“ΤΑ ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΤΗΣ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑΣ” (παρουσίαση) και η επιτυχημένη παράσταση “ΣΕ ΚΡΑΤΑΩ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΜΗ ΜΟΥ…” ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ 17 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2022, 8ΜΜ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΚΣΤΑΝ

Οι Εκδόσεις ΝΙΚΑΣ
Σας προσκαλούν
Το Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 8μμ
Στο ΕΚΣΤΑΝ ΘΕΑΤΡΟ / ΠΟΛΥΧΩΡΟΣ (ΠΑΤΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΚΑΥΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ 5,
Πατήσια. Tηλ: 2130210339)
Στην παρουσίαση τού πρόσφατου βιβλίου
Τού Δρ Κωνσταντίνου Μπούρα
ΤΑ ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΤΗΣ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑΣ:
Θα συνομιλήσει ο συγγραφέας με την Στεύη Γ. Τσούτση, με την Ελένη Παπαχριστοπούλου και με το κοινό.
Αμέσως μετά (στις 9μμ) θα παιχτεί
Το βραβευμένο στο φετινό ANALOGIO FESTIVAL 2022 θεατρικό έργο «Σε κρατάω στην παλάμη μου…» που συνέγραψε η Ελένη Παπαχριστοπούλου πάνω σε στίχους τού ποιητή Κωνσταντίνου Μπούρα σε συνεργασία με τον ίδιον και περιέχεται σε αυτόν τον τόμο.

(Η είσοδος για την παρουσίαση είναι ελεύθερη,
Για την παράσταση όμως γενική είσοδος: 10 ευρώ)
Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Σε αυτόν τον ευσύνοπτο τόμο ο Κωνσταντίνος Μπούρας καταθέτει είκοσι (20) δραματικά κείμενα για σκηνική, θεατρική, ραδιοφωνική, τηλεοπτική και διαδικτυακή χρήση. Συμπλήρωμα αλλά και αναπόσπαστο μέρος τής κυρίως ποιητικής του δημιουργίας, επαναφέρει τον τυπωμένο και προφερόμενο λόγο στην ενδεδειγμένη προσωδία του και ταυτόχρονα διερευνά τα κοινωνικά προβλήματα τού σύγχρονου κόσμου.
Περιεχόμενα:
- «Κορωνοϊός Ορέστης εστεμμένος υιός» (θεατρικό έργο σε δύο μέρη)
- «Σε κρατάω στην παλάμη μου…» (με τη συνεργασία της καλής μου φίλης Ελένης Παπαχριστοπούλου για το θέατρο Εκστάν, όπου και δοκιμάστηκε ως αναλόγιο, για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 2020, λίγο πριν μπούμε σε καραντίνα λόγω κορωνοϊού)
- I HOLD YOU LIKE A FLOWER IN MY PALM (Theatrical play with verses from Konstantinos Bouras composed by Eleni Papachristopoulou)
- «Ωραία Ελένη» (σπονδυλωτό, δωδεκάπτυχο θεατρικό έργο, βασισμένο στην Αρχαία Ελληνική Μυθολογία, κατάλληλο για σχολικές και …εξωσχολικές παραστάσεις, γραμμένο με προτροπή της παλαιάς συνεργάτιδος και φίλης μου διά βίου, της Κυρίας ΣίσσυςΠαπαθανασίου, ψυχή κι οραματίστρια του Analogio Festival, στην οποία και το αφιερώνω).
- «Ο Άλλος» (δραματικός μονόλογος)
- «Ο ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΟΣ ΓΡΑΦΕΙ…ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ / THE NOVEL»(δραματικός μονόλογος με τριτοπρόσωπο αφηγητή που διολισθαίνει, αφού δεν είναι «παντογνώστης», πόρρω απέχει).
- «Με ξενερώνεις και ξερνάω πεταλούδες» (γραμμένο σε τοίχο της γειτονιάς μου) – σύντομος δραματικός μονόλογος.
- «Αντιθέσεις 369 – ΕΣΥ, ΕΓΩ, ΕΜΕΙΣ» (μονόπρακτο γραμμένο ειδικά για το καλοκαιρινό τεύχος του περιοδικού (δέ)κατα και ειδικά αφιερωμένο στον φίλο Ποιητή και Δάσκαλό μου Ντίνο Σιώτη, με ευγνωμοσύνη για την πολύχρονη συμπαράστασή του και συνοδοιπορία).
- «Ο ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΤΟΥ ΦΙΛΟΚΤΗΤΗ»(τραγωδία, συμπληρωμένη και βελτιωμένη εκδοχή του έργου που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά Στον Αστερισμό της Εκάτης, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1997)
- Δίπτυχος φωνητικός διαλογισμός για το αρχαίο δράμα, βελτιωμένη εκδοχή των έργων (1. Όλη η τραγωδία σε μια ώρα, 2. Όλη η κωμωδία σε μια ώρα) που πρωτοδημοσιεύτηκαν στην “Κρίσιμη Δεκαλογία”, εκδόσεις Τάδε Έφη, Αθήνα 2017.
- Two sided vocal meditation for the ancient drama. Doubleviewofvocalmeditationforancientdrama, η (αδημοσίευτη μέχρι τώρα) μετάφραση του πιο πάνω έργου (1. Όλη η τραγωδία σε μια ώρα, 2. Όλη η κωμωδία σε μια ώρα), φιλοτεχνημένη εξαιρετικά από τον εκπληκτικό λογοτέχνη, εκλεκτό συνάδελφο και φίλο διά βίου Γεώργιο Σερεντίνη.
- 1821 play (μονόπρακτο για θέατρο δρόμου)
- Τερέζα και Μαργαρίτα, άσπονδες αδελφές (μονόπρακτο)
- ΑΡΧΑΙΟΙ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ μανίας ιεράς
- Απώλεια (μόνον-πρακτον)
- Θάλασσα (αμφί-πρακτον)
- Απληστία (διά-πρακτον)
- Το ημερολόγιο ενός …λογικού (μονόλογος για πολλά …πρόσωπα)
- Μουσείο CERN (22/2/2222 μ.Χ., ώρα 22:22) (μονόλογος επιστημονικής φαντασίας)
- Φωτογονία / Photogonia
Σας περιμένουμε όλες / όλους με αγάπη και αφοσίωση στα ιδανικά τού Διαφωτισμού για ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ – ΙΣΟΤΗΤΑ – ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ!!!
Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας
το 4ο διαδραστικό μάθημά μας στο ΠΑΔΑ σήμερα!!!
Σας περιμένω όλες και όλους σήμερα Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2022, 5-9μμ στο ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ / ΑΜΘΙΘΕΑΤΡΟ ΣΧΟΛΗΣ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ / ΚΤΗΡΙΟ 16 / ΑΙΘΟΥΣΑ 002.

Η δική μου εισήγηση θα έχει τίτλο:
Κριτική στην υβριδική “stand-up comedy” “Inside” supported by Netflix
Πάνω σε ένα κρυπτικό ποίημα τού Γιώργου Σεφέρη: “Μυκήνες”… σήμερα και πάντα!!!
“Τούτες τις πέτρες τις εβάσταξες όσο μπόρεσες… Ξέρω πως” μπορεί να το μετάνιωσες μετά, όμως κανείς δεν αρνιέται το μεσημέρι στην Ελλάδα με τόσο Φως, καταρράχτης από τον ουρανό… Και πώς να αντέξεις τόσα φονικά από έρωτα για το Ωραίο;
Γιώργος Σεφέρης
Μυκήνες
Δώσ’ μου τα χέρια σου, δώσ’ μου τα χέρια σου,
δώσ’ μου τα χέρια σου.
Είδα μέσα στη νύχτα
τη μυτερή κορυφή του βουνού
είδα τον κάμπο πέρα πλημμυρισμένο
με το φως ενός αφανέρωτου φεγγαριού
είδα, γυρίζοντας το κεφάλι
τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες
και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή
αρχή και τέλος
η τελευταία στιγμή·
τα χέρια μου.
Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες·
τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.
Πληγωμένος από το δικό μου χώμα
τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο
καταδικασμένος από τους δικούς μου θεούς,
τούτες τις πέτρες.
Ξέρω πως δεν ξέρουν, αλλά εγώ
που ακολούθησα τόσες φορές
το δρόμο απ’ το φονιά στο σκοτωμένο
από το σκοτωμένο στην πληρωμή
κι από την πληρωμή στον άλλο φόνο,
ψηλαφώντας
την ανεξάντλητη πορφύρα
το βράδυ εκείνο του γυρισμού
που άρχισαν να σφυρίζουν οι Σεμνές1
στο λιγοστό χορτάρι—
είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές2
πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά
τη μοίρα μας.
Φωνές από την πέτρα από τον ύπνο
βαθύτερες εδώ που ο κόσμος σκοτεινιάζει,
μνήμη του μόχθου ριζωμένη στο ρυθμό
που χτύπησε τη γης με πόδια
λησμονημένα.
Σώματα βυθισμένα στα θεμέλια
του άλλου καιρού, γυμνά. Μάτια
προσηλωμένα προσηλωμένα, σ’ ένα σημάδι
που όσο κι αν θέλεις δεν το ξεχωρίζεις·
η ψυχή
που μάχεται για να γίνει ψυχή σου.
Μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου
εδώ που σταματήσαν οι μυλόπετρες.
Οχτώβρης 1935
Γιώργος Σεφέρης. 1936. Γυμνοπαιδία. Αθήνα. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιώργος Σεφέρης. [1972] 1985. Ποιήματα. 15η έκδ. Αθήνα: Ίκαρος.
1. Oι Ερινύες (Σημείωση του ποιητή).
2. Όπως στο δημοτικό τραγούδι: Ξεντύθη ο γιος, ξεζώθηκε και στο πηγάδι εμπήκε./ Χαλεύει εδώ, χαλεύει εκεί και τίποτες δεν βρίσκει./ Βλέπει τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές πλεγμένα. (Σημείωση του ποιητή).
απογευματινός συλλογισμός…
Ο Γιώργος Σεφέρης όσο περνούν τα χρόνια κι ωριμάζουμε, μας συντροφεύει με την βιωμένη σοφία του:

μεγαλειώδες!!! ειδικά για τους τελευταίους του στίχους:
[…]
Αράξαμε σ’ ακρογιαλιές γεμάτες αρώματα νυχτερινά
με κελαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια
τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας.
Μα δεν τελειώναν τα ταξίδια.
Οι ψυχές τους έγιναν ένα με τα κουπιά και τους σκαρμούς
με το σοβαρό πρόσωπο της πλώρης
με τ’ αυλάκι του τιμονιού
με το νερό που έσπαζε τη μορφή τους.
Οι σύντροφοι τέλειωσαν με τη σειρά,
με χαμηλωμένα μάτια. Τα κουπιά τους
δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ’ ακρογιάλι.2
Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη.
