H Σονάτα του Κρόιτσερ (Λέων Τολστόι) στο Θέατρο Τέχνης επί της οδού Φρυνίχου στην Πλάκα
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Ο φόβος απέναντι στον Έρωτα, σε όλο του το μεταφυσικό μεγαλείο. Η δαιμονοποίηση του ανθρωπίνου σώματος και των «κατώτερων», «ζωικών» λειτουργιών του και η μετατροπή του σε «αποδιοπομπαίο φαρμακό», φταίχτη για όλα τα δεινά που μαστίζουν την καταταλαιπωρημένη ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου, εκείνου τέλος πάντων που λειτουργεί ακόμα υπό το Κράτος της μετά θάνατον Κολάσεως και της Κρίσεως των Νεκρών με πολύ αυστηρά μέτρα και σταθμά. Για τους Έλληνες, η τριανδρία του Μίνωα, του Ραδάμανθυ και του Αιακού χρησιμοποιούσε μια απλή ζυγαριά, όπου εάν οι αστοχίες της ανθρώπινης ζωής βάραιναν έστω και κατά το βάρος ενός φτερού έναντι των αγαθών του έργων, τότε, ναι, ετίθετο θέμα διδαχής και σωφρονισμού, στην επόμενη ενδεχομένως ενσάρκωση. Προσέξτε: τα καλά έπρεπε να είναι τουλάχιστον ίσα με τα κακά, αν όχι να υπερτερούν. Προσέξτε αυτή τη σοφή ισορροπία γιν-γιανγκ που χάθηκε για πάντα με την επιβολή μονοθεϊστικών θρησκειών μισαλλόδοξων και φοβιστικών, που μετατρέπουν τον Πανάγαθο, Παντογνώστη κι Ελεήμονα σε τρομακτικό ον ασυλλήπτων διαστάσεων.
Αυτός ακριβώς ο πολιτισμικός δυισμός, η εξ ορισμού σχιζοφρένεια, η προκαλούσα παντοειδείς παράνοιες, αναλύεται ιδιοφυώς επί σκηνής του Θεάτρου Τέχνης στην οδό Φρυνίχου, με «κατ’ αντιπαράστασιν» έκθεσιν μιας νουβέλας του Τολστόι και μιας σονάτας του Μπετόβεν, προϋπάρχουσας του γραπτού λογοτεχνικού έργου.
Ο διακεκριμένος ηθοποιός Αλέξανδρος Μυλωνάς επέτυχε με τη λιτή χρήση των εκφραστικών του μέσων να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στον λόγο και στη μουσικότητά του, ενώ οι σιωπές λειτούργησαν ως σοφές αντιστίξεις.
Εκλεκτός συμπρωταγωνιστής του ο μουσικός Θοδωρής Οικονόμου στο πιάνο. Διαλεχτό ταίρι και «πέτρα του σκανδάλου», διαχρονική «Ελένη της Τροίας», ανύποπτη κι ανυποψίαστη η Κατερίνα Φωτιάδη.
Η παρανοϊκή ζήλεια, που δεν περιορίζεται φυσικά στον σαιξπηρικό Οθέλλο, είναι βαθύ σύμπτωμα της εσωτερικής ανελευθερίας και σκλαβιάς που βιώνει ο σύγχρονος Δυτικός άνθρωπος, επιχειρώντας να ζήσει και να ευτυχήσει αποφεύγοντας τη Σκύλλα της Στέρησης αλλά και τη Χάρυβδη της αχαλίνωτης εκτόνωσης και μανίας.
Από τις πιο χαμηλόφωνες παραστάσεις της φετινής χρονιάς. Αυτή η sotto voce επιλογή δικαίωσε τη σκηνοθεσία της Μαρίας Ξανθοπουλίδου και τη θεατρική μεταφορά του Αντώνη Πέρη.
Ακόμα μία επιτυχία του Θεάτρου Τέχνης πιστώνεται στο ενεργητικό της καλλιτεχνικής διευθύντριάς του Μαριάννας Κάλμπαρη που έχει δώσει μια πνοή ανανέωσης στο ιστορικό αυτό θέατρο, που είναι για εμάς, τους θεατρόφιλους, θεσμός!!!
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
http://www.theatro-technis.gr/h-sonata-tou-kroitser-leon-tolstoi/
H Σονάτα του Κρόιτσερ (Λέων Τολστόι)
Η «Σονάτα του Κρόιτσερ» είναι η νουβέλα του Λέοντος Τολστόι που γράφτηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1880, την ύστερη περίοδο της λογοτεχνικής ζωής του συγγραφέα αποτελώντας μια ψυχολογική μελέτη πάνω στον έρωτα, το γάμο και τη ζήλια, ενώ αποτυπώνει με τον πιο καταφανή τρόπο μια περίοδο προσωπικής πνευματικής και ηθικής κρίσης. Η Σονάτα Κρόιτσερ τονίζει την αμφιλεγόμενη άποψη του Τολστόι για τη σεξουαλικότητα, υποστηρίζοντας ότι η σαρκική επιθυμία αποτελεί στην πραγματικότητα τροχοπέδη στις σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών ενώ μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε μικρές ή μεγαλύτερες τραγωδίες. Η νουβέλα, έχει αναγνωριστεί ως ένα από τα αρτιότερα παραδείγματα στην τέχνη της αφήγησης.
Ο Π. βρίσκεται στο τρένο. Έχει μόλις αθωωθεί για τη δολοφονία της γυναίκας του. Διηγείται την ιστορία του και προσπαθεί να πείσει το ακροατήριό του ότι ακόμα και η μουσική, αυτό το ισχυρότατο -όπως τη χαρακτηρίζει- αφροδισιακό, μπορεί να γίνει η αφορμή για μια καταστροφή. Εξοργισμένος, σκότωσε τη γυναίκα του και μητέρα των παιδιών του, νομίζοντας πως έχει εραστή τον άνθρωπο με τον οποίο μοιραζόταν τη χαρά του να παίζουν μαζί μουσική.
Αυτή η τελευταία ιδέα εξηγεί και τον τίτλο της ιστορίας, η μουσική σύνθεση του Μπετόβεν προϋπήρξε του έργου. Πολύ συχνά μάλιστα, κριτικοί, συνδέουν τη δομή της ιστορίας με τη δομή της σονάτας του Μπετόβεν παραθέτοντας ορχηστρικά μοτίβα που εκδηλώνουν ακραίες συναισθηματικές εναλλαγές.
Πώς άκουγε ο Π. εκείνη τη μουσική; Πώς καλλιεργήθηκε μέσα στην ψυχή του το πάθος που κατεύθυνε τα πράγματα ώστε να συμβεί αυτό που φοβόταν περισσότερο;
Παίζουν: Αλέξανδρος Μυλωνάς, Κατερίνα Φωτιάδη.
Επί σκηνής στο πιάνο ο Θοδωρής Οικονόμου.
Θεατρική Μεταφορά: Αντώνης Πέρης
Σκηνοθεσία: Μαρία Ξανθοπουλίδου
Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
Σκηνικά- Κοστούμια: Αριάδνη Βοζάνη
Κίνηση: Κατερίνα Φωτιάδη
Φωτισμοί: Βαλεντίνα Ταμιωλάκη
Video: Αλέξανδρος Κακλαμάνος
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Χαρίτα Αρβανίτη, Μάρα Γαργαλάκου, Δημήτρης Μαργαρίτης
Βοηθός Σκηνογράφου: Μαρία Πιτσούλη
Κατασκευή Σκηνικού: Ιωάννης Ξανθοπουλίδης
Ειδική Κατασκευή: Σπύρος Δουκέρης- Another Kind Art
Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου
Βίντεο Τρέιλερ; Μιχαήλ Μαυρομούστακος
Συμπαραγωγή: Kart Productions
Πρεμιέρα 5 Δεκεμβρίου 2016
Φρυνίχου 14, Πλάκα (χάρτης) | τηλ: 2103222464 & 2103236732
Παραστάσεις: Δευτέρα & Τρίτη 21.15 | προπώληση: www.viva.gr
Τιμές εισιτηριων: 15€ κανονικό, 10€ μειωμένο, 5 Ανέργων
ΟΛΟΝΥΚΤΙΑ ΣΑΙΞΠΗΡ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΓΕΙΟ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΕΧΝΗΣ. η συμμετοχή μου
Συμμετέσχον με το κάτωθι πρωτότυπο κείμενό μου από τον υπό έκδοσιν τόμο τής ΚΡΙΣΙΜΗΣ ΠΕΝΤΑΛΟΓΙΑΣ μου.
Ποιητικός διάλογος. Ερμήνευσα και τα δύο πρόσωπα.

http://www.theatro-technis.gr/olonichtia-sexpir-sto-ipogio-mesanichta-para-kati/
Ο Σαίξπηρ δεν θα αναπαυτεί ποτέ…
(θεατρικός διάλογος με τα πνεύματα)
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Αγαπητέ Γουίλλιαμ!!!
ΣΑΙΞΠΗΡ: Δεν με λένε Γουίλλιαμ!!!!!!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Όπως σε λένε, τέλος πάντων. Εμείς έχουμε συνηθίσει να σε λέμε Σαίξπηρ. Και στην Ελλάδα του δέκατου ένατου αιώνα, στην Αθήνα συγκεκριμένα, σε λέγανε Σακεσπύρο.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Αθήνα; Ενδιαφέρον. Έχω γράψει νομίζω ένα δράμα που εκτυλίσσεται εκεί.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Νομίζεις; Δεν είσαι σίγουρος;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Κοίταξε να δεις αγαπητέ μου. Στην εποχή μας δεν υπήρχαν πνευματικά δικαιώματα, αυτό που λένε copyright.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: «Ο κλέψας του κλέψαντος», δηλαδή. Και τώρα το ίδιο γίνεται. Αλλά με άλλον τρόπο.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Πώς δηλαδή;
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Σιγώ. Γιατί μπορεί κάποιοι από αυτούς να είναι εδώ απόψε. Copy-paste.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Μα γιατί; Είναι τόσες πολλές Ιδέες που κυκλοφορούν ελεύθερες εκεί έξω.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: «Να φάνε κι οι κότες».
ΣΑΙΞΠΗΡ: Ακριβώς. Εμείς στην εποχή μας γράφαμε συλλογικά. Στις ταβέρνες.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: «Κάπου μεταξύ τυρού και αχλάδου», δηλαδή.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Όχι ακριβώς. Αχλάδι δεν είχαμε και το τυρί το τρώνε οι Γάλλοι για επιδόρπιο.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Μάλιστα. Μα εσείς γιατί είστε εδώ; Εννοώ όχι τώρα. Απόψε είναι η τιμητική σας. Έχετε κάθε δικαίωμα να παρίστασθε.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Ορθώς το θέσατε. Όμως δεν έχω γαληνέψει, αγαπητέ μου, σχολαστικέ και συν-δημιουργικέ αναγνώστα!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Δεν έχει λυτρωθεί η ψυχή σου; Μα γιατί;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Τόσοι φόνοι, έστω κι επί σκηνής. Αμάρτησα εν τη διανοία!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Δηλαδή; Μα εσείς δεν είστε καθολικός; Ούτε προτεστάντης νομίζω. Μάλλον παγανιστής.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Τι μανία που έχετε με τις ταμπέλες! Αλλά δεν φταίτε εσείς, αλλά ο πολιτισμός σας, ο Δυτικός Πολιτισμός που πνέει τα λοίσθια κάτω από το βάρος των ανομημάτων του.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Η παντοκρατορία του χρήματος…
ΣΑΙΞΠΗΡ: Εμείς στην εποχή μας φλερτάραμε με την Εξουσία. Κάτι που είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα. Ερωτικό…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Δηλαδή; Ήσασταν κάτι σαν φετιχιστές;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Όχι όπως το εννοείτε τώρα, βεβαίως.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Βεβαίως. Φυσικά. Τίποτα δεν ήταν όπως το εννοούμε τώρα. Ακόμα ένα πρόβλημα της εποχής μας. Υπεραναλύουμε τα πάντα. Και λησμονούμε να ζήσουμε.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Ακριβώς.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Όμως εσύ γιατί περιπλανιέσαι ανήσυχο πνεύμα;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Σαν τον πατέρα του Άμλετ… με δολοφόνησαν. Δεν πέθανα μετά από τσιμπούσι σε ταβέρνα, όπως ανακοίνωσαν. Δεν ήταν καρδιαγγειακά τα προβλήματά μου, αλλά…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Αλλά, τι; Πολιτικά;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Έστω. Ας το πούμε όπως το χαρακτηρίζετε εσείς τώρα.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Δηλαδή;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Ο γιος τής Μαρίας Στιούαρτ, ο διάδοχος τού θρόνου, αφού η Ελισάβετ αρνήθηκε πεισματικά μέχρι την τελευταία στιγμή να ορίσει κληρονόμο της. Στην εξουσία και στην αμύθητη περιουσία της.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Σώπα!
ΣΑΙΞΠΗΡ: Μάλιστα. Όπως το ακούς. Μόνο παρθένα δεν ήταν η δαιμονία βασίλισσα. Αλλά τότε δεν ήταν και μεγάλο θέμα αυτό.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: «Άλλα ήθη άλλα έθιμα».
ΣΑΙΞΠΗΡ: Σωστό!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Είχε μάλιστα τόσο πολλούς απογόνους που σφάζονταν μεταξύ τους!
ΣΑΙΞΠΗΡ: Έλα;!;!;! Δεν το ήξερα.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Μην μου παριστάνεις τον ανήξερο εμένα! Αλεπού!
