Η Κέλλυ Μενδρινού σύγχρονος Nτα Βίντσι, ερευνά, γνωρίζει, αναιρεί, αμφισβητεί, μάχεται και η καταξίωση δεν της χαρίζεται, την κατακτά!!!

Από τον ποιητή και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα…
Παρακολουθώ εδώ και πολλά χρόνια τη δουλειά τής Ζωγράφου Κέλλυ Μενδρινού. Βίωσα την αγωνία σας, την απογοήτευσή της, συνέβαλα στην αναθάρρυνσή της, την εμψύχωσα, έβαλα πίνακες στα εξώφυλλα των βιβλίων μου. Στο τελευταίο τής παράγγειλα ένα λογότυπο-σύμβολο δίκην οικοσήμου που να ταιριάζει με τον Τίτλο “ΤΡΙΑ ΆΛΦΑ ΜΙΑ ΉΤΤΑ ΚΙ ΈΝΑ ΩΜΕΓΑ” (Οι Εκδόσεις τών Φίλων, Αθήνα 2017) που μόλις εκδόθηκε. Παρακολούθησα τον τρόπο που εργάστηκε σα να εκπονεί σχέδιο αρχιτεκτονικής κήπου, σα να σχεδιάζει πτητική μηχανή του ντα Βίντσι, σα να κάνει μάθημα ανατομίας στις εβδομοδιαστασιακές Ιδέες κατά Πλάτωνα, σα να ζωγραφίζει σώμα μυστικό αναποκαλύπτου ποιήματος… Τη θαύμασα γιατί σε αυτή την εικόνα υπήρχαν όντως τρία Άλφα, ένα/μία ΉΤΤΑ κι ένα Ωμέγα:
Χάρηκα που είδα την αναγγελία τής έκθεσής της με έργα που την παρακολούθησα να τα κοιλοπονά και να συστρέφεται το πρόσωπό της από οδύνη, εδώ και επτά χρόνια. Ούτε αρκούδα να ήτανε! Οι αρκούδες γεννοβολούν τα χαριτωμένα μωράκια τους κάθε επτά χρόνια.
Η ιδιορρυθμία σε αυτή την ομαδοποιημένη εικαστική σύλληψη είναι Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΕΜΨΥΧΩΝ ΚΑΙ ΑΨΥΧΩΝ ΑΔΙΑΚΡΙΤΩΣ. Τα abstrait της θα μπορούσαν να είναι από ηλεκτρονικά κυκλώματα εγκεφάλων έως αεριοδιάδρομοι ή και αερογέφυρες διαστημικών πολιτειών, ιστοί αράχνης ή κάποιος περίεργος τρόπος να γνέθεις το μαλλί στην Ομηρική εποχή. Οι κήποι της είναι οικόσημα και σύμβολα (σαν το πιο πάνω εξώφυλλο του βιβλίου μου) είναι λαβύρινθοι και οικοτουριστικές διαδρομές… Τα πρόσωπά της είναι τοπία, μαγικά και απροσδιόριστα. Υπάρχει μια ασάφεια στο συνολικό έργο τής Κέλλυ Μενδρινού: σα να μην το έχει ακόμα “βρει”, ή σα να μην υπάρχει τίποτα για να βρεθεί. Ένα είδος παραίτησης, δηλαδή, μπροστά στο άφατο και στο άρρητο!!! ένα είδος παραδόσεως και συνθηκολογήσεως με τα μεγάλα μυστήρια τού Σύμπαντος και της Ζωής, που το φτωχό ανθρώπινο μυαλό, αδυνατεί να συλλάβει, να αναλύσει, να μεταβολίσει…
Είναι αναρχικά δομημένη η εικαστική σκέψη τής Κέλλυ Μενδρινού. Πρόκειται για έναν κατά τη γνώμη μου ΕΙΚΑΣΤΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟ, αυτιστική πράξης υπέρβασης των ορίων του ατόμου, εκρηκτική βακχεία και διονυσιασμός, με άπλετη ορθολογικότητα εν τούτοις. Αυτός ο ΠΑΡΑΛΟΓΟΣ ΡΑΣΙΟΝΑΛΙΣΜΟΣ, η ανεξέλεγκτη νοησιαρχία, το κλασικίζον μεταμοντέρνο, το παραδοσιακώς μοντέρνο κι εκείνη η περίεργη νοσταλγία για τον τρόπο που ζωγράφιζε, μελετούσε, σχεδίαζε, ζούσε ο Ντα Βίντσι…
Ναι, η Κέλλυ Μενδρινού θα θεωρηθεί κάποτε “κλασική”. Μόνο που δεν θα είμαστε εδώ για να το δούμε.
Προλαβαίνετε!
Μετά λόγου Γνώσεως, Αγάπης, Πίστεως, Ελπίδος, Σοφίας,
προσέρχεσθε!!!
Ταπεινός αναγνώστης τής Τέχνης απαθανατίσεως τού Εφήμερου,
Κωνσταντίνος Μπούρας
www.konstantinosbouras.gr
info από την επίσημη πρόσκληση της έκθεσης:
ΚΕΛΛΥ ΜΕΝΔΡΙΝΟΥ
CORPUS-LOCUS-HORTUS
Στην art gallery
Χώρος: S.G. Art Gallery | Κλεομένους 2, Κολωνάκι | St George Lycabettus Hotel | Αθήνα
Εγκαίνια: Τρίτη, 4 Απριλίου 2017, 8:00 μ.μ.
Διάρκεια Έκθεσης: 4 – 29 Απριλίου , 2017
Ώρες Λειτουργίας: Τετάρτη & Σάββατο: 11:00 – 16:00
Τρίτη, Πέμπτη & Παρασκευή: 11:00 – 14:00 & 18:00 – 21:00,
Επικοινωνία: Τηλ.: 210 7290875, s.g.artgallery@gmail.com
H S.G. Art Gallery παρουσιάζει έκθεση έργων της Κέλλυς Μενδρινού, με τίτλο “CORPUS-LOCUS-HORTUS” σε επιμέλεια του ιστορικού τέχνης Μίλτου Φραγκόπουλου.
Η Κέλλυ Μενδρινού γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε στην ΑΣΚΤ με δάσκαλο τον Παναγιώτη Τέτση. Συνέχισε στο Παρίσι με μεταπτυχιακές σπουδές στη φιλοσοφία της Τέχνης στη Σορβόννη, ενώ παράλληλα μαθήτευσε κοντά στον Leonardo Cremonini στην Ecole des Beaux Arts. Έκτοτε ζει και εργάζεται τόσο στην Αθήνα όσο και στο Παρίσι, μοιράζοντας το χρόνο της ανάμεσα στις δύο πόλεις. Η πιο πρόσφατη έκθεση έργων της ήταν στην ομαδική των Ελλήνων μαθητών του Cremonini στο Ιταλικό Ινστιτούτο στην Αθήνα τον περασμένο Δεκέμβριο.
Η δουλειά της Μενδρινού τα τελευταία χρόνια αναδεικνύει πολλαπλά ενδιαφέροντα, που έχουν όμως έναν κοινό ενδότερο πυρήνα. Έτσι, τα έργα που παρουσιάζονται στην έκθεση συγκροτούν ένα «τρίπτυχο», όπου τρία διαφορετικά θεματικά και υφολογικά μέρη συνθέτουν ένα ενιαίο σύνολο.
Το έργο εστιάζει, αρχικά στην ανθρώπινη μορφή σε άσπρο και γκρίζο. Τα ανθρώπινα σώματα με μολύβι πάνω σε μουσαμά, αχνά, ευαίσθητα και ευάλωτα, εν κενώ, μοιάζουν κλεισμένα στον εαυτό τους, αλλά ταυτόχρονα επικοινωνούν, εκτίθενται απροκάλυπτα ως αυτά που είναι.
Σε μια άλλη θεματική, έργα μικρών και μεγαλύτερων διαστάσεων διερευνούν την αφαιρετική φόρμα και τα χρώματα, που μοιάζουν να αναζητούν μια επικοινωνία με τα μοναχικά αιωρούμενα ανθρώπινα σώματα, σαν να επιδιώκουν τη διαμόρφωση ενός χώρου όπου θα μπορούσαν αυτά δυνητικά να ενταχθούν, να βρουν έναν τόπο να κατοικήσουν. Πρόκειται κατά βάση για έναν τόπο γεωμετρικό που εμπεριέχει κυρίως αναφορές στο αστικό, δομημένο περιβάλλον, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει κοσμικές και ψυχικές σημάνσεις. Είναι ένας τόπος αντιφατικός, οικείος αλλά όχι κατ’ ανάγκην φιλικός, συναρπαστικός αλλά και απειλητικός.
Η διερεύνηση του γεωμετρικού χώρου ως τόπου για την ανθρώπινη μορφή τείνει κάποιες στιγμές, μέσα από ανεπαίσθητες μεταλλάξεις της φόρμας, προς το πιο ακανόνιστο, ρευστό ή «οργανικό» και ανοίγεται σε μια τρίτη θεματική: ο τόπος τείνει να διαμορφωθεί σε έναν κήπο, σημείο σύνδεσης του φυσικού και του τεχνητού, ίσως και εξισορρόπησης των αντιθέσεων, όπου το ανθρώπινο σώμα μπορεί τελικά να κατοικήσει.
Τα τρία αυτά πεδία, του σώματος, του τόπου και του κήπου, αποτελούν το περιεχόμενο του έργου της Μενδρινού που παρουσιάζεται υπό τον «τριπλό» τίτλο Corpus – Locus – Hortus.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Επιλέγεται τη λατινική εκδοχή των όρων σώμα, τόπος, κήπος τόσο λόγω της διεθνούς διάστασης στη ζωή και τη δουλειά της Μενδρινού, όσο και γιατί τονίζει περισσότερο το «καθαρό» νόημα των τόσο απλών όρων, συνηθισμένων λέξεων της καθημερινής μας γλώσσας, που μπορεί όμως, στη σύγχρονη χρήση, να συγχέονται με άλλες σημάνσεις.
Γεράσιμος Ρήγας: 0.7 έως άπειρον, στη Γκαλερί Σκουφά

Από τον ποιητή και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Στήθη = λόφοι οξύθηλοι.
Αιδοία = δασωμένες κοιλάδες, αποψιλωμένες, πυρπολημένες από τον Ήλιο τής Ηδονής.
Πυγοί = βότσαλα-κορμιά με την ψώρα και τη φθορά των αγαλμάτων. Σώματα βότσαλα σε παραλία μυστική.

Ο κινηματογραφιστής Γεράσιμος Ρήγας φωτογραφίζοντας αρχαία ελληνικά και ρωμαϊκά βεβαίως σώματα σε σκοτεινόμαυρες ακρογιαλιές από απόσταση 70 cm τονίζει τα ίχνη των βοτσάλων στην επιδερμίδα και οι πόροι του δέρματος με το ανεπαίσθητο χνούδωμα γίνονται απολεπισμένες επιφάνειες αρχαίων αγαλμάτων. Δραματικές φωτοσκιάσεις, λυμφατικός ουρανός, αδρές παραλίες, σκαλισμένες από τη μανία των κυμάτων και την αδάμαστη επιμονή του γλύπτη-Χρόνου.
Η αργυροτυπία (silver gelatin print) ταιριαστή στο είδος και στο ύφος του εικαστικού οράματος, πρωτότυπου αλλά σαν γνώριμο για την ψυχή. Αρχέτυπο.
Λακωνική αφαιρετικότητα, νεοκλασικισμός και νεορομαντισμός ταυτόχρονα. Το αίτημα επιστροφής κι επανασύνδεσης με την Φύση-Μητέρα και τροφό.
Ευοίωνο ανάσασμα στη σκοτεινιασμένη Αθήνα της Κρίσης με τη ζοφερή ατμόσφαιρα.
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
Gerasimos Rigas
0.7 to Infinity
Photography Exhibition
23.03 – 10.04/2017
The exhibition showcases more than 70 works of the photographer’s investigation of the female nude. Photographing his models in the Cyclades, with a wide angle lens, Gerasimos Rigas moves close to the body allowing his camera to reveal the female form and the landscape in bold and unexpected ways.
Rigas’ photography could be evaluated as the product of a logical psyche, yet it can also be seen in the light of an erotic psyche, as the images of the nude women and the landscape constitute an erotic act.