(Γιώργος Σεφέρης. 1935. Μυθιστόρημα. Αθήνα: τυπ. Εστίας. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιώργος Σεφέρης. [1972] 1985. Ποιήματα. 15η έκδ. Αθήνα: Ίκαρος.)
Berlin Alexanderplatz,
βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Άλφρεντ Ντέμπλιν στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού
Από τον ποιητή, θεατρολόγο, μεταφρασιολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Φαίνεται πως ο Μπρεχτ δημιούργησε «σχολή», ακόμα και πέρα από τα συγκεκριμένα ιδεολογικά του συμφραζόμενα. Έναν αιώνα μετά, πολλοί σκηνοθέτες κινούμενη στην ελευθέρια συνθήκη τής μετανεωτερικής μας εποχής, καταφεύγουν ολοένα και περισσότερο στις αποστασιοποιητικές μεθόδους του, οι οποίες – σε συνδυασμό με το περίφημο «παράδοξο τού Diderot» – οδηγούν στην συνδημιουργία παραστασιακών φαινομένων με ρυθμό μεν, χαλαρή δε αιτιοκρατική συνάφεια μεταξύ των συστατικών μερών μιας ούτως ή άλλως ψηφιδωτής δομής.
Ο σολιψισμός, σε συνδυασμό με την καινούργια «καθαρολογία» στην γλωσσολογία τής καθημερινής έκφρασης δημιουργούν – κατά την ταπεινή μου γνώμη – φασιστικά και απολυταρχικά, ρατσιστικά περιβάλλοντα, παρόμοια με εκείνα των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα. Δεδομένης αυτής τής «αναλογίας», Λογοτεχνία και Τέχνη αν-ελίσσονται συστρεφόμενες και – όπως στο ράλλι τού Μονακό – περνούν πάλι από την ίδια «στροφή», όμως αυτή τη φορά ένα κλικ πιο εμπειρότερα / εμπειροτεχνικότερα. Με άλλα λόγια, έχοντας αναπτύξει αντισώματα στις επιδραστικότερες φασιστικές θεωρίες (όπως ο ναζισμός), ελπίζουμε πως θα αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικότερα τις μικροπαραλλαγές γνωστών ιδεολογικών «ιών» που επιβουλεύονται τον Ορθό Λόγο και την νοητική ακεραιότητα μιας Ανθρωπότητας παραζαλισμένης όπως ο κβαντικός κόσμος των υποατομικών σωματιδίων, που μελετούν οι σύγχρονοι Φυσικοί στο CERN.
Και δεν βάλλω κατά τής εποχής μου. Ακόμα και αυτό το «κριτικό» κείμενο θα μπορούσε να θεωρηθεί μεταμοντέρνο, όμως η δυνατότητα να χαράσσουμε ελεύθερα την δική μας «τροχιά» δεν είναι συνώνυμη τής ανευρέσεως τής Αλήθειας, χαμένης μέσα στα fake news. Η Πληροφορική διευκόλυνε κι επιτάχυνε την μετάδοση επί μέρους γνώσεων, όμως η Τέταρτη Ρομποτική Βιομηχανική Επανάσταση απαιτεί επειγόντως την συνεργατική διεπιστημονική στο πλαίσιο της «δια βίου μάθησης», έτσι ώστε να εξασφαλιστεί «αειφόρος ανάπτυξις» ΚΑΙ στον τομέα τού Πολιτισμού.
Στον αντίποδα τής (μεσαιωνικής) άκρας εξειδικεύσεως τής Πρώτης Βιομηχανικής Επανάστασης, τώρα η «δημοκρατία των (ακαδημαϊκών) Papers» απαιτεί ευελιξία και μεγαλύτερη προσβασιμότητα στο βασικό πρώτο επίπεδο όλων σχεδόν των επιστημών προκειμένου η αναγεννησιακή ευρυγνωσία να αποτρέψει καινούργια φασιστικά εκτρώματα (εξ αντιθέτου, αυτή τη φορά).
Έτσι λοιπόν ο Μπέρτολτ Μπρεχτ είναι πάλι επίκαιρος, ως ποιητής και ως δραματουργός, διότι οι εποχές μας δεν διαφέρουν ιδιαίτερα ως προς το μήκος κύματος των νοητικών μας ταλαντώσεων, μόνον η συχνότητα παράλλαξε κατά τι.
Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή την χθεσινή (7/12/2022) παράσταση ενός έργου, που είχε γίνει θρύλος την δεκαετία τού 1980 (στα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια), χάρη στην τηλεοπτική μετάδοση τής μίνι σειράς σε σκηνοθεσία τού μεγάλου Ράϊνερ Βέρνερ Φασμπίντερ (στο απόγειο τής τέχνης του και τόσο ώριμος που μόνον η πτώσις από το Δέντρο τής Γνώσεως θα μπορούσε να επακολουθήσει).

Το έργο αυτό τού Άλφρεντ Ντέμπλιν φαντάζει πλέον διαχρονικό, αν όχι και κλασικό. Αναφέρεται στην επιβιωτική ανθρώπινη φύση, στον έλεγχο και περιορισμό, στην ανεξέλεγκτη εκτόνωση των βασικών, ζωωδών, κατωτέρων ενστίκτων, που βραχυκυκλώνουν εύκολα ανάμεσα στους δίδυμους πόλους: Έρως-Θάνατος.
Ο έμπειρος σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθηνός χρησιμοποιώντας τεχνικές τού βωβού ασπρόμαυρου κινηματογράφου, τού θεάτρου βαριετέ, του πολιτικού θεάτρου και στήνοντας κάποια πολυάνθρωπα tableaux vivants, καταφέρνει να γεμίσει την ανεσκαμμένη σκηνή, που έμοιαζε με εργοτάξιο, διερχόμενος από τα διάφορα επεισόδια τού κειμένου ως οπερατέρ σε travelling.
Βεβαίως, ό,τι χάνεται σε βάθος κερδίζεται σε έκταση. Και τ’ ανάπαλιν. Οι ηθοποιοί και οι εκπληκτικές ηθοποιές του, τόσο πληθωρικά εκφραστικές που ξέφυγαν θαρρείς από ταινίες τού Φελλίνι, άλλαζαν τόσο συχνά ρόλους με τη βοήθεια σκηνικών αντικειμένων, που το ζητούμενο δεν ήταν πια η εξάσκηση τής ενσυναίσθησης αλλά η νοητική εγρήγορσις προκειμένου να απορροφήσεις το εξιστορούμενο αφήγημα.
Τάχιστος ρυθμός, επίδειξις τεχνικής, πλήρους κατοχής των εκφραστικών τους μέσων από ερμηνευτές που είχαν την ευκαιρία να τους διδάξει ένας σκηνοθέτης απόφοιτος τής ρωσικής σχολής τού Κρατικού Ινστιτούτου Θεάτρου τής Μόσχας, όμως κάτι έλειπε: το αργόσυρτο βλέμμα, η μαγεία, η ποίηση τού τηλεοπτικού πρωτοτύπου. Γιατί τα αριστουργήματα λειτουργούν υποσυνείδητα, αφού εντάσσονται στην Παγκόσμια Πολιτιστική Κληρονομιά.
Από αυτή την άποψη, το να κονταροχτυπηθείς με ένα εκτενές παραδοσιακό αφήγημα και με την πρώτη αριστουργηματική κινηματογραφική-τηλεοπτική μεταφορά του ταυτόχρονα, είναι ένας αγώνας δρόμου εξ αρχής απελπιστικός.
Όμως το αποτέλεσμα δικαιώνει τον Έλληνα σκηνοθέτη και καθηλώνει τον / την / το θεατή τής τρίωρης παράστασης (με ένα δεκάλεπτο διάλειμμα) τόσο που κάθε υπόνοια αντίρρησης πέφτει στο κενό ανάμεσα στα σάπια σανίδια μιας επικριτικής διάθεσης που δεν ανακαλύπτει πεδίον δόξης λαμπρόν σε αυτή την επαγωγική και αναγωγική θεατρική παραγωγή. Κι ο νοών νοείτω!
Για να γυρίσουμε όμως στο γενικότερο πλάνο τής ταραγμένης, μεταβατικής, μεταιχμιακής εποχής μας, με την υπολανθάνουσα Λογοκρισία υπό τον μανδύαν τής «πολιτικής ορθότητος» (“political correct”), το να επανερμηνεύουμε εμβληματικά έργα που επηρέασαν την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» τού παρελθόντος, δεν είναι πράξη απογνώσεως, απελπισίας ή αμηχανίας, αλλά συνειδητή επαν-επ-ενέργεια τού μη Επιστητού επί του θεωρουμένου ως γνωστού.
Με άλλα λόγια, η ισορροπία ανάμεσα στο δεξί και αριστερό ημισφαίριο τής Πανανθρώπινης Συνειδητότητας είναι η ικανή κι αναγκαία συνθήκη προκειμένου να διέλθουμε αλώβητοι από τις Συμπληγάδες πολεμικού παρόντος και κβαντικού μέλλοντος. Κι ας κραυγάζουν οι Σειρήνες τής παραπλανήσεως. Αυτή είναι η δουλειά τους άλλωστε!

Κι εμείς, ατάραχοι / ατάραχες / ατάραχα, ας οξύνουμε το κριτικό μας Πνεύμα, ας γυμναστούμε καθημερινώς στην Κριτική Σκέψη, δίχως ίχνος επικριτικής διαθέσεως, αλλά με την σαφή πρόθεση να συμβάλλουμε στο να λάμψει ο Ανέσπερος Ήλιος τής Α-ληθείας.
Αυτή ας είναι η συνεισφορά μας. Κι είναι το μόνο ιδανικό που απέμεινε ακόμα όρθιο και για το οποίο μπορούμε – αν θέλουμε, αν το επιλέξουμε ελευθέρα και οικεία βουλήσει – να θυσιαστούμε συμβολικά.
Η αποκωδικοποίηση τής Μυθολογίας παραμένει ακόμη (εσαεί) ένα βασικό desireratum τής έρευνας για την Αλήθεια. Η κάθε εποχή αποπειράται την δική της ερμηνεία. Ο κάθε σκηνοθέτης βιώνει το δικό του αυτοθυσιαστικό δράμα.
Στο συγκεκριμένο «αστικό δράμα», οι αυτοκαταστροφικές τάσεις καταβάλλουν τις ερωτικο-αναπαραγωγικές κι ο Άνθρωπος εκπίπτει περισσότερο στο λασπωμένο λάκκο που ο ίδιος ανέσκαψε αναζητώντας χρυσάφι.
Μόνο που το χρυσάφι το αληθινό, είναι εκείνο που οι πραγματικοί αλχημιστές αναζητούσαν, με πρώτον τον Διογένη (που το βρήκε στον Ήλιο που ανέτελλε πάνω κι έξω από το πιθάρι-καβούκι του). Κι αυτό το χρυσάφι κανένας αυτοκράτορας δεν μπορεί μήτε να σου το προσφέρει μήτε να σου το αφαιρέσει.