ΣΑΙΞΠΗΡ: Ναι, θα μπορούσαν να με λένε κι έτσι.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Γιατί δεν έφευγες; Γιατί δεν κατέφευγες στην Ισπανία να σώσεις το τομάρι σου;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Κι η Ισπανία ήταν καθολική, όπως κι ο Ιάκωβος. Δεν θα προλάβαινα ούτε να φτάσω.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Κι ο «Δον Κιχώτης»; Ποιος τον έγραψε;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Όχι πάντως εγώ. Ούτε τον «Άμλετ»…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Δηλαδή;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Ούτε τον «Άμλετ» δεν θα μπορούσα να γράψω από μόνος μου, χωρίς τη βοήθεια…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: …του κοινού;
ΣΑΙΞΠΗΡ: …του κοινού των ομοτέχνων.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: …της συντεχνίας.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Του εσναφιού! Του σιναφιού. Τι παράξενα που μιλάτε στις μέρες σας.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Ενώ εσείς…
ΣΑΙΞΠΗΡ: Ζούσαμε. Και μετά γράφαμε. Βιωμένα πράγματα! Όχι…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: …Εγκεφαλικά; Προσέξτε! Θα προσβληθούν πολλοί μέσα στην αίθουσα.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Στην κατάστασή μου, το μόνο που μπορώ να φοβηθώ είναι τα Σκοτάδια της Νύχτας…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Κι όχι το πρώτο γάλα τής Αυγής;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Δεν είναι ο κορυδαλλός το φόβητρό μου. Μήτε το αηδόνι, όπως κελαηδεί ιδεατώς στα παρασκήνια τού Ρωμαίου και τής Ιουλιέττας. Όχι. Μόνο το Μαύρο γάλα τής πιο μαύρης Νύκτας φοβούμαι και τρέμω.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Η Νυξ τών Ορφικών;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Πείτε το κι έτσι!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Καταδικασμένος λοιπόν;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Καταδικασμένος… να ζω και να ξαναζώ τα πάθη τών ηρώων μου. Κάθε που ανεβάζουν έργο μου, ταράζομαι, στριφογυρίζω στο αόρατο κιβούρι μου, κολασμένος.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Τι λες; Μαρτύριο σωστό.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Γι’ αυτό να προσέχετε τι γράφετε! Διαρκούν περισσότερο απ’ ό,τι φαντάζεστε. Εγγράφονται στον αιθέρα. Το πέμπτο στοιχείο.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Quintessence.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Σωστά! Είσαι βλέπω διαβασμένος. Η πολλή μόρφωση δεν βοήθησε ποτέ κανέναν. Συνάντησα πολλούς παραμορφωμένους στα νιάτα μου. Κι για ένα μόνο διψούσαν…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Ποιο;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Το χάδι το ποθητό, σ’ εκείνο το σημείο που γλώσσα ποτέ δεν φτάνει.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Εννοείτε το όργανο του λόγου ως σύμβολο ή το ανατομικό μέρος του ανθρώπου;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Ποιος νοιάζεται για τις απορίες σας; Φεύγω τώρα. Ειρήνη, Ευδοκία, Γαλήνη…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: «Τρικυμία», «Αγάπης αγώνας άγονος», «Άμλετ», «Πολύ κακό για το τίποτα»… (Κοιτάζει γύρω του) Έφυγε! Πώς φοβήήήθηκααα;!;!;! Κοντεύω να πεθάνω από την τρομάρα μου.
ΣΑΙΞΠΗΡ (από μακριά): Γι’ αυτό να προσέχετε τι γράφετε! «Καθένας κερδίζει το δικό του θάνατο και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή».
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Δικό σας είν’ αυτό;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Όχι, μα τι σημασία έχει;
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Ορθώς! Ζούμε στο τώρα, στο διαρκές ενεργοπληροφοριακό πεδίο κολυμπάμε, πέρα μακριά, πολύ μακριά από τα φτωχά αισθητήρια όργανά μας! Πόσον ανεπαρκείς είμεθα εμείς «τα βιαστικά άπειρα όντα τής στιγμής» [Καβάφης – το προηγούμενο παράθεμα Σεφέρης και το «Μαύρο Γάλα της Αυγής» έργο του νεοϋορκέζου ποιητή Νίκου Σπάνια, εκδόσεις Οδός Πανός – άραγε αυτοί τουλάχιστον οι τρεις θα έχουν γαληνέψει με τον καιρό; Ή μήπως θ’ ανταριάζονται φρικτά μέσα στον τάφο τους, βαριά η τέφρα τους κάθε φορά που τους αναφέρουμε; Γι’ αυτό, ας μην κυνηγάμε αγαπητοί την υστεροφημία. Δεν ξέρουμε σε τι καινοφανή μαρτύρια μπορεί να μας εμπλέξει. Το «τώρα», το «τώρα» μετράει. Κι απόψε είμαστε μια χαρά όλοι εδώ μαζεμένοι]
ΣΑΙΞΠΗΡ: Όντως.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Αμήν.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Γέγονε!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Καλή αυγινή.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Λάλησε ήδη και το αηδόνι κι ο κορυδαλλός κι εσείς ακόμα απαγγέλετε…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: έναν αθάνατο με το συμβατικό όνομα Γουίλλιαμ Σαίξπηρ.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Ας είναι κι έτσι. «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε».
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Μα αυτό δεν είναι έργο από τα δικά σας.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Υπό την ευρείαν έννοιαν είναι.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Τα έργα δεν ανήκουν σε κανέναν.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Εννοείται…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Κι η υπογραφή ματαιοδοξία.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Αφού άλλος διηγείται…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Κι εμείς…
ΣΑΙΞΠΗΡ: Εμείς…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Καταγράφουμε.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Αληθώς.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: «Ποσώς», φωνάζουν κάποιοι από το ακροατήριο.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Άφησέ τους. Ου γαρ οίδασι…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: …τι ποιούσι;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Τη διαφορά «είναι» και «φαίνεσθαι»
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: δεν γνωρίζουν;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Αυτό είναι το πιο δύσκολο παιχνίδι, η άσκηση στην οποία κόβονται οι περισσότεροι…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: κι έτσι επανέρχονται ξανά και ξανά…
ΣΑΙΞΠΗΡ: …στο ίδιο δωμάτιο με τους καθρέφτες και τα μάτια…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: …δεμένα;
ΣΑΙΞΠΗΡ: ή με διάτρητο πέπλο, στην καλύτερη περίπτωση.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Μα πόσα ήταν τα πέπλα της Σαλώμης; Επτά;
ΣΑΙΞΠΗΡ: Πολύ περισσότερα. Αλλά γιατί δεν ρωτάς τον Όσκαρ Ουάιλντ;
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Τι σχέση έχει αυτός; Α, ναι, συγγνώμη, με συγχωρείς, συχώρεσε την αμάθειά μου. Και τη νύστα μου. Το προχωρημένο τής ώρας.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Οι μωρές παρθένες στη βιβλική παραβολή δεν είχαν κανένα άλλοθι.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Αληθώς.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Τώρα πρέπει να φύγω.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Γύρισες γιατί σε καλέσαμε.
ΣΑΙΞΠΗΡ: Έτσι είναι. Όμως τώρα ο συμπαντικός νόμος μού επιβάλλει να σωπάσω.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: «Τα άλλα είναι σιγή» (Άμλετ).
(Ολονυκτία Σαίξπηρ, 17-18/12/2016, δια χειρός Δηώς Καγγελάρη στο «Υπόγειο» του Θεάτρου Τέχνης επί διευθύνσεως Μαριάννας Κάλμπαρη. Γράφτηκε ειδικά για την περίσταση αυτή από τον υπογράφοντα):
ΟΥΙΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ “ΑΜΛΕΤ” με τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη στο ανακαινισμένο κι ανανεωμένο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα
από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Ένας Άμλετ πανομοιότυπος με τους άλλους, χωρίς καμία έκπληξη, για το φόβο των …ρασοφόρων ίσως, των τα φαιά φορούντων, των υπερμάχων της ηθικής (των άλλων), των σχιζόντων τα ιμάτια για την τιμιότητα (των άλλων, ποτέ τη δική τους)…
Ο Γιάννης Κακλέας είναι συνηθισμένος σε πρωτοποριακά θεάματα, με κίνηση μεγάλου πλήθους, με λατρεία της γυμνότητος ή της ημιγυμνότητος έστω (για να μην τον συγκρίνουμε ατυχώς και με τον Κωνσταντίνο Ρήγο)… Ο Κακλέας ξέρει όσο κανένας άλλος να θεατροποιεί με γνώμονα την αισθητική των κόμικς, είναι φιλελεύθερος και ανοικτός στις προκλήσεις των καιρών μας.
Έτσι πήγα κι εγώ ο έρμος να δω κάτι το προκληκτικό, το καινούργιο, το …νέο (ν) έστω. Αντ’ αυτού είδα μια απολύτως συμβατική παράσταση που θα μπορούσε να σταθεί σε οποιοδήποτε επαρχιακό θέατρο χωρίς να προκαλεί τα ήθη και τα έθιμα της περιοχής, χωρίς να θίγει πρόσωπα και καταστάσεις, χωρίς να υπαινίσσεται καν το παρακμιακό και τριτοκοσμικό στοιχείο της μυθικής Δανιμαρκίας, που βιώνει (στο έργο του Σαίξπηρ) μια κρίση ανάλογη με αυτήν που βιώνει η Ευρωπαϊκή ΈΝΩΣΗ σήμερα. Κρίση θεσμών, κρίση αξιών, κρίση του Δυτικού Πολιτισμού που θεμελιώθηκε πάνω στον Ελληνορωμαϊκό Πολιτισμό και στη Χριστιανοσύνη.
Από αυτή την άποψη το κείμενο είναι απολύτως επίκαιρο, ακόμα και σε αυτή τη δειλή και συνεσταλμένη θα έλεγα παράσταση. Το αξιοπερίεργο με τα έργα του Σαίξπηρ είναι ότι αντέχουν και σε ερασιτεχνικές, σχολικές, σχολαστικές, ακαδημαϊκές και άνευ ουσίας παραστάσεις. Είναι τρανή απόδειξη ότι στο θέατρο «εν αρχή ην ο Λόγος».
Έτσι λοιπόν σας προτείνω να δείτε αυτή την παράσταση, χωρίς όμως ιδιαίτερες προσδοκίες. No expectations! Δεν είναι ο Κακλέας που γνωρίζετε, αλλά ένας άλλος, μεταλλαγμένος και …εμπορικός. Σημεία των καιρών; Ή μήπως «πενία τέχνας απεργάζεται»; Ποιος ξέρει; Μπορεί μια μέρα να σκηνοθετήσει και τη Ντενίση. Η Αλίκη πρόλαβε και πέθανε!!!
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
http://www.dithepi.gr/el/events/?eid=4406
ΟΥΙΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ ΑΜΛΕΤ με τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη
σκηνοθεσία Γιάννης Κακλέας
Τα άλλα είναι σιωπή…..
το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά παρουσιάζει τον Άμλετ του Ουίλλιαμ Σαίξπης, με τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη στον ομώνυμο ρόλο και σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα. Πρεμιέρα 10 Νοεμβρίου. Διάρκεια παραστάσεων έως 22 Ιανουαρίου 2017.
Ο Άμλετ –το αριστούργημα της παγκόσμιας δραματουργίας– είναι ένα κείμενο που καταγράφει όλη την ηθική περιπέτεια ενός ανθρώπου λαμπερής ευφυΐας και αστραφτερής ευφράδειας, ενός ανθρώπου που έχει το εύρος να θέτει καίρια ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης και στον Σαίξπηρ τα δύσκολα ερωτήματα υπονομεύουν ή ακυρώνουν παντελώς τις εύκολες απαντήσεις. Καταφέρνουν όμως να διεισδύσουν βαθύτερα στο νόημα μιας θεμελιώδους απορίας και να κάνουν τον κόσμο των ηθικών επιλογών μας πιο αινιγματικό , πιο επικίνδυνο και οριακά πιο θαυμαστό. Αυτή η ικανότητα και η τόλμη να θέτει θεμελιακά ερωτήματα κάνει τον Σαίξπηρ τον «φιλόσοφο των ανθρωπίνων δυνατοτήτων».
Ο Άμλετ είναι ένα έργο που καταφέρνει να διεισδύσει στην καρδιά του «μελαγχολικού πρίγκιπα» , να καταγράψει το φάσμα των συναισθημάτων του, να κερδίσει τη δύσκολη μάχη της έκφρασης και να πεθάνει τον δυσκολότερο θάνατο. «Τα άλλα είναι σιωπή». Και το δικαίωμά μας σε αυτή τη σιωπή, τη σιωπή μιας βαθύτερης κατανόησης του εαυτού μας
και του άλλου, την κατέκτησε για λογαριασμό μας ο Άμλετ.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Σκηνοθεσία — Γιάννης Κακλέας
Μετάφραση — Διονύσης Καψάλης
Σκηνικά — Μανόλης Παντελιδάκης
Κοστούμια — Ηλένια Δουλαδίρη
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Μουσική — Σταύρος Γασπαράτος
Χορογραφίες / Κίνηση Α.Τοπουλίδου
Στο ρόλο του Άμλετ ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης
Παίζουν οι ηθοποιοί — Ευγενία Δημητροπούλου, Θανάσης Δήμου, Ιερόνυμος Καλετσάνος, Στέργιος Κοντακιώτης Στέλιος Ξανθουδάκης, Χρήστος Σαπουντζής, Ιβάν Σβιτάιλο, Έλενα Τοπαλίδου, Γιάννης Τσεμπερλίδης, Τζεφ Μαράουι
«Γκρέτα», ένα ενδιαφέρον κείμενο του Μιχάλη Σπέγγου από τον θίασο «Καθρέφτης» της Πέπης Οικονομοπούλου στο θέατρο Τόπος Αλλού
Ή το δικαίωμα να αποφασίζουμε για την ανθρώπινη ζωή …τών άλλων
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Το δικαίωμα της Ελευθερίας, προϋποθέτει την αναγνώριση Ισότητα και την απόδοση Δικαιοσύνης, χωρίς προκαταλήψεις, στεγανά και προκλήσεις, χωρίς μισαλλοδοξία και προλήψεις. Δύσκολο θα μου πείτε… Ναι, σε έναν πλανήτη που σπαράσσεται από θρησκευτικές έριδες και εμφύλιους πολέμους, όταν οι ενδο-οικογενειακές διαμάχες λαμβάνουν ομηρικές διαστάσεις, πολλές φορές για ένα χωραφάκι, μια ελιά, μια πέτρα ξεθεμελιωμένη, ή ακόμα και «περί όνου σκιάς» ο λόγος. Μάλιστα. «Επί Γης Ειρήνη, εν ανθρώποις Ευδοκία» ευαγγελίστηκε ο Θεάνθρωπος δυο χιλιάδες χρόνια πριν, όμως ακόμα δεν καταφέραμε να εμπεδώσουμε και να εφαρμόσουμε τις επιταγές του.
