερο εμένα! Αλεπού!

ΣΑΙΞΠΗΡ: Ναι, θα μπορούσαν να με λένε κι έτσι.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Γιατί δεν έφευγες; Γιατί δεν κατέφευγες στην Ισπανία να σώσεις το τομάρι σου;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Κι η Ισπανία ήταν καθολική, όπως κι ο Ιάκωβος. Δεν θα προλάβαινα ούτε να φτάσω.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Κι ο «Δον Κιχώτης»; Ποιος τον έγραψε;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Όχι πάντως εγώ. Ούτε τον «Άμλετ»…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Δηλαδή;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Ούτε τον «Άμλετ» δεν θα μπορούσα να γράψω από μόνος μου, χωρίς τη βοήθεια…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: …του κοινού;

ΣΑΙΞΠΗΡ: …του κοινού των ομοτέχνων.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: …της συντεχνίας.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Του εσναφιού! Του σιναφιού. Τι παράξενα που μιλάτε στις μέρες σας.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Ενώ εσείς…

ΣΑΙΞΠΗΡ: Ζούσαμε. Και μετά γράφαμε. Βιωμένα πράγματα! Όχι…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: …Εγκεφαλικά; Προσέξτε! Θα προσβληθούν πολλοί μέσα στην αίθουσα.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Στην κατάστασή μου, το μόνο που μπορώ να φοβηθώ είναι τα Σκοτάδια της Νύχτας…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Κι όχι το πρώτο γάλα τής Αυγής;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Δεν είναι ο κορυδαλλός το φόβητρό μου. Μήτε το αηδόνι, όπως κελαηδεί ιδεατώς στα παρασκήνια τού Ρωμαίου και τής Ιουλιέττας. Όχι. Μόνο το Μαύρο γάλα τής πιο μαύρης Νύκτας φοβούμαι και τρέμω.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Η Νυξ τών Ορφικών;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Πείτε το κι έτσι!

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Καταδικασμένος λοιπόν;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Καταδικασμένος… να ζω και να ξαναζώ τα πάθη τών ηρώων μου. Κάθε που ανεβάζουν έργο μου, ταράζομαι, στριφογυρίζω στο αόρατο κιβούρι μου, κολασμένος.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Τι λες; Μαρτύριο σωστό.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Γι’ αυτό να προσέχετε τι γράφετε! Διαρκούν περισσότερο απ’ ό,τι φαντάζεστε. Εγγράφονται στον αιθέρα. Το πέμπτο στοιχείο.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Quintessence.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Σωστά! Είσαι βλέπω διαβασμένος. Η πολλή μόρφωση δεν βοήθησε ποτέ κανέναν. Συνάντησα πολλούς παραμορφωμένους στα νιάτα μου. Κι για ένα μόνο διψούσαν…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Ποιο;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Το χάδι το ποθητό, σ’ εκείνο το σημείο που γλώσσα ποτέ δεν φτάνει.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Εννοείτε το όργανο του λόγου ως σύμβολο ή το ανατομικό μέρος του ανθρώπου;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Ποιος νοιάζεται για τις απορίες σας; Φεύγω τώρα. Ειρήνη, Ευδοκία, Γαλήνη…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: «Τρικυμία», «Αγάπης αγώνας άγονος», «Άμλετ», «Πολύ κακό για το τίποτα»… (Κοιτάζει γύρω του) Έφυγε! Πώς φοβήήήθηκααα;!;!;! Κοντεύω να πεθάνω από την τρομάρα μου.

ΣΑΙΞΠΗΡ (από μακριά): Γι’ αυτό να προσέχετε τι γράφετε! «Καθένας κερδίζει το δικό του θάνατο και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή».

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Δικό σας είν’ αυτό;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Όχι, μα τι σημασία έχει;

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Ορθώς! Ζούμε στο τώρα, στο διαρκές ενεργοπληροφοριακό πεδίο κολυμπάμε, πέρα μακριά, πολύ μακριά από τα φτωχά αισθητήρια όργανά μας! Πόσον ανεπαρκείς είμεθα εμείς «τα βιαστικά άπειρα όντα τής στιγμής» [Καβάφης – το προηγούμενο παράθεμα Σεφέρης και το «Μαύρο Γάλα της Αυγής» έργο του νεοϋορκέζου ποιητή Νίκου Σπάνια, εκδόσεις Οδός Πανός – άραγε αυτοί τουλάχιστον οι τρεις θα έχουν γαληνέψει με τον καιρό; Ή μήπως θ’ ανταριάζονται φρικτά μέσα στον τάφο τους, βαριά η τέφρα τους κάθε φορά που τους αναφέρουμε; Γι’ αυτό, ας μην κυνηγάμε αγαπητοί την υστεροφημία. Δεν ξέρουμε σε τι καινοφανή μαρτύρια μπορεί να μας εμπλέξει. Το «τώρα», το «τώρα» μετράει. Κι απόψε είμαστε μια χαρά όλοι εδώ μαζεμένοι]

ΣΑΙΞΠΗΡ: Όντως.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Αμήν.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Γέγονε!

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Καλή αυγινή.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Λάλησε ήδη και το αηδόνι κι ο κορυδαλλός κι εσείς ακόμα απαγγέλετε…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: έναν αθάνατο με το συμβατικό όνομα Γουίλλιαμ Σαίξπηρ.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Ας είναι κι έτσι. «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε».

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Μα αυτό δεν είναι έργο από τα δικά σας.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Υπό την ευρείαν έννοιαν είναι.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Τα έργα δεν ανήκουν σε κανέναν.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Εννοείται…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Κι η υπογραφή ματαιοδοξία.

ΣΑΙΞΠΗΡ:  Αφού άλλος διηγείται…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Κι εμείς…

ΣΑΙΞΠΗΡ: Εμείς…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Καταγράφουμε.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Αληθώς.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: «Ποσώς», φωνάζουν κάποιοι από το ακροατήριο.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Άφησέ τους. Ου γαρ οίδασι…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: …τι ποιούσι;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Τη διαφορά «είναι» και «φαίνεσθαι»

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: δεν γνωρίζουν;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Αυτό είναι το πιο δύσκολο παιχνίδι, η άσκηση στην οποία κόβονται οι περισσότεροι…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: κι έτσι επανέρχονται ξανά και ξανά…

ΣΑΙΞΠΗΡ: …στο ίδιο δωμάτιο με τους καθρέφτες και τα μάτια…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: …δεμένα;

ΣΑΙΞΠΗΡ: ή με διάτρητο πέπλο, στην καλύτερη περίπτωση.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Μα πόσα ήταν τα πέπλα της Σαλώμης; Επτά;

ΣΑΙΞΠΗΡ: Πολύ περισσότερα. Αλλά γιατί δεν ρωτάς τον Όσκαρ Ουάιλντ;

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Τι σχέση έχει αυτός; Α, ναι, συγγνώμη, με συγχωρείς, συχώρεσε την αμάθειά μου. Και τη νύστα μου. Το προχωρημένο τής ώρας.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Οι μωρές παρθένες στη βιβλική παραβολή δεν είχαν κανένα άλλοθι.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Αληθώς.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Τώρα πρέπει να φύγω.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Γύρισες γιατί σε καλέσαμε.

ΣΑΙΞΠΗΡ: Έτσι είναι. Όμως τώρα ο συμπαντικός νόμος μού επιβάλλει να σωπάσω.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: «Τα άλλα είναι σιγή» (Άμλετ).

 (Ολονυκτία Σαίξπηρ, 17-18/12/2016, δια χειρός Δηώς Καγγελάρη στο «Υπόγειο» του Θεάτρου Τέχνης επί διευθύνσεως Μαριάννας Κάλμπαρη. Γράφτηκε ειδικά για την περίσταση αυτή από τον υπογράφοντα):

 

 

 

 

ΟΥΙΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ “ΑΜΛΕΤ” με τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη στο ανακαινισμένο κι ανανεωμένο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Posted by grafei on 14:28 in Θέατρο, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα

%ce%b1%ce%bc%ce%bb%ce%b5%cf%84%ce%b1%cf%83%cf%80%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%bf%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b1%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%b1%ce%ba%ce%bb%ce%b5 

 

 

από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Ένας Άμλετ πανομοιότυπος με τους άλλους, χωρίς καμία έκπληξη, για το φόβο των …ρασοφόρων ίσως, των τα φαιά φορούντων, των υπερμάχων της ηθικής (των άλλων), των σχιζόντων τα ιμάτια για την τιμιότητα (των άλλων, ποτέ τη δική τους)…

Ο Γιάννης Κακλέας είναι συνηθισμένος σε πρωτοποριακά θεάματα, με κίνηση μεγάλου πλήθους, με λατρεία της γυμνότητος ή της ημιγυμνότητος έστω (για να μην τον συγκρίνουμε ατυχώς και με τον Κωνσταντίνο Ρήγο)… Ο Κακλέας ξέρει όσο κανένας άλλος να θεατροποιεί με γνώμονα την αισθητική των κόμικς, είναι φιλελεύθερος και ανοικτός στις προκλήσεις των καιρών μας.

Έτσι πήγα κι εγώ ο έρμος να δω κάτι το προκληκτικό, το καινούργιο, το …νέο (ν) έστω. Αντ’ αυτού είδα μια απολύτως συμβατική παράσταση που θα μπορούσε να σταθεί σε οποιοδήποτε επαρχιακό θέατρο χωρίς να προκαλεί τα ήθη και τα έθιμα της περιοχής, χωρίς να θίγει πρόσωπα και καταστάσεις, χωρίς να υπαινίσσεται καν το παρακμιακό και τριτοκοσμικό στοιχείο της μυθικής Δανιμαρκίας, που βιώνει (στο έργο του Σαίξπηρ) μια κρίση ανάλογη με αυτήν που βιώνει η Ευρωπαϊκή ΈΝΩΣΗ σήμερα. Κρίση θεσμών, κρίση αξιών, κρίση του Δυτικού Πολιτισμού που θεμελιώθηκε πάνω στον Ελληνορωμαϊκό Πολιτισμό και στη Χριστιανοσύνη.