Είναι ο μόνος πλούτος που κουβαλάμε (που επιτρέπεται να κουβαλήσουμε) αντίπερα, συντροφιά με την Αντιγόνη (τού Σοφοκλή και της Ελευθερίας).
Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας
info:
https://www.ticketservices.gr/event/berlin-alexanderplatz/?lang=el
Berlin Alexanderplatz
Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Άλφρεντ Ντέμπλιν
Θέατρο της Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής
Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός
Το Θέατρο της Οδού Κυκλάδων και ο Στάθης Λιβαθινός, μετά τη σπάνιας ομορφιάς παράσταση “Συμφορά από το πολύ μυαλό” του Αλεξάντρ Γκριμπογέντοφ, και τη διάκρισή της ανάμεσα στις καλύτερες της χρονιάς, συνεχίζουν τη συνεργασία τους παρουσιάζοντας το «BERLIN ALEXANDERPLATZ».
Η παράσταση βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα-σημείο αναφοράς του Άλφρεντ Ντέμπλιν, ενός από τους σημαντικότερους Γερμανούς συγγραφείς του εικοστού αιώνα, η διασκευή του οποίου σε μίνι σειρά από τον Fassbinder τη δεκαετία του 1980 έχει αφήσει εποχή.
Οι αλλεπάλληλοι κύκλοι της ζωής ενός προσφάτως αποφυλακισθέντα. Ο κύκλος του έρωτα, ο κύκλος της τιμιότητας, ο κύκλος της επιβίωσης, ο κύκλος του θανάτου, μέσα από μια αλυσίδα από συναρπαστικά γεγονότα που συνθέτουν τον τραγικό βίο του Φραντς.
Η παράσταση του Στάθη Λιβαθινού αναδεικνύει την εποποιία ενός μικρού ανθρώπου στο Βερολίνο του Μεσοπολέμου.
Με το «BERLIN ALEXANDERPLATZ» συμπληρώνονται περισσότερα από 20 χρόνια της ιστορικής πορείας που διαγράφει για το ελληνικό θέατρο η δημιουργική συνεργασία του Στάθη Λιβαθινού με τη σταθερή ομάδα ηθοποιών και συντελεστών που καθοδηγεί από το 2001 και με την οποία υπογράφει και αυτό το ανέβασμα.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:
Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός
Διασκευή: Έλσα Ανδριανού, Στάθης Λιβαθινός με τη συμβολή των ηθοποιών της παράστασης
Στίχοι τραγουδιών: Άρης Τρουπάκης
Σκηνικά / Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Μουσική: Μιχάλης Λατουσάκης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Θωμαΐς Τριανταφυλλίδου
Βοηθός Σκηνογράφου / Ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη
BΆ Βοηθός Σκηνογράφου / Ενδυματολόγου: Μαρία Ντάρμου
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Video Trailer: Χρήστος Δήμας
Οπτική Ταυτότητα Παράστασης: busybuilding
Διεύθυνση Παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα
Παίζουν: Βασίλης Ανδρέου, Γιώργος Δάμπασης, Νίκος Καρδώνης, Στάθης Κόικας, Λίλλυ Μελεμέ, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Δημήτρης Παπανικολάου, Μαρία Σαββίδου, Θεόβη Στύλλου, Άρης Τρουπάκης, Δημήτρης Φιλιππίδης
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Πολιτιστικός Οργανισμός «Λυκόφως» Γιώργου Λυκιαρδόπουλου & POLYPLANITY productions
Η παράσταση Berlin Alexanderplatz πραγματοποιείται με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού
το 3ο διαδραστικό μάθημά μας στο ΠΑΔΑ σήμερα!!!

Η δική μου εισήγηση θα έχει τίτλο:
ΤΟ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
Ευχαριστώ τις εκδόσεις ΝΙΚΑΣ για την ολοκλήρωση της τριλογίας μου (που ξεκίνησε το 1977 και ολοκληρώθηκε το 2022)
Κείμενα που μας παιδεύουν και μας εξαντλούν,
ιδέες που τους αφιερώσαμε τη ζωή μας,
που γυροφέρνουν στον ύπνο και στην εγρήγορσή μας
δημιουργούν ένα δικό τους αποκλειστικό κι απαιτητικό “εγρηγορός” (“egregore”)
και λυτρωνόμαστε απ’ αυτό μόνον όταν δούμε αποτυπωμένους τους νυχθημερείς κόπους μας στο χαρτί.
Ευχαριστώ τον Νίκο και τον Γιώργο Νίκα, ευχαριστώ τους ευπροσήγορους γονείς τους
που αγκάλιασαν το έργο μου με τόσο ενθουσιασμό.
τα πνευματικά μας παιδιά είναι δυο και τρεις μυριάδες φορές παιδιά μας!!!
https://www.nikasbooks.gr/manufacturer/550/mpoyras-kwnstantinos.html

τους ευγνωμονώ.

σας ευγνωμονώ που με στηρίζετε τέσσερις δεκατετίες τώρα
προσφιλείς αναγνώστες
συνοδοιπόροι
συνδημιουργοί
συνεταίροι στον πνευματικό αγώνα…

να είμαστε καλά και να δημιουργούμε!!!
Το επόμενο επιτυχημένο διαδραστικό εργαστήριό μας στο ΠΑΔΑ την πρώτη Τρίτη του Δεκεμβρίου!!!

Η δική μου εισήγηση θα έχει τίτλο:
ΤΟ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
Η σημερινή μου εισήγηση στο Εργαστήριο με θέμα: «ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΣΗΜΕΡΑ. ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΓΡΑΦΗ».
Σας περιμένω όλες και όλους σήμερα Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2022, 5-9μμ στο ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ / ΑΜΘΙΘΕΑΤΡΟ ΣΧΟΛΗΣ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ / ΚΤΗΡΙΟ 16 / ΑΙΘΟΥΣΑ 002.
https://www.google.com/maps/
Το Εργαστήριο είναι διαδραστικό. Φέρτε μαζί σας κριτικές Θεάτρου / Κινηματογράφου / Λογοτεχνίας / Τέχνης να τις συζητήσουμε μαζί!!!
Η δική μου εισήγηση θα έχει τίτλο: “Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΕΧΝΗ ΧΩΡΙΣ ΟΡΙΑ ΤΕΙΝΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΜΑΛΓΑΜΑ. ΚΙ Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΑΜΗΧΑΝΟΣ, ΑΛΛΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΧΡΗΣΙΜΟΣ ΠΑΡΑ ΠΟΤΕ.”
Εκτός από την πρώτη εισαγωγική ομιλία μου, τα κείμενα αυτά θα συναπαρτίσουν το υλικό ενός βιβλίου (συμπεριλαμβανομένων των δικών σας εγγράφων τοποθετήσεων).
ΦΙΛΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΑΣ ΧΤΙΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΤΟΥ 21ου αιώνα με όπλο μας την ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ!!!

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΕΧΝΗ ΧΩΡΙΣ ΟΡΙΑ ΤΕΙΝΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΜΑΛΓΑΜΑ. ΚΙ Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΑΜΗΧΑΝΟΣ, ΑΛΛΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΧΡΗΣΙΜΟΣ ΠΑΡΑ ΠΟΤΕ.
Διαβάζουμε στη σελίδα 394 του βιβλίου Σταύρος Τσιγκόγλου, Σύγχρονη Τέχνη, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2014: «Τα όρια μεταξύ τέχνης, κινηματογράφου, ντοκιμαντέρ, μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, θολώνουν ή χάνονται. Αυτό όμως προς το παρόν. Κανείς δεν ξέρει το ψηφιακό μέλλον. Πότε θα δοκιμάσουν οι καλλιτέχνες τη virtual reality;».
Και στη σελίδα 262 τού βιβλίου Πολιτιστικές Βιομηχανίες. Διαδικασίες, Υπηρεσίες, Αγαθά, εκδόσεις Κριτική 2005, διαβάζουμε στο άρθρο των Εύης Σαμπανίκου και Βασίλη Βλαχάκη: «Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά των έργων τέχνης που βασίζονται στις νέες τεχνολογίες, στις διαπιστώσεις τής Άννας Καφέτση που επιχειρεί και μία ελληνική απόδοση των αγγλικών όρων (Καφέτση, 2000), σε:
1) αφηγηματικότητα (narrativity), δηλαδή αφήγηση συμβάντων με παράθεση αλληλουχίας γεγονότων,
2) διακειμενικότητα (intertextuality), δηλαδή πλέγμα διακειμενικών σχέσεων προς άλλα συναφή κείμενα, δηλαδή ο καλλιτέχνης δεν επινοεί αλλά επαναχρησιμοποιεί εικόνες άλλων έργων ή τεχνών, μέσα σε ένα νέο καλλιτεχνικό περιβάλλον,
3) διαδραστικότητα (interactivity), που είναι η αμφίδρομη σχέση έργου – θεατή και εντοπίζεται σε αφηγηματικά έργα, με ενεργητική, ανοικτή θέαση,
4) διαμεσολάβηση (mediation), ηλεκτρονική – ψηφιακή αναμετάδοση ή αναπαραγωγή τού έργου τέχνης (σαν να διαμεσολαβεί ένα ηλεκτρονικό «μάτι»),
5) αμεσότητα (immediacy), δηλαδή επικοινωνία μέσω τής επαφής τού θεατή με την υλική υπόσταση τού έργου, συχνά σε συνδυασμό τεχνολογικών και σωματικών μέσων (VR),
6) διάτοπο (interlocus), που είναι «διατοπική» επικοινωνία, δηλαδή επικοινωνία μέσω πολλών «περιοχών» από τις οποίες μπορεί να αποτελείται το έργο τέχνης (π.χ. διπλοί χώροι, περάσματα μέσα από τις εγκαταστάσεις), ενώ στα παραπάνω προστίθεται και το διαδίκτυο».
Και συνεχίζουμε την διακειμενική περιδιάβασή μας πριν έρθουμε στο προκείμενο.
Ο Βασίλης Αυδίκος στο βιβλίο του «Οι Πολιτιστικές και Δημιουργικές Βιομηχανίες στην Ελλάδα» (εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2014), γράφει στη σελίδα 203: «…έφεραν στην επιφάνεια μια νέα οπτική, αυτή τής αγοραίας πλευράς τής πολιτισμικής / συμβολικής παραγωγής, που στην Ελλάδα αποτελεί μια υποβαθμισμένη ερευνητική περιοχή, καθώς η επικρατούσα άποψη και ο κυρίαρχος λόγος θέλουν τον πολιτισμό να μην είναι εμπόρευμα».
Δεν θα επεκταθούμε εδώ σε έργα τής παγκόσμιας προβληματικής πάνω στην Σύγχρονη Τέχνη (Cynthia Freeland, Nathalie Heinrich, Peter Bruke etc).