Και καλά να κρίνουμε, να κατακρίνουμε και να δικάζουμε τους άλλους «αβρόχοις ποσί» κι «εξ απαλών ονύχων» χωρίς να μας έχει διορίσει κανείς δικαστές, ή – έστω – ενόρκους. Όταν όμως από τις κρίσεις, τις επικρίσεις ή τις κατακρίσεις μας εξαρτάται η ζωή ενός άλλου, του κατηγορούμενου, του «αποδιοπομπαίου φαρμακού» συνήθως, του «αίροντος τα αμαρτίας του Κόσμου», τότε δεν έχουμε κανένα ανθρώπινο ή θείο ηθικό δικαίωμα να κραυγάζουμε «Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν». Κι όχι μόνον διότι «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω», αλλά και γιατί ειδικά τότε, αν υποθέσουμε ότι είμαστε αναμάρτητοι, οφείλουμε να έχουμε κατακτήσει την επίγνωση της ανθρώπινης συνθήκης. Και δεν λέω να αγιάσουμε εν ζωή (κάποιος παραδειγματισμός κι ένα μάθημα χρειάζεται πού και πού), αλλά άλλο είναι μια προσωρινή τιμωρία για παραδειγματισμό κι άλλο η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής με προσχηματικές δηλώσεις κι αφετηρίες. Ακόμα και στους κατά συρροήν δολοφόνου (κοινώς serial killers) που έχουν ομολογήσει κι έχουν αποδειχθεί οι κακουργηματικές τους πράξεις πέραν πάσης αμφιβολίας, ακόμα κι εκεί υπάρχει η (απειροελάχιστη έστω) πιθανότητα της Φώτισης, της ειλικρινούς Μεταμέλειας, της Επανόρθωσης. Μα πώς μπορείς να επανορθώσεις για έναν φόνο; Δεν ξέρω. Ίσως σώζοντας χιλιάδες ανθρώπινες ζωές. Προσφέροντας ένα μάθημα Ζωής στους συνανθρώπους σου…
Αυτή είναι η προβληματική κάτω από το σφύζον και παλλόμενο κείμενο «Γκρέτα» του Μιχάλη Σπέγκου, που σκηνοθέτησε η πολύ έμπειρη Πέπη Οικονομοπούλου με την ομάδα της «Καθρέφτης». Η διαδραστική συμμετοχή του κοινού που ψηφίζει στο τέλος για την θανατική καταδίκη του επί σκηνής φονιά και κακούργου και συνειδητού εγκληματία κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν, βγάζει κάθε βράδυ κι άλλα αποτελέσματα, αλλά συνήθως (απ’ ότι μας πληροφόρησε η υπεύθυνη της κάλπης που έχει στηθεί στην έξοδο τού θεάτρου) «ΑΘΩΟΣ – ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» με ισχνή πλειοψηφία έναντι τού «ΈΝΟΧΟΣ-ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ». Πολύ ενδιαφέρον! Είμαστε λοιπόν τόσο ανεκτικοί ως κοινωνία ή μήπως το θεατρόφιλο κοινό είναι περισσότερο υποψιασμένο από το τηλεορασόπληκτο; Δεν ξέρω. Πιστεύω ότι είμαστε ευγενείς και φιλόξενοι ως κοινό, ελεήμονες και η εν-συναίσθηση ένα από τα κύρια προτερήματά μας.
ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ Ο ΦΟΝΙΑΣ ΑΘΩΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΑΠΟΛΥΤΗ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ ΑΛΛΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΣΚΕΠΤΙΚΑ, έτσι όπως εκφράζονται από τα πέντε μέλη του αυτοσχέδιου και ακούσιου σώματος ενόρκων (λες και μας ρωτάνε όταν μας κληρώνουν ως ενόρκους στο Κακουργιοδικείο – έχω πάει και ξέρω πόσο δύσκολη είναι η θέση ενός ενόρκου – εκεί αποφασίζεις με το χέρι στην καρδιά, με υγιές ένστικτο και καθαρή συνείδηση, αφού προηγουμένως βάλεις βεβαίως τον εαυτό σου στη θέση του κατηγορουμένου).
Η ΑΥΤΟΔΙΚΙΑ, ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ ή μη, είναι κατακριτέα σε όλους τους ανθρώπινους εξελιγμένους πολιτισμούς.
Όλοι οι συντελεστές ήταν υπέροχοι:
Σκηνοθεσία – σκηνογραφική επιμέλεια: Πέπη Οικονομοπούλου
Διανομή:
Βασίλης Καρατζάς: Γιώργος Κατσίγιαννης
Γκρέτα: Έφη Λιάλιου
Αναλίζα Κροίσου: Γίτσα Γιωργοπούλου
Βαγγέλης Ευαγγέλου: Στέλιος Νικολαϊδης
Μιχάλης Ραζής: Αλέξανδρος Κλειμόπουλος
Ηλίας Μακρής: Δημήτρης Σιγανός
Γιάννης Αυδίκος: Νικήτας Χολόγκιτας
Ελπίδα Δημητράκη: Έλενα Παπαβασιλείου
Γιώργος Ζορμπάς: Μάνθος Καλαντζής
Μάρτυρες (σε video): Ειρήνη Ιγγλέση – Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος
Δημοσιογράφος (σε video): Άντζυ Βασιλείου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Άντζυ Βασιλείου.
Κωνσταντίνος Μπούρας
α μ ά ρ α ν τ α στο θέατρο Faust:
μια κωμωδία της bijoux de kant σε κείμενα Παύλου Μάτεσι και Γλυκερίας Μπασδέκη.

από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα.
Σε αυτό το θέατρο τα τελευταία χρόνια βλέπω μόνο ποιοτικές παραστάσεις. Με κορυφαίο πρωταγωνιστή τον Αλέκο Συσσοβίτη και συμπράττοντας με μεγάλα ονόματα του Ελληνικού μας Θεάτρου, όπως η Ρούλα Πατεράκη κι η Μάνια Παπαδημητρίου, βλέπω πρωτότυπα, άγνωστα εν πολλοίς κείμενα, ή πρωτοπόρες δραματοποιήσεις τους, σε έναν τόνο νουάρ και με αισθητή απόκλιση προς το θεατρικώς αιρετικόν, εκπλήσσομαι και παρακολουθώ με κομμένη την ανάσα παραστάσεις, όπως η «Κραυγή» (Αλέκος Συσσοβίτης – Μάνια Παπαδημητρίου) ή τώρα «Αμάραντα» σε μια υπέροχη σκηνοθεσία, μέσα σε έναν απολύτως αληθοφανή σκηνικό διάκοσμο, όπου δραματοποείται και εικονοποιείται ως λειτουργικό δράμα (stationen drama) η ζωή των μπουλουκτσήδων στην Ελλάδα του προηγούμενου αιώνα.
Μαύρη κωμωδία από την bijoux de kant σε κείμενα Παύλου Μάτεσι και Γλυκερίας Μπασδέκη εικονογραφημένη από τον Κωνσταντίνο Σκουρλέτη που υπογράφει τα σκηνικά και την Χριστίνα Θανασούλα που υπογράφει τους φωτισμούς. Σκηνοθέτης ο Γιάννης Σκουρλέτης και παίζουν οι εξαίρετοι
Ηθοποιοί:
Αλέκος Συσσοβίτης
Μαρία Πανουργιά
Μπέττυ Βακαλίδου
Αλέξανδρος Παπαϊωάννου
ΧΑΙΡΟΜΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΕΠΙΠΕΔΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΝΑ ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΤΑΙ ΈΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΣΦΡΙΓΗΛΟ, ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΜΕ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΑΠΤΟΝΤΑΙ τής ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ, τής ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, τής ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ και τής ΙΣΟΤΗΤΑΣ τών ανθρώπων απανταχού τής Γης.
ΔΕΙΤΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ. Μέσα από το μαύρο αναδύεται η χαρά της ζωής και μέσα από την πιο γκρίζα συννεφιά η ΑΙΩΝΙΑ ΑΝΑΤΟΛΗ μιας καινούργιας μέρας για την Ανθρωπότητα.
Κωνσταντίνος Μπούρας
INFO:
Έργο:
α μ ά ρ α ν τ α
μια κωμωδία της bijoux de kant σε κείμενα Παύλου Μάτεσι και Γλυκερίας Μπασδέκη
Ηθοποιοί:
Αλέκος Συσσοβίτης
Μαρία Πανουργιά
Μπέττυ Βακαλίδου
Αλέξανδρος Παπαϊωάννου
Συντελεστές:
Σκηνοθεσία: Γιάννης Σκουρλέτης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ηλέκτρα Ελληνικιώτη
Σκηνογραφία: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Βοηθός σκηνογράφου: Νίκος Παπαδόπουλος
Επικοινωνία: Άρης Ασπρούλης
Παραστάσεις:
Από 22 Δεκεμβρίου 2016
Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο 21.00
Κυριακή 19.00
(εκτός από τις 24 & 31 Δεκεμβρίου)
Τιμές Εισιτηρίων:
Κανονικό: 12€
Φοιτητικό, ανέργων: 10€
Ατέλειες: 5€
Προπώληση:
Viva
ΑΠΟ 22 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
ΠΕΜΠΤΗ, ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ & ΣΑΒΒΑΤΟ ΣΤΙΣ 21:00
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΙΣ 19:00
Ο Μέμος (Αλέκος Συσσοβίτης) ένας περιφερόμενος μπουλουκτζής, έχει μόλις κηδέψει τον για χρόνια συνεργάτη και σύντροφό του Στάμο (Αλέξανδρος Παπαϊωάννου). Μην έχοντας συνέλθει ακόμα από την πρόσφατη απώλεια, προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια του για να ανέβει στη σκηνή και να παίξει για πρώτη φορά μόνος. Μαζί του, αυτή την παράξενη και ταραγμένη νύχτα, στο παρασκήνιο του τσίρκου, βρίσκεται και η Μερόπη (Μαρία Πανουργιά), πρώην σύζυγος του Στάμου και άσπονδη φίλη του Μέμου. Μια παράξενη βουή πλησιάζει, το κοινό είναι ταραγμένο και η νεκρή καλλιτέχνις Αντώνα (Μπέττυ Βακαλίδου) αφηγείται τους θανάτους της έναν προς ένα, λίγο προτού βγει ο Μέμος στη σκηνή.
Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
Στα «Αμάραντα» παρακολουθούμε ένα θίασο ζώντων και νεκρών στην έσχατη παράστασή τους: ο Μέμος, ο Στάμος, η Μερόπη, η νεκρή καλλιτέχνις Αντώνα λίγο πριν τους φάνε τα σκυλιά.
Με υλικά όλα εκείνα τα θεμελιώδη συστατικά που συνθέτουν τα θεατρικά σύμπαντα του Παύλου Μάτεσι και της Γλυκερίας Μπασδέκη, η bijoux de kant επιχειρεί τη δημιουργία του εθνικού μας πορτρέτου: φαιδροί, βαρυπενθούντες, από χρόνια πεθαμένοι και πεινασμένοι φτωχοδιάβολοι, που προσπαθούν να αναπαραστήσουν τα συντρίμμια του εαυτού τους.
Ένας αποτυχημένος μπουλουκτζής, ο Μέμος, μια τρομοκρατημένη γυναίκα, η Μερόπη: άνθρωποι που δεν πονούν καθόλου ή πονούν πολύ, δεν φοβούνται καθόλου ή φοβούνται υπερβολικά, πρόσωπα χωρίς ξεχωριστή ατομικότητα που εκπροσωπούν κοινωνικούς ρόλους και ψυχισμούς αρχετυπικούς. Και δίπλα τους ο νεκρός μπουλουκτζής Στάμος και η πολλάκις νεκρή καλλιτέχνις Αντώνα: πλάσματα μυθολογικά, σε επικοινωνία με αόρατες δυνάμεις και αγγέλους.
Με τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην Τέχνη να απουσιάζουν, ακριβώς όπως και τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου, τα «αμάραντα» συμβαίνουν στο παρασκήνιο ενός τσίρκου. Όμως ο κόσμος της παράστασης δεν επιθυμεί να είναι λογικός, αλλά υπερ-λογικός, να έρχεται από την προϊστορία και τα παραμύθια και να καταλήγει σε αινιγματικές πράξεις βίας και θανάτου που έχουν χαρακτήρα τελετουργικό. Οι πράξεις αυτές, παρά τη σκληρότητά τους εκπέμπουν μια περίεργη ομορφιά, που τελικά λυτρώνει.
ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Mόνο ως κωμωδία αντέχεται το βαθύ αυτό δράμα τσίρκου που έγραψαν ο Μάτεσις και η Μπασδέκη, και μαζί και χώρια. Όλοι πεινάνε σ’ αυτή την κωμωδία που θα μπορούσε να είναι και θρηνητικός κομμός της αειπαρθένου Ελλάδος. Mια πείνα που πέφτει σαν επιδημία στο στοιχειωμένο αυτό μπουλούκι φέρνοντας γέλια έως δακρύων. Ζωντανοί και νεκροί, θεατρίνοι και θεατές πάντα αμάραντοι και δαφνοστεφείς -πάντα προς την νίκην.
Αγάπησα πολύ τον Μέμο, τον Στάμο, την Μερόπη, την νεκρή καλλιτέχνιδα Αντώνα. Κι ακόμη πιο πολύ αυτά τα λυσσασμένα σκυλιά που πεινάνε σα χώρα.
– Έπρεπε να γελάσω μαζί τους για να μην κλάψω μόνος μου.
Γιάννης Σκουρλέτης
ΦΑΥΣΤΑ του Μποστ με την εξαίρετη, εκπληκτική, μοναδική, ανεπανάληπτη Ελένη Κοκκίδου
σε μια άνευ προηγουμένου παράσταση σε σκηνοθεσία Μάρθας Φριντζήλα στο θέατρο Προσκήνιο, της οδού Καπνοκοπτηρίου 8, με ένα επιτελείο εκλεκτών πρωταγωνιστών.