Από αυτή την άποψη το κείμενο είναι απολύτως επίκαιρο, ακόμα και σε αυτή τη δειλή και συνεσταλμένη θα έλεγα παράσταση. Το αξιοπερίεργο με τα έργα του Σαίξπηρ είναι ότι αντέχουν και σε ερασιτεχνικές, σχολικές, σχολαστικές, ακαδημαϊκές και άνευ ουσίας παραστάσεις. Είναι τρανή απόδειξη ότι στο θέατρο «εν αρχή ην ο Λόγος».

Έτσι λοιπόν σας προτείνω να δείτε αυτή την παράσταση, χωρίς όμως ιδιαίτερες προσδοκίες. No expectations! Δεν είναι ο Κακλέας που γνωρίζετε, αλλά ένας άλλος, μεταλλαγμένος και …εμπορικός. Σημεία των καιρών; Ή μήπως «πενία τέχνας απεργάζεται»; Ποιος ξέρει; Μπορεί μια μέρα να σκηνοθετήσει και τη Ντενίση. Η Αλίκη πρόλαβε και πέθανε!!!

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

Info:

http://www.dithepi.gr/el/events/?eid=4406

ΟΥΙΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ ΑΜΛΕΤ με τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη

σκηνοθεσία Γιάννης Κακλέας

Τα άλλα είναι σιωπή…..

το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά παρουσιάζει τον Άμλετ του Ουίλλιαμ Σαίξπης, με τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη στον ομώνυμο ρόλο και σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα. Πρεμιέρα 10 Νοεμβρίου. Διάρκεια παραστάσεων έως 22 Ιανουαρίου 2017.

Ο Άμλετ –το αριστούργημα της παγκόσμιας δραματουργίας– είναι ένα κείμενο που καταγράφει όλη την ηθική περιπέτεια ενός ανθρώπου λαμπερής ευφυΐας και αστραφτερής ευφράδειας, ενός ανθρώπου που έχει το εύρος να θέτει καίρια ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης και στον Σαίξπηρ τα δύσκολα ερωτήματα υπονομεύουν ή ακυρώνουν παντελώς τις εύκολες απαντήσεις. Καταφέρνουν όμως να διεισδύσουν βαθύτερα στο νόημα μιας θεμελιώδους απορίας και να κάνουν τον κόσμο των ηθικών επιλογών μας πιο αινιγματικό , πιο επικίνδυνο και οριακά πιο θαυμαστό. Αυτή η ικανότητα και η τόλμη να θέτει θεμελιακά ερωτήματα κάνει τον Σαίξπηρ τον «φιλόσοφο των ανθρωπίνων δυνατοτήτων».

Ο Άμλετ είναι ένα έργο που καταφέρνει να διεισδύσει στην καρδιά του «μελαγχολικού πρίγκιπα» , να καταγράψει το φάσμα των συναισθημάτων του, να κερδίσει τη δύσκολη μάχη της έκφρασης και να πεθάνει τον δυσκολότερο θάνατο. «Τα άλλα είναι σιωπή». Και το δικαίωμά μας σε αυτή τη σιωπή, τη σιωπή μιας βαθύτερης κατανόησης του εαυτού μας

και του άλλου, την κατέκτησε για λογαριασμό μας ο Άμλετ.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία — Γιάννης Κακλέας

Μετάφραση — Διονύσης Καψάλης

Σκηνικά — Μανόλης Παντελιδάκης

Κοστούμια — Ηλένια Δουλαδίρη

Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος

Μουσική — Σταύρος Γασπαράτος

Χορογραφίες / Κίνηση Α.Τοπουλίδου

Στο ρόλο του Άμλετ ο  Κωνσταντίνος Ασπιώτης

Παίζουν οι ηθοποιοί — Ευγενία Δημητροπούλου, Θανάσης Δήμου, Ιερόνυμος Καλετσάνος, Στέργιος Κοντακιώτης Στέλιος Ξανθουδάκης, Χρήστος Σαπουντζής, Ιβάν Σβιτάιλο, Έλενα Τοπαλίδου, Γιάννης Τσεμπερλίδης, Τζεφ Μαράουι

 

«Γκρέτα», ένα ενδιαφέρον κείμενο του Μιχάλη Σπέγγου από τον θίασο «Καθρέφτης» της Πέπης Οικονομοπούλου στο θέατρο Τόπος Αλλού

Posted by grafei on 13:54 in Θέατρο, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

 

Ή το δικαίωμα να αποφασίζουμε για την ανθρώπινη ζωή …τών άλλων

greta_topos_allou 

 

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Το δικαίωμα της Ελευθερίας, προϋποθέτει την αναγνώριση Ισότητα και την απόδοση Δικαιοσύνης, χωρίς προκαταλήψεις, στεγανά και προκλήσεις, χωρίς μισαλλοδοξία και προλήψεις. Δύσκολο θα μου πείτε… Ναι, σε έναν πλανήτη που σπαράσσεται από θρησκευτικές έριδες και εμφύλιους πολέμους, όταν οι ενδο-οικογενειακές διαμάχες λαμβάνουν ομηρικές διαστάσεις, πολλές φορές για ένα χωραφάκι, μια ελιά, μια πέτρα ξεθεμελιωμένη, ή ακόμα και «περί όνου σκιάς» ο λόγος. Μάλιστα. «Επί Γης Ειρήνη, εν ανθρώποις Ευδοκία» ευαγγελίστηκε ο Θεάνθρωπος δυο χιλιάδες χρόνια πριν, όμως ακόμα δεν καταφέραμε να εμπεδώσουμε και να εφαρμόσουμε τις επιταγές του.

Και καλά να κρίνουμε, να κατακρίνουμε και να δικάζουμε τους άλλους «αβρόχοις ποσί» κι «εξ απαλών ονύχων» χωρίς να μας έχει διορίσει κανείς δικαστές, ή – έστω – ενόρκους. Όταν όμως από τις κρίσεις, τις επικρίσεις ή τις κατακρίσεις μας εξαρτάται η ζωή ενός άλλου, του κατηγορούμενου, του «αποδιοπομπαίου φαρμακού» συνήθως, του «αίροντος τα αμαρτίας του Κόσμου», τότε δεν έχουμε κανένα ανθρώπινο ή θείο ηθικό δικαίωμα να κραυγάζουμε «Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν». Κι όχι μόνον διότι «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω», αλλά και γιατί ειδικά τότε, αν υποθέσουμε ότι είμαστε αναμάρτητοι, οφείλουμε να έχουμε κατακτήσει την επίγνωση της ανθρώπινης συνθήκης. Και δεν λέω να αγιάσουμε εν ζωή (κάποιος παραδειγματισμός κι ένα μάθημα χρειάζεται πού και πού), αλλά άλλο είναι μια προσωρινή τιμωρία για παραδειγματισμό κι άλλο η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής με προσχηματικές δηλώσεις κι αφετηρίες. Ακόμα και στους κατά συρροήν δολοφόνου (κοινώς serial killers) που έχουν ομολογήσει κι έχουν αποδειχθεί οι κακουργηματικές τους πράξεις πέραν πάσης αμφιβολίας, ακόμα κι εκεί υπάρχει η (απειροελάχιστη έστω) πιθανότητα της Φώτισης, της ειλικρινούς Μεταμέλειας, της Επανόρθωσης. Μα πώς μπορείς να επανορθώσεις για έναν φόνο; Δεν ξέρω. Ίσως σώζοντας χιλιάδες ανθρώπινες ζωές. Προσφέροντας ένα μάθημα Ζωής στους συνανθρώπους σου…

Αυτή είναι η προβληματική κάτω από το σφύζον και παλλόμενο κείμενο «Γκρέτα» του Μιχάλη Σπέγκου, που σκηνοθέτησε η πολύ έμπειρη Πέπη Οικονομοπούλου με την ομάδα της «Καθρέφτης». Η διαδραστική συμμετοχή του κοινού που ψηφίζει στο τέλος για την θανατική καταδίκη του επί σκηνής φονιά και κακούργου και συνειδητού εγκληματία κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν, βγάζει κάθε βράδυ κι άλλα αποτελέσματα, αλλά συνήθως (απ’ ότι μας πληροφόρησε η υπεύθυνη της κάλπης που έχει στηθεί στην έξοδο τού θεάτρου) «ΑΘΩΟΣ – ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» με ισχνή πλειοψηφία έναντι τού «ΈΝΟΧΟΣ-ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ». Πολύ ενδιαφέρον! Είμαστε λοιπόν τόσο ανεκτικοί ως κοινωνία ή μήπως το θεατρόφιλο κοινό είναι περισσότερο υποψιασμένο από το τηλεορασόπληκτο; Δεν ξέρω. Πιστεύω ότι είμαστε ευγενείς και φιλόξενοι ως κοινό, ελεήμονες και η εν-συναίσθηση ένα από τα κύρια προτερήματά μας.

ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ Ο ΦΟΝΙΑΣ ΑΘΩΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΑΠΟΛΥΤΗ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ ΑΛΛΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΣΚΕΠΤΙΚΑ, έτσι όπως εκφράζονται από τα πέντε μέλη του αυτοσχέδιου και ακούσιου σώματος ενόρκων (λες και μας ρωτάνε όταν μας κληρώνουν ως ενόρκους στο Κακουργιοδικείο – έχω πάει και ξέρω πόσο δύσκολη είναι η θέση ενός ενόρκου – εκεί αποφασίζεις με το χέρι στην καρδιά, με υγιές ένστικτο και καθαρή συνείδηση, αφού προηγουμένως βάλεις βεβαίως  τον εαυτό σου στη θέση του κατηγορουμένου).

Η ΑΥΤΟΔΙΚΙΑ, ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ ή μη, είναι κατακριτέα σε όλους τους ανθρώπινους εξελιγμένους πολιτισμούς.