Co-creating with Elias Cosindas, they explore the possibilities of photography in the darkroom. The images become a threshold of the subconscious and eliminate the borders between the body and the Cycladic landscape. The darkroom intervention reveals the photographer’s emotional involvement with his subject, making the pictures both personal and universal, geometrical and erotic.
As the director Eva Stefani indicates in the prologue of the book that accompanies the exhibition “The photographer views his subjects as sculptures, directly related to the geography of the place they were born, the Cyclades. The viewer doesn’t know whether they see a female body, or a rock. The woman’s breast becomes a crater, her hair a bush blown by the wind, her back a barren slope.”
Συνομιλώντας με την Ευρυδίκη Νικήτα.

-
- Κυρία Νικήτα είστε ένας πολυπράγμων, πολυπρισματικός, αναγεννησιακός άνθρωπος. Πρόσφατα υποστηρίξατε την διδακτορική σας διατριβή κι ανακηρυχθήκατε διδάκτωρ Ιατρικής. Είστε και νιόπαντρη. Θα λέγαμε ότι είστε ένας ευτυχισμένος άνθρωπος; Νιώθετε έτσι;
- Τα νιώθω υπερβολικά όλα αυτά, κυρίως προερχόμενα από κάποιον που χαρακτηρίζεται από τις παραπάνω λέξεις. Σας ευχαριστώ. “Η ευτυχία της ψυχής, είναι πολύ μεγάλο πράγμα” για να παραφράσω το αγαπημένο τραγούδι. Θα αρκεστώ στο ότι αισθάνομαι τυχερή που κατάφερα στη μέχρι τώρα ζωή μου να κάνω αυτά που αγαπώ. Την ιατρική την κυνήγησα ως εφηβικό έρωτα και σταθήκαμε πιστές η μια στην άλλη με το πέρασμα των ετών. Εξελισσόμαστε, μεγαλώνουμε μαζί. Οι ασθενείς μάς συστήνουν τον ανθρώπινο πόνο και τη διαχείρισή του. Είναι μεγάλοι δάσκαλοι. Μας διδάσκουν να υπομένουμε την αποτυχία και να αναπτύσσουμε την ενσυναίσθηση. Να γιορτάζουμε τις επιτυχίες με σύνεση καθότι η ασθένεια είναι στο πλείστον ένας πόλεμος όπου κερδίζονται ή χάνονται μάχες. Η συγγραφή – σπόρος που βλάστησε στα πολύ πρώιμα χρόνια, τότε ακόμα που έγραφα φράσεις σε χαρτοπετσέτες με γράμματα του δημοτικού – θυσιάστηκε για πολλά χρόνια στο βωμό της επιστήμης αλλά με διεκδίκησε σθεναρά την κατάλληλη στιγμή. Μη με ρωτήσετε ποια ήταν αυτή, δεν υπάρχει ορισμός. Ίσως αναδύθηκε σε μια δύσκολη στιγμή, όπου ταυτόχρονα η ιατρική και η προσωπική μου ζωή ταξίδευαν με τον Τιτανικό. Σκαρφάλωσαν επάνω κι οι δυό και αργότερα βγήκε κι ο ήλιος. Η ικανότητα για δημιουργία, όποια κι αν είναι αυτή, προσφέρει τη σταδιακή εναρμόνιση του “μέσα”, ακόμα κι όταν το “έξω” καταρρέει. Εν γένει λοιπόν ναι, νιώθω μάλλον κοντά στην ευτυχία με αγαπημένους ανθρώπους γύρω μου, οικογένεια και φίλους, έναν υπέροχο σύντροφο που με συνοδεύει και με ενθαρρύνει σε όλα τα ταξίδια μου και την ελευθερία να σκέφτομαι και να γράφω. Φιλία , ελευθερία, σκέψη(ς) είναι κατά τον Επίκουρο οι απαραίτητες προϋποθέσεις ευτυχίας.
- Ο Σίσυφος και το λιθάρι του που ποτέ δεν ανεβαίνει μέχρι την κορυφή του λόφου (ή μήπως της πυραμίδας;) τι σχέση έχει με την ιδεολογία και την θεματολογία του έργου σας;
- To “Σισύφιο” δίλλημα διατρέχει τη θεματολογία της νουβέλας μου, είναι αλήθεια. Όλοι οι πρωταγωνιστές, ανεξαρτήτου ηλικίας και φάσης ζωής, νιώθουν όμηροι του παρελθόντος, βασανίζουν και βασανίζονται απ’το ερώτημα “τι κι αν;”. Παγιδευμένοι σ’ένα κέλυφος λαθών και ενοχών, δοκιμάζουν να ανεβάσουν βάρη διαφορετικής σύστασης και μεγέθους κάθε φορά , με την ελπίδα ότι κάτι θα αλλάξει. Απλώς θέλω να ελπίζω ότι ευκαιρίας δοθείσης, μπορεί και να καταφέρουν να ανεβάσουν νοητικά το λιθάρι στην πυραμίδα, επίπεδο-επίπεδο, ας πούμε σαν ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι, που ακόμα κι αν χάνεις στις προσπάθειες και πρέπει να ξεκινήσεις απ΄την αρχή, κάποια στιγμή με την εμπειρία, θα καταφέρεις να το ολοκληρώσεις. Αλλά αυτό δεν αποτελεί επί της ουσίας τόσο το δρόμο προς τη σωτηρία, όσο το να αποδεχτούν-ούμε ότι το παρελθόν δεν αλλάζει, μας προσδιορίζει, η πέτρα πάντα θα κατρακυλά προς τα πίσω, αλλά όχι μαζί μας, οφείλουμε να προχωράμε μπροστά. Αυτό που μετρά είναι η αποδοχή και η καλή ζωή από δω και πέρα. Έχω ανάγκη αυτή τη ρωγμή φωτός. Δεν ήμουν ποτέ τέρας αισιοδοξίας, δεν το κρύβω, απ΄την άλλη όμως, σπάνια τα παρατώ, σχεδόν ποτέ. Δε θέλω να σκεφτώ ότι δεν προσπάθησα. Δεν μπορείς να κερδίσεις το lotto εάν δεν παίξεις.
- Από αισθητικής πλευράς πού θα εντάσσατε τη λογοτεχνική σας δραστηριότητα;
Πιστεύω ότι μπορώ να θεωρήσω τη γραφή μου απόλυτα ρεαλιστική. Έμπιστοι αναγνώστες -φίλοι μού έχουν μιλήσει για “ωμό ρεαλισμό”.
- Κι από πλευράς τεχνοτροπίας; Είστε μεταμοντέρνα, ή μήπως κινείστε μετά – πέραν ενδεχομένως – του λεγόμενου μεταμοντέρνου;
- Δεν ξέρω αν οπωσδήποτε θέλω να καταταγώ κάπου. Εάν θεωρήσω τις επιρροές μου από μεγάλες συγγραφικές αγάπες, αυτές κινούνται σε πολλά και διαφορετικά στρώματα, αναφέρομαι από τον Ντοστογιέφσκυ, τη Γουλφ, το Ρεμπώ, τον Πόε, τον Κάφκα, στον Κάρβερ, τον Αμος Οζ, τον Τόμας Μαν, τον Χάντκε, τη Μύλλερ, και η λίστα συνεχίζει τεράστια. Ενα θαυμάσιο χωνευτήρι γραφής. Αυτό.
- Πιστεύετε στον ορθολογισμό; Είναι η συγγραφική δραστηριότητα λογοκρατούμενη; Τι ρόλο παίζει η λεγομένη διαίσθηση και το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου για τους δεξιόχειρες;
- Πιστεύω στη γραφή που είναι κατανοητή. Δεν είναι απαραίτητο να λέμε αλήθειες γράφοντας, είναι όμως αναγκαίο αυτά που γράφουμε να είναι πιστευτά. Εάν αυτή είναι η έννοια που δίνουμε στον ορθολογισμό, σαφώς ναι. Μπορεί ένα μυθιστόρημα φαντασίας να είναι τόσο τρομερά αληθοφανές, όσο απίθανα είναι τα ευρήματα στα οποία στηρίζεται, όπως κάποιο άλλο που ενώ στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα είναι απόλυτα βαρετό και κοινότυπο. Μετράει πως το λέμε, όχι μόνο τι λέμε. Το ίδιο κ στη ζωγραφική αλλά και στις άλλες μορφές τέχνης. Πολλοί έχουν ζωγραφίσει ηλιοτρόπια, του Van Gogh ‘όμως απλώνεις το χέρι σου να τα πιάσεις. Ίσως εδώ μου κάνετε μια ένσταση όσο αφορά στο ταλέντο, δεν είναι μόνο αυτό. Είναι κατά πολύ η νοητική διάσταση των πραγμάτων όπως και η συναισθηματική νοημοσύνη. Από την άλλη, υπάρχει σήμερα και ένα είδος γραφής που ντύνεται με περίπλοκους όρους, λεξιπλασίες, καταρρίπτει ακόμα και τις παραγράφους και τα σημεία στίξης όπως τα ξέρουμε, η οποία πράγματι χαίρει εκτίμησης στους κύκλους θεωρούμενη ως πρωτοποριακή. Αμφιβάλλω ότι το περίπλοκο-δυσνόητο αποτελεί εξελικτικό σημάδι. Είμαι μια πουριτανή της γραφής.
- Βασίζεστε στην έμπνευση ή σχεδιάζετε μεθοδικά και χτίζετε συστηματικά τα λογοτεχνήματά σας, σχεδόν σα να χειρουργείτε;
- Με κάνατε να χαμογελάσω. Οι χειρουργικές ειδικότητες, ήταν εκείνες που είχα αποκλείσει a priori της απόκτησης του πτυχίου. Δεν είμαι άνθρωπος του πρωτοκόλλου, δεν διαθέτω την απαραίτητη πειθαρχία. Αγαπώ τη δερματολογία γιατί διαθέτει ταυτόχρονα ένα βαθμό μυστηρίου – καθώς πολλές δερματοπάθειες αντικατοπτρίζουν μια συστημική διαταραχή – και δυνατότητα δημιουργικότητας μέσω της κοσμετολογίας. Είναι η μοναδική ειδικότητα που μπορείς να δεις με το μάτι τα αποτελέσματα της δουλειάς σου, αξία ανεκτίμητη. Στη γραφή εμπνέομαι, σβήνω, γράφω, κάνω συνήθως ένα πλάνο το οποίο αλλάζει κατά τη διάρκεια της συγγραφής.
- Πού έγκειται το συγγραφικό ταλέντο; Υπάρχει κάτι τέτοιο ή μήπως είναι απλώς ακόμα μία σχηματικότητα;
Θα απαντήσω με τη φράση του Thomas Man: “Ταλέντο, είναι ο κώλος στην καρέκλα”. Προϋπόθεση βέβαια είναι κάποιος να απολαμβάνει να κάθεται σε αυτήν.
- Είστε επίμονη γραφιάς, ή περιστασιακή; Γράφετε στις διακοπές ή κάθε μέρα; Από πού αντλείτε τα ερεθίσματα και τα πρότυπα; Βασίζεστε σε ιστορίες άλλων ή στην δική σας ατομική εμπειρία;
- Δεν γράφω με ωράριο , καθότι ο βιοπορισμός από την “εγωίστρια” ιατρική με απορροφά σε μεγάλο βαθμό. Δεν γράφω καν όλο το χρόνο, υπάρχουν μήνες που δεν αγγίζω το λαπ-τοπ μου ή το τετράδιό μου, όπως υπάρχουν και νύχτες που ξυπνάω και πάω στην κουζίνα για να γράψω αυτό που σκέφτηκα μην το ξεχάσω. Υπάρχουν στιγμές που γράφω και μόνο στο μυαλό μου κοιτώντας τον τοίχο απέναντι. Ο μέντοράς μου ο Φάϊς, θεωρεί ότι πάντα πρέπει να κουβαλάμε μαζί ένα μικρό σημειωματάριο γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι θα δεις ή θ’ακούσεις. Η γραφή, είναι ολόκληρος ο κόσμος που μας περιβάλλει. Δεν χρειάζεται ραντεβού.
Οι δικές μας εμπειρίες χωνεύονται με τις ιστορίες των άλλων. Ίσως λέμε ιστορίες όντες κάποιοι άλλοι που θα θέλαμε να είμαστε, που δεν τολμήσαμε να είμαστε, πειραματιζόμαστε. Ζούμε άλλες ζωές.
