Ευχαριστώ τις εκδόσεις ΝΙΚΑΣ για την ολοκλήρωση της τριλογίας μου (που ξεκίνησε το 1977 και ολοκληρώθηκε το 2022)
Κείμενα που μας παιδεύουν και μας εξαντλούν,
ιδέες που τους αφιερώσαμε τη ζωή μας,
που γυροφέρνουν στον ύπνο και στην εγρήγορσή μας
δημιουργούν ένα δικό τους αποκλειστικό κι απαιτητικό “εγρηγορός” (“egregore”)
και λυτρωνόμαστε απ’ αυτό μόνον όταν δούμε αποτυπωμένους τους νυχθημερείς κόπους μας στο χαρτί.
Ευχαριστώ τον Νίκο και τον Γιώργο Νίκα, ευχαριστώ τους ευπροσήγορους γονείς τους
που αγκάλιασαν το έργο μου με τόσο ενθουσιασμό.
τα πνευματικά μας παιδιά είναι δυο και τρεις μυριάδες φορές παιδιά μας!!!
https://www.nikasbooks.gr/manufacturer/550/mpoyras-kwnstantinos.html

τους ευγνωμονώ.

σας ευγνωμονώ που με στηρίζετε τέσσερις δεκατετίες τώρα
προσφιλείς αναγνώστες
συνοδοιπόροι
συνδημιουργοί
συνεταίροι στον πνευματικό αγώνα…

να είμαστε καλά και να δημιουργούμε!!!
Το επόμενο επιτυχημένο διαδραστικό εργαστήριό μας στο ΠΑΔΑ την πρώτη Τρίτη του Δεκεμβρίου!!!

Η δική μου εισήγηση θα έχει τίτλο:
ΤΟ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
Η σημερινή μου εισήγηση στο Εργαστήριο με θέμα: «ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΣΗΜΕΡΑ. ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΓΡΑΦΗ».
Σας περιμένω όλες και όλους σήμερα Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2022, 5-9μμ στο ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ / ΑΜΘΙΘΕΑΤΡΟ ΣΧΟΛΗΣ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ / ΚΤΗΡΙΟ 16 / ΑΙΘΟΥΣΑ 002.
https://www.google.com/maps/
Το Εργαστήριο είναι διαδραστικό. Φέρτε μαζί σας κριτικές Θεάτρου / Κινηματογράφου / Λογοτεχνίας / Τέχνης να τις συζητήσουμε μαζί!!!
Η δική μου εισήγηση θα έχει τίτλο: “Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΕΧΝΗ ΧΩΡΙΣ ΟΡΙΑ ΤΕΙΝΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΜΑΛΓΑΜΑ. ΚΙ Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΑΜΗΧΑΝΟΣ, ΑΛΛΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΧΡΗΣΙΜΟΣ ΠΑΡΑ ΠΟΤΕ.”
Εκτός από την πρώτη εισαγωγική ομιλία μου, τα κείμενα αυτά θα συναπαρτίσουν το υλικό ενός βιβλίου (συμπεριλαμβανομένων των δικών σας εγγράφων τοποθετήσεων).
ΦΙΛΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΑΣ ΧΤΙΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΤΟΥ 21ου αιώνα με όπλο μας την ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ!!!