Σχετικό όμως είναι το βιβλίο τού Peter Bruke «Πολιτισμικός υβριδισμός» (εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2010, σ. 128, μετάφραση: Ειρήνη Σταματοπούλου).
Θα αναπτύξουμε κάποιες δομημένες σκέψεις πάνω στη χρησιμότητα τού κριτικού στη μετά το μεταμοντέρνο εποχή μας.
Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΕΧΝΗ ΧΩΡΙΣ ΟΡΙΑ ΤΕΙΝΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΜΑΛΓΑΜΑ.
Απολαύσαμε όλοι το σπάσιμο των «κανόνων». Ο λογοτεχνικός «κανών» έλκει την καταγωγή του από τα εκκλησιαστικά κολέγια τού Μεσαίωνα. Αντικατοπτρίζει ένα σύνολο θεσμοθετημένων κι αποδεκτών μέτρων και σταθμών που συνιστούν την επίσημη «ετικέτα» μιας συγκεκριμένης ιστορικής (χωροχρονικής) συλλογικότητας.
Από αυτή την άποψη δημιουργεί μία κάποιου είδους ασφάλεια, ελαχιστοποιεί όμως την ελαστικότητα τού όλου ιδεολογικού συστήματος παραγωγής συμβόλων για τη διαιώνιση κι αναπαραγωγή τής ομαδικής συνείδησης (που μπορεί να είναι εθνική, θρησκευτική, σεξουαλική κ.λπ).
Η όποια αλλαγή μπορεί να προκύψει μόνον εκ των έσω με ένα «κβαντικό» «ποιοτικό άλμα» (όπως θα έλεγε ο Δανός φιλόσοφος Σόρεν Κίρκεγκααρντ) που συμπαρασύρει τα σύνορα κι επαναχαράσσει καινούργια πλαίσια μέσα στα οποία θα κινηθεί η επόμενη «κανονικότητα», πριν γίνει κι αυτή με τη σειρά της «κατεστημένη».
Η όλη εξέλιξη τού Ανθρώπινου Πολιτισμού βασίζεται σε κάποιες τέτοιες μικρές ή μεγαλύτερες, προοιωνιζόμενες ή μη, ομαλές ή αναταρακτικές ανταρσίες ή «επαναστάσεις» που διαμορφώνουν καινούργιους -ισμούς, καλλιτεχνικά / φιλοσοφικά / ιδεολογικά ρεύματα, που συμπαρασύρουν τους αμέσως επόμενους (εκόντες-άκοντες).
Στον χώρο της Φυσικής των υποατομικών σωματιδίων υπάρχει το λεγόμενο «παραδοξόνιο» (ή «τρελόνιο», σε ελεύθερη απόδοση, με μια ισχυρή δόση μετανεωτερικού χιούμορ), που δεν φαίνεται να υπακούει στους ίδιους με τα άλλα συν-αδελφάκια του κανόνες έλξης-άπωσης. Τι συμβαίνει; Η πολυπλοκότητα τής Φύσης και της πολυπλοκότητας τού ανθρώπινου ψυχισμού (ακόμα και στα ομοζυγωτά δίδυμα) καταλύει εν μέρει, αλλά και επαληθεύει τις θεωρίες τού Δαρβίνου για την Εξέλιξη.
Αν οι αριθμοί Fibonacci, συμβατοί με την αρχαιοελληνική εφαρμογή τής μαθηματικής «χρυσής τομής», δημιουργούν διάφορα ανάλογα (αλλά όχι απαραίτητα κι αναλογικά) πρότυπα, μερικές διαφορικές εξισώσεις με συγκεκριμένες μεταβλητές, μερικούς πεπερασμένους αλγόριθμους, σε εφαρμογή των οποίων πολλαπλασιάζονται ζώντες και μη ζώντες, έμψυχοι και άψυχοι οργανισμοί, τής οργανικής ή ανόργανης Χημείας, με μια μέθοδο σχεδόν «φωτοτυπική». Οι εξαιρέσεις, οι «μεταλλάξεις», οι αλλοιώσεις, το απρόβλεπτο μπαίνουν από το παράθυρο τής επίσημης κι ευρέως διαδεδομένης εξελικτικής πορείας των ειδών προς την τελείωση.
Στα πολιτισμικά φαινόμενα, που είναι απείρως πολυπλοκότερα από την στυγνή αναπαραγωγή (δουλική μίμηση ενός προτύπου), ο αριθμός των μεταβλητών στην διαφορική εξίσωση μεγιστοποιείται (και τείνει – θεωρητικά – στο άπειρο).
Πώς μελετάμε λοιπόν ένα «έργο εν εξελίξει»; Πώς εξετάζουμε μία πολιτισμική περίοδο «εν θερμώ», εκ των έσω, ενόσω ζούμε και συνδημιουργούμε επηρεάζοντας την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα»;
Ο Αριστοτέλης φιλοτέχνησε την ανατομία τής αρχαίας τραγωδίας μετά τον θάνατό της. Η «Ποιητική» δεν θα μπορούσε να είχε γραφτεί τον πέμπτο αιώνα, στην μεγάλη ακμή τού αττικού δράματος.
Εμείς πώς μπορούμε να αποτιμήσουμε τα πολιτισμικά αγαθά, τα προϊόντα τής πολιτιστικής βιομηχανίας ενόσω ακόμα δεν έχουν μπει στο σελοφάν με το απαραίτητο barcode; Αλλά ακόμα και μετά την εμπορευματοποίηση, διαφήμιση / προβολή και κατανάλωσή τους, απαιτείται μια μακρά (απροσδιόριστη) περίοδος «μεταβολισμού», χωνέματος, αφομοιώσεως, μεταστοιχειώσεως πριν αποφανθούν για την ωφέλεια ή και την χρησιμότητα αυτής τής επιλογής.
Όταν συνυπολογίσουμε την δυσκολία να επιμετρήσουμε επακριβώς αισθητικές αρετές που υπάγονται σε αόριστες κι όχι απολύτως θεσμοθετημένες και κοινώς αποδεκτές συμβατικές κατηγορίες, τότε το όλον εγχείρημα φαίνεται τελείως ακατόρθωτο (μόνον η κβαντική απροσδιοριστία μπορεί να το καθορίσει, όχι όμως και να το εξηγήσει).
Εδώ υπεισέρχεται ένα άλλο θέμα: η χρήση τού Λόγου (της Λογικής) σε μη νοησιαρχικά προϊόντα τής Ανθρώπινης Σκέψης.
Στη σελίδα 259 τού βιβλίου Πολιτιστικές Βιομηχανίες. Διαδικασίες, Υπηρεσίες, Αγαθά (εκδόσεις Κριτική 2005), διαβάζουμε στο άρθρο των Εύης Σαμπανίκου και Βασίλη Βλαχάκη: «Στην πραγματικότητα, ό,τι ονομάζουμε “μεταφωτογραφική πρακτική” (Tomas, 1996: 145 κ.ε.) έχει ως βάση την πολιτισμική επιστημολογία που ρυθμίζει τη σχέση μας με το φυσικό περιβάλλον πάνω στο διπολισμό “Μυαλό/Σώμα” και “Κουλτούρα/Φύση” ή “υποκείμενο/αντικείμενο” σε τελική ανάλυση».
Από τότε που πήραμε διαζύγιο από την Φύση, που τεμαχίσαμε τον άνθρωπο (τουλάχιστον) στα τρία (σώμα-ψυχή-πνεύμα), από τότε που το εγώ αποσπάστηκε οριστικά από το εμείς και το άτομο υπερτιμήθηκε σε σχέση με το σύνολο, όλες οι κριτικές μας απόπειρες να συλλάβουμε το Άφατο, να κατανοήσουμε το Άρρητο και να εικονοποιήσουμε το Αόρατο πέφτουν στο Κενό.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος όμως φαίνεται σαν να αντιπαθεί το Κενό και το Τίποτα.
Η άκρα εξειδίκευση που επέφερε η Πρώτη Βιομηχανική Επανάσταση μετέτρεψε τον άνθρωπο σε εξάρτημα μιας «δαιμόνιας μηχανής» (για να θυμηθούμε τον φωτισμένο Ζαν Κοκτώ).
Ο λεγόμενος «αναγεννησιακός άνθρωπος» συκοφαντήθηκε και υποτιμήθηκε συστηματικά, γελοιοποιήθηκε και περιθωριοποιήθηκε, μέχρι τις πρώτες δεκαετίες τού εικοστού πρώτου αιώνα, οπότε και διαφάνηκε η απόλυτη (ή σχετική) ανάγκη για διεπιστημονική προσέγγιση πολύπλοκων κοινωνικών και πολιτισμικών φαινομένων.
Κι εδώ υπεισέρχεται ο κριτικός, ως εμπειροτέχνης, ως επιστήμων, ως «επαρκής αναγνώστης», ως συνδημιουργικός θεατής, ως «γευσιγνώστης» (dégustateur).
ΚΙ Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΑΜΗΧΑΝΟΣ, ΑΛΛΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΧΡΗΣΙΜΟΣ ΠΑΡΑ ΠΟΤΕ.
«Ο θεός πέθανε». Και μαζί του ο «σκηνοθέτης θεός» του εικοστού αιώνα, η «κριτική αυθεντία», το «ταλέντο», η «έμπνευση» (που προϋποθέτει μία αόρατη τάξη πνευμάτων)…
Αμηχανία. Ο κριτικός ενεός παρακολουθεί την κατακλυσμιαία πλημμυρίδα τής εποχής του, όπου «κάθε τι είναι Τέχνη» και «όλα είναι αποδεκτά, ανεκτά, σεβαστά κι αναγνωρίσιμα ως…». Ως τι; Ως έργα τέχνης; [έστω και με μικρό ταυ;].
Ο Ποιητής έχει καταστεί προ πολλού άχρηστος, ανώφελος, περιθωριακός, παρίας, ύποπτος… Από τον Αρθούρο Ρεμπώ και μετά η ποιητική ενασχόληση (που δεν είναι ιδιότητα, μήτε καν προϋποθέτει κάποια ικανότητα -ο ελεύθερος στίχος κατεδάφισε κάθε προαπαιτούμενη ικανή κι αναγκαία συνθήκη για την ποιητική παραγωγή) θεωρείται ασύμβατη με κάθε (άλλη) σοβαρή επαγγελματική δραστηριότητα. Πόσες φορές δεν άκουσα στον επαγγελματικό μου βίο: «δεν μπορεί να είναι καλός μηχανικός, αφού είναι ποιητής δεν έχει διαύγεια) [κι ας είμαι διπλωματούχος τού Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, που τότε – το μακρινό εκείνο 1979 – έπρεπε να γράψεις άριστα σε όλα, και στην Έκθεση Ιδεών].