- Γράφετε Ποίηση; Τι γνώμη έχετε για τη σύγχρονη ποίηση; Ο σύζυγός σας εκδίδει κάθε χρόνο το «Ποιητικό Ημερολόγιο». Είναι κάτι που σας θέλγει ή μήπως σας αφήνει εντελώς αδιάφορη;
- Η ποίηση είναι το τσίπουρο της λογοτεχνίας. Μ’ ένα στίχο, για να μην πω μια λέξη, μπορείς να νιώσεις από κράμπα στο στομάχι μέχρι δύσπνοια, να γελάς ακατάσχετα ή να κλαίς απελπισμένα. Είναι αυτό το αίσθημα του να κοιτάς το ταβάνι και να σκέφτεσαι “πως το σκέφτηκε αυτό;” Θαυμάζω τους παραγωγούς και με θεωρώ απόλυτα ανίκανη να το παράγω, παραμένω στο κρασί. Το “ποιητικό ημερολόγιο” είναι μια απίστευτη κάβα πενήντα πέντε ετών πλέον, η οποία φιλοξενεί όχι μόνο τις διάσημες “μάρκες”, αλλά και τις καινούργιες στα πρώτα τους βήματα απόσταξης και για μένα αυτό είναι εκπληκτικό. Η ποίηση στην Ελλάδα θεωρείται κάτι σαν ελίτ, για άγνωστους λόγους. Αυτό μπορεί να επιδεινώνεται ή ακόμα και να αποτελεί ένα από τους λόγους για τον οποίο το ελάχιστο ποσοστό του 10% των Ελλήνων είναι τακτικοί αναγνώστες λογοτεχνικών κειμένων γενικότερα.
- Πώς βλέπετε τη σύγχρονη Κρίση; Η Ελλάδα απειλείται και πολιτισμικά ή θα βγει δυναμωμένη έξω από τη στενωπό;
“Η Ελλάδα της κρίσης” είναι ένας ρόλος που έχει παιχτεί επανειλημμένα από αυτή τη χώρα σε ποικίλες ιστορικές περιόδους με διαφορετικά κουστούμια. Οι Έλληνες θέλουμε περισσότερο χρόνο για να αντιμετωπίσουμε τις απειλές αρχικά λόγω έλλειψης συλλογικότητας και οργάνωσης σε σχέση με τους βόρειο-Ευρωπαίους. Αν και λοιπόν το “έργο” είναι μεγαλύτερης διάρκειας με αλληλοσπαραγμούς και τραγωδίες, στο τέλος όχι μόνο φαίνεται φως στο τούνελ, αλλά το φτάνουμε κιόλας. Είμαστε drama queens οι Έλληνες, αλλά μας σώζει εν τέλει πάντα η υψηλή συναισθηματική μας νοημοσύνη.
- Τι ρόλο πιστεύετε ότι διαδραματίζουν τα όνειρα στην ατομική και συλλογική συνειδητότητα; Κι οι εφιάλτες; Ποιος είναι ο χειρότερος φόβος σας;
- Ερώτηση κλειδί για την οποία μάλλον έχω τη λάθος ειδικότητα! Είναι απλά μια κλειδαρότρυπα στο υποσυνείδητο ή εκτόνωση προσωπικών επιθυμιών και φόβων; Μου αρέσει να θεωρώ τα όνειρα πολλές φορές ως έναυσμα-εμψύχωση όσον αφορά στους προσωπικούς στόχους που από τον φόβο της αποτυχίας διστάζουμε να οδεύσουμε προς αυτούς. Ίσως ένα παράλληλο σύμπαν που κάνουμε μόνο αυτό που θέλουμε, με αυτούς που μας ευχαριστεί, ανεξάρτητα από το εάν είναι ακόμα υπαρκτοί. Κάτι σαν εγκεφαλικό πλύσιμο. Οι εφιάλτες λειτουργούν εξίσου καλά. Μας απευαισθητοποιούν, διότι μπορεί να πιούμε αμέσως μετά τον πρωινό καφέ λίγο σκυθρωποί, αλλά “στην πραγματικότητα δε συμβαίνουν αυτά” και βγαίνουμε απ’το σπίτι χαμογελώντας.
- Είναι ο άνθρωπος «φύσει καλός» ή «φύσει κακός» ή μήπως τίποτα από τα δύο;
- Μα με βεβαιότητα και τα δύο. Η ιατρική παραδέχεται ως επιδράσεις στον άνθρωπο 50% γονίδια-50% περιβάλλον, τελευταία το δεύτερο ίσως αποκτά και μεγαλύτερο ποσοστό.
- Η λογοτεχνική δραστηριότητα ενέχει και το στοιχείο της εργασιοθεραπείας;
- Οπωσδήποτε, αν και κάποιες φορές είναι αδύνατον να γράψεις είτε βιώνοντας μια μεγάλη χαρά είτε μια ανείπωτη θλίψη. Η συγγραφή, αλλά θα τολμήσω να πω και άλλες μορφές τέχνης, δεν είναι ψυχοθεραπεία όπως με ευκολία λέγεται. Είναι διοχέτευση του “είναι” σε κάθε μορφή και αυτό κάνει τον συγγραφέα ή τον ζωγράφο ή τον οποιοδήποτε “τεχνίτη” τυχερό. Επώδυνο ή διασκεδαστικό, αποτελεί βαλβίδα εκτόνωσης.
- Οι δημιουργικοί άνθρωποι είναι πιο πετυχημένοι στο επάγγελμά τους; Με άλλα λόγια, αν διευθύνατε μια κλινική, ένα νοσοκομείο ή μια μεγάλη εταιρεία θα βαθμολογούσατε καλύτερα αυτούς που έχουν σαν χόμπι τους το γράψιμο, τη ζωγραφική, το θέατρο… Ή μήπως αντιθέτως δεν θα τους αξιολογούσατε θετικά και δεν θα τους προτιμούσατε για στενούς συνεργάτες σας;
Νιώθω ότι οι δημιουργικοί άνθρωποι έχουν μια έκτη αίσθηση, παλινδρομούν μεταξύ πολλαπλών διαστάσεων και τρόπων ζωής και δεν υπαινίσσομαι τίποτα το μεταφυσικό με αυτά τα λόγια. Ο δημιουργικός άνθρωπος έχει την τύχη να μη φοβάται την αλλαγή, άρα και την πρόοδο. Έχει το ταυτόχρονο προτέρημα και μειονέκτημα να βαριέται γρήγορα και να αναζητά συνεχώς το “νέο”. Είναι πολύπλευροι και αυτό συμβάλλει μόνο θετικά στο όποιο βιοποριστικό τους επάγγελμα. Μακάρι να απαρτίζονταν τα νοσοκομεία από γιατρούς-ζωγράφους, μουσικούς, γλύπτες, συγγραφείς, ηθοποιούς και ό,τι άλλο. Ίσως θα ήταν το κλειδί προς την ενσυναίσθηση.
- Τι έχετε γράψει μέχρι τώρα και τι σχεδιάζετε για το μέλλον;
- Πέρυσι τέτοια εποχή, έγινε το όνειρο πραγματικότητα με την έκδοση της πρώτης νουβέλας μου με τίτλο “οδοντωτή μνήμη” από τις εκδόσεις Ιωλκός, ένα ψυχογράφημα που κυριολεκτικά με βασάνισε χρόνια. Γινόμαστε τελικά αυτό που μας κάνουν οι γονείς μας ή το χρησιμοποιούμε ως ανακουφιστική δικαιολογία για τα προσωπικά ατοπήματα ζωής; Πραγματεύεται τις ιστορίες τριών ζευγαριών που αλληλοσπαράζονται, αλληλοσυμπληρώνονται, αποζητούν την κάθαρση ο ένας στην ψυχή του άλλου, βλέπουν τα λάθη τους ο ένας στα μάτια του άλλου, τελικά ελπίζουν ότι ακόμα και αυτή τη ζωή, ίσως υπάρχει ακόμα μια ρωγμή εξιλέωσης από δω και πέρα. Βγαίνουν καψαλισμένοι από ένα ταξίδι αυτογνωσίας και ελπίζουν. Μάλλον το είχα ανάγκη εγώ η ίδια όλο αυτό. Το επόμενο θα είναι μια αστυνομική ιστορία μυστηρίου.
- Είστε άνθρωπος με σταθερούς στόχους και διακρίνεστε για την στοχοπροσήλωσή σας;
- Προσπαθώ, δεδομένων των εκάστοτε συνθηκών και των ανθρώπων που με περιβάλλουν, θεωρώ το τελευταίο καίριο για την επίτευξη στόχων ζωής. Μπορεί κάποιος να έχει τα προσόντα αλλά να περικλείεται από κόσμο εγκλωβισμένο, όπως και το αντίθετο. Είμαι μεγάλη φαν των αλλαγών και παίρνω κάποια ρίσκα, μόνο έτσι θεωρώ ότι έρχεται η εξέλιξη. Αυτό βέβαια, ωριμάζει μέσα μας με την ηλικία. Είμαστε οι ηθοποιοί του μέλλοντός μας.
- Τι θα θέλατε να ερωτήσετε κι εάν δύναμαι να σας απαντήσω;
- Είστε μηχανικός. Έπαιξε αυτό ρόλο στη γραφή σας; Στην τεχνοτροπία, στα αναγνώσματά σας, στην πειθαρχία της γραφής; Η συγγραφή σάς ήταν κάτι εγγενές; Εάν ναι, γιατί δεν ασχοληθήκατε αμέσως με κάτι παρόμοιο στις βασικές σπουδές σας; Οι σπουδές θεατρολογίας ήρθαν σαν υπενθύμιση της πραγματικής σας ταυτότητας; Μήπως εμείς που βιοποριζόμαστε από κάτι διαφορετικό ενώ η συγγραφή είναι το πάθος μας, έχουμε “ερωμένη” τη δουλειά και “νόμιμη σύζυγο” μας τη συγγραφή, αντίθετα από τον Τσέχωφ;
- Ναι, η δουλειά τού μηχανικού με βοήθησε και με βοηθάει (μέχρι τα 70) να είμαι οργανωμένος, συγκεντρωμένος, πείσμων, επίμονος και συστηματικός. Αλλιώς δεν θα είχα επιβιώσει. Πέρασαν τόσες πολλές δυσκολίες, πέρασα αλώβητος σχεδόν μέσα από τόσα πολλά βέλη… Σας ευχαριστώ πολύ για την ιδιαίτερα συναρπαστική συνομιλία μας. Έξω από τα τετριμμένα.
1984
εφιαλτικό κι επίκαιρο πάντα, αποδυναμωμένο όμως από τη νέα διασκευή των Ρόμπερτ Άικι και Ντάνκαν Μακμίλαν που δίνουν βάρος στην παράνοια του κεντρικού ήρωα ελαχιστοποιώντας την κοινωνική Κόλαση με την οποία κονταροχτυπιέται αυτός ο καθυστερημένος έφηβος αποφεύγοντας την ενηλικίωση που συνεπάγεται την αλλοτρίωσή του.

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα…
Οι εφιαλτικές προφητείες του Όργουελ για έναν κόσμο διοικούμενο απολυταρχικώς, για μια παγκόσμια δικτατορία, δεν έχουν ευτυχώς μέχρι σήμερα επαληθευτεί. Αντιθέτως, αντιδημοκρατικά και φασιστικά καθεστώτα δίνουν σταδιακά τη θέση τους σε πολιτείες όπου βασιλεύει η ΙΣΟΤΗΤΑ, η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Είναι θέμα χρόνου και θερμοδυναμικής ισορροπίας του συστήματος ΓΗ να βαδίσει προς μία αποδυνάμωση των κλειστών δομών με ταυτόχρονη ενίσχυση των ανοικτών, που επιτρέπουν την ελεύθερη έκφραση των ιδεών, ως βασικό και καίριο πολιτικό δικαίωμα όλων, χωρίς διακρίσεις. Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα αύξηση της ενδοσυστημικής εντροπίας. Τουναντίον! Η Ελευθερία προϋποθέτει και συνεπάγεται σεβασμό της ελευθερίας του άλλου, είναι οριοθέτηση κι όχι αλλοτρίωση, είναι ωριμότητα κι όχι συνθηκολόγηση. Οι σύγχρονες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν ανατολικές και δυτικές κοινωνίες στα χρόνια της Μεγάλης Κρίσης που ζούμε, επαναθέτουν διαρκώς το θέμα της ελεύθερης επιλογής. Εάν υποθέσουμε ότι αυτό είναι και το μοναδικό κριτήριο για την αληθή δημιουργικότητα, χωρίς την οποία η παραγωγικότητα γίνεται απλώς από αριθμός νούμερο κι από εκεί μπούμεραγκ, τότε λογοτεχνικά έργα σαν αυτό του Όργουελ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΩΣ, ως εμβόλια, ως προειδοποιητικά καμπανάκια, ως αποδυναμωμένοι ιοί που εισάγονται στο πολιτισμικό σώμα της Ανθρωπότητας προκειμένου να προκαλέσουν το Ανοσοποιητικό της να παράγει αντισώματα… Ακριβώς γι’ αυτό λέω ότι η σύγχρονη θεατρικότατη και δραματικότατη πιασάρικη διασκευή των Ρόμπερτ Άικι και Ντάνκαν Μακμίλαν αποδυναμώνει το πρωτότυπο πεζογράφημα, αφού καθησυχάζει τρόπον τινά τον θεατή μεταφέροντας το κέντρο βάρος στον ταραγμένον ψυχισμό τού ήρωα που «ακούει φωνές». Όμως ακόμα κι αν ακούει φωνές ο πρωταγωνιστής, σαν τη Ζαν ντ’ Αρκ, πρέπει να αιτιολογείται δραματουργικώς η εξωγενής αιτία του πανικού του, εκτός εάν ταυτίζεται με την «Ψύχωση» της Σάρα Κέιν ή την χολυγουντιανή εκδοχή τού μύθου τής «Φράνσις».