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Έχω δει πολλές παραστάσεις αυτού του έργου, παιδιόθεν (το προνόμιο της μέσης ηλικίας: τα έχεις δει σχεδόν όλα, αλλά πάντα υπάρχει πεδίο λαμπρόν για την έκπληξη). Το έργο γράφτηκε τη χρονιά που γεννήθηκα, το 1962, προοριζόμενο για τον Κάρολο Κουν, που ποτέ δεν απάντησε στον απογοητευμένο χιουμορίστα συγγραφέα με το ψευδώνυμο Μποστ. Δεν το κατάλαβε; Ο τόνος ήταν ανοίκειος στα ήθη και τα έθιμα του Θεάτρου Τέχνης; Δεν το πιστεύω, ειδικά μετά από τόσες επιτυχημένες παραστάσεις Αριστοφάνη…
Όπως και να έχει, η «Φαύστα» είναι ένα κλασικό πλέον έργο του νεοελληνικού δραματολογίου μας, δοκιμασμένο στο Χρόνο, πετυχημένο και προπαντός επίκαιρο. Ειδικά η πολιτική θεωρία που αναπτύσσεται για την υπέρ-φορολόγηση των φτωχών και τη φοροαπαλλαγή των πλουσίων !!! Μήπως η Ζωή αντιγράφει την Τέχνη. Ή μήπως οι καλλιτέχνες, εκτός από μάρτυρες του καιρού τους είναι και προφήτες; Εκτός αν η Ιστορία όντως επαναλαμβάνεται και οι κρίσεις ανακυκλώνονται με μικρά διαλείμματα ψευδο-ευημερίας. Δεν ξέρω. Το μόνο που μένει πριν αναχωρήσουμε από τον μάταιο τούτο κόσμο είναι μόνον εκείνο που δεν δύναται να φορολογηθεί: η Αγάπη, το χιούμορ, η αλληλεγγύη, η προσφορά στον πλησίον και στο κοινωνικό σύνολο.
Είχα δει και την παράσταση της Φαύστας στο θέατρο Στοά με την εκπληκτική Κοραλία Τσόγκα ως «ευγενές Ριτσάκι», σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου. Από εκείνη την παράσταση που έχει μείνει ένας μονότονα επαναλαμβανόμενος δεκαπεντασύλλαβος, αποτελεσματικός εν τούτοις. Συγχαίρω τώρα τη Μάρθα Φριντζήλα γιατί απέφυγε την πεπατημένη και χωρίς καμία ευκολία ή μανιέρα έστησε ένα σύγχρονο θεατρικό κόμικ, απολύτως επίκαιρο, σα να έχει γραφτεί μόλις σήμερα. Συγχαρητήρια επίσης αξίζουν στον Άγγελο Παπαδημητρίου για τα σκηνικά, τα κοστούμια και την όλη «Όψιν» αυτής της απολαυστικής παραστάσεως.
Εκείνη που έδωσε όμως κυριολεκτικά τα ρέστα της ήταν η πληθωρική, η μοναδική, η μεταμορφωσιακή, η ανεπανάληπτη Ελένη Κοκκίδου. Η ερμηνεία της είναι πέρα από κάθε περιγραφή. Όπως τα φυσικά φαινόμενα. Τα βιώνεις ή δεν τα βιώνεις. Τα αντέχεις ή δεν τα αντέχεις. Όταν όμως βγεις σώος από αυτά [αστειεύομαι] βγαίνεις σοφότερος και πλουσιότερος, με υπερχειλίζουσα χαρά της ζωής και ζωτική ενέργεια απαράμιλλον.
Εθαύμασα επίσης τον Κώστα Μπερικόπουλο στον ρόλο της Μαριάνθης. Παρά την αναγκαστική σχηματικότητα και περιγραφικότητα αυτής της καρικατούρας που εκλήθη να ερμηνεύσει, ο καλός αυτός ηθοποιός έγραψε ανεξίτηλα στη μνήμη μας ένα δεύτερο πρόσωπο, που σε άλλες παραστάσεις δεν το προσέχουμε ίσως καν.
Όλοι όμως οι ηθοποιοί ήταν υπέροχοι: ο Τάσος Γιαννόπουλος ως τυπικός Ελληνάρας Γιάννης, ο Βαγγέλης Χατζηνικολάου ως Ριτσάκι με μούσια, που έμοιαζαν με φύκια (λόγω ξανθότητος – δεν νομίζω να έτρεξε πολύ οξυζενέ, εκ του φυσικού …ξανθός), καθώς και το τρίδυμο: Μενέλαος Χαζαράκης, Γιώργος Γιαννακάκος και Γιώργος Οικονόμου (περιελίχθησαν γύρω από τα κύρια πρόσωπα με φιδίσια επιτηδειότητα, κλέβοντας σε πολλά σημεία την παράσταση).
Πρόβλεψη θεατρολόγου κι έμπειρου κριτικού: αυτή η παράσταση θα παίζεται για χρόνια. Άντε και στην Επίδαυρο, με Αριστοφάνη, Μένανδρο ή άλλους, μεταγενέστερους και – γιατί όχι – συγχρόνους (του εαυτού μου μη εξαιρουμένου, θέτω υποψηφιότητα συγγραφής πρωτότυπου θεατρικού έργου γι’ αυτό το λειτουργικό απολαυστικό σχήμα).
Μην την χάσετε αυτή την παράσταση. Όσο η Κρίση βαθαίνει, τόσο το χιούμορ ανεβαίνει κι η θεατρική του έκφραση είναι η ιαματικοτέρα. Οι τεχνίτες του Διονύσου θεραπεύουν ψυχές και σώματα (μηδέ των κορμιών εξαιρουμένων – το γέλιο ξεβουλώνει… γενικώς – μετά δεν χρειάζονται καθάρσια και δαμάσκηνα).
Σοβαρά τώρα, είναι σπάνιες οι φορές που εκπλήσσομαι. Ως άνθρωπος που βλέπω 300 παραστάσεις το χρόνο, συνήθως ασκούμαι στο να κοιμάμαι με τα μάτια ανοιχτά! Όμως αυτή τη φορά έκλαιγα από τα γέλια. Κι ο ποιητής Γιώργος Χρονάς δίπλα μου, δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του, αρμονικώς εκφερόμενα όπως ο κλαυσίγελως της Ελένης Κοκκίδου επί σκηνής.
Παρατήστε την ψυχανάλυση και τρέξτε στο θέατρο Προσκήνιο, επί της οδού Καπνοκοπτηρίου 8 & Στουρνάρη (παν στουρνάρι …δεκτόν).
Κωνσταντίνος Μπούρας
www.konstantinosbouras.gr
Μία ακόμα Φαύστα…;
Μεταφράζοντας το Νάσο Βαγενά στα γαλλικά: «Πεδίον Άρεως» και «Βάρβαρες Ωδές».
από την Αγγελική Σιδηροπούλου, Πτυχιούχο Μεταφράστρια-Ερευνήτρια
Υποψ. Διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου

Η παρούσα προσέγγιση και μεταφραστική κατάθεση βασίζεται στην πτυχιακή μας εργασία, η οποία εκπονήθηκε το 2007 στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Στα πλαίσια της εν λόγω πτυχιακής εργασίας κληθήκαμε να μεταφράσουμε πενήντα ποιήματα του Νάσου Βαγενά από τα ελληνικά στα γαλλικά και συγκεκριμένα, το ποιητικό σώμα των συλλογών «Πεδίον Άρεως» και «Βάρβαρες Ωδές». Η εν λόγω εργασία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ερευνητή καθώς αποδεικνύει, πώς μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη η μεταφραστική θεωρία του Ν. Βαγενά, όπως έχει αποκρυσταλλωθεί κυρίως στο πόνημά του «Ποίηση και Μετάφραση».
Η ποιητική φωνή του Νάσου Βαγενά γοητεύει για πολλούς λόγους. Ο ποιητής εμπνέεται από τη φύση (νύχτα, σελήνη, θάλασσα, ουρανός, δέντρα, αέρας, ήλιος, φως…) και χρησιμοποιώντας την ως έρεισμα ξετυλίγει τον ποιητικό και ενίοτε διανοητικό του στοχασμό. Ξεκινά δηλαδή από θέματα ειδυλλιακά για να οικοδομήσει, στη συνέχεια, γύρω από αυτά έναν λόγο συναισθηματικά αποφορτισμένο, που προσιδιάζει περισσότερο στον δοκιμιακό. Συχνά μάλιστα, η έκφρασή του προδίδει την διανοητική της σύλληψη και εκτέλεση.
Το «Πεδίον Άρεως» αποτελεί την πρώτη ποιητική γέννα του ποιητή και κυκλοφόρησε το 1974, από τις εκδόσεις Γνώση. Η θεματολογία του κινείται γύρω από μια οδυνηρή καθημερινότητα κοινωνικής αδικίας. Τα θέματα που επανέρχονται είναι η προδομένη πατρίδα και τα νεανικά όνειρα που διαψεύστηκαν. Κυριαρχεί ένα αίσθημα απογοήτευσης, ενώ με όχημα τον ποιητικό λόγο εκφράζεται ένα δριμύ πολιτικό κατηγορώ. Ο ποιητής επιζητά να «διορθώσει» την ιστορική μνήμη και προτείνει μία τροποποιημένη έννοια της πατρίδας. Επίσης, προβαίνει σε μία ειρωνική και κριτική ανάπλαση του ρομαντικού σολωμικού αποσπάσματος με σκοπό την αμφισβήτηση του σύγχρονου πνευματικού κατεστημένου. Τόσο μέσα από τους στίχους του όσο και μέσα από τον δοκιμιακό του λόγο υπογραμμίζει ότι η σύγχρονη μεταμοντερνιστική ποίηση οφείλει να απεγκλωβιστεί από την «ελευθερία» του ελεύθερου στίχου. Όσον αφορά τον τίτλο της συλλογής «Πεδίον Άρεως», η Μαντώ Μαλάμου[1] αναγνωρίζει σε αυτόν το πεδίο μιας αέναης πάλης ανάμεσα στον έρωτα και στο θάνατο, μιας πάλης που, ομολογουμένως, είναι διαρκώς παρούσα στην ποίηση του Βαγενά.
Αυτή η διηνεκής πάλη αντικατοπτρίζεται με γλαφυρό τρόπο στη συλλογή «Βάρβαρες Ωδές» που κυκλοφόρησε το 1992 από τις εκδόσεις Κέδρος. Εδώ, ο ποιητής συνδυάζει με εντελώς απροσδόκητο τρόπο την επιθανάτια αγωνία και τον άκρατο ερωτισμό. Η γυναικεία ομορφιά εμφανίζεται ως κάτι το μυστικιστικό, το υπέρτατο και θεϊκό που πληγώνει όποιον τολμά να την αγγίξει. [2] Ο έρωτας βιώνεται ως μια τραυματική εμπειρία. Ενίοτε, λαμβάνει χώρα ένα αιματηρό τελετουργικό θυσίας δια του οποίου, το ποιητικό υποκείμενο προετοιμάζεται για την έλευση του θανάτου. Ακόμη, σε πολλά από τα ποιήματά του, εμφανίζεται η έννοια του λαβυρίνθου μέσα στον οποίο γίνεται η μεταμόρφωση όσων τολμήσουν ή όσων υποχρεωθούν να εμπλακούν.
Ο Βαγενάς μετέρχεται μία πληθώρα τεχνικών προκειμένου να εκφράσει το ποιητικό του βίωμα (μεταφορά, παρήχηση, ειρωνεία, υπερβολή, αναφορά, έμμετρος στίχος, τεμαχισμένος λόγος). Όπως είδαμε, στο «Πεδίον Άρεως» αναπλάθει το σολωμικό απόσπασμα. Από την άλλη, οι «Βάρβαρες Ωδές» μας παραπέμπουν στις Ωδές του Κάλβου, ενώ η διάταξη των ποιημάτων σε τετράστιχες στροφές, με τρεις μεγάλους και έναν μικρότερο στίχο, αποτελεί στοιχείο της σαπφικής ποίησης. Διαπιστώνουμε λοιπόν, την προσπάθεια του ποιητή να συγκεράσει με τρόπο γόνιμο την παράδοση και τον μοντερνισμό.
Παρά τη σκοτεινότητά της, η ποίηση του Βαγενά γοητεύει επειδή πραγματεύεται επίκαιρα και πανανθρώπινα θέματα. Ο ποιητικός του λόγος μας δίνει την αίσθηση ότι το ποίημα γεννιέται τη στιγμή ακριβώς που το διαβάζουμε. Ακούμε τη φωνή του ποιητή, νιώθουμε την πένα του να πάλλεται, τους στίχους να θέλουν να βγουν έξω απ’ το χαρτί. Οι εικόνες του είναι τόσο ζωντανές που παρασύρουν τον αναγνώστη στις δίνες των στίχων. Ενίοτε, η ποίησή του μπορεί να είναι μυστηριακή και φρικιαστική συνάμα, μία ποίηση που θυμίζει θρίλερ. Εδώ, όλα είναι αναμενόμενα, ακόμα και οι πιο απροσδόκητες προσωποποιήσεις και μεταφορές, ακόμα και οι πιο αντικανονικές λεξιλογικές συνάψεις. Αυτός είναι και ο λόγος που η ποίησή του αποτελεί μία πρόκληση για τον μεταφραστή, μία προσπάθεια να πειραματιστεί να δει εάν η ξένη γλώσσα μπορεί να αντέξει το βάρος αυτών των λεξιλογικών συνάψεων και κατά πόσο αυτές μπορούν να λειτουργήσουν με τον ίδιο τρόπο στην ξένη γλώσσα.
Εκείνο που ενδιαφέρει πρωτίστως σε μία μετάφραση, είναι εάν το μετάφρασμα είναι αντάξιο ή ισοδύναμο με το πρωτότυπο. Το συγκεκριμένο ερώτημα αποτελούσε ανέκαθεν, πηγή πικρίας και απογοήτευσης για τους μεταφραστές καθώς συνδέεται με την θεώρηση της μετάφρασης ως αδυνατότητα και προδοσία. Ο Θερβάντες είχε πει χαρακτηριστικά[3] «Μου φαίνεται ότι, μεταφράζοντας από μια γλώσσα σε μια άλλη […] κάνουμε ακριβώς σαν κι αυτόν που κοιτάζει τις ταπισερί της Φλάνδρας απ’ την ανάποδη: μπορεί να δει τις φιγούρες τους, αλλά είναι γεμάτες κλωστές που τις κάνουν να φαίνονται συγκεχυμένες, με αποτέλεσμα να μην τις βλέπει τόσο ζωηρές όσο δείχνουν από την καλή.», ενώ ο Μπουαλώ «Η Δεσποινίς ντε Λαφαγιέτ, η πιο πνευματώδης και καλλιεπής γυναίκα της Γαλλίας, συνέκρινε τον ανόητο μεταφραστή με έναν λακέ τον οποίο στέλνει η κυρία του να κάνει φιλοφρόνηση σε κάποιον˙ αυτό που η κυρία του θα το έλεγε με αβρότητα, ο λακές θα το εκχυδαϊσει, θα το διαστρεβλώσει…». Επίσης, η Μαντάμ ντε Σταλ: «Μια μουσική γραμμένη για ένα όργανο δεν εκτελείται επιτυχώς σε όργανο άλλου τύπου.».