Ο Κριτικός πέθανε με κάποια χρονοκαθυστέρηση (τριών τουλάχιστον δεκαετιών) σε σχέση με τον Ποιητή. Ίσως λόγω κεκτημένης ταχύτητας, ενσωματωμένης αδράνειας, εμπορευματοποιημένης δημοσιογραφικής εργασίας, το κριτικό λειτούργημα δεν ξέφτισε αμέσως. Όχι πριν την καθολική γενίκευση τής χρήσης τού Διαδικτύου, οπότε η «παρουσίαση» υποκατέστησε την «κριτική» και τα “like” τα (κλακαδόρικα ή αυθόρμητα) χειροκροτήματα.
Επειδή όμως ο χώρος τού θεάματος, που συνδεσμεύει την έντεχνη αφήγηση (αν όχι και την Λογοτεχνία) με τις λεγόμενες «παραστατικές τέχνες», έχει ένα σαφές οικονομικό πρόσημο, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του και την διαρκώς εξελισσόμενη Τεχνολογία, τότε μπορεί κι ο ρόλος τού κριτικού να διαιωνιστεί, ενώ τού ποιητή θα έχει γυρίσει πίσω στην διασκεδαστική-ψυχαγωγική αξιοποίησή του.
Ήδη το θέατρο και ο κινηματογράφος, οι εικαστικές τέχνες ακόμα, για να μην αναφέρουμε τις «εγκαταστάσεις» (installations) τα video-art και τα ψηφιακά παίγνια, χρησιμοποιούν ή αξιοποιούν (κατά περίπτωση) αθάνατα ή αναλώσιμα έργα Λόγου και Τέχνης (κλασικά ή κλασματικά).
Αυτό το παγκοσμιοποιημένο μεταμοντέρνο αμάλγαμα ετερόκλητων και ανόμοιων υλικών που σχηματίζουν μία οζώδη (από το «όζω») «ρώσικη σαλάτα» απαιτεί επειγόντως την παρουσία (καθώς και την γνωμάτευση) ενός «γευσιγνώστη» τεχνικού προκειμένου όχι μόνο να αποφύγουμε την όποια δηλητηρίαση αλλά και την χρόνια πολιτισμική τοξίνωση που θα μεταλλάξει το ενεργειακό μας γονιδίωμα προς μία άλλη μορφή αόριστη, απροσδιόριστη, ακαθόριστη, άγνωστη [και για τούτο απειλητική].
Εξηγούμαι: τάσσομαι αναφανδόν και η λέξη «παρακμή» δεν συμπεριλαμβάνεται στο λεξιλόγιό μου, δεν νοσταλγώ το παρελθόν και δηλώνω πως δεν έχω ζήσει σε κανέναν «παράδεισο» (ποτέ, σε καμία ηλικία).
Επομένως κάθε αλλαγή είναι επιθυμητή κι ευκταία, ως αντίδοτο στην πλήξη και στην ανία, ως καταλύτης σε κάθε εξελικτική διεργασία. Εδώ όμως υπεισέρχεται η εμπειρία κι η γνώση τού επαγγελματία κριτικού, που όπως ο πολύπειρος οδηγός νταλίκας αποφεύγει τεχνηέντως να σκοτώσει κάθε κοπάδι που του φράζει το δρόμο…
Η μεταφορά νομίζω πως είναι αρκετά γραφική, τόσο που να αποδίδει το κοινωνούμενο νόημα με τον βέλτιστο αφαιρετικό, λακωνικό, μινιμαλιστικό τρόπο.
Ίσως ο φορμαλισμός, ο περιορισμός των λέξεων (των γραπτών μηνυμάτων και των αναρτήσεων στα social media), η ανάγκη συμπύκνωσης τού νοήματος να δώσει ένα άλλο βάθος και μια δραστικότερη οξύτητα στην διατυπωμένη κριτική για έργα Λόγου και Τέχνης.
Προσωπικά, ανυπομονώ να ζήσω για να δω τούς κβαντικούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές τού άμεσου μέλλοντος και να διερευνήσω μαζί με εσάς, συνδημιουργικοί αναγνώστες, συνοδοιπόροι, συμμαθητές, τον δρόμο που θα επιλέξει να πάρει η Συλλογική Πανανθώπινη Συνειδητότητα τα επόμενα χρόνια. Προς την Αυτοκαταστροφή ή στην Αναγέννηση; Ίδωμεν.
Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας, ποιητής–κριτικός–θεατρολόγος–μεταφρασιολόγος–καθηγητής
Ο Κωνσταντίνος Μπούρας γεννήθηκε το 1962 στην Καλαμάτα κι από το 1977 ζει στην Αθήνα. Συγγραφέας 42 εκδοθέντων βιβλίων, κριτικός θεάτρου και βιβλιοκριτικός. Αριστούχος διδάκτωρ τού Τμήματος Μετάφρασης και Διερμηνείας τού Ιονίου Πανεπιστημίου (2019). Είναι διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανικός τού Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (1985), αριστούχος τού Τμήματος Θεατρικών Σπουδών τού Πανεπιστημίου Αθηνών (1994) και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος θεατρολογίας τού γαλλικού Πανεπιστημίου Paris III – La nouvelle Sorbonne (D.E.A. Etudes Théâtrales). Μεταδιδακτορικός ερευνητής στο ΕΚΠΑ και στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Δίδαξε το 2020 και το 2021 θεατρική κριτική στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Διδάσκει πολιτιστική διαχείριση, καθώς και διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού στη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης. Διδάσκει Κριτική και Δημιουργική Γραφή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής από το 2022. Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και σε πάμπολλα λογοτεχνικά περιοδικά. Θεατρικά του έργα με αρχαιοελληνικά θέματα και για την Κρίση έχουν παρασταθεί σε θέατρα τής Ελλάδας και του εξωτερικού.
E-mail: kbouras8@gmail.com
Web-site: https://konstantinosbouras.gr
ΤΟ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ.

Δομημένες σκέψεις με αφορμή την χθεσινή παρουσίαση του βιβλίου του Αιμιλιανού Σιδέρη, ΊΚΑΡΟΣ, 21Ος αι. ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ ΌΜΗΡΟΣ, συλλογή ποιημάτων, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα Φεβρουάριος 2021, στον ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό και καθόλου εύθραυστο χώρο «ΘΡΥΑΛΛΙΔΑ» τού Θησείου.

Από την περίφημη λογοτεχνική γενιά τού 1980 (στην οποία τυπικά ανήκω) και μετά, η νεοελληνική ποιητική παραγωγή βούλιαξε κι εξακολουθεί να βουλιάζει (μέχρι πρότινος) σε έναν αδιέξοδο αυτοψυχαναλυτικό-ομφαλοσκοπικό ατομοκεντρικό-προσωποκεντρικό λόγο, που εξ αιτίας των επιτηδευμένων αναγραμματιστικών και νεολογιστικών ιδιολέκτων προσομοιάζει με την νευρολογική νόσο τής «αφασίας» (από την οποία πάσχει – ως φαίνεται – το κινηματογραφικό είδωλο Bruce Willis, κι έτσι μας έγινε γνωστός ο όρος).
Μεταξύ «αφασίας», σουρρεαλιστικού «αυτισμού» και ιδεοληπτικού ναρκισσισμού, κινήθηκε και κινείται ένα μεγάλο μέρος τής σύγχρονης νεοελληνικής ποιητικής παραγωγής.
Ως κριτικός Λογοτεχνίας δέχομαι αφειδώς πονήματα που έχουν σαφείς σαδομαζοχιστικές αυτοτιμωρητικές τάσεις κι ελάχιστες φορές οι επίδοξοι / επίδοξες νομπελίστες και νομπελίστριες ξεφεύγουν από τον ασφυκτικά ιδιωτικό τους χώρο προκειμένου να ανοίξουν ένα παράθυρο στον έξω κόσμο.
Αυτός ο ατομοκεντρικός καιροσκοπισμός όμως δεν είναι άμοιρος των γενικότερων κοινωνικοπολιτικών, οικονομικών και τεχνολογικών εξελίξεων παγκοσμίως.
Φαίνεται η αγαθοποιός ελεύθερη διάδοση τής Πληροφορίας μέσω Διαδικτύου επέφερε μία τουλάχιστον ανακλαστική κίνηση άμυνας προς τα έσω του κοχλία που μας περιβάλλει προστατευτικώ τω τρόπω.
Εξηγούμαι: το άτομο καταιγισμένο από παντοειδείς πληροφορίες και γνώσεις (περιττές και άχρηστες, εν πολλοίς, εάν ΔΕΝ συνδυαστούν με το οξυμένο και διαρκώς εξασκούμενο ΚΡΙΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ), το περιδεές άτομο λοιπόν βουλιάζει στην ναρκισσιστική εφηβική (ή και προεφηβική ακόμα) «λίμνη» του, με αποτέλεσμα να διαχέει παντού ιριδισμούς και είδωλα τού ταλαιπωρημένου «εγώ» του, ομοιάζοντας με τις παιγνιδιώδεις εκλάμψεις στην επιφάνεια μιας σαπουνόφουσκας («πομφόλυγος», επί το καθαρευουσιανικότερον).
Αυτή η μάλλον αδιέξοδη εσωστρέφεια, φαίνεται πως έσπασε κάπως μετά την αναγκαστική καραντίνα λόγω κορωνοϊού και τα ποιητικά άτομα, όχι απλώς ανοίγουν δειλά ένα παράθυρο προς τον έξω κόσμο, αλλά αποδιδράσκουν, βγαίνουν τελείως έξω, στη Φύση και κονταροχτυπιούνται με τα φαινόμενα, όπως ο Δον Κιχώτης με τους αλευρόμυλους.
Το θετικό όμως εδώ είναι ότι το απομονωμένο εγώ πλησιάζει κι ενώνεται διονυσιακά, οργιαστικά με το «εμείς», έτσι που να καθίστανται οι «Βάκχες» του Ευριπίδη τελείως μα τελείως επίκαιρες.
Η γλώσσα και η ρυθμολογία της, η προσωδία της, η ενδογενής αρμονία της είναι το βασικό ζητούμενο και το μοναδικό αξιολογικό κριτήριο κάθε εμπεριστατωμένης κριτικής / φιλολογικής έρευνας. Οι λέξεις και τα νοήματα, οι ιδέες και τα παγκόσμια ρεύματα είναι κοινά σε όλα τα λογοτεχνικά είδη, η ΠΟΙΗΣΗ ΟΜΩΣ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΕΙΤΑΙ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΡΥΘΜΟ, χορευτικό ή αδόμενο.
Εάν δεν υπάρχει ΡΥΘΜΟΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΜΟΣ ΚΙ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΣ, μιλάμε για ένα κάποιο μετανεωτερικό υβρίδιο μεταξύ πεζολογίας, θεάτρου και ποιητικού αυτισμού.