Η βασική μου αντίρρηση στην κατά τα άλλα άψογη από καλλιτεχνική και σκηνοθετική άποψη δουλειά της ταλαντούχας κόρης του Σπύρου Ευαγγελάτου στο «Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου» είναι ότι η σκηνή του τέλους, έτσι όπως παρουσιάστηκε ακυρώνει όλα τα προηγούμενα, καθησυχάζει τον μικροαστό και τον στέλνει σπίτι του να κοιμηθεί ήσυχα προλαβαίνοντας ίσως λίγο από το “Survivor”, αφού δεν τον έχει τρομάξει δεόντως πριν, με τις μπαρόκ επί σκηνής αιματοχυσίες και την παρωδία μεσαιωνικών βασανιστηρίων τύπου Ιεράς Εξετάσεως.
Εξηγούμαι για να μην παρεξηγηθώ για άλλη μια φορά: παρά τις όποιες μεταμοντέρνες νεωτεριστικές αναγνώσεις των κλασικών κειμένων που τονίζουν το υγιές στοιχείο της θεατρικότητας και τις μπρεχτικές αποστασιοποιήσεις, το ΘΕΑΤΡΟ ήταν και παραμένει τέχνη που βασίζεται στο μιμητικό ένστικτο του πιθηκοειδούς που λέγεται άνθρωπος και στοχεύει στην καλλιέργεια, ευαισθητοποίηση κι ενίσχυση τής φυσικής του ενσυναισθήσεως (empathy, στα αγγλικά, το αντίθετο τής εμπάθειας). «Έλεον και Φόβον» προκαλούσε κατά τον Αριστοτέλην η αρχαία αττική τραγωδία. Ο οίκτος είναι δεύτερο, παρακατιανό συναίσθημα. Προϋποθέτει μια κάποια αίσθηση ανωτερότητος, ένα σύμπλεγμα ανωτερότητος εκ μέρους των συντελεστών μιας παράστασης που κολακεύει ανακλαστικώς την όποια ανωτερότητα του θεατή.
Με άλλα λόγια, η παράσταση της Κατερίνας Ευαγγελάτου δεν αγγίζει – κατά την ταπεινή μου γνώμη, φυσικά – παγκοσμίως επίκαιρα θέματα, όπως η Τρομοκρατία, η Τεχνολογία, η Τεχνητή Νοημοσύνη με την παραγωγή νέας γενιάς ρομποτοειδών υπολογιστών κ.λπ. Η όλη σκηνοθεσία επικεντρώνεται στον ταλαίπωρο ψυχισμό του ανισόρροπου ήρωα ως δραματικού προσώπου που πρέπει να σωφρονιστεί – σαν τη Φράνσις – προκειμένου να ενταχθεί αρμονικά στην Κοινωνία τής Αφθονίας. Έτσι καταλήγουμε να νιώθουμε οίκτο για το ταλαιπωρημένο ζωάκι, σε ελάχιστα όμως σημεία «έλεον και φόβον».
Ως εκ τούτου θεωρώ την παράστασιν μερικώς μόνον αποτυχημένην και μια καλή αφορμή να ξαναμελετήσουμε το πρωτότυπο λογοτεχνικό κείμενο με τα σύγχρονα γυαλιά του 2017.
Άξιοι όλοι οι συντελεστές. Εξαίρετος, αλλά ανεπαρκής για να αποδώσει το μεγαλείο του ήρωά του, ο πρωταγωνιστής.
Ο «Πύργος» του Κάφκα και το σύνολο του καφκικού εφιάλτη, συγγενές του οργουελικού μέλλοντος συναντώνται με την «Ναυτία» του Ζαν-Πωλ Σαρτρ, αλλά δεν τέμνονται με την «Ψύχωση» της Σάρα Κέιν και την κινηματογραφική «Φράνσις, μια Αδέσμευτη Γυναίκα» (Πρωτότυπος τίτλος Frances, βιογραφικό δράμα παραγωγής 1982 σε σκηνοθεσία Γκρεμ Κλίφορντ με πρωταγωνίστρια τής ταινίας τη Τζέσικα Λανγκ στο ρόλο τής τραγικής ηθοποιού της δεκαετίας του ’30 Φράνσις Φάρμερ, η οποία αρνήθηκε να παίξει το παιχνίδι του Χόλυγουντ και κατέληξε σε ψυχιατρική κλινική. Η Λανγκ πλαισιώνεται από τους Κιμ Στάνλεϊ, στο ρόλο της μητέρας της Φράνσις Φάρμερ και Σαμ Σέπαρντ στο ρόλο ενός δημοσιογράφου που είχε ερωτική σχέση με την ηθοποιό)
[πληροφορίες αντλημένες από το σχετικό λήμμα της Wikipedia: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CF%81%CE%AC%CE%BD%CF%83%CE%B9%CF%82,_%CE%BC%CE%B9%CE%B1_%CE%91%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%BC%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B7_%CE%93%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CE%B1].
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
1984
του Τζωρτζ Όργουελ
Το προφητικό μυθιστόρημα-σταθμό για την πολιτική σκέψη του 20ού αιώνα παρουσιάζει η εταιρεία Λυκόφως από τις 2 Δεκεμβρίου, σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου, μετά την μεγάλη επιτυχία του Φάουστ. Στους κεντρικούς ρόλους ο Αργύρης Πανταζάρας (Ουίνστον Σμιθ), ο Νίκος Κουρής (Ο’Μπράιεν) και η Λένα Δροσάκη (Τζούλια). Η παράσταση ανεβαίνει στο Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου, στη νέα διασκευή των Ρόμπερτ Άικι και Ντάνκαν Μακμίλαν, η οποία γνωρισε θριαμβευτική επιτυχία στο Λονδίνο και σε παγκόσμια περιοδεία, και παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα.
Αυτό που καθιστά το 1984 μοναδικό, είναι ότι είναι διαρκώς μπροστά από την εποχή του, όχι απλώς επίκαιρο. Μετά από την έκδοσή του, το 1949, ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο άλλαξε για πάντα. Γεννήθηκε ο όρος Οργουελικός για να περιγράψει συνθήκες κυβερνητικής -και όχι μόνο- παρέμβασης στην ζωή των πολιτών, καθεστώτα ανελευθερίας, διαρκούς παρακολούθησης, και συλλογής ιδιωτικών πληροφοριών, ελέγχου της σκέψης.
Όμως, πώς μπορείς να πεις ότι ένα βιβλίο άλλαξε τον κόσμο, όταν ο κόσμος έχει παραμείνει ακριβώς ίδιος;
Η διασκευή και η σκηνοθεσία κατασκευάζουν μία οπτική της ιστορίας μέσα από το μυαλό του Ουίνστον / Όργουελ, ο οποίος συνομιλεί με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, παλεύοντας να παραμείνει λογικός, κόντρα σε μία κοινωνία που έχει απολέσει κάθε λογική. Είναι ήρωας; Είναι προδότης; Η γνωριμία του με την Τζούλια, του δίνει την ώθηση να προχωρησει σε ακόμα πιο ακραία Εγκλήματα Σκέψης, ενάντια στο Κόμμα. To τέλος είναι προδιαγεγραμμένο : Η Αστυνομία Σκέψης θα τον συλλάβει και θα τον οδηγήσει στον Θάλαμο 101. Εκεί ο Ο’Μπράιεν, Βασανιστής; Ανακριτής; Δάσκαλος; Ιατρός; , μέσα από μια αποκαλυπτική διαδικασία τον φέρνει αντιμέτωπο με «το χειρότερο πράγμα στον κόσμο».
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ο τίτλος του βιβλίου, εικάζεται ότι αποτελεί αναγραμματισμό του έτους 1948, κατά το οποίο ο Τζώρτζ Όργουελ ολοκλήρωσε τη συγγραφή του κειμένου του. Ενός κειμένου που έμελλε να αποτελέσει σημείο αναφοράς γύρω από την Λογοτεχνία της Δυστοπίας, παρουσιάζοντας έναν κόσμο απολυταρχισμού, δυστυχίας και απόλυτης καταπίεσης, όπου η αμείωτη προπαγάνδα του καθεστώτος, η συνεχής παρακολούθηση όλων των πολιτών και ο έλεγχος της ανθρώπινης σκέψης, αποτελούν τις βασικές δομές του Οργουελικού Σύμπαντος. Το «1984» είναι το βιβλίο στο οποίο γράφτηκε για πρώτη φορά η ιστορική φράση «Big Brother is Watching you» – ο Μεγάλος Αδερφός σε παρακολουθεί. Ένας αστικός μύθος λέει ότι ο Όργουελ εμπνέυστηκε σχεδόν ακαριαία τη βασική πλοκή του έργου του, όταν ως δημοσιογράφος στο BBC πέρασε τυχαία μπροστά από μια κάμερα και είδε το πρόσωπό του για πρώτη φορά σε μόνιτορ. Το 2008, οι Times τον κατέταξαν ως δεύτερο στη λίστα με τους 50 κορυφαίους Βρετανούς συγγραφείς από το 1945.
Σύντομο βιογραφικό της Κατερίνας Ευαγγελάτου
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Αριστούχος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Σπούδασε Φιλοσοφία στο τμήμα Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και Μουσική (πιάνο-κιθάρα) στο Ελληνικό Ωδείο. Μεταπτυχιακές Σπουδές: Σκηνοθεσία Θεάτρου (Master of Arts) με υποτροφία του Ιδρύματος Ωνάση στο Πανεπιστήμιο Middlesex του Λονδίνου, απ’ όπου αποφοίτησε με διάκριση και στην Ρωσική Ακαδημία Θεατρικής Τέχνης GITIS της Μόσχας (σκηνοθετικό τμήμα). Τον Δεκέμβριο του 2009 τιμήθηκε από την Ένωση Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών με το Βραβείο Νέου Δημιουργού για τη σκηνοθεσία της στα έργα Wolfgang και Η Λέσχη της Αυτοκτονίας. Τον Σεπτέμβριο του 2011 τιμήθηκε με το Έπαθλο «Ελευθερία Σαπουντζή» για τις σκηνοθεσίες της κατά την διετία 2009-2011. Έχει σκηνοθετήσει τις παραστάσεις: Άσκηση Φαντασίας , Πλαστελίνη, Wolfgang, Ο Χρυσός Δράκος, Θεατές (Εθνικό Θέατρο 2006 -13) , Η Ερωτευμένη Νεκρή, Η Λέσχη της Αυτοκτονίας, Εκδίκηση (Αμφί-Θέατρο Σπύρου Α. Ευαγγελάτου 2009-11), Ψευδαισθήσεις, Παραγγελία του Λευτέρη Βογιατζή για να εορταστούν τα 30 χρόνια του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων (1982-2012), Cock (Θέατρο Θησείον 2011), Γυάλινος Κόσμος (Θέατρο Χορν 2011,2012), Ο Καλός Άνθρωπος του Σετσουάν (Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών 2013), Der gute Mensch von Sezuan, (Νέα Σκηνοθεσία, Stadttheater Augsburg, Γερμανία, 2014), Ιδομενέας (Φεστιβάλ Αθηνών 2014), Ρήσος, Μια Περιπατητική Παράσταση στον αρχαιολογικό χώρο του Λυκείου του Αριστοτέλους (Φεστιβάλ Αθηνών 2015), Τα παραμύθια του Χόφμαν, ΄Όπερα του Ζακ Όφενμπαχ (Κρατική Όπερα της Περμ στη Ρωσία-2015). Η παράσταση, η οποία αποτελεί την πρώτη σκηνοθεσία της Ευαγγελάτου στο χώρο της Όπερας, ήταν υποψήφια για 9 βραβεία ‘Χρυσή Μάσκα’ στη Ρωσία, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Παράστασης και Καλύτερου Σκηνοθέτη, Φάουστ του Γκαίτε (Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, 2016).