Όλοι οι συντελεστές ήταν υπέροχοι:

Σκηνοθεσία – σκηνογραφική επιμέλεια: Πέπη Οικονομοπούλου

Διανομή:

Βασίλης Καρατζάς: Γιώργος Κατσίγιαννης

Γκρέτα: Έφη Λιάλιου

Αναλίζα Κροίσου: Γίτσα Γιωργοπούλου

Βαγγέλης Ευαγγέλου: Στέλιος Νικολαϊδης

Μιχάλης Ραζής: Αλέξανδρος Κλειμόπουλος

Ηλίας Μακρής: Δημήτρης Σιγανός

Γιάννης Αυδίκος: Νικήτας Χολόγκιτας

Ελπίδα Δημητράκη: Έλενα Παπαβασιλείου

Γιώργος Ζορμπάς: Μάνθος Καλαντζής

Μάρτυρες (σε video): Ειρήνη Ιγγλέση – Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος

Δημοσιογράφος (σε video): Άντζυ Βασιλείου

Βοηθός Σκηνοθέτη: Άντζυ Βασιλείου.

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

 

 

 

 

α μ ά ρ α ν τ α στο θέατρο Faust:

Posted by grafei on 13:13 in Θέατρο, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

μια κωμωδία της bijoux de kant σε κείμενα Παύλου Μάτεσι και Γλυκερίας Μπασδέκη.

%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%b8%ce%b5%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%bffaust

 

 

 

από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα.

Σε αυτό το θέατρο τα τελευταία χρόνια βλέπω μόνο ποιοτικές παραστάσεις. Με κορυφαίο πρωταγωνιστή τον Αλέκο Συσσοβίτη και συμπράττοντας με μεγάλα ονόματα του Ελληνικού μας Θεάτρου, όπως η Ρούλα Πατεράκη κι η Μάνια Παπαδημητρίου, βλέπω  πρωτότυπα, άγνωστα εν πολλοίς κείμενα, ή πρωτοπόρες δραματοποιήσεις τους, σε έναν τόνο νουάρ και με αισθητή απόκλιση προς το θεατρικώς αιρετικόν, εκπλήσσομαι και παρακολουθώ με κομμένη την ανάσα παραστάσεις, όπως η «Κραυγή» (Αλέκος Συσσοβίτης – Μάνια Παπαδημητρίου) ή τώρα «Αμάραντα» σε μια υπέροχη σκηνοθεσία, μέσα σε έναν απολύτως αληθοφανή σκηνικό διάκοσμο, όπου δραματοποείται και εικονοποιείται ως λειτουργικό δράμα (stationen drama) η ζωή των μπουλουκτσήδων στην Ελλάδα του προηγούμενου αιώνα.

            Μαύρη κωμωδία από την bijoux de kant σε κείμενα Παύλου Μάτεσι και Γλυκερίας Μπασδέκη εικονογραφημένη από τον Κωνσταντίνο Σκουρλέτη που υπογράφει τα σκηνικά και την Χριστίνα Θανασούλα που υπογράφει τους φωτισμούς. Σκηνοθέτης ο Γιάννης Σκουρλέτης και παίζουν οι εξαίρετοι

Ηθοποιοί:

Αλέκος Συσσοβίτης
Μαρία Πανουργιά
Μπέττυ Βακαλίδου
Αλέξανδρος Παπαϊωάννου

ΧΑΙΡΟΜΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΕΠΙΠΕΔΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΝΑ ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΤΑΙ ΈΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΣΦΡΙΓΗΛΟ, ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΜΕ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΑΠΤΟΝΤΑΙ τής ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ, τής ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, τής ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ και τής ΙΣΟΤΗΤΑΣ τών ανθρώπων απανταχού τής Γης.

ΔΕΙΤΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ  ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ. Μέσα από το μαύρο αναδύεται η χαρά της ζωής και μέσα από την πιο γκρίζα συννεφιά η ΑΙΩΝΙΑ ΑΝΑΤΟΛΗ μιας καινούργιας μέρας για την Ανθρωπότητα.

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

INFO:

http://www.faust.gr/%CE%B1-%CE%BC-%CE%AC-%CF%81-%CE%B1-%CE%BD-%CF%84-%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-bijoux-de-kant/

Έργο:
α μ ά ρ α ν τ α
μια κωμωδία της bijoux de kant σε κείμενα Παύλου Μάτεσι και Γλυκερίας Μπασδέκη

Ηθοποιοί:
Αλέκος Συσσοβίτης
Μαρία Πανουργιά
Μπέττυ Βακαλίδου
Αλέξανδρος Παπαϊωάννου

Συντελεστές:
Σκηνοθεσία: 
Γιάννης Σκουρλέτης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ηλέκτρα Ελληνικιώτη
Σκηνογραφία: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Βοηθός σκηνογράφου: Νίκος Παπαδόπουλος
Επικοινωνία: Άρης Ασπρούλης

Παραστάσεις:
Από 22 Δεκεμβρίου 2016
Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο 21.00
Κυριακή 19.00
(εκτός από τις 24 & 31 Δεκεμβρίου)

Τιμές Εισιτηρίων:
Κανονικό: 12€
Φοιτητικό, ανέργων: 10€
Ατέλειες: 5€

Προπώληση:
Viva

ΑΠΟ 22 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
ΠΕΜΠΤΗ, ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ & ΣΑΒΒΑΤΟ ΣΤΙΣ 21:00
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΙΣ 19:00

Ο Μέμος (Αλέκος Συσσοβίτης)  ένας περιφερόμενος μπουλουκτζής, έχει μόλις κηδέψει τον για χρόνια συνεργάτη και σύντροφό του Στάμο (Αλέξανδρος Παπαϊωάννου). Μην έχοντας συνέλθει ακόμα από την πρόσφατη απώλεια, προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια του για να ανέβει στη σκηνή και να παίξει για πρώτη φορά μόνος. Μαζί του, αυτή την παράξενη και ταραγμένη νύχτα, στο παρασκήνιο του τσίρκου, βρίσκεται και η Μερόπη (Μαρία Πανουργιά), πρώην σύζυγος του Στάμου και άσπονδη φίλη του Μέμου. Μια παράξενη βουή πλησιάζει, το κοινό είναι ταραγμένο και η νεκρή καλλιτέχνις Αντώνα (Μπέττυ Βακαλίδου) αφηγείται τους θανάτους της έναν προς ένα, λίγο προτού βγει ο Μέμος στη σκηνή.

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Στα «Αμάραντα» παρακολουθούμε ένα θίασο ζώντων και νεκρών στην έσχατη παράστασή τους: ο Μέμος, ο Στάμος, η Μερόπη, η νεκρή καλλιτέχνις Αντώνα λίγο πριν τους φάνε τα σκυλιά.

Με υλικά όλα εκείνα τα θεμελιώδη συστατικά που συνθέτουν τα θεατρικά σύμπαντα του Παύλου Μάτεσι και της Γλυκερίας Μπασδέκη, η bijoux de kant επιχειρεί τη δημιουργία του εθνικού μας πορτρέτου: φαιδροί, βαρυπενθούντες, από χρόνια πεθαμένοι και πεινασμένοι φτωχοδιάβολοι, που προσπαθούν να αναπαραστήσουν τα συντρίμμια του εαυτού τους.

Ένας αποτυχημένος μπουλουκτζής, ο Μέμος, μια τρομοκρατημένη γυναίκα, η Μερόπη: άνθρωποι που δεν πονούν καθόλου ή πονούν πολύ, δεν φοβούνται καθόλου ή φοβούνται υπερβολικά, πρόσωπα χωρίς ξεχωριστή ατομικότητα που εκπροσωπούν κοινωνικούς ρόλους και ψυχισμούς αρχετυπικούς. Και δίπλα τους ο νεκρός μπουλουκτζής Στάμος και η πολλάκις νεκρή καλλιτέχνις Αντώνα: πλάσματα μυθολογικά, σε επικοινωνία με αόρατες δυνάμεις και αγγέλους.

Με τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην Τέχνη να απουσιάζουν, ακριβώς όπως και τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου, τα «αμάραντα» συμβαίνουν στο παρασκήνιο ενός τσίρκου. Όμως ο κόσμος της παράστασης δεν επιθυμεί να είναι λογικός, αλλά υπερ-λογικός, να έρχεται από την προϊστορία και τα παραμύθια και να καταλήγει σε αινιγματικές πράξεις βίας και θανάτου που έχουν χαρακτήρα τελετουργικό. Οι πράξεις αυτές, παρά τη σκληρότητά τους εκπέμπουν μια περίεργη ομορφιά, που τελικά λυτρώνει.

 

ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Mόνο ως κωμωδία αντέχεται το βαθύ αυτό δράμα τσίρκου που έγραψαν ο Μάτεσις και η Μπασδέκη, και μαζί και χώρια. Όλοι πεινάνε σ’ αυτή την κωμωδία που θα μπορούσε να είναι και θρηνητικός κομμός της αειπαρθένου Ελλάδος. Mια πείνα που πέφτει σαν επιδημία στο στοιχειωμένο αυτό μπουλούκι φέρνοντας γέλια έως δακρύων. Ζωντανοί και νεκροί, θεατρίνοι και θεατές πάντα αμάραντοι και δαφνοστεφείς -πάντα προς την νίκην.

Αγάπησα πολύ τον Μέμο, τον Στάμο, την Μερόπη, την νεκρή καλλιτέχνιδα Αντώνα. Κι ακόμη πιο πολύ αυτά τα λυσσασμένα σκυλιά που πεινάνε σα χώρα.

– Έπρεπε να γελάσω μαζί τους για να μην κλάψω μόνος μου.
Γιάννης Σκουρλέτης

 

ΦΑΥΣΤΑ του Μποστ με την εξαίρετη, εκπληκτική, μοναδική, ανεπανάληπτη Ελένη Κοκκίδου

Posted by grafei on 10:13 in Θέατρο, Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

σε μια άνευ προηγουμένου παράσταση σε σκηνοθεσία Μάρθας Φριντζήλα στο θέατρο Προσκήνιο, της οδού Καπνοκοπτηρίου 8, με ένα επιτελείο εκλεκτών πρωταγωνιστών.