Και δεν αρκούν μήτε οι διάσπαρτες παρηχήσεις μήτε οι διαφυείς (το αντίθετο τού «ιδιοφυείς») νεολογισμοί κι εξυπνακίστικα διαφημιστικά τεχνάσματα προκειμένου να αναπτύξουν την ποιητικοφανή ρητορεία και να την εξελίξουν προς τα εμπρός, με την παλίνδρομη όμως κίνηση τού εκκρεμούς που χορεύει υπακούοντας σε διαδοχές επικρατήσεις φυγοκέντρων και κεντρομόλων δυνάμεων.
Η άτυπη (ακόμη) «λογοτεχνική γενεά» που ξεπήδησε (ανεξαρτήτως ηλικίας) μέσα από την καραντίνα προς-φέρει αισιόδοξες προοπτικές. Σπουδαγμένοι και μορφωμένοι ποιητές / ποιήτριες, διονυσιακοί τεχνίτες, αρκούντως αποστασιοποιημένοι από την εγωκεντρική ηδονοθηρία των αμέσως προηγουμένων γενεών που διακατέχοντας από τάσεις φυγής σε «ιδιωτικούς παραδείσους», έρχονται τώρα να ανατρέψουν την κλεψύδρα και να ρεύσει η άμμος της Υλοενέργειας προς την αντίστροφη φορά: από τα Εγώ στο Εμείς.
Ούτως ή άλλως, η Ρομποτική Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση και οι Κβαντικοί Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές θα πολλαπλασιάσουν την ανάγκη για συνεργατικότητα, ενώ η απλή συμβατότητα πια δεν θα αρκεί.
Στα πλαίσια αυτά και οι παρουσιάσεις βιβλίων έχουν μία παρόμοια διαδραστική συμπληρωματικότητα (ή και συγκρουσιακότητα ακόμα) αναγεννησιακού τύπου.
Μέσα από την χαλαρή, ιμπρεσσιονιστική σύνδεση ανομοίων ψηφίδων επιτυγχάνεται η ανακρυστάλλωσις τού ποιητικού πλέγματος, χάρη στο οποίο συγκρατείται η αγωνία και το άγχος μας ενός διαχειρισίμων ορίων.
Η καινούργια αυτή «ποιητική γενεά» μοιάζει σαν να έχει αναπτύξει πρωτότυπες, πρωτοφανείς και πρωτάκουστες νευρωνικές συνδέσεις, όπως συμβαίνει και στο εν λόγω πόνημα ενός υπέρ-μορφωμένου αλλά διόλου παρά-μορφωμένου διανοητή, ο οποίος συμπληρώνει το γνωστικό με την ποιητική επιδαψίλευση τού Άρρητου. Κι αυτό το πράττει με έναν ιδιαίτερα λεπτό, λακωνικό, λαγαρό τρόπο. Αφαιρετικότητα που δεν είναι συνώνυμη με την λακωνικότητα. Διδακτισμός που περνάει μέσα από παραδοσιακού τύπου γνωμικά.
Έλλειψη στίξης: τα ποιήματα δεν κλείνουν με τελείες αλλά συνεχίζονται στο επόμενο.
Ούτως ή άλλως η τελεία είναι το θηλυκό τού «τέλειος» κι αυτή η έννοια, όπως οι ΑΛΛΕΣ ΠΑΡΕΜΦΕΡΕΙΣ ΈΝΝΟΙΕΣ «αυθεντία», «πρωταγωνιστής», «αφέντης» είναι ήδη εξοβελιστέες (αν όχι ακόμη εξοβελισμένες) από το καθημερινό αλλά και από το δοκιμιακό λεξιλόγιο (όπως το «ταλέντο», και το «ένθεος», που προϋποθέτει την παραδοχή μιας ανώτερης αυθεντίας).
Οι νέοι σήμερα, απογοητευμένοι από το έργο των προηγουμένων, αλλά απελευθερωμένοι – χάρη σ’ αυτούς – από ιδεοληψίες και εμμονές φεουδαρχικού τύπου, έρχονται να αναπλάσσουν την γλώσσα και μέσα από αυτή να χαράξουν καινούργιους δρόμους για την Σκέψη τού παρόντος μέλλοντος.
Αυτό φαίνεται καθαρά σε αυτή την χαρακτηριστική ποιητική συλλογή που ερωτοτροπεί ανάμεσα στο λογικοφανές και στο αιτιοκρατικό «παράλογο» που πολλαπλασιάζει επ’ άπειρον τις κβαντικές παράλληλες πραγματικότητές μας.
Βεβαίως και υπάρχουν εδώ σοφά τεχνουργημένες παρηχήσεις, αναγραμματισμοί του τύπου «ελπίδα-λεπίδα» (αλλά όχι και νεολογισμοί), δραματικά μέσα κι εργαλεία όπως το «…ε…» τής σελίδας 9 που δεν είναι διόλου ευφωνικόν αλλά απολύτως χρήσιμο στο χτίσιμο τής δραματουργικής δομής.
Ήδη το τρίπτυχο ανάπτυγμα των σελίδων 8 και 9 εικονοποιεί το αναγεννησιακό όραμα ενός φωτισμένου νέου ανθρώπου που ισορροπεί ακροβατώντας μεταξύ Δυτικής Επιστήμης / Φιλοσοφίας και Ανατολίτικης θεολογικής σκέψεως, αρκούντως σωματοποιημένης με την άσκηση τής αναπνοής. Στην Ανατολή δεν ισχύει ο μονοθεϊστικός τεμαχισμός τού Όντος σε τρία μέρη: σώμα-ψυχή-πνεύμα. Έτσι πολλά έχουμε να διδαχτούμε από αυτό το πάντρεμα.
Δεν είναι τυχαίο που ένας διδάκτωρ Ψυχολογίας, αλλά και γλωσσολόγος ασκείται (εκτός από την ποίηση) και στις πολεμικές τέχνες.
Είναι ένας χαρακτηριστικός (αν και όχι ακόμη «τυπικός») πρόδρομος τού Αναγεννησιακού Ανθρώπου τού αμέσου μέλλοντος, που καταρρίπτοντας την αναγκαστική εξειδίκευση τής Πρώτης Βιομηχανικής Επανάστασης επιτάσσοντας την διεπιστημονικότητα.
Για να τον γνωρίσουμε καλύτερα, θα επαναλάβω εδώ την ήδη δημοσιευμένη για το πρώτο του αυτό έργο ως πρωτοεμφανιζόμενος φέρελπις ποιητής:
https://www.fractalart.gr/ikaros-21os-ai-odysseias-omiros/
Εισαγωγικώς, πρέπει να τονίσουμε ότι ο πρωτοεμφανιζόμενος ποιητής αλλά έμπειρος ήδη διανοητής Αιμιλιανός Σιδέρης είναι διδάκτωρ Ψυχολογίας, αλλά διαθέτει μία αναγεννησιακή φαρέτρα πολύπλευρων γνώσεων που μπαίνουν και στα χωρικά ύδατα τής Γλωσσολογίας (είναι εμφανής αυτή η διάσταση στο προς μελέτην κείμενο), καθώς και στα χωρικά ύδατα τής Βυζαντινής και Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, της Λακανικής Ψυχαναλύσεως μη εξαιρουμένης.
Και περνάμε τώρα στην γραμμική ανάλυση:
Λόγος επιγραμματικός, δίστιχα που λειτουργούν σαν γνωμικά. Τα ποιήματα αρχίζουν με μια αρχική ιδέα / εικόνα και μετά αναπτύσσονται δια της αναλύσεως αυτού τούτου τού αρχικού εναύσματος:
ΙΚΑΡΟΣ, 21ος αι.
Ό, τι κατέγραψα ήταν η φουρτούνα της πτώσης
Περιμένοντας την τρικυμία… (σελ. 7).
Αναμενόμενο για ένα πρωτοεμφανιζόμενο ποιητή στην αρχή τής δεκαετίας τού εικοστού πρώτου αιώνα να ανιχνεύει προσεκτικά το έδαφος εφοδιασμένος με τα δοκιμασμένα και μέχρι τώρα αποτελεσματικά εργαλεία.
ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ
Ξεμείναμε εδώ, στη μέση του λιμανιού,
Πλήρωμα μιας αυτεπάγγελτης κιβωτού…… (σελ. 8).
Ακολουθεί «μισό» ποίημα που δεν κερδίζει την δική του σελίδα. Έτσι τα 15 πρώτα ποιήματα τού πρώτου μέρους είναι στην ουσία 14,5 και ισοζυγιάζουν με τα 14 ποιήματα τού δεύτερου μέρους:
ΣΤΕΡΗΤΙΚΟ
Χαιρετούμε και χαιρόμαστε εσέ που μας χαράζεις
Χαιρετούμε και χαιρόμαστε και αποχαιρετούμε.…… (σελ. 8).
Κι εδώ αρχίζει να διαφαίνεται η αφηγηματικός καμβάς πάνω στον οποίο χτίζεται και κεντιέται αυτό το άκρως ενδιαφέρον ψηφιδωτό έργο.
ΓΚΡΕΜΟΣ
Ένας σωρός που κινείται κι αλλάζει διαρκώς
Πεινώντας
Ένας χαμός
Των διαστάσεων και του χρόνου……… (σελ. 9).
Πέρα όμως από τη θεματική, στο επίπεδο τής τεχνικής δοκιμάζουμε ευχάριστες (αλλά όχι κι αναπάντεχες εκπλήξεις).
Επιτυχημένος αναγραμματισμός, εξαιρετική παρήχηση (σελ. 9):
Καθώς λεπίδα, / … ε… ελπίδα γίνεται
Το ίδιο εύστοχο κι ευθύβολο είναι το ειρμός/οδυρμός (σελ. 10):
Δεν έχουν ειρμό, μόνο οδυρμό
Επιλεκτικές, διακριτικές ομοιοκαταληξίες (σελ. 10):
Με ήττες σα στολίδια
Ταΐζουν δώρα τη φωτιά
Που βρίσκουν στα σκουπίδια.
Ο απόηχος τής παραδοσιακής / δημοτικής ποίησης φτάνει – ως φαίνεται – μέχρι και τους νέους ποιητές εμποτίζοντας τη γραφή τους με την δρόσο τού παλαιού που δεν έχει όμως ημερομηνία λήξεως. Η Ελληνική Ποίηση είναι μια μακραίωνη περιπέτεια, κατάκτηση τού Πανανθρωπίνου Πνεύματος κι αυτό πρέπει να μας στηρίζει ως σκέψη κι ως παρηγοριά για το ολιγοπρόσωπο τού κοινού για την γλώσσα μας, είναι όμως τόσο εύπλαστη που μας αποζημιώνει για αυτή την οιονεί περιθωριακότητα.
Αυτοψυχαναλυτικής κοπής κι εμπνεύσεως το ποίημα «Οι μαύρες ώρες» της σελίδας 11:
Στον καθρέφτη φανερώνεται το αγρίμι.
Παραξενεύεται μα συμφωνεί.
Θανατερή λιακάδα μάρμαρο
ηλίου βασανιστή.
Η γάζα σκληρή.
Ποιος είναι ποιος σε αυτή τη σιωπή?