Ταυτότητα Παράστασης
1984 του ΤΖΩΡΤΖ ΟΡΓΟΥΕΛ
Νέα Διασκευή: Ρόμπερτ Άικι & Ντάνκαν Μακμίλαν
Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Μουσική: Γιώργος Πούλιος
Βίντεο: Στάθης Αθανασίου
Σχεδιασμός Φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος
Ηχητικός Σχεδιασμός: Νικόλας Καζάζης
Φωνητική Διαδασκαλία: Αλεξάνδρα Λέρτα
Ειδικά Εφέ: Αφοί Αλαχούζοι
Μακιγιαζ : Έυη Ζαφειρόπουλου
Κομμώσεις : Talkin’ Heads
Ειδικές Κατασκευές: Μπάμπης Κατσιμίχας
Βοηθοί Σκηνοθέτη : Δήμητρα Δερμιτζάκη, Δημήτρης Οικονομίδης
Βοηθός Σκηνογράφου: Μυρτώ Μεγαρίτου
Φωτογραφίες: Σταύρος Χαμπάκης, Νίκος Πανταζάρας
Video Trailer: Μιχάλης Κλουκίνας
Διεύθυνση Παραγωγής: Βιολέττα Γύρα & Όλγα Μαυροειδή
Παραγωγός: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος
Διανομή
Ουίνστον Σμιθ: Αργύρης Πανταζάρας
Ο’Μπράιεν: Νίκος Κουρής
Τζούλια: Λένα Δροσάκη
Τσάρινγκτον: Σωτήρης Τσακομίδης
Πάρσονς: Νίκος Πυροκάκος
Κυρία Πάρσονς: Σεραφίτα Γρηγοριάδου
Σάιμ: Ερρίκος Μηλιάρης
Μάρτιν: Αγησίλαος Μικελάτος
Συμμετέχουν: Μελαχρινός Βελέντζας, Βησσαρίων Κανέλλος, Στυλιανός Καπούλας, Απόστολος Κατσιριντάκης, Τάσος Κόρκος, Δημήτρης Μηλιώτης, Χρήστος Τσουλιάης.
Και τα παιδιά: Ειρήνη Γουλιέλμου, Πέπη Κώνστα, Αθηνά Μισαηλίδου
Στο Βίντεο εμφανίζονται οι ηθοποιοί:
Παντελής Δεντάκης, Δήμητρα Δερμιτζάκη, Βασίλης Κουκαλάνι, Αλεξάνδρα Λέρτα, Πόπη Λυμπεροπούλου.
| Παραστάσεις | Τιμές Εισιτηρίων |
| Τετάρτη 20.00 | Είσοδος 16 ευρώ & 12 ευρώ (μειωμένο) |
| Πέμπτη & Παρασκευή 21.00 | Είσοδος 18 ευρώ & 12 ευρώ (μειωμένο) |
| Σάββατο 18.30 | Είσοδος 18 ευρώ & 12 ευρώ (μειωμένο) |
| Σάββατο 21.30 & Κυριακή 20.00 | Είσοδος 20 ευρώ & 14 ευρώ (μειωμένο) |
Διάρκεια Παράστασης: 101 λεπτά
Η παράσταση είναι ακατάλληλη για ανηλίκους κάτω των 15 ετών.
Φράνσις,
ο μύθος τού αιώνια επαναστατημένου εφήβου, στο θέατρο Παραμυθίας, δια χειρός, φωνής, σώματος και πνεύματος Αλμπέρτας Τσοπανάκη, σκηνοθετημένο από την εμβριθή Μαρίκα Θωμαδάκη, για δεύτερη φορά, φέτος με έκδηλη την ποιητικότητα τού κειμένου, παραπέμποντας στην «Ψύχωση» τής Σάρα Κέιν και στο «1984» τού Όργουελ.

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα…
Ξαναείδα την κατά Αλμπέρτα Τσοπανάκη «Φράνσις» σε μίνιμαλ εκδοχή φέτος, τής Κρίσεως βοηθούσης και τής Λιτότητος επιτρεπούσης. Δύο γυναίκες ηθοποιοί κι ένας βωβός ανδρικός ρόλος… Τα υπόλοιπα σε εύστοχο video-art τού ιδιοφυούς Τάκη Μελλίδη. Εν αρχή ην ο λόγος και η καλή σημειολόγος του θεάτρου Μαρίκα Θωμαδάκη τόνισε ως σκηνοθέτις ευστόχως και τα γλωσσικά και τα παραγλωσσικά στοιχεία μιας παράστασης που ρέπει πλέον προς το ποιητικόν, παραπέμποντας βεβαίως στο Ερεβώς κι Εφιαλτικόν της κατά Σάρα Κέιν «Ψυχώσεως» και τού κατά Όργουελ «1984».
Πλούσιος κώδικας, θεατρικά εμπλουτισμένος από την πολυεπίπεδη ερμηνείας της Χάριτος Συμεωνίδου, που έδωσε μια άλλη, φιλεύσπλαχνη κι αγαπησιάρα μαμά, που έχει το άλλοθι τής αφέλειας-άγνοιας. Η παραστρατημένη, επαναστατημένη, οργισμένη άτακτη κόρη της η Φράνσις, χρειάζεται κατά την φτωχή της γνώμη συμμόρφωσιν και παραδειγματισμόν… επομένως μια λοβοτομούλα θα της πήγαινε τέλεια μαζί με την καινούργια της γούνα και το χολυγουντιανό χτένισμα. Ανατριχιαστική η Αλμπέρτα Τσοπανάκη στον επώνυμο ρόλο. Ποιητική, αποστασιοποιημένη, φρικιαστικά φρικαρισμένη, ζητάει με αγωνία τον Ύπνο κι ο Ύπνος δεν της χαρίζεται, επιζητεί τη Γαλήνη κι η Γαλήνη τις στέλνει αρουραίους, ανατριχιαστικά έντομα και αηδιαστικά ερπετά να στοιχειώσουν τον ύπνο και τον ξύπνιο της. «Η Κόλαση είναι οι άλλοι», όπως έγραψε ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ στη «Ναυτία» του. Σε αυτή την περίπτωση, όπως και σε πάμπολλες άλλες μικρο-μεσοαστικές περιπτώσεις, για την ευγενή κόρη η Κόλαση είναι η μάνα της, ο οργουελικός ψυχίατρος φερέφωνο του «συστήματος», οι δεσμοφύλακες και λοιπά. Όμως για την ταλαίπωρη αυτή ύπαρξη ο πραγματικός της εχθρός, ο ανίκητος είναι «οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες, ο θυμωμένος Ποσειδώνας» που «κουβανεί μες την ψυχή της, που η ψυχή της στήνει εμπρός της»… Όλ’ τα άλλα είναι φτηνή κοινωνιολογία κι επίπεδο θέατρο (εννοώ τη σχετική φιλολογία για την «αλλοτρίωση» του ατόμου στην κοινωνία…).
Σημαντικό θέαμα, σπουδαία παράσταση, ανατριχιαστικά καλοί οι ηθοποιοί: Αλ. Τσοπανάκη, Χ. Συμεωνίδου, Μ. Μαυρίδης. Κατάλληλο άνω των 15 ετών (όχι μόνον ημερολογιακών…)
Ατμοσφαιρικό το θεατράκι τής οδού Παραμυθίας που προσπαθεί κάθε χρόνο εναγωνίως να επιβιώσει μέσα στην Κρίση, διοργανώνοντας κάθε χρόνο φεστιβάλ νέων δημιουργών και καλλιτεχνών, όπου βρίσκουν βήμα να απλώσουν τη φωνή τους όλοι τής κατεστημένης τέχνης και ψευτο-κουλτούρας οι αποκλεισμένοι, οι «εκτός των τειχών» των επισήμων φληναφημάτων που πασάρονται σε συσκευασία δώρου με ξαναχρησιμοποιημένο σελοφάν από την ανακύκλωση περιττωμάτων.
Μπράβο στα «παιδιά» τού θεάτρου τής Οδού Παραμυθίας. Επιτελούν ηρωικό πολιτιστικό έργο, ερευνούν και μελετούν εν θερμώ τα κοινωνικά φαινόμενα και στοιχειοθετούν έναν αδιάψευστο καθρέφτη – μάρτυρα τής ταραγμένης εποχής μας.
Όσο για εκείνο το περίφημο «εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω», έχει και λαμβάνει σε αυτή την παράσταση νέες κι ανοίκειες πτυχές.
Ακόμα κι εσείς που είδατε και ξαναείδατε και ματαείδατε την περυσινή «Φράνσις» δεν θα πλήξετε, όσες φορές κι αν τη δείτε φέτος. Προλαβαίνετε!!!
Κωνσταντίνος Μπούρας
http://www.athinorama.gr/theatre/performance/fransis-10055387.html
Φράνσις
Ψυχολογικό Δράμα τής Αλμπέρτας Τσοπανάκη
Διαρκεια : 90 ‘
Σκηνοθ.: Μ. Θωμαδάκη
Ερμηνεύουν: Αλ. Τσοπανάκη, Χ. Συμεωνίδου, Μ. Μαυρίδης. Κατάλληλο για θεατές άνω των 15 ετών.
Η επαναστατημένη και αντισυμβατική Φράνσις καταλήγει σε ψυχιατρικό άσυλο όπου βιάζεται, κακοποιείται και τελικά υπόκειται σε λοβοτομή.
ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ: Κική Δημουλά – Ντίνος Σιώτης – Βαγγέλης Χρόνης
Τρεις σπουδαίοι σύγχρονοι Έλληνες ποιητές μέσα από τα κριτικά κείμενά μου στο τεύχος 174 του περιοδικού ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, έτος 36ο, απρίλιος-ιούνιος 2017
Από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Κική Δημουλά, Άνω τελεία, ποίηση, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2016, σ. 48.
Στη συνήθη ρητορική τής απορίας κάθε απώλειας επαφής με το σώμα, που παραμένει ως τωρινή θλίψη χωρίς σύνδεση με την αλλοτινή αλκή του. Το ποίημα «Σχολαστικότητες» περιγράφει με εκπληκτική ενάργεια αυτή την υπαρξιακή αλήθεια, τής αλλοτρίωσης, τής ετερότητας εν ταυτώ, τού ανυπόστατου όντος, που νιώθει τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του και δεν μπορεί να κρατηθεί μήτε από την ανάμνησις, αφού η ενθύμησις τών όσων είναι έχει αποθάνει προ πολλού. Ακούστε τη δαφνοστεφανωμένη ποιήτρια να μονολογεί δραματικώ τώ τρόπω:
Άλλοτε και Τότε.
Και τα δύο χρόνος
μια αλήθεια σαν ψέμα.
Κανένα ελαφρυντικό
Πολύ γοργά μάς απομάκρυναν
Από το μόλις πριν λίγο.
Ωστόσο βρίσκω πιο ένοχο το Άλλοτε.
Μάς οδήγησε
σε πιο χαώδη ακόμα μακρινή αοριστία
τόσο που η μιά ζωή στερήθηκε
ν’ αγναντεύει την άλλη
άσε που απομακρύνθηκα κι εγώ
τόσο που δε βλέπω αν είμαι κανενός
ούτε καν τού σώματός μου
μιά ζεστή ανάμνηση.
Απαρνούμαι το Άλλοτε
στο Τότε αφοσιώνομαι γελιέμαι
πώς κάθε Τότε
είναι πολύ κοντά στα τωρινά μου
σαν δυό βήματα μόνο ν’ απέχει
το έχω από το έχασα.