%cf%86%ce%b1%cf%85%cf%83%cf%84%ce%b11

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Έχω δει πολλές παραστάσεις αυτού του έργου, παιδιόθεν (το προνόμιο της μέσης ηλικίας: τα έχεις δει σχεδόν όλα, αλλά πάντα υπάρχει πεδίο λαμπρόν για την έκπληξη). Το έργο γράφτηκε τη χρονιά που γεννήθηκα, το 1962, προοριζόμενο για τον Κάρολο Κουν, που ποτέ δεν απάντησε στον απογοητευμένο χιουμορίστα συγγραφέα με το ψευδώνυμο Μποστ. Δεν το κατάλαβε; Ο τόνος ήταν ανοίκειος στα ήθη και τα έθιμα του Θεάτρου Τέχνης; Δεν το πιστεύω, ειδικά μετά από τόσες επιτυχημένες παραστάσεις Αριστοφάνη…

Όπως και να έχει, η «Φαύστα» είναι ένα κλασικό πλέον έργο του νεοελληνικού δραματολογίου μας, δοκιμασμένο στο Χρόνο, πετυχημένο και προπαντός επίκαιρο. Ειδικά η πολιτική θεωρία που αναπτύσσεται για την υπέρ-φορολόγηση των φτωχών και τη φοροαπαλλαγή των πλουσίων !!! Μήπως η Ζωή αντιγράφει την Τέχνη. Ή μήπως οι καλλιτέχνες, εκτός από μάρτυρες του καιρού τους είναι και προφήτες; Εκτός αν η Ιστορία όντως επαναλαμβάνεται και οι κρίσεις ανακυκλώνονται με μικρά διαλείμματα ψευδο-ευημερίας. Δεν ξέρω. Το μόνο που μένει πριν αναχωρήσουμε από τον μάταιο τούτο κόσμο είναι μόνον εκείνο που δεν δύναται να φορολογηθεί: η Αγάπη, το χιούμορ, η αλληλεγγύη, η προσφορά στον πλησίον και στο κοινωνικό σύνολο.

Είχα δει και την παράσταση της Φαύστας στο θέατρο Στοά με την εκπληκτική Κοραλία Τσόγκα ως «ευγενές Ριτσάκι», σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου. Από εκείνη την παράσταση που έχει μείνει ένας μονότονα επαναλαμβανόμενος δεκαπεντασύλλαβος, αποτελεσματικός εν τούτοις. Συγχαίρω τώρα τη Μάρθα Φριντζήλα γιατί απέφυγε την πεπατημένη και χωρίς καμία ευκολία ή μανιέρα έστησε ένα σύγχρονο θεατρικό κόμικ, απολύτως επίκαιρο, σα να έχει γραφτεί μόλις σήμερα. Συγχαρητήρια επίσης αξίζουν στον Άγγελο Παπαδημητρίου για τα σκηνικά, τα κοστούμια και την όλη «Όψιν» αυτής της απολαυστικής παραστάσεως.

Εκείνη που έδωσε όμως κυριολεκτικά τα ρέστα της ήταν η πληθωρική, η μοναδική, η μεταμορφωσιακή, η ανεπανάληπτη Ελένη Κοκκίδου. Η ερμηνεία της είναι πέρα από κάθε περιγραφή. Όπως τα φυσικά φαινόμενα. Τα βιώνεις ή δεν τα βιώνεις. Τα αντέχεις ή δεν τα αντέχεις. Όταν όμως βγεις σώος από αυτά [αστειεύομαι] βγαίνεις σοφότερος και πλουσιότερος, με υπερχειλίζουσα χαρά της ζωής και ζωτική ενέργεια απαράμιλλον.

Εθαύμασα επίσης τον Κώστα Μπερικόπουλο στον ρόλο της Μαριάνθης. Παρά την αναγκαστική σχηματικότητα και περιγραφικότητα αυτής της καρικατούρας που εκλήθη να ερμηνεύσει, ο καλός αυτός ηθοποιός έγραψε ανεξίτηλα στη μνήμη μας ένα δεύτερο πρόσωπο, που σε άλλες παραστάσεις δεν το προσέχουμε ίσως καν.

Όλοι όμως οι ηθοποιοί ήταν υπέροχοι: ο Τάσος Γιαννόπουλος ως τυπικός Ελληνάρας Γιάννης, ο Βαγγέλης Χατζηνικολάου ως Ριτσάκι με μούσια, που έμοιαζαν με φύκια (λόγω ξανθότητος – δεν νομίζω να έτρεξε πολύ οξυζενέ, εκ του φυσικού …ξανθός), καθώς και το τρίδυμο: Μενέλαος Χαζαράκης, Γιώργος Γιαννακάκος και Γιώργος Οικονόμου (περιελίχθησαν γύρω από τα κύρια πρόσωπα με φιδίσια επιτηδειότητα, κλέβοντας σε πολλά σημεία την παράσταση).

Πρόβλεψη θεατρολόγου κι έμπειρου κριτικού: αυτή η παράσταση θα παίζεται για χρόνια. Άντε και στην Επίδαυρο, με Αριστοφάνη, Μένανδρο ή άλλους, μεταγενέστερους και – γιατί όχι – συγχρόνους (του εαυτού μου μη εξαιρουμένου, θέτω υποψηφιότητα συγγραφής πρωτότυπου θεατρικού έργου γι’ αυτό το λειτουργικό απολαυστικό σχήμα).

Μην την χάσετε αυτή την παράσταση. Όσο η Κρίση βαθαίνει, τόσο το χιούμορ ανεβαίνει κι η θεατρική του έκφραση είναι η ιαματικοτέρα. Οι τεχνίτες του Διονύσου θεραπεύουν ψυχές και σώματα (μηδέ των κορμιών εξαιρουμένων – το γέλιο ξεβουλώνει… γενικώς – μετά δεν χρειάζονται καθάρσια και δαμάσκηνα).

Σοβαρά τώρα, είναι σπάνιες οι φορές που εκπλήσσομαι. Ως άνθρωπος που βλέπω 300 παραστάσεις το χρόνο, συνήθως ασκούμαι στο να κοιμάμαι με τα μάτια ανοιχτά! Όμως αυτή τη φορά έκλαιγα από τα γέλια. Κι ο ποιητής Γιώργος Χρονάς δίπλα μου, δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του, αρμονικώς εκφερόμενα όπως ο κλαυσίγελως της Ελένης Κοκκίδου επί σκηνής.

Παρατήστε την ψυχανάλυση και τρέξτε στο θέατρο Προσκήνιο, επί της οδού Καπνοκοπτηρίου 8 & Στουρνάρη (παν στουρνάρι …δεκτόν).

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

 

 

Μία ακόμα Φαύστα…;

 

Μεταφράζοντας το Νάσο Βαγενά στα γαλλικά: «Πεδίον Άρεως» και «Βάρβαρες Ωδές».

Posted by grafei on 09:39 in Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 0 comments

από την Αγγελική Σιδηροπούλου, Πτυχιούχο Μεταφράστρια-Ερευνήτρια

Υποψ. Διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου

%ce%b2%ce%b1%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%b1%ce%bc%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%84%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%b9%cf%8c%ce%bd%ce%b9%ce%bf

Η παρούσα προσέγγιση και μεταφραστική κατάθεση  βασίζεται στην πτυχιακή μας εργασία, η οποία εκπονήθηκε το 2007 στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και  Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Στα πλαίσια της εν λόγω πτυχιακής εργασίας κληθήκαμε να μεταφράσουμε πενήντα ποιήματα του Νάσου Βαγενά από τα ελληνικά στα γαλλικά και συγκεκριμένα, το ποιητικό σώμα των συλλογών «Πεδίον Άρεως» και «Βάρβαρες Ωδές». Η εν λόγω εργασία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ερευνητή καθώς αποδεικνύει, πώς μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη η μεταφραστική θεωρία του Ν. Βαγενά, όπως έχει αποκρυσταλλωθεί κυρίως στο πόνημά του «Ποίηση και Μετάφραση».

Η ποιητική φωνή του Νάσου Βαγενά γοητεύει για πολλούς λόγους. Ο ποιητής εμπνέεται από τη φύση (νύχτα, σελήνη, θάλασσα, ουρανός, δέντρα, αέρας, ήλιος, φως…) και χρησιμοποιώντας την ως έρεισμα ξετυλίγει τον ποιητικό και ενίοτε διανοητικό του στοχασμό. Ξεκινά δηλαδή από θέματα ειδυλλιακά για να οικοδομήσει, στη συνέχεια, γύρω από αυτά έναν λόγο συναισθηματικά αποφορτισμένο, που προσιδιάζει περισσότερο στον δοκιμιακό. Συχνά μάλιστα, η έκφρασή του προδίδει την διανοητική της σύλληψη και εκτέλεση.

Το «Πεδίον Άρεως» αποτελεί την πρώτη ποιητική γέννα του ποιητή και κυκλοφόρησε το 1974, από τις εκδόσεις Γνώση. Η θεματολογία του κινείται γύρω από μια οδυνηρή καθημερινότητα κοινωνικής αδικίας. Τα θέματα που επανέρχονται είναι η προδομένη πατρίδα και τα νεανικά όνειρα που διαψεύστηκαν. Κυριαρχεί ένα αίσθημα απογοήτευσης, ενώ με όχημα τον ποιητικό λόγο εκφράζεται ένα δριμύ πολιτικό κατηγορώ. Ο ποιητής επιζητά να «διορθώσει» την ιστορική μνήμη και προτείνει μία τροποποιημένη έννοια της πατρίδας. Επίσης, προβαίνει σε μία ειρωνική και κριτική ανάπλαση του ρομαντικού σολωμικού αποσπάσματος με σκοπό την αμφισβήτηση του σύγχρονου πνευματικού κατεστημένου. Τόσο μέσα από τους στίχους του όσο και μέσα από τον δοκιμιακό του λόγο υπογραμμίζει ότι η σύγχρονη μεταμοντερνιστική ποίηση οφείλει να απεγκλωβιστεί από την «ελευθερία» του ελεύθερου στίχου. Όσον αφορά τον τίτλο της συλλογής «Πεδίον Άρεως», η Μαντώ Μαλάμου[1] αναγνωρίζει σε αυτόν το πεδίο μιας αέναης πάλης ανάμεσα στον έρωτα και στο θάνατο, μιας πάλης που, ομολογουμένως, είναι διαρκώς παρούσα στην ποίηση του Βαγενά.