Η ταραχή μου διαλύεται σε μια κουταλιά νερό.
Ο πρωινός καφές μου παίρνει το μυαλό.
Το ρολόι με καλεί.
Το ακολουθούν επίσης αυτοψυχαναλυτικές αλλά αντικατοπτρικές «Οι Λευκές Ώρες» (σελ. 12):
Κάθε πρωί ξυπνάω
Και καθώς δεν έχω μάθει να πετάω
Στον τοίχο το κεφάλι μου χτυπάω.
Κάθε πρωί.
Λόγια, υποσχέσεις, όνειρα,
Θρύψαλα ξεχύνονται
Τα δόντια μου λιμάρω.
Και αποχωρώ.
Ο ήλιος μπαίνει βραχνός κάθε πρωί.
«Θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο?» ρωτάω
Κι οι απαντήσεις αμέτρητες –τα παρατάω.
Το ρολόι μου κοιτάω
«Έχουμε και δουλειές»
Όνειρα επανάστασης στη σάχλα καμωμένα
Δεν συγκρατώ.
Μόνο ρωτώ.
Αποκαμωμένα.
Κάθε πρωί.
Θέλεις ν’ αλλάξεις τον κόσμο;
Το ερώτημα τού τελευταίου στίχου δεν είναι ρητορικό αλλά προτρεπτικό.
Ο καθρέφτης και στα δύο αυτά διαδοχικά ποιήματα λειτουργεί ως μεταφορική λίμνη τού μετεφήβου Ναρκίσσου, που έχει όμως τα εχέγγυα να απεμπλακεί από το μαγνητικό ερωτικό είδωλό του χάρη στη νοητική ενέργεια που υπερισχύει τού συναισθήματος.
Ακριβώς την εύλογη αγωνία τού μετεφήβου για την αλλοτριωτική επίδραση τής κοινωνικοποίησης στον εσωτερικό του κόσμο σημαίνει σαφώς, σαφέστατα, το επόμενο ποίημα:
ΑΓΝΟΙΑ
Σώματα βαίνουν βαρετά
Ενόψει εορτής και σχόλης
Μέσα στης κίνησης το σαματά
Και τη σιωπή της πόλης (σελ. 12)
Κι ακολουθείται – φυσικά – από τι άλλο; Από την επαναστατική «Αντίσταση» (σελ. 14):
Ο άνθρωπος κλωτσάει τον τοίχο.
Τιμωρία για να δεις.
Να μάθεις πώς όλα ματώνουν.
Και να μη ζητάς πια,
να μην απορείς.
Και μετά την όποια επιτυχημένη προδεδιαγραμμένη εν μέρει αποτυχία τής επανάστασης» ακολουθεί η ανάγκη για «Μετάβαση» (σελ. 15):
Όλο κι όλο που έχω ανάγκη
Είναι κάτι να δίνει μορφή στο κενό
Κάτι να κάνει την αίσθηση από
Πραγματική, απατηλή.
Ολιγάρκεια και «συμβιβασμός», επιτακτικός αναστοχασμός και ανάδραση. Η εξωτερική «Απειλή» είναι διαρκής κι επικρέμαται επί τής κεφαλής τού ευαίσθητου δέκτη κοσμογονικών αλλαγών που ξεπερνούν τις αντιληπτικές του ικανότητες και τις νοητικές λειτουργίες τού αριστερού ημισφαιρίου τού εγκεφάλου του (για τους δεξιόχειρες):
Σα να σέρνεται
Πάνω σε μέταλλο
Σα μέταλλο
Πάνω σε σάρκα
Σαν φλέγεται
Πάνω από ποτάμια
Σα φωτιά
Πάνω σε βάρκα
Σα μπότας βροντή
Πάνω στο έδαφος
Σαν έδαφος πάνω σε
Έδαφος που υποχωρεί (σελ. 16).
Νοσταλγία τής εφηβικής και της πρώτης νεανικής ηλικίας, τα περίφημα «φοιτητικά ανέμελα χρόνια», ο χαμένος παράδεισος που τον αναζητούμε μαζί με τον απομονωμένο και μονωτικό Μαρσέλ Προυστ:
ΑΠΩΘΗΜΕΝΑ
Καρδιά που χτυπά στο παρελθόν
Σε σώμα που χτυπά στο παρόν
Σα σε τοίχο (σελ. 17).
Όμως η «Εξέλιξη» είναι αναπόφευκτη, όπως φαίνεται στο επόμενο κρυπτικό, ειρωνικό, συμβολικό κι άκρως υπαινικτικό ποίημα:
ΕΞΕΛΙΞΗ
̀Ήν, ἦσθα, ἦν
ἐσμέν, ἐστέ, εἰσίν
Και στον αιώνα τον παντοτινό
Ως αεί και νυν
Μακάρι (σελ. 18).
«Η πόλη από κερί» ταυτίζεται με τον φρενιτικώς επιταχυνόμενον χρόνον και πρέπει να λιώσει, να αφανιστεί μαζί με τις όποιες αναστολές μας:
ΠΟΛΗ ΑΠΟ ΚΕΡΙ
Αφού φάγαμε
Αφού ήπιαμε
Αφού αρπάξαμε
Συνηθίσαμε στην πόλη αυτή.
Ανδρείκελα ανθρώπων γίναμε
Χωρίς πίστη στην πορεία.
Τσιγάρο στο τσιγάρο
Μια αργή αυτοκτονία
Καθώς βουλιάζουμε.
Μια διαρκής διαμαρτυρία.
Όλοι πεθαίνουμε στη ζέστη αυτή. (σελ. 19).
Αφόρητος καύσωνας, όχι των αισθήσεων, αλλά των μεταισθήσεων, των μεταβατικών εκείνων στοχασμών που οδηγούν στο άπειρο κι εκείνο το μεταίσθημα που έχει πάντα πικρή γεύση ό,τι και να κάνεις, όπως και να το μεταβολίσεις εκείνο σε κυβερνά με το βάρος μιας ενοχής, προπατορικής, πολιτισμικής, ηθικής τάξεως. Η ενοχή τού ζωντανού, του υγιούς, του επιτυχημένου, τού «προνομιούχου» σε έναν κόσμο τεχνητής στέρησης.
Μετά την ενοχή ακολουθεί η συλλογική αυτοτιμωρία δια της καταστροφολογίας. Η Κασσάνδρα επί το έργον:
7 ΠΛΗΓΕΣ
Η καταστροφή θα έρθει σε 7 πληγές.
Το 1/7 των ζ
ωντανών θα καταρρεύσει σε σεισμούς.
Το 1/7 θα πνιγεί απ’ τις πλημμύρες.
Το 1/7 θα πληγεί απ’ τους λιμούς
Το 1/7 απ’ το λοιμό
Το 1/7 της ανθρωπότητας θα πέσει από δολοφονίες
Το 1/7 από τον πανικό.
Το 1/7 της φύσης θ’ αφανιστεί από άγνωστες ως τώρα συμφορές.
Αυτό να καταχωρηθεί ως προφητεία. (σελ. 20).
Και στο σημείο αυτό τελειώνει το πρώτο μέρος τής δίπτυχης αυτής ποιητικής συλλογής που είχε τον τίτλο «Ίκαρος, 21ος αι.» και περνάμε στο δεύτερο μέρος «Οδύσσειας Όμηρος» [υποθέτω πως είναι Οδύσσειας κι ουχί Οδυσσείας, αφού το γράφει με κεφαλαία].
15 ποιήματα το πρώτο μέρος, 14 το δεύτερο.
ΑΥΓΗ
Καλημέρα κόσμε!
Και να ξέρεις γέρνεις
Γιατί εμείς καλά αρμενίζουμε. (σελ. 23).
Η αισιοδοξία τής ωριμότητας παίρνει τη θέση τής εφηβικής καταστροφολογίας.
ΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ
Αρπάζω το στυλό
Γιατί όσο το στόμα μένει κλειστό
Γεννιούνται βάσανα
Αγκάθια τρυπούν τη γλώσσα βάναυσα
Και χτίζεται γύρω μου καμίνι
Απ’ όπου δεν μπορώ να βγω.
Τέλος πλέκεται ταλαίπωρο
Σιωπηλό και μανιακό.
Και το στόμα ανοίγει
Και ο λόγος τελειώνει εδώ. (σελ. 24).
Τώρα ο κοινωνικοποιημένος ακαδημαϊκός πολίτης τού κόσμου αποφασίζει να επενεργήσει και να αφήσει το στίγμα του στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα.
Ο στόχος είναι ένας και ξεκάθαρος: η αντίσταση σε κάθε «Τυραννία» (σελ. 25):
Θέλω να υποθέσεις βρωμιά
Σ’ αυτή την υδάτινη επιφάνεια
Και θέλω να μη θέλεις να σταματήσεις
Μέχρι να την καθαρίσεις.
Κάνε μια προσπάθεια!
…αλλά θέλω να πιστεύεις ότι δεν το κάνεις σωστά.
Άλλωστε, πώς καθαρίζει κανείς μια υδάτινη επιφάνεια;!
Θέλω να μου πεις.
Έτσι δίνεται η μορφή της διαταγής
Με πυγμή κι αδιαφάνεια.
Εκπληκτικών παρηχήσεων και μουσικών επαναλήψεων το επόμενο αριστουργηματικό ποίημα (το κορυφαίο από μουσικής πλευράς):
Ω, ΟΝ
Σε κάθε πιθαμή κάθε στρέμματος
Κάθε διάδημα κάθε στέμματος
Ξυράφι κόντρα στη φορά του δέρματος.
Με την αποφασιστικότητα αιώνων οργασμών.
Ίσως ως ανάσα ωσαννών.
Σαν εξάρσεις θνητών
Περί σπουδαίων και ταπεινών.
Ίσως ως σοφών και σεμνών
Τρανών στεναγμών…
Αλληλέγγυων αλληλουϊών…
Αλληλουχιών αλλαλαγμών…
Αλλά πάντα σαν αιχμές κονταριών
Μέσα στο στόμα του τέρατος
Ω, ον!
Που παραμένεις παρών/ούσα/όν
Σ’αυτή τη χώρα γης και σπέρματος. (σελ. 26)
Στέμματος/δέρματος, αλληλουχιών αλαλαγμών [παρήχηση τού λάμδα], ωμέγα διπλό όμικρον και όμικρον, μετά από κόμμα. Ένα ποίημα που θα ζήλευαν πολλοί γηραιότεροι και παλαιότεροι λογοτέχνες.
Η πολιτική ιδεολογία αποκαλύπτεται τώρα φανερά στις «Σκαλωσιές στην Ακρόπολη» (σελ. 27):
Ακάλυπτος στέκει στα ύψη ναός
Αγάλματα αστράφτουν κατάρες σιωπής
Ανάμνηση που άφησε ο πολιτισμός
Βουίζει τριγύρω σαν γλώσσα ντροπής
Σύννεφα, αέρας και ουρανός
Μολύνσμένα στο σάλιο ευχής νοσηρής.