Όμως αν είναι έτσι
εάν εφάπτονται τόσο θερμά οι διαφορές
αν αγαπιέται ακόμα το έχω με το έχασα
τότε λοιπόν εσύ
γιατί δε μού κρατάς το χέρι;
Και σύ Αλήθεια γιατί λες τόσα ψέματα;
Κι εσύ Ψέμα γιατί δεν αληθεύεις ποτέ;
Άψογη τεχνική, σπαράγματα μουσικότητας, απόηχοι μιάς κάποιας Αρμονίας, πυθαγόρειας ή σαιξπηρικής, που προϋποθέτει όμως το σώμα και το εμπεριέχει. Αυτή η νοσταλγία του «τότε που ζούσαμε» διαπνέει όλη την κομψή αυτή ποιητική συλλογή. Ένας ταιριαστός τίτλος θα ήταν ενδεχομένως κατά την ταπεινή μου γνώμη «Τότε που αισθανόμασταν εμείς οι φοροφυγάδες τών αισθήσεων, εμείς που αξιωθήκαμε μεν τής ηδονής μια νύκτα κι ένα κορμί της φεγγερό, βεβαίως, μόνο που αυτή η μνήμη δε χαράχτηκε βαθιά και το σώμα πια δεν θυμάται» [μακρύς για τίτλος, περιληπτικός εν τούτοις, διασαφηνιστικός κι αποσαφηνιστικός τού περιεχομένου]. Αντ’ αυτού, το «Άνω τελεία» προϋποθέτει μια δημοσιογραφική διακοπή τής ροής τού λόγου, τεχνηέντως ενίοτε, ενισχύουσα τη ρητορικότητα τού όλου εγχειρήματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα άρτιας δομής και σφύζοντος περιεχομένου. Η μορφή μόνη αναλαμβάνει τη δύσκολη αποστολή τής διασώσεως κάποιου νοήματος με δάκρυα και πόνο ζυμωμένο. Αυτή η γάργαρη συναισθηματικότητα κερδίζει το πολυπληθές κοινό τής ποιήσεως τής δημοφιλούς Κικής Δημουλά, που έχει το προνόμιο να απευθύνεται με τη γραφή και τον λόγο της πέραν πολύ τών συνήθων παροίκων, μετοίκων ή μονίμων πολιτών τού Παρνασσού τής Ποιήσεως. Η Τέχνη της θα κριθεί από τον Καιρό, τον μόνο κριτή, τον αδέκαστο, τον ανυστερόβουλο, τον α-προσωποπαγή. «Και τα άλλα είναι σιγή…», όπως θα έλεγε ο Άμλετ.
Ντίνος Σιώτης, «Μάρθα, Μάρθα», Σχέδια Γιάννης Ψυχοπαίδης, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016, σ. 86.
Σε αυτή την ποιητική συλλογή του πολιταξιδεμένου και ταξιδευτή στο Χωροχρόνο Ντίνου Σιώτη, αποκαλύπτεται περίτρανη η ευρυμάθεια, η πολυμάθεια και η διαρκής λογοτεχνική του βιοπάλη. Το 2019 ο εκδότης πολλών και μεστών λογοτεχνικών περιοδικών, ο εμπνευστής λογοτεχνικών κινήσεων και εκδηλώσεων, ο συγγραφέας και ποιητής Ντίνος Σιώτης κλείνει πενήντα χρόνια διαρκούς λογοτεχνικής παρουσίας από διάφορα μετερίζια, ως δρων αλλά και ως προβολεύς της σύνολης ποιητικής δημιουργίας του καιρού του.
Η διαρκής ζύμωση με την πλούσια από πνευματική σκοπιά περιρρέουσα ατμόσφαιρα εμπλουτίζει τόσο τη θεματική όσο και την τεχνοτροπία του.
Ζευγαρωτές ομοιοκαταληξίες συμβάλλουν τα μάλα στην υπαρξιακή χαρμολύπη και στην κωμική ελάφρυνση του ανθρώπινου δράματος.
Το ασύνδετο σχήμα επιτείνει τη θεατρικότητα μιας ζωής χωρίς νόημα με την πολυτέλεια της μνήμης επιτακτικώς αναγκαία προκειμένου να αποκωδικοποιηθούν οι παρελθούσες καταγραφές και να ξεκλειδωθούν τα ενοικιαζόμενα δωμάτια της θύμησης.
Στο ποίημα «Λογότυπα Νοσταλγίας» (σελ. 17) ανακαλύπτουμε μεταφυσική θεώρηση τής Καβαφικής Ιθάκης. Το ποίημα καταλήγει σε ένα συμπυκνωμένης μεστότητος τρίστιχο.
Στο ποίημα «Μια Βδομάδα» (σελ. 15), ανιχνεύουμε σατιρική υποσχεσιολογία ποιητικώς συνυφασμένη με το ψυχικό έρμα μιας ζωής με προδομένα όνειρα.
«Το δοξάρι» (σελ. 18) απηχεί εμμέσως τον Σεφερικό «Ερωτικό Λόγο» και συγκεκριμένα τον Πολυδούρειας κοπής στίχο: «Ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός» (Γιώργος Σεφέρης). Οι ποιητές είναι συγκοινωνούντα δοχεία κι η έμπνευσή τους ομαδική ανάληψη από κοινό λογαριασμό: «Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι. / Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως. / Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός.» (Μαρία Πολυδούρη).
Ο Ντίνος Σιώτης οδεύει προς την ανιδιοτέλεια της ποιητικής μνήμης, την υπέρβαση του «εγώ» υπέρ του «εμείς». Δεν ταυτίζεται με την ομιλώσα ποιητική φωνή όπως οι νεότεροι σύγχρονοί μας ποιητές. Δεν ναρκισσεύεται και δεν αντιφάσκει, αφού έχει πλέον κατακτήσει με τα χρόνια την ηρακλείτεια αοριστία. Θυμίζει το «Ταό» του Λάο Τσού, όπου κάθε κατάφαση εμπεριέχει και την άρνησή της. Ισορροπία αντιθέτων. Μόνον εκεί ανευρίσκεται η αληθινή ποίηση κι η μουσικότητα τού στίχου μάρτυς αξιόπιστος και μη εξαιρετέος. Εξαιρέσιμη για τον ποιητή η ηδονή της σάρκας. Η επιλεκτική ερωτική του διάθεση είναι καθαρά ιδεαλιστική, ποτέ όμως ρομαντική. Ενδέχεται η επιλογή του βιβλικού ονόματος της Μάρθας να υποδηλώνει τη σβησμένη εκπαγλότητα του αποκαθηλωμένου σώματος του Θεανθρώπου. Αυτή η διάχυτη μεταφυσική κι η αναφορά στο Επέκεινα ως παρελθόν που το νοσταλγούμε δίνει στην ποιητική του Ντίνου Σιώτη ένα καινοφανές βεληνεκές και μια άλλη προοπτική. Τα σχεδιαστικά «σημεία φυγής» του απογειώνονται εις το Υπερπέραν όπου όλες οι γραμμές είναι παράλληλες και ουδεμία τεμνομένη.
Με το «Μάρθα, Μάρθα» ο Ντίνος Σιώτης κατακτά επαξίως την κορυφογραμμή του μυθικού Παρνασσού της Ποιήσεως, όχι ως σημαντικός ποιητής της γενιάς του μόνον, αλλά και ω αδιάψευστος μάρτυρας του Καιρού του. Στα χρόνια της Κρίσης κάτι καλό συμβαίνει στα περιβόλια της Μούσας Ερατώς. Λέτε να θυμόμαστε αυτά τα δύσκολα χρόνια όπως αναφερόμαστε στη θρυλική «γενιά του ‘30»; Δεν αποκλείεται. Το πιστεύω. Μόνο που εκεί δεν θα υπάρχουν ηλικιακά ιστορικά ή άλλα τεχνικής φύσεως κριτήρια, αλλά μόνον ποιοτικά, θεματολογικά, υφολογικά, τεχνοτροπικά…
Βαγγέλης Χρόνης, Τα αγάλματα και οι ψυχές, ποίηση, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2016, σ. 52
Στους γνωστούς λειμώνες μιας ποίησης διαχρονικής, στον αχειροποίητο χωροχρόνο τού Ανέφικτου, επιστρέφει ο σημαντικός υπαρξιακός ποιητής και χαμηλόφωνος διανοητής Βαγγέλης Χρόνης, διερευνώντας τη δική του, εικαστική θα έλεγα, διάσταση της σωματικότητος, απηλλαγμένης από ιδεολογήματα και αγκυλώσεις, καθαρής, όπως εμφανίζεται στα μεγάλα έργα Τέχνης των μεγαλοφυών ζωγράφων, γλυπτών και άλλων εξωκοσμικών, αλλοδιαστασιακών όντων.
Ας διαβάσουμε κατ’ αντιπαραβολήν δύο χαρακτηριστικά του ποιήματα: «Γυμνά γρανιτένια κορμιά» (από τη σελ. 34) και «Η φωλιά τών λύκων» (από την αμέσως επομένη σελίδα). Παρατηρείστε παρακαλώ τη θεματική παραλλαγή και η τεχνική διολίσθηση από το σαφές στο άρρητο, στο αδήλωτο κι ως εκ τούτου ενδεχόμενο:
ΓΥΜΝΑ ΓΡΑΝΙΤΕΝΙΑ ΚΟΡΜΙΑ
Γυμνά γρανιτένια κορμιά
από την σύλληψη ώς την πτώση,
στέκουν εκφραστικά, αμήχανα, θλιμμένα
στον υπαίθριο κήπο τού Όσλο.
Όπως τα σμίλεψε ο Βίγκελαντ
εκφράζοντας τον ανθρώπινο χρόνο
δίχως προοπτικές βελτίωσης.
Οι αρχαίοι Έλληνες αγαλματοποιοί
δημιούργησαν μία άγνωστη θεότητα
αφήνοντας ένα παράθυρο ανοιχτό.
Η ΦΩΛΙΑ ΤΩΝ ΛΥΚΩΝ
Πέρασαν και αυτοί από το σπίτι της ηδονής
ο Έρμερος, ο Φιλέταιρος και ο Καφισός
πριν είκοσι αιώνες στην Πομπηία
χαράζοντας τα ονόματά τους στούς τοίχους
ως έκφραση της ολιγόλεπτης τέρψης.
Χαμαιτυπεία και ανακουφιστήρια
γράφουν ακόμα ιστορία
και εάν η Φρύνη, η Λαΐς και τόσες άλλες
ήταν ξακουστές κάποιους αιώνες νωρίτερα
το ίδιο σημαντικές είναι
και όλες οι επόμενες ανώνυμες.
Πόσο υπερήφανες θα ήταν αυτές οι λύκαινες
εάν γνώριζαν
πως ο χαρακτηρισμός τών οίκων τους
θα ήταν και συνώνυμος τών κυβερνείων;
Παλαιών ή νέων δεν έχει σημασία.
Ο Βαγγέλης Χρόνης, πολίτης τού Κόσμου, ταξιδιώτης τού Χρόνου, περιηγείται τα αξιοθέατα και μας ξεναγεί στην ανθρώπινη περιπέτεια όπως αυτή εκφράζεται με λέξεις, χρώματα και γραμμές. Αυτή του η φιλόστοργη απόσταση προσδίδει στο έργο του ένα είδος διαφωτιστικής φιλανθρωπίας, θα έλεγα, προσπαθώντας να μην μιλήσω πάλι για ουμανισμό κι ανθρωπιστικά ιδεώδη. Ούτως ή άλλως, ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός είναι ριζωμένος βαθιά στο έργο και στη μυθολογία αυτού τού εκλεκτικού ποιητή με προφανείς συγγένειες στους αθάνατους ομοτέχνους του από την «Παλατινή Ανθολογία». Ναι, είναι Έλλην ποιητής, χωρίς να είναι και «εθνικός» (με την έννοια που έδιναν στον όρο αυτό οι πάλαι ποτέ Χριστιανοί), αλλά παγκόσμιος και καθολικός στην ανταπόκρισή του, όπως βλέπει το ποιητικό του είδωλο να αντικατοπτρίζεται σε παράλληλες διαστάσεις και σύμπαντα ανεξιχνίαστα, ακόμη… Γιατί αυτός είναι κι ο ορισμός τού αυθεντικού ποιητή: να δίνει σώμα στο Άρρητο, φωνή στο Ανείπωτο, χρόνο στο Άχωρο και χωρικά ύδατα στο Ασύλληπτο. Τόσο απλά και καθόλου ταπεινά. Το να είσαι ποιητής είναι ιδιότητα. Η μόνη που δεν ακυρώνεται ούτε με το θάνατο. Κι ο Βαγγέλης Χρόνης είναι ξεχωριστός στον κόσμο τής ιεράς Τέχνης τής Ποιήσεως. Με άπλαστη εσωτερικότητα κι αχειροποίητη σεμνότητα. Σχεδόν πέρα από τα συνήθη ανθρώπινα όρια. Υποκλίνομαι ταπεινώς.