Ωστόσο, όπως επιχειρηματολογεί ο κ.κ. Γ. Κεντρωτής, ενώ η μετάφραση της ποίησης λαμβάνει χώρα εδώ και χιλιάδες χρόνια, σχεδόν άμα τη γεννήσει του κόσμου, οι θεωρητικοί της μετάφρασης επιμένουν να εθελοτυφλούν[4] και να θέτουν επί ματαίω αυτό το, ανούσιο ερώτημα, ήτοι «εάν μεταφράζεται η ποίηση». Αφορμή για το εν λόγω ερώτημα είναι η δυσκολία που ενέχει η μετάφραση της ποίησης, καθότι διαφοροποιείται καίρια από τη μετάφραση οποιουδήποτε άλλου κειμένου. Και αυτό διότι ο ποιητής μετέρχεται ένα ιδιαίτερο είδος λόγου, το οποίο περιλαμβάνει σχήματα λόγου, αυθαίρετη χρήση των γλωσσικών σημείων καθώς και επινόηση νέων γλωσσικών σημείων˙ με άλλα λόγια, μία γλώσσα που βρίσκεται στο επέκεινα της συνηθισμένης γλώσσας, «βρίσκεται και μορφώνεται έξω από τη βουλγάτα που μιλάμε όλοι μας […].»[5]
Τέλεια μετάφραση ενός ποιήματος δεν υπάρχει, καθότι σε κάθε μονάδα μετάφρασης είναι αδύνατο να ληφθούν υπόψη όλες οι παραδηλωτικές και καταδηλωτικές παράμετροι (σύμβολα, συνειρμοί, πολιτιστικές αναφορές, ηχητικοί συνδυασμοί κ.λπ.). Το αποτέλεσμα θα είναι πάντα μια προσπάθεια προσέγγισης του πρωτοτύπου με στόχο το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα και τη βελτίωση του ποσοστού πιστότητας. Σύμφωνα με τον Ελύτη, όσο ικανός κι αν είναι ο μεταφραστής της ποίησης, δεν κατορθώνει να περάσει στη γλώσσα-στόχο παρά το 20- 30% περίπου του πρωτοτύπου. Εντούτοις, παρά τα εμπόδια, «πάντα θα παλεύει να αποκαλύψει στους αναγνώστες ενός άλλου γλωσσικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος «τα των ουρανίων», να μεταβιβάσει τις αλήθειες και τα θαύματα που αποκαλύφθηκαν στη δική του ψυχή».[6]
Εάν αποδεχόμασταν μοιρολατρικά το ανέφικτο της μετάφρασης της ποίησης, τότε η ποιητική φωνή πολλών μεγάλων ποιητών μας, όπως ο Όμηρος, η Σαπφώ, ο Ευριπίδης και ο Σοφοκλής ή ο Καβάφης, ο Σεφέρης και ο Ελύτης θα είχε μείνει εγκλωβισμένη στα στενά όρια της πατρίδος μας. Ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα με μια γλώσσα περιορισμένης εμβέλειας («minor language»), η μετάφραση της ποίησης καθίσταται όχι μόνο ένα λογοτεχνικό ή επιστημονικό θέμα αλλά ένα εθνικό ζήτημα υψίστης σημασίας. «Σκοπός του έργου τέχνης είναι ακριβώς η κατάργηση… της μοναξιάς» γράφει ο Εγγονόπουλος και οι μεταφράσεις της ποίησης επιζητούν να καταργήσουν την εθνική και τη γλωσσική μοναξιά. Άλλωστε, όπως υποδεικνύει η Susan Bassnett[7], η μετάφραση εγγυάται την επιβίωση ενός κειμένου και ενίοτε, ένα κείμενο συνεχίζει να υπάρχει μόνο και μόνο επειδή μεταφράστηκε.
Αναλαμβάνοντας λοιπόν την ευθύνη αλλά και την υποχρέωση της μετάφρασης της ποίησης, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ορισμένες παραμέτρους. Ποιες είναι λοιπόν αυτές οι παράμετροι, ή αν θέλετε, τα βήματα για την επίτευξη ενός όσο το δυνατόν ισοδύναμου ποιήματος στη γλώσσα άφιξης;
Σε πρώτη φάση, θα πρέπει να εμβαθύνουμε στο σημασιολογικό φορτίο του ποιήματος, το οποίο καλούμαστε να περάσουμε αλώβητο στη γλώσσα-στόχο. Κάθε ποίημα μεταφέρει ένα ορισμένο μήνυμα σχετικά με τον πραγματικό ή και φανταστικό κόσμο και την αντίδραση του συγγραφέα απέναντι σε αυτόν, αναφέρεται δηλαδή σε κάτι πέρα από το ίδιο το ποίημα. Πρόκειται για το νόημα του ποιήματος, το οποίο κάθε αναγνώστης και συνεπώς κάθε μεταφραστής εκλαμβάνει με διαφορετικό τρόπο.
Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια για την εμβάθυνση στο νόημα ενός ποιήματος και την πιστή απόδοσή του είναι η ψυχική γειτνίαση του μεταφραστή με τον ποιητή. Η ευαισθησία του μεταφραστή πρέπει να συμπορεύεται με αυτήν του ποιητή. Όπως υποδεικνύει ο Βαγενάς: «… είναι ακριβώς οι ποιητικές του ικανότητες, ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί τη γλώσσα του, που θα δείξουν κατά πόσο η ευαισθησία του βρίσκεται κοντά στην ευαισθησία του ποιητή, αφού στην ποίηση ο καθρέφτης της ευαισθησίας είναι η γλώσσα».[8] Μπορεί ο μεταφραστής να ξεκινά και να έχει ως γνώμονά του το πρωτότυπο, αλλά «τις πιο σημαντικές από τις λέξεις του, τα σπουδαιότερα αντίστοιχα των λέξεων του πρωτοτύπου,[…] θα τα βρει στα βάθη της δικής του ευαισθησίας».[9] Κατά τη διάρκεια της μετάφρασης, βυθίζεται μέσα στη μητρική του ¾τις περισσότερες φορές¾ γλώσσα για να της αποσπάσει ό,τι ωραιότερο έχει ανακαλύψει σ’ αυτήν και να προσπαθήσει να εκφράσει με τη μουσική της δικής του γλώσσας, τις σκέψεις και τα συναισθήματα του Άλλου.
Σε δεύτερη φάση, ο μεταφραστής καλείται να επανεκφράσει το νόημα του πρωτοτύπου, φροντίζοντας να αναπαράγει όσο το δυνατόν τη λεκτική και συγκινησιακή αρμονία του. Η μετάφρασή του θα πρέπει να γεννά στους αναγνώστες την ίδια συγκίνηση που ένιωσε ο ίδιος κατά την ανάγνωση του πρωτοτύπου. Σύμφωνα με τον Holmes, «ο μεταφραστής θα πρέπει να πασχίζει να βρει τις ‘αντιστοιχίες’ ή ‘αναλογίες’ −λέξεις, φράσεις, κ.τ.λ.− που να εκτελούν με επιτυχία κάποιες λειτουργίες στη γλώσσα της μετάφρασης και στον πολιτισμό του αναγνώστη της, και να είναι συγγενείς κατά πολλούς και κατάλληλους τρόπους (αν και ποτέ πραγματικά ισοδύναμα) προς τις λέξεις και τις φράσεις αυτές στη γλώσσα και τον πολιτισμό του πρωτοτύπου και του αναγνώστη αυτού.»[10]
Με άλλα λόγια, το τελικό ποίημα θα πρέπει να στέκεται ως ένα πρωτότυπο ποίημα, να έχει τη δική του αυτοτέλεια και δυναμική και να επιτελεί όλες τις λειτουργίες που έχει ένα ποίημα. Την παραπάνω διαπίστωση, αποδίδει γλαφυρά και ο Βαγενάς, και στον πρόλογό του για την «Ανθολογία Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής ποιήσεως» του Κλ. Παράσχου (1992), λέγοντας ότι η μετάφραση ενός ποιήματος «συνδέεται με το πρωτότυπο ποίημα με έναν δεσμό αίματος παρόμοιο μ’ εκείνον που θα συνέδεε ―αν αυτό ήταν δυνατόν― δύο δίδυμους αλλά ετεροθαλείς αδελφούς»[11]. Ούτως ειπείν, ο μεταφραστής καλείται να μεταφυτεύσει σε νέο έδαφος, με νέα υλικά, το σπόρο που του έδωσε η γλώσσα αφετηρίας και να κάνει όλες τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να βλαστήσει ένα υγιές φυτό, αυτοφυές και αυτάρκες.
Ένας άλλος ορισμός που θα μπορούσαμε να δώσουμε στη μετάφραση της ποίησης είναι ότι συνιστά μια ανα-δημιουργία˙ ακριβέστερα, «δημιουργία, με τα υλικά μιας άλλης γλώσσας, ενός ποιητικού σώματος νέου: ενός σώματος αντίστοιχου (αφού δεν μπορεί να είναι το ίδιο), ισόβαρου, και ομοιότονου με το σώμα του πρωτοτύπου».[12] Στον παραπάνω ορισμό που δίνει ο Βαγενάς, τονίζει τη σημασία του ομοιότονου αποτελέσματος, με την έννοια ότι ένα ποίημα δεν έχει μόνο νόημα, αλλά διαθέτει ρυθμό, διάθεση και τόνο. Το μετάφρασμα, λοιπόν, δε θα πρέπει να θυμίζει μετάφραση αλλά να χορεύει στο ρυθμό του πρωτοτύπου. «Ο ρυθμός είναι το κύριο συστατικό εκείνου που στην ποίηση ονομάζουμε συγκινησιακό φορτίο της γλώσσας, είναι αυτός που δημιουργεί την υπόσταση της ποιητικής φράσης. […] Είναι ανάλογος με το μήκος της ανάσας του ποιητή[…]. Αυτός δημιουργεί τον τόνο της φωνής ενός ποιητή, που είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος.»[13] Γι’ αυτό και πρέπει να διατηρείται πάση θυσία από το μεταφραστή, προκειμένου ο αναγνώστης να αναγνωρίζει στο μετάφρασμα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ποιητικής γραφής του ποιητή.
Η διατήρηση του ρυθμού και του τόνου ενός ποιήματος εντάσσεται από μεταφραστικής σκοπιάς στο υφολογικό επίπεδο. Κάτι τέτοιο φαντάζει σχετικά εύκολο όταν έχουμε να κάνουμε με έμμετρα ποιήματα. Κατά τον Βαγενά, η διατήρηση της ομοιοκαταληξίας του πρωτοτύπου δεν είναι τόσο δύσκολη υπόθεση όσο το να αποδώσει ο μεταφραστής τον βαθύτερο, εσωτερικό ρυθμό που διαθέτει ο ελεύθερος στίχος. «Η μετάφραση του ελεύθερου στίχου είναι δυσκολότερη από τη μετάφραση του έμμετρου, γιατί η ρυθμική και, συνεπώς, η ποιητική του τάξη… είναι εσωτερικότερη».[14]
Αξίζει να τονιστεί επίσης, ότι ένα ποίημα έχει και συναισθηματική και επικοινωνιακή διάσταση. Ένα ποίημα δεν είναι μόνο σκέψεις, ήχοι και εικόνες, αλλά προκαλεί και αισθήματα. Όπως υπογραμμίζει ο Τ. Σ. Έλιοτ: «Είναι ευκολότερο να σκέφτεσαι, παρά να αισθάνεσαι σε μία ξένη γλώσσα […]. Μια σκέψη που εκφράζεται σε διαφορετική γλώσσα μπορεί στην ουσία να είναι η ίδια σκέψη, αλλά ένα συναίσθημα ή μια συγκίνηση που εκφράζονται σε διαφορετική γλώσσα δεν είναι πλέον το ίδιο συναίσθημα ή η ίδια συγκίνηση.».[15] Και ο Connolly συνεχίζει: «Ακόμα κι αν η συνωνυμία ανάμεσα σε δυο διαφορετικές γλώσσες ήταν εφικτή, ακόμα κι αν τα ιδιαίτερα μορφικά χαρακτηριστικά της μιας γλώσσας μπορούσαν να αντισταθμιστούν σε μια άλλη… οι συνειρμοί και η συναισθηματική επίδραση στον αναγνώστη, σπανίως συμπίπτουν. Κι αυτό επειδή η μετάφραση δεν αφορά δύο διαφορετικές γλώσσες μόνον αλλά και δύο διαφορετικούς πολιτισμούς.»[16]
Αυτή είναι και η δυσκολότερη αποστολή του μεταφραστή, ότι καλείται να γεφυρώσει δύο διαφορετικούς πολιτισμούς και να μεταφέρει στους αναγνώστες μιας άλλης κουλτούρας, όλα όσα αισθάνονται οι αναγνώστες του κειμένου-πηγή.
Θα πρέπει να δεχτούμε, εντούτοις, πως σε όλες τις μεταφράσεις της ποίησης θα υπάρχει πραγματολογική απώλεια, καθώς «η ευθύνη του μεταφραστή είναι μεγαλύτερη απέναντι στον ποιητή και τον πολιτισμό του, απ’ ότι στον ξένο αναγνώστη και τον δικό του πολιτισμό. Γενικά, όποιος διαβάζει ξένη ποίηση, θεωρούμε ότι τη διαβάζει για να γνωρίσει τον συγκεκριμένο ποιητή και να γίνει κοινωνός του πολιτισμού του».[17] Έτσι, ο μεταφραστής έχει χρέος να αναπαράγει τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της ποίησης του πρωτοτύπου, έστω κι αν αυτά ξενίσουν και ίσως, σε πρώτο χρόνο, απωθήσουν τους αναγνώστες του κειμένου-στόχος. Πάντα θα πρέπει να θεωρεί ως αποδέκτη της μετάφρασής του έναν ευαίσθητο και ευφάνταστο αναγνώστη με κάποια γνώση της κουλτούρας της γλώσσας-πηγής παρά να κάνει παραχωρήσεις στον ξένο αναγνώστη.
Με γνώμονα αυτή την ξενοποιητική θέαση της μετάφρασης (foreignisation), η οποία επιχειρεί να φέρει τον αναγνώστη κοντά στον ποιητή και όχι το αντίθετο, ήτοι μία απλουστευτική μετάφραση που επιθυμεί να φέρει το πρωτότυπο κοντά στον αναγνώστη, επιχειρήσαμε τη μετάφραση του ποιήματος «Ωδή (απόσπασμα)», το οποίο κλείνει τη συλλογή «Πεδίον Άρεως». Το συγκεκριμένο ποίημα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον από πραγματολογικής σκοπιάς. Γενικότερα, το όλο ποίημα φέρει μνήμες από γεγονότα οικεία στον Έλληνα αναγνώστη που είναι δύσκολο να περάσουν στο γαλλικό αναγνωστικό κοινό: εμφύλιος, φτώχεια, φυλακή, θάνατος. Ωστόσο, το ενδιαφέρον μας έλκουν τα δύο ονόματα που παρουσιάζονται στον τελευταίο στίχο του ποιήματος, δύο ονόματα βαθιά φορτισμένα και συνδεδεμένα το καθένα για διαφορετικό λόγο με την ελληνική Ιστορία και τη συλλογική μνήμη: Βελεστινλής – Μαυροκορδάτος. Ο πρώτος, ένας αγνός επαναστάτης, ιδεαλιστής και οραματιστής μιας ελεύθερης πατρίδας, ο δεύτερος, ένας φιλόδοξος σφετεριστής και ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Καποδίστρια. Πρόκειται για ένα δίπολο, που δυστυχώς συναντάται στην Ελληνική Ιστορία εξ αρχαιοτάτων χρόνων (βλ. λ.χ. Λεωνίδας και ο Εφιάλτης στη μάχη των Θερμοπυλών).
Κατά τη μετάφραση του εν λόγω ποιήματος, βρεθήκαμε μπροστά στο δίλημμα τι προσέγγιση να ακολουθήσουμε σχετικά με τη μετάφραση των προαναφερθέντων όρων. Στην πρώτη περίπτωση, εάν εφαρμόσουμε μία ξενοποιητική προσέγγιση, οφείλουμε να μεταγράψουμε τα κύρια ονόματα και πιθανότατα να εισάγουμε μία υποσελίδια σημείωση του μεταφραστή, προκειμένου να διευκρινιστούν οι δύο όροι στα γαλλικά. Στη δεύτερη περίπτωση, ήτοι στην περίπτωση της οικειοποιητικής μετάφρασης (domestication), οφείλουμε να προβούμε σε μία έρευνα προκειμένου να εντοπίσουμε στη γλώσσα και στον πολιτισμό άφιξης ισοδύναμους όρους με τους συγκεκριμένους. Έτσι, ενδεχομένως μία προσαρμογή του στίχου στη γαλλική πολιτική πραγματικότητα θα μπορούσε να είναι η εξής: «La statue de Gaulle et la statue de Pétain.» Ωστόσο, η τελική μας επιλογή ήταν μια ξενοποιητική μετάφραση προκειμένου ο Γάλλος αναγνώστης να έρθει σε επαφή με την ελληνική πραγματικότητα και να μην προδώσουμε το πνεύμα του ποιητή. Παρακάτω παραθέτουμε το πρωτότυπο και τη μετάφραση του ποιήματος.
ΩΔΗ
(απόσπασμα)
Πατρίδα είναι το σκοτεινό κελί. Το ξεσοβαντισμένο.
Πατρίδα είναι ο ανάπηρος στη δημοσιά. Και το κομμένο
πόδι στο μουσείο.
Ο θάνατος εισπράκτορας στο πρωινό λεωφορείο.
Ο κόρακας που ξέβαψε στην αντηλιά. Η καβαλίνα στο
χορτάρι.
Η γριούλα στο σκουπιδοτενεκέ και το σκυλί στο μαξιλάρι.
Πατρίδα είναι τούτο το κορμί. Τα γόνατα που δεν προσμένουν.
Η εκκλησία με το σακάτη άγιο. Τα δέντρα με τους κρεμα-
σμένους.
Τα ρημαγμένα πλήθη της ζωής. Τα ρημαγμένα πλήθη του
θανάτου.
Ο ανδριάντας του Βελεστινλή κι ο ανδριάντας του Μαυρο-
κορδάτου.
Une ode
(extrait)
La patrie est une cellule sombre, décrépie.
La patrie est un infirme au milieu de la rue. Et le pied
coupé au musée.
La mort receveuse dans l’autobus de la matinée.
Le corbeau qui a déteint au soleil. Le crottin sur l’herbe.
Une vieille à la poubelle et le chien sur le coussin.
La patrie est ce corps. Et les genoux qui ne s’attendent à rien.
L’église avec le saint estropié. Les arbres avec les
pendus.
Les masses délabrées de la vie. Les masses délabrées
de la mort.
La statue du Velestinlis et la statue du Maurocordate.
Είναι αλήθεια ότι, η ποιητική φωνή του Βαγενά είναι μία ιδιαίτερη ποιητική φωνή, η οποία μας προβλημάτισε πολλές φορές, για το εάν και κατά πόσο θα μπορούσε να εισακουστεί στο γαλλικό αναγνωστικό κοινό. Άλλωστε, οι λεξιλογικές συνάψεις, η εικονιστική δύναμη, η ένταση του λόγου και των συναισθημάτων, ο τεμαχισμένος λόγος που ενίοτε κόβει σα μαχαίρι και η πρωτότυπη εκφραστικότητα της γραφής (Χιονίζει παγωμένες αυγές /Il neige des aubes glacées) εκπλήσσουν ακόμα και τον Έλληνα αναγνώστη. Με το σκεπτικό αυτό, αποφασίσαμε να διατηρήσουμε, όσο το δυνατόν, το απροσδόκητο της ποιητικής γραφής, καθώς αυτό είναι που την χαρακτηρίζει και της προσδίδει τη γοητεία της. Οι όποιες παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν στο γαλλικό κείμενο, πραγματοποιήθηκαν στα όρια του θεμιτού, ώστε η μετάφραση να βγάζει κάποιο υποτυπώδες νόημα και να συμμορφώνεται τουλάχιστον με τις επιταγές της γαλλικής γραμματικής.
Συχνά, στον άκρως ελλειπτικό λόγο του πρωτοτύπου, χρειάστηκε να προστεθούν σημεία στίξης. Επίσης, ο ποιητής σε ορισμένους στίχους, αντιστρέφει την τυπική σειρά των συντακτικών όρων της πρότασης προκειμένου να προσδώσει μια ιδιαίτερη χροιά στο λόγο. Κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό στη γαλλική, στην οποία η σειρά των όρων της πρότασης είναι συνήθως καθορισμένη και καθοριστική για το νόημά της.
Επιπλέον, ενώ ο ποιητικός λόγος του Βαγενά είναι συνήθως δοκιμιακός, είναι φορές που μας ξαφνιάζει η προφορικότητά του (Οι πρόλογοι τέλος /Κι οι αζαλέες (τι λέξη κι αυτή) ελάχιστα με γοητεύουν.). Αυτή η απότομη μετάβαση από τον πεζό στον προφορικό λόγο έπρεπε να φανεί στο μετάφρασμα αν και κάτι τέτοιο δεν ήταν πάντα εφικτό (Mettons fin aux avant–propos/ Et les azalées (quel de mot) ne me fascinent qu’un peu).
Θα μπορούσαμε να μιλάμε επί ώρες σχετικά με τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε σε υφολογικό και πραγματολογικό επίπεδο. Ας αρκεστούμε όμως στην παράθεση των ποιημάτων.
ΠΕΔΙΟΝ ΑΡΕΩΣ
ΦΟΒΟΜΟΥΝ ΜΗΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ
Πάνω σ’ αυτό το φράχτη
ακούμπησες το σώμα σου.
Φοβόμουν μην πεθάνεις.
Οι βάτοι σε σκεπάζαν ολοένα.
Κλαδιά τρυπούσαν το ζεστό σου στήθος.
Τα χείλια σου σφιγμένα στην αστροφεγγιά.
Φοβόμουν μην πεθάνεις.
Κι έμεινα
όλη τη νύχτα πλάι σου.
Γονατιστός.
Διώχνοντας με τα χέρια μου αδιάκοπα
εκείνο τον επίμονο άγγελο.
J’AVAIS PEUR QUE TU MEURES
Sur cette palissade
tu as appuyé ton corps.
J’avais peur que tu meures.
Les ronces te couvraient de plus en plus.
Des branches perçaient ta chaude poitrine.
Tes lèvres serrées dans la nuit étoilée.
J’avais peur que tu meures.
Et je restai
toute la nuit près de toi.
Agenouillé.
Chassant avec mes mains tout le temps
cet ange insistant.
ΒΑΡΒΑΡΕΣ ΩΔΕΣ
ΧΙΙ
Πράγμα περίεργο. Μυρίζει γιασεμί
αυτή η λύση συνεχείας του δέρματος.
Έφτασε προφανώς να με πληγώνουν
και τα λουλούδια.
Που ήμουν σχεδόν βέβαιος πως αυτός
ο ποταμός έβγαζε στη θάλασσα.
Ίσως η αλήθεια να εξαρτάται από μια
βόλτα στη λίμνη.
Από έναν ήσυχο περίπατο στις καλαμιές.
Όπου το αίμα κυλάει απαλά
αβίαστα μέσα σε σκοτεινές
άμωμες φλέβες.
ΧΙΙ
C’est bizarre. Ça sent le jasmin
cette solution de continuité de la peau.
Même les fleurs
finissent par me blesser.
Et j’étais presque certain que cette
fleuve débouchait sur la mer.
Il se peut que la vérité dépende d’une
balade sur le lac.
D’une promenade calme dans les chaumes.
Où le sang coule doucement
librement dans de sombres
veines immaculées.
[1] Μαλάμου, Μαντώ (2004). Η μυητική της Ειρωνικής Γλώσσας. Στο Πυλαρινός Θεοδόσης (Επιμ.), Μελετήματα. Αθήνα: Βιβλιοθήκη Τράπεζας Αττικής, σελ. 71.
[2] Την μυητική λειτουργία της ποίησης του Ν. Βαγενά αναλύει με ενάργεια η Μ. Μαλάμου στο κεφάλαιο «Η μυητική της Ειρωνικής Γλώσσας» στο Πυλαρινός Θεοδόσης (Επιμ.), Μελετήματα (σελ. 69-81). Αθήνα: Βιβλιοθήκη Τράπεζας Αττικής.
[3] Παρατίθεται σύμφωνα με: Berman, Antoine (2002). Η μετάφραση και το γράμμα ή το πανδοχείο του απόμακρου. [Μτφ: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου]. Αθήνα: Μεταίχμιο, σελ. 43-44.
[4] Είναι γνωστές οι θέσεις των Robert Frost, Roman Jacobson, Shelley, Willard Rask, Stanley Burnshaw και Brodsky, οι οποίες λίγο πολύ συνοψίζονται στη ρήση «ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση».
[5] Κεντρωτής, Γεώργιος (2010). Ο Μεταφραστής της Ποίησης, μια ομιλία. [χ.τ.], [χ.ο.], σελ. 4.
[6] Connolly, David (1997). Μετα-Ποίηση, 6 (+1) Μελέτες για τη μετάφραση της ποίησης. Αθήνα: ύψιλον/βιβλία, σελ. 88.
[7]Bassnett, Susan & Lefevere, André (1998). Constructing Cultures. Essays on Literary Translation. Clevedon : Multilingual matters, pag. 59. Είναι γνωστό πως τα έργα του Σαίξπηρ έγιναν γνωστά στην Αγγλία μόνο στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, αφού επέστρεψαν στην αγγλική γλώσσα μεταφρασμένα από την γερμανική.
[8] Βαγενάς, Νάσος (1989). Ποίηση και Μετάφραση. Αθήνα: Εκδόσεις Στιγμή, σελ. 21.
[9] Όπ.π., σελ. 41-42.
[10] Holmes, James S. (1988). Translated! Papers on Literary Translation and Translation Studies. Amsterdam: Rodopi, pag. 54. Δυστυχώς, δεν είναι εφικτό το μετάφρασμα να επιτελεί ακριβώς τις ίδιες λειτουργίες με το πρωτότυπο, μόνο ανάλογες ή ισοδύναμες λειτουργίες μπορεί να επιτελεί.
[11]Παράσχος, Κλέων (19992). Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής ποιήσεως. [Πρόλ. Νάσος Βαγενάς]. Αθήνα: Παρουσία, σελ. 3.
[12] Βαγενάς, Νάσος (1989, σελ. 88).
[13] Όπ.π., σελ. 58.
[14] Όπ.π., σελ. 10.
[15] Eliot, Thomas (1957). On Poetry and Poets. London: Faber & Faber, pag. 18-19. Στο: Connolly, David (1997).
[16] Connolly, David (1997, σελ. 63).
[17] Όπ.π., σελ. 66.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βαγενάς, Νάσος (1989). Ποίηση και Μετάφραση. Αθήνα: Εκδόσεις Στιγμή.
Κεντρωτής, Γεώργιος (2010). Ο Μεταφραστής της Ποίησης, μια ομιλία. [χ.τ.], [χ.ο.].
Μαλάμου, Μαντώ (2004). Η μυητική της Ειρωνικής Γλώσσας. Στο Πυλαρινός Θεοδόσης (Επιμ.), Μελετήματα (σσ. 69-81). Αθήνα: Βιβλιοθήκη Τράπεζας Αττικής.
Παράσχος, Κλέων (19992). Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής ποιήσεως. [Πρόλ. Νάσος Βαγενάς]. Αθήνα: Παρουσία.
Bassnett, Susan & Lefevere, André (1998). Constructing Cultures. Essays on Literary Translation. Clevedon : Multilingual matters.
Berman, Antoine (2002). Η μετάφραση και το γράμμα ή το πανδοχείο του απόμακρου. [Μτφ: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου]. Αθήνα: Μεταίχμιο.
Connolly, David (1997). Μετα-Ποίηση, 6 (+1) Μελέτες για τη μετάφραση της ποίησης. Αθήνα: ύψιλον/βιβλία.
Eliot, Thomas (1957). On Poetry and Poets. London: Faber & Faber.
Holmes, James S. (1988). Translated! Papers on Literary Translation and Translation Studies. Amsterdam: Rodopi.
Lacrimosa ή το απέπρωτο
Δράμα του Θανάση Τριαρίδη στο θέατρο ΘΗΣΕΙΟΝ σε μεσονύκτια παράσταση
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα.
Ένα συνταρακτικό θεατρικό «μπολερό» αναδιπλωνόμενο και αυτοαναιρούμενο, νοητική άσκηση για υπεραναπτυγμένους εγκεφάλους, χωρίς να γίνεται ούτε στιγμή εγκεφαλικό, χάρη στις σωματικές, αισθαντικές ερμηνείες των Μάρθα Λαμπίρη – Fedorów και Μιχαήλ Ταμπακάκη, σε σκηνική διδασκαλία και σκηνοθεσία από τον Δημήτρη Γιαμλόγου.
Το «σκοτεινό» αυτό θεατρικό έργο τού Θανάση Τριαρίδη στοχεύει ευθέως στην επανατελετουργοποίηση (reritualisation) του σύγχρονου δράματος στα μονοπάτια της θεατρικής έρευνας ενός Πήτερ Μπρουκ ή ενός Αρτώ ακόμα, ίσως. Χωρίς να καταφεύγει απαραιτήτως στη σωματική σκληρότητα η νοητική και ψυχοσωματική βιαιότητα είναι τόσο έκδηλη που αγγίζει σχεδόν τα όρια της πνευματικής διαστροφής, αφού η τάση φυγής των δύο ενήλικων πλέον ανθρώπων από έναν βίαιο κόσμο τους οδηγεί στη μυθοποίηση της ξαφνικής αλλά προδεδιαγραμμένης απώλειας της μανούλας τους, που ήταν ψυχικά ασταθής κι εξαφανίστηκε κάποια στιγμή περνώντας σε παράλληλη διάσταση.
Ενδιαφέρον θέμα, δαιδαλώδες κείμενο, διαρκείς μεταμορφώσεις, πρωτεϊκές καταστάσεις, ηρακλείτεια ρευστότητα, φιλοσοφικό δοκίμιο με θεατρικούς όρους και καλά δοκιμασμένες από το μοντέρνο και το μεταμοντέρνο τεχνικές. Μόνο που οι κώδικές του είναι ευανάγνωστοι για τον επαρκή αναγνώστη κι ένα πασπαρτού ανοίγει όλες τις κλειδαριές. Με αυτό δεν ισχυρίζομαι ότι το έργο είναι ρηχό κι επίπεδο. Τουναντίον. Είναι περισσότερο περίπλοκο απ’ ό,τι χρειάζεται κι οδηγεί τον ευσυνείδητο θεατή σε ναυτία. Τόσο καλά. Κι απλά ειπωμένο.
Βεβαίως, καταλαβαίνω τον λόγο που ο σκηνοθέτης καταπιάστηκε με ένα τόσο δυσχερές κείμενο: ήταν μια καλή ευκαιρία να αποδείξει τη σκηνική δεξιοτεχνία του. Το ίδιο και οι ηθοποιοί: ρεσιτάλ υποκριτικής. Τόσο νέοι. Θα τους πρότεινα ευχαρίστως για βραβείο υποκριτικής πρωτοεμφανιζόμενου καλλιτέχνη. Όμως όχι και τον συγγραφέα. Το θέατρο είναι ένα παιχνίδι. Ψυχαγωγικό μεν, παίγνιον δε. Τα πολλά στολίδια κι οι φιοριτούρες το βαραίνουν και κουράζουν. Δεν χρειάζεται να ευτελίζουμε τις ιερές δυνατότητες του ανθρώπινου εγκεφάλου. Ο ναρκισσισμός παίρνει πολλές μορφές και πολλές φορές τείνει στον αυτισμό.
Για να μην παρεξηγηθώ: απόλαυσα την παράσταση, θαύμασα το λιτό σκηνικό, τα υπέροχα κοστούμια, τους ατμοσφαιρικούς που τους περίμενα πιο …θρίλερ, ευχήθηκα στους ηθοποιούς και σ’ ανώτερα, συγχαίρω τον σκηνοθέτη. Απλώς την επόμενη φορά θα ήθελα να δω κάτι πιο ποιητικό, πιο ανθρώπινο, πιο κοντά στη Φύση, αφού μιλάμε για παραμύθια, για νεράιδες, για στοιχειά…
Παρ’ όλα αυτά, οι θεμιτές και νόμιμες επιφυλάξεις μου δεν αφαιρούν τίποτα από τα σκηνικά επιτεύγματα τών συντελεστών και την αξία τού πρωτότυπου κειμένου.
Κωνσταντίνος Μπούρας
info:
Ο Δημήτρης Γιαμλόγλου παρουσιάζει το έργο του Θανάση Τριαρίδη
25 Νοεμβρίου 2016 – 14 Ιανουαρίου 2017
Τρία χρόνια μετά το «La ultima noche ή οι Καρχαρίες», το πρώτο θεατρικό έργο του Θανάση Τριαρίδη, ο Δημήτρης Γιαμλόγλου επιστρέφει στον ιδιαίτερο κόσμο του συγγραφέα, σκηνοθετώντας το τελευταίο μιας άτυπης δωδεκαλογίας.
Στο πιο ερμητικό έργο του Τριαρίδη, συναντάμε όλα τα χαρακτηριστικά που πλέον αναγνωρίζουμε ως προϋποθέσεις της δραματουργίας του: Ένα παιχνίδι ρόλων, μια αλληλουχία αποκαλύψεων και ανατροπών, ένα ταξίδι στα βάθη του ασυνειδήτου και – κυρίως – το ζήτημα της μεταβαλλόμενης ταυτότητας. Οι ήρωες των έργων του αποφασίζουν να είναι ό,τι θελήσουν (ή πιστεύουν πως είναι ό,τι θελήσουν) προσδίδοντας μιαν άλλη σημασία στην έννοια της ταυτότητας.
Το «Lacrimosa ή το απέπρωτο» είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ μυστηρίου, ένα σπαρακτικό παραμύθι, μια ιστορία αγάπης που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, μια αλληγορία για τους ρόλους της γυναίκας στην οικογένεια, μια ιστορία στο κατώφλι του φανταστικού, ένα υπαρξιακό δράμα και ταυτόχρονα – όπως πάντα – μια αναζήτηση για τα όρια του ίδιου του θεάτρου.
Στην παράσταση πρωταγωνιστούν δύο νέοι, πρωτοεμφανιζόμενοι, ηθοποιοί 22 ετών που αποφοίτησαν φέτος από τησχολή του Εθνικού Θεάτρου. Ο Μιχαήλ Ταμπακάκης και η Μάρθα Λαμπίρη Fedorόw, καλούνται να υποδυθούν δυο συνομήλικούς τους: δυο αδέλφια που υποδύονται τους γονείς τους, που στη συνέχεια μετατρέπονται στα παιδιά τους, τα οποία γίνονται οι γονείς τους – μέχρι που το αίνιγμα της Lacrimosa να βρει τη δική του απάντηση, πέρα από κάθε προσδοκία.
Σύνοψη
Στην αρχή, ήταν η Σχισμή: Ένα ζευγάρι επιτυχημένων δικηγόρων εξαφανίζεται μυστηριωδώς αφήνοντας πίσω τα εντεκάχρονα παιδιά τους και κάποιους ακατάληπτους στίχους σε ένα μωβ τετράδιο.
Έντεκα χρόνια μετά, απόψε, ο Κ και η Ρ στα εικοσιδύο τους, αποφασίζουν να υποδυθούν τους γονείς τους προκειμένου να κατανοήσουν την αλλόκοτη εξαφάνιση.
Μέσω μιας αυτοσχέδιας (ή όχι;) μυστικιστικής τελετής, φτάνουν τόσο βαθιά στον ψυχισμό των γονιών τους ώστε κάποια στιγμή παρασύρονται και γίνονται εκείνοι. Λίγο πριν εξαφανιστούν, οι γονείς αποφασίζουν να υποδυθούν τα παιδιά τους έντεκα χρόνια αργότερα.
Ένα ταξίδι, παρόμοιο με το παιχνίδι με τις ρώσικες κούκλες έχει ξεκινήσει. Και μέσα από τρομακτικές ιστορίες θυσίας, αλληλοκατηγορίες, ανάσυρση κρυμμένων επιθυμιών, ενοχές και δοκιμασίες πίστης, το Απέπρωτο θα ολοκληρωθεί.
Κι όπως έχουν πει και άλλοι, παλιότεροι: Όσα ήταν να γίνουν δεν έγιναν ποτέ – κι όσα έγιναν δεν ήταν για να γίνουν.
Συντελεστές
Κείμενο: Θανάσης Τριαρίδης
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Γιαμλόγλου
Σκηνικά / Κοστούμια: Αιμιλία Κακουριώτη
Φωτισμοί: Μαριάννα Κοντούλη
Μουσική: Γιάννης Πλαστήρας
Βοηθός σκηνοθέτη / Φωτογράφηση: Γιάννης Ζαφείρης
Συμπαραγωγή: Εκδόσεις Ευρασία – Μανόλης Σάρδης, PRO4
Παίζουν: Μάρθα Λαμπίρη – Fedorów, Μιχαήλ Ταμπακάκης
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ
ΘΕΑΤΡΟ ΘΗΣΕΙΟΝ
Τοποθεσία:
Τουρναβίτου 7, Ψυρρή 10553, ΑΘήνα
Τηλέφωνο:
+302103255444
Website:
Τιμή εισιτηρίου:
Είσοδος 10 – 12 ευρώ
Πληροφορίες:
Παρασκευή & Σάββατο στις 23:45
Πρεμιέρα: Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου στις 23:45
Διάρκεια: 80 λεπτά
Δε θα πραγματοποιηθούν οι παραστάσεις στις: 24 & 31 Δεκεμβρίου
Πληροφορίες εισιτήρια
Γενική είσοδος: 12€
Μειωμένο: 10€
Προπώληση:
Ticket services
Πανεπιστημίου 39 (εντός Στοάς Πεσματζόγλου)
Τηλεφωνική αγορά 210 7234567
Online: www.ticketservices.gr
Αιώνιες «Καρέκλες»
τού αθάνατου Ιονέσκο στον Πολυχώρο Εκστάν με τους Γιάννη Σταματίου κι Ελένη Παπαχριστοπούλου σε σκηνοθεσία Ζαν-Πωλ Ντενιζόν

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Το να έχει δουλέψει χρόνια με τον Πήτερ Μπρουκ και να έχεις συνεργαστεί μάλιστα στη θρυλική «Μαχαμπαράτα» του είναι ήδη μία καλή αφετηρία εκκινήσεως από ένα εξ ορισμού υψηλό επίπεδο, ειδικά όταν ανεβάζεις ένα έργο του Ιονέσκο που παίζεται συνεχώς εδώ και 60 χρόνια στο θεατράκι του Σαιν-Ζερμαίν-ντε-Πρε, λοξά απέναντι από την Παναγία τών Παρισίων… κι επιπλέον να συνεργάζεσαι με μια μεταπτυχιακή φοιτήτρια θεατρικών σπουδών από το περίφημο Paris III (La nouvelle Sorbonne)… η οποία δημιουργεί ένα συνταρακτικό ντουέτο με τον σύζυγό της Γιάννη Σταματίου, εεε, τότε τα πράγματα είναι κάτι περισσότερο από ειδυλλιακά. Αγγίζουν σχεδόν το τέλειο!!!
Απόλαυσα για πολλοστή φορά το συμβολικά φορτισμένο έργο με τους παραβολικούς καθρέφτες, που δεν στάθηκε μεν ικανό να χαρίσει στον εμπνευστή του ένα Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (τι σημασία έχει;), όμως [μαζί με το «Μάθημά» του] τον κατέστησε αγαπητό στους θεατρόφιλους όλου του κόσμου ανά τους αιώνες. Δεν υπερβάλλω! Κυριολεκτώ. Το θεατρικό έργο του Ιονέσκο έχει ήδη σπάσει το φράγμα του Χρόνου, είτε εντάσσεται στον τεχνικό όρο «Θέατρο του Παραλόγου» είτε απλώς εκληφθεί ως συμβολική παραβολή για την αλλοτρίωση και την απ-ανθρωποποίηση του κατώτερου εργατικού δυναμικού, που δεν έχει καμία πρόσβαση στην ουσιαστική μόρφωση και δέχεται απλώς εξειδικευμένη αποσπασματική εκπαίδευση, η οποία όμως δεν είναι – φευ – και Παιδεία.
Αυτό το θέμα είναι διαχρονικό, όσο υπάρχει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο κι η ανάγκη του αβέβαιου, ανασφαλούς όντος να κρατηθεί από κάπου, να πιστέψει σε κάτι προκειμένου να ανακόψει τη φυσική του πορεία προς την αυτοκαταστροφή και το Χάος τής υπαρξιακής αγωνίας που γεννάει ο τρόμος τού Κενού μπροστά στον αναπόφευκτο Θάνατο χωρίς να έχεις ζήσει, χωρίς να έχεις εξελιχθεί, χωρίς να έχεις δημιουργήσει, χωρίς να έχεις αφήσει ένα ίχνος πίσω σου, χωρίς να έχεις συμβάλει – έστω και κατ’ ελάχιστο – στην πρόοδο τής Ανθρωπότητας προς την Αυτογνωσία, που είναι αναγκαία και ικανή συνθήκη για την κατάκτηση τής Ελευθερίας.
Τίποτα δεν χαρίζεται. Όλα κατακτώνται. Ακόμα και το Ά-λογο της ύπαρξης. Μόνον μέσα από τη συνειδητοποίηση της γελοιότητας της ύπαρξής του ο Άνθρωπος αγγίζει το «Πρώτο σκαλί» τής Σοφίας (για να παραπέμψουμε στο πασίγνωστο ποίημα τού Καβάφη).

Ο Ζαν-Πωλ Ντενιζόν, με πλούσια θεατρική πείρα, και δίπλα στον Πήτερ Μπρουκ, σκηνοθετεί την Ελένη Παπαχριστοπούλου και τον Γιάννη Σταματίου ως δύο τραγικούς κλόουν και διδάσκει τις «Καρέκλες» του Ιονέσκο ως μυστικιστικό δράμα με αποχρώσεις θρησκευτικότητας ή, έστω, εσωτερισμού. Αυτός ο απροσδόκητος φωτισμός αυτού του κρυπτικού κειμένου αναδεικνύει άλλα βαθιά υποστρώματά του και μας αναγκάζει να ψάξουμε στο «υπό-κείμενο» (sous-texte) για πολύτιμους κρυμμένους θησαυρούς από την μακραίωνη περιπέτεια τού Ανθρώπου με μόνο σκοπό και στόχο την τελείωση που περνάει μέσα από τον εξαγνισμό και την κάθαρση του Συλλογικού Ανθρωπίνου Υποσυνειδήτου. «Η Αλήθεια θα μας λυτρώσει». Και μαζί μ’ εμάς τη Γη, αυτόν τον πανέμορφο πλανήτη που μας φιλοξενεί και μας αντέχει. Ο Ιονέσκο είναι μεγάλος, γιατί μέσα από απλό, καθημερινό λόγο με ευτελισμένες και ρηχές, φθαρμένες λέξεις αγγίζει τον υψηλό κόσμο τής Ποιήσεως. Και γι’ αυτό είναι αθάνατος και το έργο του διαχρονικό. Μην χάσετε την απολαυστική αυτή παράσταση στον ζεστό, σχεδόν οικείο χώρο τού Εκστάν. Εκεί θα νιώσετε σα να επιστρέψατε μόλις στην Εστία, στην καβαφική «Ιθάκη».
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
Στη σκηνή δεν υπάρχει τίποτα. Οι δυο γέροι έχουν παραισθήσεις, τα αόρατα πρόσωπα είναι ανύπαρκτα. Αυτοί οι αόρατοι καλεσμένοι είναι οι αγωνίες τους, η ανεκπλήρωτη εκδίκηση, η ταπείνωση, η ήττα των γέρων…
Μπροστά στην προσωπική του συνείδηση, λοιπόν, ο καθένας ελπίζει ότι θα δικαιωθεί. Αλλά οι αμείλικτες τύψεις, που συμβολίζουν οι κενές καρέκλες, μεγαλώνουν, εξαπλώνονται, γεμίζουν τη σκηνή, κολλάνε τους γέρους στον τοίχο, τους σκοτώνουν…
Ο κόσμος, ορισμένες στιγμές, έχω την αίσθηση ότι δεν έχει νόημα, και η πραγματικότητα, σα μη πραγματική. Αυτήν την αίσθηση του μη πραγματικού, την αναζήτηση της όντος πραγματικότητας, λησμονημένης, ακατανόμαστης -έξω από την οποία δεν αισθάνομαι ότι υπάρχω- θέλησα να εκφράσω μέσα από τα πρόσωπα του έργου που πλανιούνται μέσα στην ασυναρτησία, χωρίς τίποτα προσωπικό εκτός από τις αγωνίες, τις τύψεις, τις αποτυχίες, το κενό της ζωής τους. Όντα πνιγμένα μέσα στην απουσία του νοήματος δεν μπορούν παρά να είναι γκροτέσκα, ο πόνος τους δεν μπορεί παρά να είναι μέχρι γελοιότητας τραγικός.
(Ευγένιος ΙΟΝΕΣΚΟ)
Αυτό το έργο διηγείται το ασήμαντο της ύπαρξης, την τραγωδία της, την απουσία κάθε νοήματος, το εφήμερο των γεγονότων που περνούν για να επιστρέψουν στο τέλος στο τίποτα. Μας μένουν μόνο υλικά αδρανή, στερούμενα σημασίας. Επίσης, μιλάει για τη ματαιότητα, όχι αυτήν των πραγμάτων, αλλά τη δική μας. Έχουμε μια άποψη για τον κόσμο, συχνά πιστεύουμε ότι είναι πολύ σημαντική. Μόνο η δική μας άποψη μετράει, και όχι του διπλανού μας. Μερικοί μάλιστα πιστεύουν ότι έχουν ένα μήνυμα να μεταδώσουν, και μετά έρχεται θάνατος και δεν μένει τίποτα ή δεν θυμόμαστε τίποτα. Θα μπορούσε να είναι απελπιστικό, αλλά το βλέμμα του Ιονέσκο μάς δείχνει το κωμικό αυτής της παράλογης ζωής, και μας κάνει να καταλάβουμε ότι μόνο η αγάπη μπορεί να μας σώσει από το μηδέν. Όπως έλεγε ο ίδιος: “Δεν υπάρχουν στον κόσμο παρά μόνο δύο ουσιώδεις έννοιες: ο έρωτας και ο θάνατος. Αυτό σημαίνει ότι ο έρωτας μπορεί να καταργήσει τον θάνατο”. Για όλους αυτούς τους λόγους είναι σημαντικό να ανεβεί και πάλι αυτό το έργο.
(Ζαν – Πωλ ΝΤΕΝΙΖΟΝ)
Αδειοδότηση για την Ελλάδα μέσω ΣΟΠΕ Ο.Ε. – www.sope.gr
Ταυτότητα της παράστασης
Σκηνοθεσία: Ζαν – Πωλ Ντενιζόν
Μετάφραση: Ελένη Παπαχριστοπούλου
Σκηνικά-Κοστούμια: Μπέτυ Λυρίτη
Φωτισμοί: Παναγιώτης Μαζαράκης
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελένη Καταλιακού
Διάρκεια: 1 ώρα και 25 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Με σειρά εμφάνισης στη σκηνή
Γέρος: Γιάννης Σταματίου
Γριά: Ελένη Παπαχριστοπούλου
Ημέρες και ώρες παραστάσεων*
Κάθε Σάββατο στις 21.00
Κάθε Κυριακή στις 19.00
Τιμές εισιτηρίων:
– Κανονικό: 10 ευρώ
– Μειωμένο (φοιτητικό-ανέργων-θεατών άνω των 65 ετών): 5 ευρώ
– Ειδική τιμή για ομάδες-συλλόγους: 8 ευρώ
Πολυχώρος Εκστάν
Πατησίων & Καυταντζόγλου 5, Πατήσια
Τηλ.: 213 0210339, 6977 3593 12
www.ekstaninfo.wixsite.com/ekstan
—————————-
Το θέατρο αργεί από τις 24 Δεκεμβρίου 2016 έως και τις 8 Ιανουαρίου 2017
«Άνεμος» ανανέωσης φυσσάει στο Εθνικό μας Θέατρο χάρη
στον ρηξικέλευθο οραματιστή Κωνσταντίνο Ρήγο και τον εμπνευσμένο καλλιτεχνικό διευθυντή του Στάθη Λιβαθηνό

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Επιτέλους είδαμε και κάτι πρωτότυπο, συγκλονιστικό, «απογειωμένο» μετά το κατασυκοφαντημένο και κακοχωνεμένο στην Ελλάδα μεταμοντέρνο!!! Ο Κωνσταντίνος Ρήγος είναι ρηξικέλευθος οραματιστής. Ξεκίνησε από τον χορό, πέρασε στην θεατρική παρωδία του κιτς, από εκεί στη «σοβαρή» σκηνοθεσία και ιδού τώρα πλάθει ένα πρωτότυπο νεοελληνικό (και διεθνές) μιούζικαλ με φόντο ένα απροσδιόριστο παγκοσμιοποιημένο μπαρ, με κιτς σκηνικό διάκοσμο, με ζωντανή μουσική και με ηθοποιούς-χορευτές που ξέρουν να παγιδεύουν το Άφατο και να μορφοποιούν το Ασύλληπτο!!! [τρία θαυμαστικά, απαραιτήτως]. Ποίηση, υψηλή Ποίηση, ο θεατρικός Λόγος στα καλύτερά του, μαζί με μια αέναη, συμπαντική θα έλεγες κίνηση, που παρασέρνει σκηνή και πλατεία σε έναν αλλοδιαστασιακό «Άνεμο» που μας παίρνει τα μυαλά και τα λευκά μαλλιά της ηλικίας ανακατεύει μέχρι που να ξαναγίνουμε παιδιά, αθώα και ελεύθερα. Είναι η πρώτη φορά που δεν σοκάρει το ημίγυμνο, είναι η πρώτη φορά που το ΣΩΜΑ επαν-ενώνεται με τον ΛΟΓΟ επί σκηνής νεοελληνικού θεάτρου. Αριστούργημα [με ή χωρίς θαυμαστικά, δεν έχει υπερθετικό βαθμό]. Ο θεατής αφήνεται να ονειρευτεί περνώντας από εποχή σε εποχή κι ενηλικιώνεται αρμονικώς ως «παις αεί πεσσεύων», ως «Εγώ Ειμί Παρουσία» (The “I Am Presence”), ως συνδημιουργική οντότητα που επιστρέφει επιτέλους στην Ιθάκη της προεφηβικής του σωματικότητος. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Ο σοφός χορογράφος ξαναπιάνει το μίτο της Αριάδνης και μας δείχνει την έξοδο από τον Λαβύρινθο των εγκεφαλικών αυτοπαθών και ναρκισσευομένων διανοουμένων μας που αυνανίζονται δημοσίως (επί σκηνής κι από οθόνης) χωρίς όμως να ηδονίζεται πραγματικά ούτε ένα από τα καταταλαιπωρημένα κύτταρά τους. Α ρε Βίλχεμ Ράιχ, όλα τα είπες στο «Άκου ανθρωπάκο!», πριν σε εγκλείσουν και σε τιμωρήσουν, χωρίς να μπορέσουν όμως και να σε ακυρώσουν. Γιατί η Αλήθεια δεν κρύβεται. Καίει και λυτρώνει, σαν Ήλιος, αποκαλύπτει σαν Ήλιος, ελευθερώνει (όπως είπεν ο Χριστός). Κι η Αλήθεια για τον ζωντανό άνθρωπο είναι δύο: 1. το σώμα, 2. ο Λόγος (ο σπινθήρας τού Δημιουργού εντός του). Στην Αρχαιότητα αυτά τα δύο ήταν ενιαία: «νους υγιής εν σώματι υγιή». Μετά ήρθεν ο Δυτικός Μεσαίωνας και η υποκριτική μαυροφορεμένη Ανατολή κι απέκοψαν την αλυσίδα από το μουράγιο, έτσι που το πλοίο της Ανθρωπότητας παρασύρθηκε από τα κοσμικά κύματα και προσάραξε σε συμπαντικούς υφάλους. Τώρα ήρθε η ώρα να ανελκύσουμε τον Τιτανικό κι ο Κωνσταντίνος Ρήγος, ως Καλλιτέχνης και πνευματικός-σωματικός Άνθρωπος του Θεάτρου που σέβεται τον εαυτό του, ρίχνει μια δυνατή βουτιά στα βαλτωμένα απόνερα του Συλλογικού Πανανθρώπινου Υπό-συνειδήτου. Στο «υπό-κείμενο» (“sub-text”) τώρα της παράστασής του, δεν υπάρχει πεσσιμισμός κι απογοήτευση, ακόμα κι όταν παραπέμπει σε ζοφερά μελλοντολογικά σενάρια. Υπέροχος άθλος, έξοχοι ερμηνευτές, χάρμα οφθαλμών κι αισθήσεων, βαθύς προβληματισμός, αλλά παντρεμένος με τη χαρά της Ζωής. Βλέπετε τι κάνει ο Ορφικός Έρως όταν συναντά τη Διονυσιακή Μανία με Απολλώνια γαλήνη και ήρεμο προσωπείο; Αυτά και άλλα πολλά είναι αυτή η θαυμαστή παράσταση που μόνον ιδίοις σώμασιν μπορείτε να απολαύσετε.
Μετά Λόγου γνώσεως, Πίστεως και Αγάπης,
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
https://www.n-t.gr/el/events/anemos/
Άνεμος
Μουσικό θέαμα του Κωνσταντίνου Ρήγου
ΘΕΑΤΡΟ REX – ΣΚΗΝΗ «ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ»
Ένας άνεμος διατρέχει τις ζωές μας, παρασύρει τις στιγμές μας και τις σκορπά. Άραγε τι απομένει; Λέξεις, εικόνες, ιδέες, συναισθήματα, στροβιλίζονται σε μια αέναη περιπλάνηση. Λόγος, κίνηση και ζωντανή μουσική συνθέτουν τον αφηγηματικό κορμό της παράστασης, όπου τα πρόσωπα συναντώνται στη σκηνή για να ζήσουν καθημερινές αλλά και προσωπικές στιγμές, που προκαλούν συνεχώς τις αισθήσεις.
- Σύλληψη, Σκηνοθεσία, Χορογραφία, Σκηνικά Κωνσταντίνος Ρήγος
- Δραματουργία Ξένια Αηδονοπούλου
- Μουσική Δημήτρης Μαραμής
- Φωτισμοί Χρήστος Τζιόγκας
- Συνεργάτης σκηνογράφος Μαίρη Τσαγκάρη
- Κοστούμια Νατάσα Δημητρίου
- Βοηθός σκηνοθέτη Άγγελος Παναγόπουλος
- Μουσική διδασκαλία Μελίνα Παιονίδου
- Β΄ βοηθός σκηνοθέτη Γιώργος Ζυγούρης
Διανομή:
- Ορφέας Αυγουστίδης
- Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου
- Άννα Μάσχα
- Ηρώ Μπέζου
- Βιβή Μπουτάτη
- Άρης Παπαδόπουλος
- Κωνσταντίνος Πλεμμένος
- Ρόζα Προδρόμου
- Γιώργος Πυρπασόπουλος
- Αλεξάνδρα Ρογκόσκοβα
- Αντώνης Στρούζας
- Γιάννης Τσιγκρής
- Μουσικοί επί σκηνής :
- Διονύσης Βερβιτσιώτης (βιολί)
- Σοφία Ευκλείδου (τσέλο)
- Φώτης Παπαντωνίου(βιόλα)
- Ιάκωβος Παυλόπουλος (κρουστά)