Χλωμός ευαγγελισμός
Πομπώδης χρησμός
Κατσούφης, συρτός κι επαχθής.
Ο βράχος δεν θα ‘ναι ποτέ πια ιερός.
Τον κατάπιε με βία το άρρωστο φως.
Μια ιδέα χλωμή κι ασαφής.
Εχθρός του μέτρου και της λογικής.
Παλεύει τ’ όνομα και την ταυτότητά της:
Γραικός.
Διπλά σοφός!
Και Έλλην και Χριστιανός.
Επιτέλους, κοσμοπολιτικός στοχασμός, χωρίς ίχνος εθνικισμού, δίχως το μόνιμο άγχος τής περίφημης γλωσσικής πολιτικής ορθότητας που πήρε διαστάσεις μεσαιωνικής μάστιγας τα τελευταία χρόνια (μεσαωνική πανούκλα και χολέρα).
Η αρχαιογνωσία δεν είναι απλώς must και δεν έχει γίνει ακόμα μόδα (παρά τις αναρτήσεις τού Elon Mask στο twitter), όμως εάν θέλουμε να εξελιχθούμε και να εκφράσουμε τις πολύπλοκες νέες έννοιες που θα αναδυθούν χάρη στην τεχνολογική εξέλιξη, θα πρέπει να στραφούμε στην συλλογική δεξαμενή λύσεων που δόθηκαν από την Ανθρωπότητα σε διάφορες ανάλογες επώδυνες πολιτισμικές μεταβάσεις σε κάτι εν πολλοίς Άγνωστο, Απροσδιόριστο κι απρόβλεπτο.
X, ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΣΤΟΥΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥΣ
Έπεσα στα γόνατα και έφτυνα τη γη.
Σεισμός τα χώματα δονεί.
Ξέφρενο γεννιέται άτι.
Διαμελισμού μανία
και μαχαίρι στο μάτι.
Χρώμα γκρίζο και μελί
Σαν τρικυμία η οργή
Σαν καταιγίδα, σα σφυρί.
Με το μορφασμό του ηττημένου μένω
Ακόμα εν ζωή.
Του πλήθους η ζητωκραυγή
σα βάπτισης ιαχή και πένθους πέπλο – μαζί.
Το όνομά μου έχει για πάντα χαθεί. (σελ. 28).
Πριν την τελευταία νικηφόρα επέλαση, το Φως φαίνεται σαν να υποχωρεί και πριν την Ανατολή τού Πνευματικού Αελίου πάντα προηγείται το (φαινομενικώς) πλέον μαύρο, ζοφερό σκοτάδι.
ΣΠΟΝΔΕΣ ΣΕ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥΣ ΘΕΟΥΣ
Τώρα το φως υποχωρεί
Πυρώνουν οι ματιές μας
Σαν μία οι κραυγές μας
Ανοίγουν πόρτα στη σιωπή
Άνομοι θεοί,
αμαρτωλοί
Μυρίζουν τις σπονδές μας.
Χαρίζουν χάδι σα βροχή
Κι επαίνους στις βροντές μας. (σελ. 29).
Η Νέα Εποχή γέμισε από ψευδοπροφήτες, αγύρτες μάγους και μαστροπούς τής δήθεν Αρχαίας Γνώσης. Όμως οι νέοι δεν ξεγελιούνται από κρωξίματα και σαθρές θεωρίες, γιατί διαθέτουν μόρφωση, πλατιά και σφαιρική κι ο καθημερινός καταιγισμός από πολύμορφα πολυποίκιλα σήματα τούς αναγκάζει να οξύνουν και να εξασκούν, να γυμνάζουν την κριτική τους Σκέψη.
Τι κι αν γεμίζει το σύμπαν με «Σημεία και Τέρατα»; Ο έλλογος άνθρωπος μπορεί να διασχίσει τα σκοτάδια με βακτηρία την διαίσθηση και την ποιητική λειτουργία τής Φαντασίας:
ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ
Είναι η αγωνία ένα κι όμοιο με την εμπειρία;
Θες να ξέρεις κάτι που δεν θα ‘θελες να ξέρεις;
Τολμάς να μαντέψεις σε πόσα σημεία σκορπάνε τα πέρατα;
Ζητάς να γεμίσεις μ’ αναμνήσεις που αγωνιωδώς θα ζητάς να σβήσεις;
Με βουλιμία; Μ’ ασυδοσία;
Σαλπάρεις ξανά για χρυσόμαλλα δέρατα;
Υπάρχει σωτηρία για την επιθυμία;
Πόσες επαναλήψεις ακόμα για να φύγουν τα τέρατα;
Θα προσπαθήσεις λες να σταματήσεις; (σελ. 30).
Εδώ αποτυπώνεται ανάγλυφη η αγωνία τού νέου ανθρώπου να κερδίσει διαμεσολαβημένη εμπειρία αφού η δική του πείρα είναι κατ’ ανάγκην κι εξαρχής περιορισμένη.
Και μετά την καταβύθιση στού Συλλογικού Υποσυνειδήτου τα ερέβη ξαναγυρίζει ο αφηγητής / η ομιλώσα ποιητική φωνή στην ασφάλεια των πέντε γνωστών αισθήσεων (σελ. 31):
ΗΧΟΙ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Ενώ η μέρα ξεκινά με έξαλλα περιστεριών γουργουρητά
Και πανικόβλητα, ανήσυχα δεκαοκτουρητά
Ενώ το καζανάκι από πάνω γεμίζει
Και ο θερμοσίφων μουγκανίζει
Ενώ κομμένη εξάτμιση ξυρίζει τον ορίζοντα
Και οδηγός που δεν χωράει σιχτιρίζει
Ενώ παίρνουν φωτιά τα κινητά
Και η γειτόνισσα στριγκλίζει
Η κόρνα μπαίνει καρφωτά
Και η τηλεόραση του γείτονα βουίζει
Μια σκέψη κουδουνίζει
Να φύγει δεν μπορεί
Σαν από μια κλωστή δεμένη
Διαολεμένη.
Και τώρα το ποίημα που δίνει τον τίτλο τού δεύτερου μέρους αυτής τής επώνυμης τολμηρής ποιητικής συλλογής ενός θαρραλέου πνευματικού ανθρώπου:
ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ ΟΜΗΡΟΣ
Ανοίγοντας πανιά ξανά
Για κάπου που δεν μπορώ να πω προορισμό
Που ενώ εξαρχής το ξέρω φανταζόμενός το τόσο
Φανερώνεται μονάχα όταν αρχίζω να το ζω
Σα ρολόι που δεν ακούγεται μέχρι ν’ ακουστεί
Και μετά δεν παύει στιγμή.
Οδύσσειας Όμηρος;!
More like…
Πηνελόπης αργαλειός.
Αναζητώντας συνεχώς το κάτι πώς να μην μπορώ να βρω.
Συλλογιζόμενος διαρκώς πώς το εδώ να γίνει εκεί και όχι
Το εκεί
εδώ. (σελ. 32)
Το τελευταίο τετράστιχο – δίκην εικονοποιήματος – δίνει τον τόνο και τον παλμό αυτής τής μετά την Φυσικήν και μετά το Μεταμοντέρνο αγωνίας.
Και μετά το εδώ που γίνεται εκεί προσγειωνόμαστε στο Παρόν:
Το παρόν είναι αδιαπραγμάτευτο
Αναγκαστικό
Ένα μέλλον που έφτασε
Απ’ ό,τι περίμενες, διαφορετικό
Γυμνό
Έφτασε και σε τρώει.
Το σύνολο των παρόντων γίνεται παρελθόν
Μα η φθορά τους παραμένει στο παρόν. (σελ. 33)
Κι ο τεχνίτης τού Λόγου πλησιάζοντας προς το τέλος ακολουθεί μια μάλλον ελλειπτική (αν όχι και κυκλική) δομή, υπακούοντας σε μια γεωμετρία παραβολική ή «υπερβολική», οπωσδήποτε όμως ουχί ευκλείδεια. Διδακτισμός και προστακτική τής αφυπνίσεως:
THE END
Εισπνεύσατε χώμα!
Με μάτια κλειστά τραγούδα το κώμα
Τσακίσου στο έδαφος
Βυθίσου στα κύματα
Κόλλα σε κόμμα
Όλα τελειώνουνε, όλα
Υπόδουλο στόμα
Σ’ αυτή και την άλλη ζωή,
Όλα
Είτε μιλάς λίγο, είτε πολύ.
Σε θαμπάδα ηλεκτρική χάνεται η Γη.
Σπιθίζει η πλάση
Θέλοντας και μη
Δίνει ζωή σε μια φωνή:
-Εισπνεύσατε χώμα!
Δονήσεις στο δωμάτιο
Της Εκάτης επικλήσεις
Μαύρη δίνη καταπίνει αυτό το άδειο χαρτί.
Αντί- (σελ. 34)
Αυτή η τελική παύλα ομοιοκαταληκτεί με το Κενό και το Άφατο, εκεί όπου τα λόγια τελειώνουν, λιγοστεύουν απειλητικώς έστω.
Και πρέπει εξάπαντος να θυμηθούμε πως παρ’ όλα αυτά τα λεκτικά παιχνίδια είμαστε:
ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ
Ώρες-ώρες σα παιδιά
Ψάχνοντας στοργή και σιγουριά
Πως όσα δε φάει απόψε η φωτιά
Θα τα φάει αύριο η ζάχαρη
Άλλοτε πάλι σα μεγάλοι
Σε τούτη τη ζωή την άχαρη
Που ψάχνουν ένα ωραίο πρωινό
Να τραβήξουν τη σκανδάλη (σελ. 35).
Τελεία δεν ξέρουν αυτά τα δύο τελευταία – αλλά όχι και στερνά, ελπίζω – ποιήματα. Καθαρά πολιτικό το καταληκτικό με τίτλο:
ΠΡΟΔΟΣΙΑ
Όλα τα δώσαν
Δεχτήκαν καμπόσα.
Φιμώσαν φωνές
Με χαλίκια στη γλώσσα.
Αποκάμανε να κυνηγούν τα γερόντια
Τόσα υποσχέθηκαν
Και ψάχνουνε όσα
Με χαλύβδινη μύτη
Με ξυράφια για δόντια. (σελ. 36).
Σπανίως έρχομαι αντιμέτωπος με τόσο δομημένη ποιητική στοχοθεσία, αποτέλεσμα επίπονης έρευνας και επίμονης (πεισματικής, θα έλεγα) μελέτης.
Η μόρφωση δεν κρύβεται, όπως και το απολλώνιο πνεύμα, ικανό να διαλύσει κάθε διονυσιακή σκαιότητα.
Δι-ερευνήστε αυτό το βιβλίο ως αλχημιστές κι όχι ως αναλυτές. Μόνον έτσι θα απολαύσετε την καθομολογούμενη μαγική γοητεία ενός λόγου αρθρωμένου μουσικώς.
Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας