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
http://www.odospanos-cigaret.gr/
Στον Ντίνο Σιώτη και στον Χρήστο Ναούμ για τον ποιητικό τρόπο τού είναι, τού υπάρχειν, τού σκέπτεσθαι, τού φέρεσθαι

55α γενέθλια
«Κάποια μέρα δεν θα πιστεύεις
Ότι υπήρξες τόσο νέος!»
(δια στόματος Ντίνου Σιώτη)
Αριθμοί από αδέσποτα «τώρα»
Χνώτα που νότισαν
Καθρέφτες σπασμένους,
Στρώματα ανθυγιεινά
Από Έρωτες που έληξαν,
Χαραγμένες μουσικές,
Ορτανσίες αδιόρατες…
Λυπάμαι πιο πολύ τις γλαδιόλες
Μαραζώνουν νωρίς,
Ενώ τα παρθενόκρινα
Σκορπίζουν παντού τη γύρη τους
Από ύπερο προπέτη!
[Γιατί αποφεύγουν το θαυμαστικό
Στη σημερινή ποίηση;
Δεν φτάνει που κόψανε
Τις δασείες και τις περισπωμένες;].
Επανέρχομαι στο αχανές «τώρα»
Μέσα στην Ποίηση διακτινίζομαι
Σε χώρους μακρινούς,
Σε χρόνους που δεν έχουν μετρηθεί
Ακόμα…
Σε πάναγνες περιοχές τού Σύμπαντος
Όπου δεν χρειάζεται ν’ απευθυνθείς
Σε κανέναν·
Απλώς υπάρχεις σαν τα ορυκτά·
Ούτε καν σα λουλούδι.
21/3/2017, εορτασμός τής Παγκοσμίου Ημέρας Ποιήσεως από τον Κύκλο Ποιητών στη Στοά Βιβλίου.
Χρήστος Ναούμ ως μάντις Τειρεσίας
Μέσα στην απονιά τών κοιλοπόνων
(των εγκυμονούντων κινδύνους)
Ήρθες εσύ μοιράζοντας κρίνους,
Όχι εκείνους τους χυδαίους
Παρθενόκρινους με τους τεράστιους
Ύπερους, αλλά νερόκρινα,
Ζουμπούλια μοσχομυριστά,
Υάκινθους ευώδεις,
Μα πιο πολύ με το Νάρκισσο
Ερωτοτρόπησες τον αυτοκαταστροφικό,
Μόνο που αντί να πνιγεί εκείνος
Εσύ κότησες να καταβυθιστείς
Εις τα Ερέβη
Μιάς ύπαρξης αλλοτινής
Σε άλλες κοιλάδες ταξιδεμένος
Με τα ρόδα της ερήμου
Να συναγωνίζονται φίλια βλέμματα
Σε σκληρότητα…
«Αν είναι έτσι τα χέρια
Προτιμώ τα ασπόνδυλα»,
Έλεγεν εκείνος, ο δίφυλος μάντις, η σοφός,
Πριν μεταβολιστεί σε στάχτη
Καίγοντας για αιώνες
Με μιάν ήσυχη φλόγα οινοπνεύματος
Αυτοπυρπολούμενος.
Χρήστε Ναούμ, θα πάμε κάποτε εκεί
Όπου Φιλότης και Νείκος
Γίνονται Ένα.
Διαβάστηκε από μένα ως αντίδωρο για τις δικές του απαγγελίες, μαζί με δύο ποιήματα τού Χρήστου Ναούμ από την ανέκδοτη συλλογή «Ύφαλα νερά» στην καθιερωμένη πια Παγκόσμια Ημέρα Ποιήσεως στον Ιανό.
«Η Μπάμπα Γιαγκά, το σκοτεινό τρυγόνι και ο γλάρος»
(αμάν τίτλος!)
Στο Beton7 στα πλαίσια του Φεστιβάλ Θεατρικές Συνθέσεις V

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Με τη διαδικασία του «ελεύθερου συνειρμού» και καταχρώμενοι απασών τών μοντερνίστικων και μεταμοντέρνων ελευθεριών, οι φιλότιμοι καλλιτέχνες απάλλαξαν τους θεατές από την ανάγκη χρήσεως αγχολυτικών και υπνωτικών ουσιών, αφού κάπου μεταξύ χαλαρού ονείρου και light-εφιάλτη κύλησε μια ήσυχη βραδιά (μίας ώρας και κάτι…) ανάμεσα σε παιδιά και έφηβους (με τη δασκάλα τους) που δεν κατάλαβα αν ήταν ωδείο, σχολείο για παιδιά-ευφυΐες ή πρώτο έτος σχολής ψυχολογίας. Όπως και να έχει το όλον κολλάζ ήταν παντελώς αψυχολόγητο και ασύνδετο, η ανάγκη ενεργοποιήσεως της συνδημιουργικής παρουσίας του θεατή αδήριτος κι εν τέλει, μαζί με την ελληνική ποίηση και τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο, θα φτάσουμε να καταστήσουμε αναξιόπιστο και το σύγχρονο ελληνικό θέατρο και να μην πατάει «κουτσή κουρούνα» στις θεατρικές και παραθεατρικές αίθουσες (έτσι λέμε τώρα σπίτια, γκαράζ, αποθήκες, υπόγεια, γκαρσονιέρες και δώματα…).
Τι να σας πω; Μόνο ένα. Με 360 παραστάσεις που βλέπω το χρόνο έχω εξασφαλίσει μια μόνιμη υπνηλία (προς χειμερία νάρκη φτάνει), χαμηλή πίεση, χαμηλό ζάχαρο, φυσιολογικές χοληστερίνες και τριγλυκερίδια. Γιατί, λίγο το θεωρείτε; Η θεραπευτική δύναμη της Τέχνης. Αφού φανταστείτε, αν τύχει και δω (σπανίως) καμία καλή παράσταση που με κρατάει ξύπνιο, βλαστημάω την ατυχία μου που δεν είχα διαβάσει πριν τις κριτικές [ποτέ δεν διαβάζω πριν…] και πήγα να δω το αριστούργημα χάνοντας τον ύπνο μου στη ζεστή αίθουσα με χαμηλωμένα τα φώτα και κάποιους να περνοδιαβαίνουν σαν φαντάσματα στο όνειρό μου…
Αυτά αγαπητοί φίλοι μου, για σήμερα. Ελπίζω να σας διασκέδασα και να μην έθιξα κανέναν. Δεν ήταν στις προθέσεις μου. Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο που θα αποκαρδιώσει εμπροθέτως νεαρούς και φερέλπιδες καλλιτέχνες. Άντε να δούμε πού θα μας βγάλει αυτό το λούκι τής Κρίσης! Εκτός από τα αυγά και τα πασχάλια (που ήδη χάσαμε) θα απολέσουμε και την Αισθητική μας! Κι ως γνήσιος εστέτ, αυτό είναι κάτι που με πειράζει περισσότερο κι από την πείνα ή τον Θάνατο. Έρρωσθε!!!
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
http://www.beton7.com/index.php/el/programma/theatrikes-parastaseis/item/1089-babagiagka.html
Η Μπάμπα Γιαγκά, το σκοτεινό τρυγόνι και ο γλάρος
Η παράσταση έχει βασιστεί στην ρώσικη λογοτεχνική αφήγηση που ξεκινάει από τα λαϊκά παραμύθια και φθάνει ως τα διηγήματα του Τσέχωφ, του Αντρέγιεφ και του Γκόρκι. Η επιλογή των κειμένων έγινε από γνωστά , εμβληματικά έργα που έχουν γράψει οι πρωτοπόροι της ρώσικης λογοτεχνίας με άξονα το παιδί και την φυσική και πνευματική του υπόσταση στην κοινωνία. Τα κλασικά λαϊκά παραμύθια «πνευματικές εξερευνήσεις που αποκαλύπτουν πώς βλέπουμε τη ζωή, πώς τη νιώθουμε ή πώς είναι μέσα μας», κατά τον Μπρούνο Μπετελχάιμ, έχουν διαποτίσει το έργο των ρώσων δημιουργών. Οι ήρωες της ρώσικης παράδοσης , «ταιριάζουν με αρχέτυπα ψυχολογικά φαινόμενα, εκφράζουν εσωτερικές συγκρούσεις και υποδεικνύουν τον τρόπο να λυθούν». Ειδικά όταν οι πρωταγωνιστές είναι μικρά παιδιά και έφηβοι, όπως στην παράστασή μας, κατανοούμε πόσο λειτουργικό είναι το παραμύθι για τη φαντασία και για την προσωπικότητά τους. Μέσα από μια σκηνική ανάγνωση με μουσική και ονειρικές σκηνές, το κάθε παραμύθι που έχουμε επεξεργαστεί «μεταδίδει το μήνυμα ότι οι δυσκολίες της ζωής είναι αναπόφευκτες, απρόσμενες και συχνά άδικες, αλλά όποιος δεν λιγοψυχήσει και εξελιχθεί, κυριαρχεί σε όλα τα εμπόδια». Στην σύνθεση αυτή με του μύθου με τη λογοτεχνία αναπτύσσονται ζητήματα κακοποίησης παιδιών, παιδικής εργασίας και εκμετάλλευσης αλλά και παιχνίδια και προσδοκίες των μικρών ηρώων που ζουν με το όνειρο να καταφέρουν το αδύνατο, όπως οι δικοί τους αγαπημένοι ήρωες των παραμυθιών.
Στην σκηνή συναντιέται το όνειρο με τον εφιάλτη, οι αναμνήσεις με το παρόν και ο χρόνος διαθλάται συμπαρασύροντας και το χώρο.
Η δυστυχία, η δυσκολία και τέλος η βεβαιότητα ότι ίσως να μην ζήσουμε όπως αυτοί «καλά κι’ εμείς καλύτερα», αλλά «θα ζήσουμε», είναι μια νοητή ευθεία, γεμάτη ποίηση και θέατρο, τα οποία αποτελούν ένα προσιτό, χρήσιμο και κυρίως ευχάριστο υλικό για παιδιά και εφήβους . Ειδικά στις μέρες μας όπου αναδεικνύεται πιο επιτακτικό από ποτέ να αποδοθεί στα παιδιά και στους εφήβους η ζωή που τους πρέπει, το έργο προβληματίζει με την διαχρονική ομοιότητα σε συνθήκες και αποτελέσματα.
Σύνθεση κειμένου – Σκηνοθεσία: Μαρία Φραγκή
Σκηνικά – Κοστούμια: Σάντρα Στεφανίδου
Σχεδιασμός ήχου / μουσική: Άννα Μουζάκη
Βίντεο / Εικαστικές δημιουργίες: Αναστάσης-Παναγής Μελέτης
Παίζουν: Νικολέτα Γκριμέκη, Νερίνα Ζάρπα, Γιώργος Πέππας, Γιώργος Ρουστέμης, Σάντυ Σπυρίδη
Παραστάσεις: Φεβρουάριος 13, 14, 20, 21 και Μάρτιος 6, 7, 13, 14, Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Θεατρικές Συνθέσεις V στο Beton7
Είσοδος: 10€ | Φοιτητικό, Ανέργων 5€
Online κρατήσεις στο www.beton7.com ή στο 2107512625
ΤΗΛΕΦΩΝO ΓΙΑ ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ ΣΧΟΛΕΙΩΝ: 6972290814
Beton7, Πύδνας 7, 11855 Βοτανικός
«Όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα»
Επιτέλους, διαδραστικό θέατρο, σύγχρονο και νεοπαγές στο ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ: «Όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα» των Ντάνκαν Μακμίλαν και Τζώνυ Ντόναχο, σε σκηνοθεσία Ιόλης Ανδρεάδη, με την χαριτωμένη και εύπλαστη Μελίνα Θεοχαρίδου.