Αυτή η διηνεκής πάλη αντικατοπτρίζεται με γλαφυρό τρόπο στη συλλογή «Βάρβαρες Ωδές» που κυκλοφόρησε το 1992 από τις εκδόσεις Κέδρος. Εδώ, ο ποιητής συνδυάζει με εντελώς απροσδόκητο τρόπο την επιθανάτια αγωνία και τον άκρατο ερωτισμό. Η γυναικεία ομορφιά εμφανίζεται ως κάτι το μυστικιστικό, το υπέρτατο και θεϊκό που πληγώνει όποιον τολμά να την αγγίξει. [2] Ο έρωτας βιώνεται ως μια τραυματική εμπειρία. Ενίοτε, λαμβάνει χώρα ένα αιματηρό τελετουργικό θυσίας δια του οποίου, το ποιητικό υποκείμενο προετοιμάζεται για την έλευση του θανάτου. Ακόμη, σε πολλά από τα ποιήματά του, εμφανίζεται η έννοια του λαβυρίνθου μέσα στον οποίο γίνεται η μεταμόρφωση όσων τολμήσουν ή όσων υποχρεωθούν να εμπλακούν.

Ο Βαγενάς μετέρχεται μία πληθώρα τεχνικών προκειμένου να εκφράσει το ποιητικό του βίωμα (μεταφορά, παρήχηση, ειρωνεία, υπερβολή, αναφορά, έμμετρος στίχος, τεμαχισμένος λόγος). Όπως είδαμε, στο «Πεδίον Άρεως» αναπλάθει το σολωμικό απόσπασμα. Από την άλλη, οι «Βάρβαρες Ωδές» μας παραπέμπουν στις Ωδές του Κάλβου, ενώ η διάταξη των ποιημάτων σε τετράστιχες στροφές, με τρεις μεγάλους και έναν μικρότερο στίχο, αποτελεί στοιχείο της σαπφικής ποίησης. Διαπιστώνουμε λοιπόν, την προσπάθεια του ποιητή να συγκεράσει με τρόπο γόνιμο την παράδοση και τον μοντερνισμό.

Παρά τη σκοτεινότητά της, η ποίηση του Βαγενά γοητεύει επειδή πραγματεύεται επίκαιρα και πανανθρώπινα θέματα. Ο ποιητικός του λόγος μας δίνει την αίσθηση ότι το ποίημα γεννιέται τη στιγμή ακριβώς που το διαβάζουμε. Ακούμε τη φωνή του ποιητή, νιώθουμε την πένα του να πάλλεται, τους στίχους να θέλουν να βγουν έξω απ’ το χαρτί. Οι εικόνες του είναι τόσο ζωντανές που παρασύρουν τον αναγνώστη στις δίνες των στίχων. Ενίοτε, η ποίησή του μπορεί να είναι μυστηριακή και φρικιαστική συνάμα, μία ποίηση που θυμίζει θρίλερ. Εδώ, όλα είναι αναμενόμενα, ακόμα και οι πιο απροσδόκητες προσωποποιήσεις και μεταφορές, ακόμα και οι πιο αντικανονικές λεξιλογικές συνάψεις. Αυτός είναι και ο λόγος που η ποίησή του αποτελεί μία πρόκληση για τον μεταφραστή, μία προσπάθεια να πειραματιστεί να δει εάν η ξένη γλώσσα μπορεί να αντέξει το βάρος αυτών των λεξιλογικών συνάψεων και κατά πόσο αυτές μπορούν να λειτουργήσουν με τον ίδιο τρόπο στην ξένη γλώσσα.

Εκείνο που ενδιαφέρει πρωτίστως σε μία μετάφραση, είναι εάν το μετάφρασμα είναι αντάξιο ή ισοδύναμο με το πρωτότυπο. Το συγκεκριμένο ερώτημα αποτελούσε ανέκαθεν, πηγή πικρίας και απογοήτευσης για τους μεταφραστές καθώς συνδέεται με την θεώρηση της μετάφρασης ως αδυνατότητα και προδοσία. Ο Θερβάντες είχε πει χαρακτηριστικά[3] «Μου φαίνεται ότι, μεταφράζοντας από μια γλώσσα σε μια άλλη […] κάνουμε ακριβώς σαν κι αυτόν που κοιτάζει τις ταπισερί της Φλάνδρας απ’ την ανάποδη: μπορεί να δει τις φιγούρες τους, αλλά είναι γεμάτες κλωστές που τις κάνουν να φαίνονται συγκεχυμένες, με αποτέλεσμα να μην τις βλέπει τόσο ζωηρές όσο δείχνουν από την καλή.», ενώ ο Μπουαλώ «Η Δεσποινίς ντε Λαφαγιέτ, η πιο πνευματώδης και καλλιεπής γυναίκα της Γαλλίας, συνέκρινε τον ανόητο μεταφραστή με έναν λακέ τον οποίο στέλνει η κυρία του να κάνει φιλοφρόνηση σε κάποιον˙ αυτό που η κυρία του θα το έλεγε με αβρότητα, ο λακές θα το εκχυδαϊσει, θα το διαστρεβλώσει…». Επίσης, η Μαντάμ ντε Σταλ: «Μια μουσική γραμμένη για ένα όργανο δεν εκτελείται επιτυχώς σε όργανο άλλου τύπου.».

Ωστόσο, όπως επιχειρηματολογεί ο κ.κ. Γ. Κεντρωτής, ενώ η μετάφραση της ποίησης λαμβάνει χώρα εδώ και χιλιάδες χρόνια, σχεδόν άμα τη γεννήσει του κόσμου, οι θεωρητικοί της μετάφρασης επιμένουν να εθελοτυφλούν[4] και να θέτουν επί ματαίω αυτό το, ανούσιο ερώτημα, ήτοι «εάν μεταφράζεται η ποίηση». Αφορμή για το εν λόγω ερώτημα είναι η δυσκολία που ενέχει η μετάφραση της ποίησης, καθότι διαφοροποιείται καίρια από τη μετάφραση οποιουδήποτε άλλου κειμένου. Και αυτό διότι ο ποιητής μετέρχεται ένα ιδιαίτερο είδος λόγου, το οποίο περιλαμβάνει σχήματα λόγου, αυθαίρετη χρήση των γλωσσικών σημείων καθώς και επινόηση νέων γλωσσικών σημείων˙ με άλλα λόγια, μία γλώσσα που βρίσκεται στο επέκεινα της συνηθισμένης γλώσσας, «βρίσκεται και μορφώνεται έξω από τη βουλγάτα που μιλάμε όλοι μας […].»[5]

Τέλεια μετάφραση ενός ποιήματος δεν υπάρχει, καθότι σε κάθε μονάδα μετάφρασης είναι αδύνατο να ληφθούν υπόψη όλες οι παραδηλωτικές και καταδηλωτικές παράμετροι (σύμβολα, συνειρμοί, πολιτιστικές αναφορές, ηχητικοί συνδυασμοί κ.λπ.). Το αποτέλεσμα θα είναι πάντα μια προσπάθεια προσέγγισης του πρωτοτύπου με στόχο το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα και τη βελτίωση του ποσοστού πιστότητας. Σύμφωνα με τον Ελύτη, όσο ικανός κι αν είναι ο μεταφραστής της ποίησης, δεν κατορθώνει να περάσει στη γλώσσα-στόχο παρά το 20- 30% περίπου του πρωτοτύπου. Εντούτοις, παρά τα εμπόδια, «πάντα θα παλεύει να αποκαλύψει στους αναγνώστες ενός άλλου γλωσσικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος «τα των ουρανίων», να μεταβιβάσει τις αλήθειες και τα θαύματα που αποκαλύφθηκαν στη δική του ψυχή».[6]

Εάν αποδεχόμασταν μοιρολατρικά το ανέφικτο της μετάφρασης της ποίησης, τότε η ποιητική φωνή πολλών μεγάλων ποιητών μας, όπως ο Όμηρος, η Σαπφώ, ο Ευριπίδης και ο Σοφοκλής ή ο Καβάφης, ο Σεφέρης και ο Ελύτης θα είχε μείνει εγκλωβισμένη στα στενά όρια της πατρίδος μας. Ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα με μια γλώσσα περιορισμένης εμβέλειας («minor language»), η μετάφραση της ποίησης καθίσταται όχι μόνο ένα λογοτεχνικό ή επιστημονικό θέμα αλλά ένα εθνικό ζήτημα υψίστης σημασίας. «Σκοπός του έργου τέχνης είναι ακριβώς η κατάργηση… της μοναξιάς» γράφει ο Εγγονόπουλος και οι μεταφράσεις της ποίησης επιζητούν να καταργήσουν την εθνική και τη γλωσσική μοναξιά. Άλλωστε, όπως υποδεικνύει η Susan Bassnett[7], η μετάφραση εγγυάται την επιβίωση ενός κειμένου και ενίοτε, ένα κείμενο συνεχίζει να υπάρχει μόνο και μόνο επειδή μεταφράστηκε.

Αναλαμβάνοντας λοιπόν την ευθύνη αλλά και την υποχρέωση της μετάφρασης της ποίησης, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ορισμένες παραμέτρους. Ποιες είναι λοιπόν αυτές οι παράμετροι, ή αν θέλετε, τα βήματα για την επίτευξη ενός όσο το δυνατόν ισοδύναμου ποιήματος στη γλώσσα άφιξης;

Σε πρώτη φάση, θα πρέπει να εμβαθύνουμε στο σημασιολογικό φορτίο του ποιήματος, το οποίο καλούμαστε να περάσουμε αλώβητο στη γλώσσα-στόχο. Κάθε ποίημα μεταφέρει ένα ορισμένο μήνυμα σχετικά με τον πραγματικό ή και φανταστικό κόσμο και την αντίδραση του συγγραφέα απέναντι σε αυτόν, αναφέρεται δηλαδή σε κάτι πέρα από το ίδιο το ποίημα. Πρόκειται για το νόημα του ποιήματος, το οποίο κάθε αναγνώστης και συνεπώς κάθε μεταφραστής εκλαμβάνει με διαφορετικό τρόπο.

Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια για την εμβάθυνση στο νόημα ενός ποιήματος και την πιστή απόδοσή του είναι η ψυχική γειτνίαση του μεταφραστή με τον ποιητή. Η ευαισθησία του μεταφραστή πρέπει να συμπορεύεται με αυτήν του ποιητή. Όπως υποδεικνύει ο Βαγενάς: «… είναι ακριβώς οι ποιητικές του ικανότητες, ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί τη γλώσσα του, που θα δείξουν κατά πόσο η ευαισθησία του βρίσκεται κοντά στην ευαισθησία του ποιητή, αφού στην ποίηση ο καθρέφτης της ευαισθησίας είναι η γλώσσα».[8] Μπορεί ο μεταφραστής να ξεκινά και να έχει ως γνώμονά του το πρωτότυπο, αλλά «τις πιο σημαντικές από τις λέξεις του, τα σπουδαιότερα αντίστοιχα των λέξεων του πρωτοτύπου,[…] θα τα βρει στα βάθη της δικής του ευαισθησίας».[9] Κατά τη διάρκεια της μετάφρασης, βυθίζεται μέσα στη μητρική του ¾τις περισσότερες φορές¾ γλώσσα για να της αποσπάσει ό,τι ωραιότερο έχει ανακαλύψει σ’ αυτήν και να προσπαθήσει να εκφράσει με τη μουσική της δικής του γλώσσας, τις σκέψεις και τα συναισθήματα του Άλλου.

Σε δεύτερη φάση, ο μεταφραστής καλείται να επανεκφράσει το νόημα του πρωτοτύπου, φροντίζοντας να αναπαράγει όσο το δυνατόν τη λεκτική και συγκινησιακή αρμονία του. Η μετάφρασή του θα πρέπει να γεννά στους αναγνώστες την ίδια συγκίνηση που ένιωσε ο ίδιος κατά την ανάγνωση του πρωτοτύπου. Σύμφωνα με τον Holmes, «ο μεταφραστής θα πρέπει να πασχίζει να βρει τις ‘αντιστοιχίες’ ή ‘αναλογίες’ −λέξεις, φράσεις, κ.τ.λ.− που να εκτελούν με επιτυχία κάποιες λειτουργίες στη γλώσσα της μετάφρασης και στον πολιτισμό του αναγνώστη της, και να είναι συγγενείς κατά πολλούς και κατάλληλους τρόπους (αν και ποτέ πραγματικά ισοδύναμα) προς τις λέξεις και τις φράσεις αυτές στη γλώσσα και τον πολιτισμό του πρωτοτύπου και του αναγνώστη αυτού.»[10]

Με άλλα λόγια, το τελικό ποίημα θα πρέπει να στέκεται ως ένα πρωτότυπο ποίημα, να έχει τη δική του αυτοτέλεια και δυναμική και να επιτελεί όλες τις λειτουργίες που έχει ένα ποίημα. Την παραπάνω διαπίστωση,  αποδίδει γλαφυρά και ο Βαγενάς, και στον πρόλογό του για την «Ανθολογία Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής ποιήσεως» του Κλ. Παράσχου (1992), λέγοντας ότι η μετάφραση ενός ποιήματος «συνδέεται με το πρωτότυπο ποίημα με έναν δεσμό αίματος παρόμοιο μ’ εκείνον που θα συνέδεε ―αν αυτό ήταν δυνατόν― δύο δίδυμους αλλά ετεροθαλείς αδελφούς»[11]. Ούτως ειπείν, ο μεταφραστής καλείται να μεταφυτεύσει σε νέο έδαφος, με νέα υλικά, το σπόρο που του έδωσε η γλώσσα αφετηρίας και να κάνει όλες τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να βλαστήσει ένα υγιές φυτό, αυτοφυές και αυτάρκες.

Ένας άλλος ορισμός που θα μπορούσαμε να δώσουμε στη μετάφραση της ποίησης είναι ότι συνιστά μια ανα-δημιουργία˙ ακριβέστερα, «δημιουργία, με τα υλικά μιας άλλης γλώσσας, ενός ποιητικού σώματος νέου: ενός σώματος αντίστοιχου (αφού δεν μπορεί να είναι το ίδιο), ισόβαρου, και ομοιότονου με το σώμα του πρωτοτύπου».[12] Στον παραπάνω ορισμό που δίνει ο Βαγενάς, τονίζει τη σημασία του ομοιότονου αποτελέσματος, με την έννοια ότι ένα ποίημα δεν έχει μόνο νόημα, αλλά διαθέτει ρυθμό, διάθεση και τόνο. Το μετάφρασμα, λοιπόν, δε θα πρέπει να θυμίζει μετάφραση αλλά να χορεύει στο ρυθμό του πρωτοτύπου. «Ο ρυθμός είναι το κύριο συστατικό εκείνου που στην ποίηση ονομάζουμε συγκινησιακό φορτίο της γλώσσας, είναι αυτός που δημιουργεί την υπόσταση της ποιητικής φράσης. […] Είναι ανάλογος με το μήκος της ανάσας του ποιητή[…]. Αυτός δημιουργεί τον τόνο της φωνής ενός ποιητή, που είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος.»[13] Γι’ αυτό και πρέπει να διατηρείται πάση θυσία από το μεταφραστή, προκειμένου ο αναγνώστης να αναγνωρίζει στο μετάφρασμα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ποιητικής γραφής του ποιητή.

Η διατήρηση του ρυθμού και του τόνου ενός ποιήματος εντάσσεται από μεταφραστικής σκοπιάς στο υφολογικό επίπεδο. Κάτι τέτοιο φαντάζει σχετικά εύκολο όταν έχουμε να κάνουμε με έμμετρα ποιήματα. Κατά τον Βαγενά, η διατήρηση της ομοιοκαταληξίας του πρωτοτύπου δεν είναι τόσο δύσκολη υπόθεση όσο το να αποδώσει ο μεταφραστής τον βαθύτερο, εσωτερικό ρυθμό που διαθέτει ο ελεύθερος στίχος. «Η μετάφραση του ελεύθερου στίχου είναι δυσκολότερη από τη μετάφραση του έμμετρου, γιατί η ρυθμική και, συνεπώς, η ποιητική του τάξη… είναι εσωτερικότερη».[14]

Αξίζει να τονιστεί επίσης, ότι ένα ποίημα έχει και συναισθηματική και επικοινωνιακή διάσταση. Ένα ποίημα δεν είναι μόνο σκέψεις, ήχοι και εικόνες, αλλά προκαλεί και αισθήματα. Όπως υπογραμμίζει ο Τ. Σ. Έλιοτ: «Είναι ευκολότερο να σκέφτεσαι, παρά να αισθάνεσαι σε μία ξένη γλώσσα […]. Μια σκέψη που εκφράζεται σε διαφορετική γλώσσα μπορεί στην ουσία να είναι η ίδια σκέψη, αλλά ένα συναίσθημα ή μια συγκίνηση που εκφράζονται σε διαφορετική γλώσσα δεν είναι πλέον το ίδιο συναίσθημα ή η ίδια συγκίνηση.».[15] Και ο Connolly συνεχίζει: «Ακόμα κι αν η συνωνυμία ανάμεσα σε δυο διαφορετικές γλώσσες ήταν εφικτή, ακόμα κι αν τα ιδιαίτερα μορφικά χαρακτηριστικά της μιας γλώσσας μπορούσαν να αντισταθμιστούν σε μια άλλη… οι συνειρμοί και η συναισθηματική επίδραση στον αναγνώστη, σπανίως συμπίπτουν. Κι αυτό επειδή η μετάφραση δεν αφορά δύο διαφορετικές γλώσσες μόνον αλλά και δύο διαφορετικούς πολιτισμούς.»[16]

Αυτή είναι και η δυσκολότερη αποστολή του μεταφραστή, ότι καλείται να γεφυρώσει δύο διαφορετικούς πολιτισμούς και να μεταφέρει στους αναγνώστες μιας άλλης κουλτούρας, όλα όσα αισθάνονται οι αναγνώστες του κειμένου-πηγή.

Θα πρέπει να δεχτούμε, εντούτοις, πως σε όλες τις μεταφράσεις της ποίησης θα υπάρχει πραγματολογική απώλεια, καθώς «η ευθύνη του μεταφραστή είναι μεγαλύτερη απέναντι στον ποιητή και τον πολιτισμό του, απ’ ότι στον ξένο αναγνώστη και τον δικό του πολιτισμό. Γενικά, όποιος διαβάζει ξένη ποίηση, θεωρούμε ότι τη διαβάζει για να γνωρίσει τον συγκεκριμένο ποιητή και να γίνει κοινωνός του πολιτισμού του».[17] Έτσι, ο μεταφραστής έχει χρέος να αναπαράγει τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της ποίησης του πρωτοτύπου, έστω κι αν αυτά ξενίσουν και ίσως, σε πρώτο χρόνο, απωθήσουν τους αναγνώστες του κειμένου-στόχος. Πάντα θα πρέπει να θεωρεί ως αποδέκτη της μετάφρασής του έναν ευαίσθητο και ευφάνταστο αναγνώστη με κάποια γνώση της κουλτούρας της γλώσσας-πηγής παρά να κάνει παραχωρήσεις στον ξένο αναγνώστη.

Με γνώμονα αυτή την ξενοποιητική θέαση της μετάφρασης (foreignisation), η οποία επιχειρεί να φέρει τον αναγνώστη κοντά στον ποιητή και όχι το αντίθετο, ήτοι μία απλουστευτική μετάφραση που επιθυμεί να φέρει το πρωτότυπο κοντά στον αναγνώστη, επιχειρήσαμε τη μετάφραση του ποιήματος «Ωδή (απόσπασμα)», το οποίο κλείνει τη συλλογή «Πεδίον Άρεως». Το συγκεκριμένο ποίημα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον από πραγματολογικής σκοπιάς. Γενικότερα, το όλο ποίημα φέρει μνήμες από γεγονότα οικεία στον Έλληνα αναγνώστη που είναι δύσκολο να περάσουν στο γαλλικό αναγνωστικό κοινό: εμφύλιος, φτώχεια, φυλακή, θάνατος. Ωστόσο, το ενδιαφέρον μας έλκουν τα δύο ονόματα που παρουσιάζονται στον τελευταίο στίχο του ποιήματος, δύο ονόματα βαθιά φορτισμένα και συνδεδεμένα το καθένα για διαφορετικό λόγο με την ελληνική Ιστορία και τη συλλογική μνήμη: Βελεστινλής – Μαυροκορδάτος. Ο πρώτος, ένας αγνός επαναστάτης, ιδεαλιστής και οραματιστής μιας ελεύθερης πατρίδας, ο δεύτερος, ένας φιλόδοξος σφετεριστής και ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Καποδίστρια. Πρόκειται για ένα δίπολο, που δυστυχώς συναντάται στην Ελληνική Ιστορία εξ αρχαιοτάτων χρόνων (βλ. λ.χ. Λεωνίδας και ο Εφιάλτης στη μάχη των Θερμοπυλών).

Κατά τη μετάφραση του εν λόγω ποιήματος, βρεθήκαμε μπροστά στο δίλημμα τι προσέγγιση να ακολουθήσουμε σχετικά με τη μετάφραση των προαναφερθέντων όρων. Στην πρώτη περίπτωση, εάν εφαρμόσουμε μία ξενοποιητική προσέγγιση, οφείλουμε να μεταγράψουμε τα κύρια ονόματα και πιθανότατα να εισάγουμε μία υποσελίδια σημείωση του μεταφραστή, προκειμένου να διευκρινιστούν οι δύο όροι στα γαλλικά. Στη δεύτερη περίπτωση, ήτοι στην περίπτωση της οικειοποιητικής μετάφρασης (domestication), οφείλουμε να προβούμε σε μία έρευνα προκειμένου να εντοπίσουμε στη γλώσσα και στον πολιτισμό άφιξης ισοδύναμους όρους με τους συγκεκριμένους. Έτσι, ενδεχομένως μία προσαρμογή του στίχου στη γαλλική πολιτική πραγματικότητα θα μπορούσε να είναι η εξής: «La statue de Gaulle et la statue de Pétain.» Ωστόσο, η τελική μας επιλογή ήταν μια ξενοποιητική μετάφραση προκειμένου ο Γάλλος αναγνώστης να έρθει σε επαφή με την ελληνική πραγματικότητα και να μην προδώσουμε το πνεύμα του ποιητή. Παρακάτω παραθέτουμε το πρωτότυπο και τη μετάφραση του ποιήματος.

 

ΩΔΗ

(απόσπασμα)

Πατρίδα είναι το σκοτεινό κελί. Το ξεσοβαντισμένο.

 

Πατρίδα είναι ο ανάπηρος στη δημοσιά. Και το κομμένο

πόδι στο μουσείο.

Ο θάνατος εισπράκτορας στο πρωινό λεωφορείο.

Ο κόρακας που ξέβαψε στην αντηλιά. Η καβαλίνα στο

χορτάρι.

Η γριούλα στο σκουπιδοτενεκέ και το σκυλί στο μαξιλάρι.

Πατρίδα είναι τούτο το κορμί. Τα γόνατα που δεν προσμένουν.

Η εκκλησία με το σακάτη άγιο. Τα δέντρα με τους κρεμα-

σμένους.

Τα ρημαγμένα πλήθη της ζωής. Τα ρημαγμένα πλήθη του

θανάτου.

Ο ανδριάντας του Βελεστινλή κι ο ανδριάντας του Μαυρο-

κορδάτου.

 

Une ode

(extrait)

La patrie est une cellule sombre, décrépie.

 

La patrie est un infirme au milieu de la rue. Et le pied

coupé au musée.

La mort receveuse dans l’autobus de la matinée.

Le corbeau qui a déteint au soleil. Le crottin sur l’herbe.

Une vieille à la poubelle et le chien sur le coussin.

La patrie est ce corps. Et les genoux qui ne s’attendent à rien.

L’église avec le saint estropié. Les arbres avec les

pendus.

Les masses délabrées de la vie. Les masses délabrées

de la mort.

La statue du Velestinlis et la statue du Maurocordate.

 

Είναι αλήθεια ότι, η ποιητική φωνή του Βαγενά είναι μία ιδιαίτερη ποιητική φωνή, η οποία μας προβλημάτισε πολλές φορές, για το εάν και κατά πόσο θα μπορούσε να εισακουστεί στο γαλλικό αναγνωστικό κοινό. Άλλωστε, οι λεξιλογικές συνάψεις, η εικονιστική δύναμη, η ένταση του λόγου και των συναισθημάτων, ο τεμαχισμένος λόγος που ενίοτε κόβει σα μαχαίρι και η πρωτότυπη εκφραστικότητα της γραφής (Χιονίζει παγωμένες αυγές  /Il neige des aubes glacées) εκπλήσσουν ακόμα και τον Έλληνα αναγνώστη. Με το σκεπτικό αυτό, αποφασίσαμε να διατηρήσουμε, όσο το δυνατόν, το απροσδόκητο της ποιητικής γραφής, καθώς αυτό είναι που την χαρακτηρίζει και της προσδίδει τη γοητεία της. Οι όποιες παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν στο γαλλικό κείμενο, πραγματοποιήθηκαν στα όρια του θεμιτού, ώστε η μετάφραση να βγάζει κάποιο υποτυπώδες νόημα και να συμμορφώνεται τουλάχιστον με τις επιταγές της γαλλικής γραμματικής.

Συχνά, στον άκρως ελλειπτικό λόγο του πρωτοτύπου, χρειάστηκε να προστεθούν σημεία στίξης. Επίσης, ο ποιητής σε ορισμένους στίχους, αντιστρέφει την τυπική σειρά των συντακτικών όρων της πρότασης προκειμένου να προσδώσει μια ιδιαίτερη χροιά στο λόγο. Κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό στη γαλλική, στην οποία η σειρά των όρων της πρότασης είναι συνήθως καθορισμένη και καθοριστική για το νόημά της.

Επιπλέον, ενώ ο ποιητικός λόγος του Βαγενά είναι συνήθως δοκιμιακός, είναι φορές που μας ξαφνιάζει η προφορικότητά του (Οι πρόλογοι τέλος /Κι οι αζαλέες (τι λέξη κι αυτή) ελάχιστα με γοητεύουν.). Αυτή η απότομη μετάβαση από τον πεζό στον προφορικό λόγο έπρεπε να φανεί στο μετάφρασμα αν και κάτι τέτοιο δεν ήταν πάντα εφικτό (Mettons fin aux avant–propos/ Et les azalées (quel de mot) ne me fascinent qu’un peu).

Θα μπορούσαμε να μιλάμε επί ώρες σχετικά με τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε σε υφολογικό και πραγματολογικό επίπεδο. Ας αρκεστούμε όμως στην παράθεση των ποιημάτων.

 

ΠΕΔΙΟΝ ΑΡΕΩΣ

ΦΟΒΟΜΟΥΝ ΜΗΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

Πάνω σ’ αυτό το φράχτη

ακούμπησες το σώμα σου.

Φοβόμουν μην πεθάνεις.

Οι βάτοι σε σκεπάζαν ολοένα.

Κλαδιά τρυπούσαν το ζεστό σου στήθος.

Τα χείλια σου σφιγμένα στην αστροφεγγιά.

 

Φοβόμουν μην πεθάνεις.

Κι έμεινα

όλη τη νύχτα πλάι σου.

Γονατιστός.

Διώχνοντας με τα χέρια μου αδιάκοπα

εκείνο τον επίμονο άγγελο.

 

J’AVAIS PEUR QUE TU MEURES

Sur cette palissade

tu as appuyé ton corps.

J’avais peur que tu meures.

Les ronces te couvraient de plus en plus.

Des branches perçaient ta chaude poitrine.

Tes lèvres serrées dans la nuit étoilée.

 

J’avais peur que tu meures.

Et je restai

toute la nuit près de toi.

Agenouillé.

Chassant avec mes mains tout le temps

cet ange insistant.

 

ΒΑΡΒΑΡΕΣ ΩΔΕΣ

ΧΙΙ

Πράγμα περίεργο. Μυρίζει γιασεμί

αυτή η λύση συνεχείας του δέρματος.

Έφτασε προφανώς να με πληγώνουν

και τα λουλούδια.

 

Που ήμουν σχεδόν βέβαιος πως αυτός

ο ποταμός έβγαζε στη θάλασσα.

Ίσως η αλήθεια να εξαρτάται από μια

βόλτα στη λίμνη.

 

Από έναν ήσυχο περίπατο στις καλαμιές.

Όπου το αίμα κυλάει απαλά

αβίαστα μέσα σε σκοτεινές

άμωμες φλέβες.

 

 

ΧΙΙ

C’est bizarre. Ça sent le jasmin

cette solution de continuité de la peau.

Même les fleurs

finissent par me blesser.

 

Et j’étais presque certain que cette

fleuve débouchait sur la mer.

Il se peut que la vérité dépende d’une

balade sur le lac.

 

D’une promenade calme dans les chaumes.

Où le sang coule doucement

librement dans de sombres

veines immaculées.

 

 

[1] Μαλάμου, Μαντώ (2004). Η μυητική της Ειρωνικής Γλώσσας. Στο Πυλαρινός Θεοδόσης (Επιμ.), Μελετήματα. Αθήνα: Βιβλιοθήκη Τράπεζας Αττικής, σελ. 71.

[2] Την μυητική λειτουργία της ποίησης του Ν. Βαγενά αναλύει με ενάργεια η Μ. Μαλάμου στο κεφάλαιο «Η μυητική της Ειρωνικής Γλώσσας» στο Πυλαρινός Θεοδόσης (Επιμ.), Μελετήματα (σελ. 69-81). Αθήνα: Βιβλιοθήκη Τράπεζας Αττικής.

[3] Παρατίθεται σύμφωνα με: Berman, Antoine (2002). Η μετάφραση και το γράμμα ή το πανδοχείο του απόμακρου. [Μτφ: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου]. Αθήνα: Μεταίχμιο, σελ. 43-44.

[4] Είναι γνωστές οι θέσεις των Robert Frost, Roman Jacobson, Shelley, Willard Rask, Stanley Burnshaw και Brodsky, οι οποίες λίγο πολύ συνοψίζονται στη ρήση «ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση».

[5] Κεντρωτής, Γεώργιος (2010). Ο Μεταφραστής της Ποίησης, μια ομιλία. [χ.τ.], [χ.ο.], σελ. 4.

[6] Connolly, David (1997). Μετα-Ποίηση, 6 (+1) Μελέτες για τη μετάφραση της ποίησης. Αθήνα: ύψιλον/βιβλία, σελ. 88.

[7]Bassnett, Susan & Lefevere, André (1998). Constructing Cultures. Essays on Literary Translation.   Clevedon : Multilingual matters, pag. 59. Είναι γνωστό πως τα έργα του Σαίξπηρ έγιναν γνωστά στην Αγγλία μόνο στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, αφού επέστρεψαν στην αγγλική γλώσσα μεταφρασμένα από την γερμανική.

[8] Βαγενάς, Νάσος (1989). Ποίηση και Μετάφραση. Αθήνα: Εκδόσεις Στιγμή, σελ. 21.

[9] Όπ.π., σελ. 41-42.

[10] Holmes, James S. (1988). Translated! Papers on Literary Translation and Translation Studies. Amsterdam: Rodopi, pag. 54. Δυστυχώς, δεν είναι εφικτό το μετάφρασμα να επιτελεί ακριβώς τις ίδιες λειτουργίες με το πρωτότυπο, μόνο ανάλογες ή ισοδύναμες λειτουργίες μπορεί να επιτελεί.

[11]Παράσχος, Κλέων (19992). Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής ποιήσεως. [Πρόλ. Νάσος Βαγενάς]. Αθήνα: Παρουσία, σελ. 3.

[12] Βαγενάς, Νάσος (1989, σελ. 88).

[13] Όπ.π., σελ. 58.

[14] Όπ.π., σελ. 10.

[15] Eliot, Thomas (1957). On Poetry and Poets. London: Faber & Faber, pag. 18-19. Στο: Connolly, David (1997).

[16] Connolly, David (1997, σελ. 63).

[17] Όπ.π., σελ. 66.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βαγενάς, Νάσος (1989). Ποίηση και Μετάφραση. Αθήνα: Εκδόσεις Στιγμή.

Κεντρωτής, Γεώργιος (2010). Ο Μεταφραστής της Ποίησης, μια ομιλία. [χ.τ.], [χ.ο.].

Μαλάμου, Μαντώ (2004). Η μυητική της Ειρωνικής Γλώσσας. Στο Πυλαρινός Θεοδόσης (Επιμ.), Μελετήματα (σσ. 69-81). Αθήνα: Βιβλιοθήκη Τράπεζας Αττικής.

Παράσχος, Κλέων (19992). Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής ποιήσεως. [Πρόλ. Νάσος Βαγενάς]. Αθήνα: Παρουσία.

Bassnett, Susan & Lefevere, André (1998). Constructing Cultures. Essays on Literary Translation.  Clevedon : Multilingual matters.

Berman, Antoine (2002). Η μετάφραση και το γράμμα ή το πανδοχείο του απόμακρου. [Μτφ: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου]. Αθήνα: Μεταίχμιο.

Connolly, David (1997). Μετα-Ποίηση, 6 (+1) Μελέτες για τη μετάφραση της ποίησης. Αθήνα: ύψιλον/βιβλία.

Eliot, Thomas (1957). On Poetry and Poets. London: Faber & Faber.

Holmes, James S. (1988). Translated! Papers on Literary Translation and Translation Studies. Amsterdam: Rodopi.

 

 

 

« Older Entries
Next Entries »

Κατηγορίες

  • Διάφορα
  • Εικαστικά
  • Θέατρο
  • Κινηματογράφος
  • Λογοτεχνία
  • Μουσική
  • Σινεμά
  • Στίχοι
  • Χορός
  • Εκπομπές
  • Χωρίς κατηγορία

Πρόσφατα άρθρα

  • ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ στο 54ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΙΒΛΙΟΥ τού ΣΕΚΒ στο ΠΕΔΙΟΝ τού ΆΡΕΩΣ
  • Ποιητική κατάθεση ζωής εφάπαξ
  • Η λειτουργική μετάφραση που φιλοτέχνησα για την αριστοφανική “Λυσιστράτη” στη φετινή παράσταση τού ΚΘΒΕ σε αριστοτεχνική σκηνοθεσία από τον ΑΣΤΕΡΙΟ ΠΕΛΤΕΚΗ
  • ΚΘΒΕ 2026: «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη. Μετάφραση: Κωνσταντίνος Μπούρας. Σκηνοθεσία -Δραματουργική επεξεργασία- Απόδοση: Αστέριος Πελτέκης
  • Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026, ώρα 18:00, Κεντρική Αίθουσα Πανηγυρική καταληκτήρια εκδήλωση του Θεατρικού Εργαστηρίου του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Φ.Σ. «Παρνασσός»

Ιστορικό

  • Σεπτέμβριος 2026
  • Αύγουστος 2026
  • Ιούλιος 2026
  • Ιούνιος 2026
  • Μάιος 2026
  • Απρίλιος 2026
  • Μάρτιος 2026
  • Φεβρουάριος 2026
  • Ιανουάριος 2026
  • Δεκέμβριος 2025
  • Οκτώβριος 2025
  • Σεπτέμβριος 2025
  • Ιούλιος 2025
  • Ιούνιος 2025
  • Μάιος 2025
  • Απρίλιος 2025
  • Μάρτιος 2025
  • Φεβρουάριος 2025
  • Ιανουάριος 2025
  • Δεκέμβριος 2024
  • Νοέμβριος 2024
  • Οκτώβριος 2024
  • Σεπτέμβριος 2024
  • Αύγουστος 2024
  • Ιούλιος 2024
  • Ιούνιος 2024
  • Μάιος 2024
  • Απρίλιος 2024
  • Μάρτιος 2024
  • Φεβρουάριος 2024
  • Ιανουάριος 2024
  • Δεκέμβριος 2023
  • Νοέμβριος 2023
  • Οκτώβριος 2023
  • Σεπτέμβριος 2023
  • Αύγουστος 2023
  • Ιούλιος 2023
  • Ιούνιος 2023
  • Μάιος 2023
  • Απρίλιος 2023
  • Μάρτιος 2023
  • Φεβρουάριος 2023
  • Ιανουάριος 2023
  • Δεκέμβριος 2022
  • Νοέμβριος 2022
  • Οκτώβριος 2022
  • Σεπτέμβριος 2022
  • Αύγουστος 2022
  • Ιούλιος 2022
  • Ιούνιος 2022
  • Μάιος 2022
  • Απρίλιος 2022
  • Μάρτιος 2022
  • Φεβρουάριος 2022
  • Ιανουάριος 2022
  • Δεκέμβριος 2021
  • Νοέμβριος 2021
  • Οκτώβριος 2021
  • Σεπτέμβριος 2021
  • Αύγουστος 2021
  • Ιούλιος 2021
  • Ιούνιος 2021
  • Μάιος 2021
  • Απρίλιος 2021
  • Μάρτιος 2021
  • Ιανουάριος 2021
  • Δεκέμβριος 2020
  • Νοέμβριος 2020
  • Οκτώβριος 2020
  • Σεπτέμβριος 2020
  • Αύγουστος 2020
  • Ιούλιος 2020
  • Ιούνιος 2020
  • Μάιος 2020
  • Απρίλιος 2020
  • Μάρτιος 2020
  • Φεβρουάριος 2020
  • Ιανουάριος 2020
  • Δεκέμβριος 2019
  • Νοέμβριος 2019
  • Οκτώβριος 2019
  • Σεπτέμβριος 2019
  • Αύγουστος 2019
  • Ιούλιος 2019
  • Μάιος 2019
  • Απρίλιος 2019
  • Μάρτιος 2019
  • Φεβρουάριος 2019
  • Ιανουάριος 2019
  • Δεκέμβριος 2018
  • Νοέμβριος 2018
  • Οκτώβριος 2018
  • Σεπτέμβριος 2018
  • Αύγουστος 2018
  • Ιούλιος 2018
  • Ιούνιος 2018
  • Μάιος 2018
  • Απρίλιος 2018
  • Μάρτιος 2018
  • Φεβρουάριος 2018
  • Ιανουάριος 2018
  • Δεκέμβριος 2017
  • Νοέμβριος 2017
  • Οκτώβριος 2017
  • Σεπτέμβριος 2017
  • Ιούλιος 2017
  • Ιούνιος 2017
  • Μάιος 2017
  • Απρίλιος 2017
  • Μάρτιος 2017
  • Φεβρουάριος 2017
  • Ιανουάριος 2017
  • Δεκέμβριος 2016
  • Νοέμβριος 2016
  • Οκτώβριος 2016
  • Σεπτέμβριος 2016
  • Αύγουστος 2016
  • Ιούλιος 2016
  • Ιούνιος 2016
  • Μάιος 2016
  • Απρίλιος 2016
  • Μάρτιος 2016
  • Φεβρουάριος 2016
  • Ιανουάριος 2016
  • Δεκέμβριος 2015
  • Νοέμβριος 2015
  • Οκτώβριος 2015
  • Σεπτέμβριος 2015
  • Αύγουστος 2015
  • Ιούλιος 2015
  • Ιούνιος 2015
  • Μάιος 2015
  • Απρίλιος 2015
  • Μάρτιος 2015
  • Φεβρουάριος 2015
  • Ιανουάριος 2015
  • Δεκέμβριος 2014
  • Νοέμβριος 2014
  • Οκτώβριος 2014
  • Αύγουστος 2014
  • Ιούνιος 2014
  • Μάιος 2014
  • Απρίλιος 2014
  • Μάρτιος 2014
  • Φεβρουάριος 2014
  • Ιανουάριος 2014
  • Δεκέμβριος 2013
  • Νοέμβριος 2013
  • Οκτώβριος 2013
  • Σεπτέμβριος 2013
  • Ιούνιος 2013
  • Μάιος 2013
  • Απρίλιος 2013
  • Μάρτιος 2013
  • Φεβρουάριος 2013
  • Δεκέμβριος 2012

Κατασκευή
Ιστοσελίδας