γράφει ο θεατρολόγος και κριτικός Κωνσταντίνος Μπούρας
Λατρεύω τους νέους ανθρώπους όταν τολμούν και ρισκάρουν. Οι μεγάλοι, οι πετυχημένοι, οι σοβαροφανείς, οι ξερόλες, οι ανασφαλείς, ας επαναπαύονται στις δάφνες τους. Σε αυτή την παράσταση συναντιώνται ενθουσιώδεις νεαροί ή νέοι ενθουσιώδεις καλλιτέχνες-δημιουργοί-ερμηνευτές, από τον Αντώνη Γαλέο που φιλοτέχνησε τη μετάφραση, το δίδυμο Ιόλη Ανδρεάδη-Άρης Ασπρούλης που υπογράφει (και κάνει) τη σκηνοθεσία, την χαριτωμένη κι εύπλαστη, ευγενικά αυταρχική και επιτηδευμένα αβέβαιη Μελίνα Θεοχαρίδου στο ρόλο της animatrice, σε αυτό το δύσκολο διαδραστικό (με το κοινό και τους θεατές) έργο των Ντάνκαν Μακμίλαν και Τζώνυ Ντόναχο, όπου απαριθμούν χιλιάδες λόγους κι αιτίες αποφυγής της αυτοκτονίας και της απόλαυσης κάθε χαράς που έχει να προσφέρει η ζωή, ή κάθε χαράς που επινοούμε για να κρατηθούμε από τη Ζωή. «ΌΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΥΠΕΡΟΧΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ» είναι συχνά-πυκνά γλυκερά, συναισθηματικά, παγερώς αδιάφορα, που δεν μπορούν από μόνα τους να κρατήσουν στη ζωή ούτε σαλιγκάρι που διασχίζει κάθε πολυσύχναστη εθνική οδό με νταλίκες… όμως αυτή ακριβώς η τραγική προσπάθεια του Ανθρώπου να κρατηθεί από μικρο-πράγματα για να αποφύγει τη μεγάλη, την αρχετυπική σύγκρουση με το Φόβο του Θανάτου, απαιτεί τη συμμετοχή του θεατή για να ολοκληρωθεί και να μην συντελεστεί ερήμην του. Μία και μόνη ένσταση: θα προτιμούσα να είναι πιο χαλαρή και λιγότερο νοησιαρχική-ρασιοναλιστική η εκτέλεση της κατά άλλα πρωτότυπης ιδέας. Δεν χρειάζεται να υπάρχουν σκονάκια-χαρτάκια με έτοιμα τσιτάτα για τους ακαμάτες και τεμπέληδες θεατρόφιλους. Θα προτιμούσα να λέγανε δικά τους πράγματα, να αυτοσχεδίαζαν περισσότερο, να τολμούσαν καλύτερα, να ριψοκινδύνευαν χωρίς σωσίβια και μαξιλαράκια… Αλλά αυτό είναι μια προοπτική για τη σύγχρονη δραματουργία, που εγώ ο ίδιος προτίθεμαι να πάω πάρα πέρα και να συμβάλλω εμπράκτως σε αυτόν τον γόνιμο προβληματισμό για τη διαδραστική Τέχνη του αμέσου μέλλοντός μας.
Μην την χάσετε αυτή την παράσταση. Είναι πραγματικό ό,τι πιο «μοδέρνο» μπορείτε να δείτε!
Κωνσταντίνος Μπούρας
Nietzsche – Wagner, στο θέατρο ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟΥ

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Συναρπαστική αποκαθήλωση ιερών τεράτων. Ενδιαφέρουσα δραματική και σκηνική απόπειρα. Με μία επιφύλαξη: παραήταν σχηματικά τα περιγράμματα των «ηρώων» που αποδομήθηκαν. Οι γυναικείες φιγούρες αντιθέτως και ειδικά η Λου Σαλομέ αποδόθηκε από την υπέροχη ηθοποιό Ειρήνη Καζάκου με ιδιαίτερα πειστικό ρεαλιστικό τρόπο, με αρμόζουσα εσωτερικότητα και χωρίς ίχνος επιτήδευσης. Δεν το χρειαζόταν άλλωστε (ο ρόλος που εκλήθη να υποδυθεί κι η ιδία ως γυναικάρα ηθοποιός). Ο Νίκος Καμτσής είναι ένας ιδιαίτερα επινοητικός θεατράνθρωπος, επαρκής και αρκούντως δραματικός, με αμφίβολη όμως αισθητική ως προς τις εικαστικές λεπτομέρειες των συλλήψεών του. Μακράν πολύ του εστετισμού, αλλά και του καλώς εννοούμενου αστικού θεάτρου, ρέπει προς έναν μάλλον κιτς εξπρεσσιονισμόν τείνοντα προς το βλαχο-μπαρόκ κι ένα κακώς εννοούμενο «θέατρο σκιών». Καλός ο μανιχαϊσμός από θεατρικής απόψεως, αλλά και η σύγκλιση απόψεων και οι εκλεκτικές συγγένειες συγχρόνων διανοητών και μουσικών επιβάλλεται να τονισθούν. Με άλλα λόγια, η «όψις» και αυτή της παραστάσεως παρέπεμπε μάλλον σε διακωμώδηση και γελοιογράφηση των ιερών γιγάντων της φιλοσοφίας και της μουσικής, χωρίς όμως τους κώδικες (και την αισθητική) των κόμικς. Αυτή η θολότητα στη σύλληψη και στην απόδοση αυτής τής κατά τα άλλα ενδιαφέρουσας ιδέας, δημιούργησε μια κάποια σύγχυση στον επαρκή θεατή ενώ διευκολύνει τον αμύητο να κατανοήσει και να παρακολουθήσει τα επί σκηνής τεκταινόμενα. Μήπως, λοιπόν αυτό ήταν και το κυρίαρχο άγχος του ερευνητή-σκηνοθέτη-δραματουργού; Φοβήθηκε μην χαθεί το κοινό του στα βαθιά νερά της υψηλής Φιλοσοφίας; Είναι άλλη η αισθητική και η στόχευση του Μπρεχτ κι άλλο ο γερμανικός εξπρεσσιονισμός. Άλλο το μπαρόκ κι άλλη η νιτσεϊκή άποψη κι απόδοση των αρχετύπων. Θα έπρεπε για να συναντηθούν (και αισθητικώς, όχι μόνον λεκτικώς κι ενδεχομένως νοηματικώς) επί σκηνής ο Νίτσε με το Βάγκνερ να υπάρχει και να επιδεικνύεται περισσότερη έγνοια για τη λεπτομέρεια, από εικαστικής αλλά και κινησιολογικής πλευράς. Εν πάσει περιπτώσει, παρά τις νόμιμες επιφυλάξεις μου, παρακολούθησα μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες παραστάσεις της φετεινής θεατρικής χρονιάς. Συγχαρητήρια σε όλους τους συμμετέχοντες. Μια ριψοκίνδυνη απόπειρα εστέφθη με (σχετική) σκηνική επιτυχία.
Κωνσταντίνος Μπούρας
INFO:
Nietzsche – Wagner, ένα έργο για το φασισμό από 3 Μαρτίου 2017
ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ ΓΙΑ 15 ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ
Τα δύο «τέρατα» της Ευρωπαϊκής διανόησης συναντιούνται τους πρώτους μήνες του 1900. Μόλις μπήκε ο νέος 20ος αιώνας. Η συνάντηση γίνεται μετά από πρόσκληση του Νίτσε, δεκαεπτά χρόνια μετά το θάνατο του Βάγκνερ και λίγους μόλις μήνες πριν το θάνατο του Νίτσε. Η συνάντηση εκ των πραγμάτων δεν έγινε ποτέ. Είναι φανταστική.
Τόπος συνάντησης το σανατόριο στο οποίο ζει ο Νίτσε τα τελευταία έντεκα χρόνια της ζωής του.
Ο Νίτσε και ο Βάγκνερ υπήρξαν πολύ φίλοι και θαυμαστές ο ένας του άλλου. Μέχρι την πρεμιέρα του «Πάρσιφαλ» στο Μπάιροιτ όπου ο Νίτσε κρίνοντας απαράδεκτη την όπερα (μουσική και λιμπρέτο, φόρμα και περιεχόμενο) σηκώθηκε και έφυγε στη μέση της παράστασης. Από τότε δεν ξαναμίλησαν. O Νίτσε επιδόθηκε σε μία σωρεία λιβελογραφημάτων και βιβλίων ολόκληρων, εναντίον του Βάγκνερ και των Γερμανών.
Ο Βάγκνερ πέθανε τον Φεβρουάριο του 1883.
Ο Νίτσε πέθανε στο σανατόριο τον Αύγουστο του 1900 με παραλυτική, παραληρημα-τική παραισθησιογόνο ψυχική διαταραχή και ένα μόνιμο «διονυσιασμό». Θέμα της συνάντησης τους ο Φασισμός, οι Ναζί, ο ρατσισμός, ο Χίτλερ, οι Γερμανοί που έχουν στο DNA τους τον επεκτατισμό και την επιβολή πάνω στους άλλους λαούς της Ευρώπης, το Β’ Ράιχ του Μπίσμαρκ που έζησε ο Νίτσε και ο Βάγκνερ και το Γ’ Ράιχ του Χίτλερ, που έρχεται μαζί με τα κρεματόρια και του φούρνους αερίων.
Ο Φασισμός και οι Ναζί ξεζούμισαν και παραποίησαν και τον Νίτσε και τον Βάγκνερ.
Η φιλοσοφία του Νίτσε και η θεωρεία του Υπεράνθρωπου έγινε η επίσημη ιδεολογία του Χίτλερ και οι επικές ρομαντικές συνθέσεις του Βάγκνερ η επίσημη μουσική του. Στήριξαν ακούσια (η μήπως εκούσια) αυτό το μόρφωμα που θα φορτωθεί με τη μεγαλύτερη θηριωδία της Ευρώπης από καταβολής κόσμου. Μοιραία η σκιά αυτή πέφτει και πάνω στον Νίτσε και στον Βάγκνερ. Αυτό είναι το μοναδικό αντικείμενο της συζήτησης. Ο Βάγκνερ έρχεται και μαζί του η μητέρα του Νίτσε, η μικρότερη αδελφή του Ελίζαμπεθ (δηλωμένη φασίστρια, οπαδός του Χίτλερ και του Μουσολίνι, που έχει παραποιήσει χυδαία τα γραπτά και την φιλοσοφία του Νίτσε), και η αιώνια μοιραία γυναίκα, Λου Σαλομέ (αντικείμενο του πόθου του Νίτσε, όχι και τόσο σκοτεινό) και κάπως απρόσκλητος εμφανίζεται ο Σίγκμουντ Φρόυντ.
Ποια η αναγκαιότητα μιας τέτοιας συνάντησης σήμερα? Ο φασισμός δείχνει και πάλι το αποτρόπαιο πρόσωπο του. Σε ολόκληρη την Ευρώπη η άνοδος του φασισμού είναι εντυπωσιακή.
Από που όμως αντλεί την δύναμη και την άνοδο του?
Από την ανεργία και την ανέχεια που ενέσκηψε. Σύμφωνοι. Ομως το να χάσει τη δουλειά του ο απλός άνθρωπος και να βρεθεί κάποιος να του δώσει μια σακούλα πατάτες, δεν αρκεί για να προσανατολιστεί ιδεολογικά και πολιτικά προς ένα μόρφωμα αποτρόπαιο και βεβαρημένο με εγκλήματα και θηριωδίες. Χρειάζεται πίσω από την όποια προτίμηση μια ιδεολογία και μια φιλοσοφία.
Έτσι ο φασισμός βρήκε στην φιλοσοφία τον «υπεράνθρωπο» του Νίτσε και τον παραχάραξε.
Πήρε τη μουσική και τους ήρωες του Βάγκνερ και τους έκανε πρότυπα για την νεολαία και τον όχλο που τον ακολούθησαν και επισφράγισε τις θηριωδίες του.
Στη σκηνή του ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟΥ ο Νίτσε και ο Βάγκνερ θα συγκρουστούν για να ρίξουν φως πάνω στο εν πολλοίς ανεξήγητο ερώτημα: «Πενήντα χρόνια μετά από την Γερμανική κατοχή, τι είναι αυτό που γοητεύει και πείθει λαϊκά στρώματα να στραφούν προς το φασισμό, να ψηφίσουν φασιστικά κόμματα και να εμπιστευτούν φασίστες άξεστους, αγράμματους και θρασείς τραμπούκους να τους κυβερνήσουν».