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΕΧΝΗ ΧΩΡΙΣ ΟΡΙΑ ΤΕΙΝΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΜΑΛΓΑΜΑ. ΚΙ Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΑΜΗΧΑΝΟΣ, ΑΛΛΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΧΡΗΣΙΜΟΣ ΠΑΡΑ ΠΟΤΕ.
Διαβάζουμε στη σελίδα 394 του βιβλίου Σταύρος Τσιγκόγλου, Σύγχρονη Τέχνη, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2014: «Τα όρια μεταξύ τέχνης, κινηματογράφου, ντοκιμαντέρ, μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, θολώνουν ή χάνονται. Αυτό όμως προς το παρόν. Κανείς δεν ξέρει το ψηφιακό μέλλον. Πότε θα δοκιμάσουν οι καλλιτέχνες τη virtual reality;».
Και στη σελίδα 262 τού βιβλίου Πολιτιστικές Βιομηχανίες. Διαδικασίες, Υπηρεσίες, Αγαθά, εκδόσεις Κριτική 2005, διαβάζουμε στο άρθρο των Εύης Σαμπανίκου και Βασίλη Βλαχάκη: «Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά των έργων τέχνης που βασίζονται στις νέες τεχνολογίες, στις διαπιστώσεις τής Άννας Καφέτση που επιχειρεί και μία ελληνική απόδοση των αγγλικών όρων (Καφέτση, 2000), σε:
1) αφηγηματικότητα (narrativity), δηλαδή αφήγηση συμβάντων με παράθεση αλληλουχίας γεγονότων,
2) διακειμενικότητα (intertextuality), δηλαδή πλέγμα διακειμενικών σχέσεων προς άλλα συναφή κείμενα, δηλαδή ο καλλιτέχνης δεν επινοεί αλλά επαναχρησιμοποιεί εικόνες άλλων έργων ή τεχνών, μέσα σε ένα νέο καλλιτεχνικό περιβάλλον,
3) διαδραστικότητα (interactivity), που είναι η αμφίδρομη σχέση έργου – θεατή και εντοπίζεται σε αφηγηματικά έργα, με ενεργητική, ανοικτή θέαση,
4) διαμεσολάβηση (mediation), ηλεκτρονική – ψηφιακή αναμετάδοση ή αναπαραγωγή τού έργου τέχνης (σαν να διαμεσολαβεί ένα ηλεκτρονικό «μάτι»),
5) αμεσότητα (immediacy), δηλαδή επικοινωνία μέσω τής επαφής τού θεατή με την υλική υπόσταση τού έργου, συχνά σε συνδυασμό τεχνολογικών και σωματικών μέσων (VR),
6) διάτοπο (interlocus), που είναι «διατοπική» επικοινωνία, δηλαδή επικοινωνία μέσω πολλών «περιοχών» από τις οποίες μπορεί να αποτελείται το έργο τέχνης (π.χ. διπλοί χώροι, περάσματα μέσα από τις εγκαταστάσεις), ενώ στα παραπάνω προστίθεται και το διαδίκτυο».
Και συνεχίζουμε την διακειμενική περιδιάβασή μας πριν έρθουμε στο προκείμενο.
Ο Βασίλης Αυδίκος στο βιβλίο του «Οι Πολιτιστικές και Δημιουργικές Βιομηχανίες στην Ελλάδα» (εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2014), γράφει στη σελίδα 203: «…έφεραν στην επιφάνεια μια νέα οπτική, αυτή τής αγοραίας πλευράς τής πολιτισμικής / συμβολικής παραγωγής, που στην Ελλάδα αποτελεί μια υποβαθμισμένη ερευνητική περιοχή, καθώς η επικρατούσα άποψη και ο κυρίαρχος λόγος θέλουν τον πολιτισμό να μην είναι εμπόρευμα».
Δεν θα επεκταθούμε εδώ σε έργα τής παγκόσμιας προβληματικής πάνω στην Σύγχρονη Τέχνη (Cynthia Freeland, Nathalie Heinrich, Peter Bruke etc).
Σχετικό όμως είναι το βιβλίο τού Peter Bruke «Πολιτισμικός υβριδισμός» (εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2010, σ. 128, μετάφραση: Ειρήνη Σταματοπούλου).
Θα αναπτύξουμε κάποιες δομημένες σκέψεις πάνω στη χρησιμότητα τού κριτικού στη μετά το μεταμοντέρνο εποχή μας.
Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΕΧΝΗ ΧΩΡΙΣ ΟΡΙΑ ΤΕΙΝΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΜΑΛΓΑΜΑ.
Απολαύσαμε όλοι το σπάσιμο των «κανόνων». Ο λογοτεχνικός «κανών» έλκει την καταγωγή του από τα εκκλησιαστικά κολέγια τού Μεσαίωνα. Αντικατοπτρίζει ένα σύνολο θεσμοθετημένων κι αποδεκτών μέτρων και σταθμών που συνιστούν την επίσημη «ετικέτα» μιας συγκεκριμένης ιστορικής (χωροχρονικής) συλλογικότητας.
Από αυτή την άποψη δημιουργεί μία κάποιου είδους ασφάλεια, ελαχιστοποιεί όμως την ελαστικότητα τού όλου ιδεολογικού συστήματος παραγωγής συμβόλων για τη διαιώνιση κι αναπαραγωγή τής ομαδικής συνείδησης (που μπορεί να είναι εθνική, θρησκευτική, σεξουαλική κ.λπ).
Η όποια αλλαγή μπορεί να προκύψει μόνον εκ των έσω με ένα «κβαντικό» «ποιοτικό άλμα» (όπως θα έλεγε ο Δανός φιλόσοφος Σόρεν Κίρκεγκααρντ) που συμπαρασύρει τα σύνορα κι επαναχαράσσει καινούργια πλαίσια μέσα στα οποία θα κινηθεί η επόμενη «κανονικότητα», πριν γίνει κι αυτή με τη σειρά της «κατεστημένη».
Η όλη εξέλιξη τού Ανθρώπινου Πολιτισμού βασίζεται σε κάποιες τέτοιες μικρές ή μεγαλύτερες, προοιωνιζόμενες ή μη, ομαλές ή αναταρακτικές ανταρσίες ή «επαναστάσεις» που διαμορφώνουν καινούργιους -ισμούς, καλλιτεχνικά / φιλοσοφικά / ιδεολογικά ρεύματα, που συμπαρασύρουν τους αμέσως επόμενους (εκόντες-άκοντες).
Στον χώρο της Φυσικής των υποατομικών σωματιδίων υπάρχει το λεγόμενο «παραδοξόνιο» (ή «τρελόνιο», σε ελεύθερη απόδοση, με μια ισχυρή δόση μετανεωτερικού χιούμορ), που δεν φαίνεται να υπακούει στους ίδιους με τα άλλα συν-αδελφάκια του κανόνες έλξης-άπωσης. Τι συμβαίνει; Η πολυπλοκότητα τής Φύσης και της πολυπλοκότητας τού ανθρώπινου ψυχισμού (ακόμα και στα ομοζυγωτά δίδυμα) καταλύει εν μέρει, αλλά και επαληθεύει τις θεωρίες τού Δαρβίνου για την Εξέλιξη.
Αν οι αριθμοί Fibonacci, συμβατοί με την αρχαιοελληνική εφαρμογή τής μαθηματικής «χρυσής τομής», δημιουργούν διάφορα ανάλογα (αλλά όχι απαραίτητα κι αναλογικά) πρότυπα, μερικές διαφορικές εξισώσεις με συγκεκριμένες μεταβλητές, μερικούς πεπερασμένους αλγόριθμους, σε εφαρμογή των οποίων πολλαπλασιάζονται ζώντες και μη ζώντες, έμψυχοι και άψυχοι οργανισμοί, τής οργανικής ή ανόργανης Χημείας, με μια μέθοδο σχεδόν «φωτοτυπική». Οι εξαιρέσεις, οι «μεταλλάξεις», οι αλλοιώσεις, το απρόβλεπτο μπαίνουν από το παράθυρο τής επίσημης κι ευρέως διαδεδομένης εξελικτικής πορείας των ειδών προς την τελείωση.
Στα πολιτισμικά φαινόμενα, που είναι απείρως πολυπλοκότερα από την στυγνή αναπαραγωγή (δουλική μίμηση ενός προτύπου), ο αριθμός των μεταβλητών στην διαφορική εξίσωση μεγιστοποιείται (και τείνει – θεωρητικά – στο άπειρο).
Πώς μελετάμε λοιπόν ένα «έργο εν εξελίξει»; Πώς εξετάζουμε μία πολιτισμική περίοδο «εν θερμώ», εκ των έσω, ενόσω ζούμε και συνδημιουργούμε επηρεάζοντας την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα»;
Ο Αριστοτέλης φιλοτέχνησε την ανατομία τής αρχαίας τραγωδίας μετά τον θάνατό της. Η «Ποιητική» δεν θα μπορούσε να είχε γραφτεί τον πέμπτο αιώνα, στην μεγάλη ακμή τού αττικού δράματος.
Εμείς πώς μπορούμε να αποτιμήσουμε τα πολιτισμικά αγαθά, τα προϊόντα τής πολιτιστικής βιομηχανίας ενόσω ακόμα δεν έχουν μπει στο σελοφάν με το απαραίτητο barcode; Αλλά ακόμα και μετά την εμπορευματοποίηση, διαφήμιση / προβολή και κατανάλωσή τους, απαιτείται μια μακρά (απροσδιόριστη) περίοδος «μεταβολισμού», χωνέματος, αφομοιώσεως, μεταστοιχειώσεως πριν αποφανθούν για την ωφέλεια ή και την χρησιμότητα αυτής τής επιλογής.
Όταν συνυπολογίσουμε την δυσκολία να επιμετρήσουμε επακριβώς αισθητικές αρετές που υπάγονται σε αόριστες κι όχι απολύτως θεσμοθετημένες και κοινώς αποδεκτές συμβατικές κατηγορίες, τότε το όλον εγχείρημα φαίνεται τελείως ακατόρθωτο (μόνον η κβαντική απροσδιοριστία μπορεί να το καθορίσει, όχι όμως και να το εξηγήσει).
Εδώ υπεισέρχεται ένα άλλο θέμα: η χρήση τού Λόγου (της Λογικής) σε μη νοησιαρχικά προϊόντα τής Ανθρώπινης Σκέψης.
Στη σελίδα 259 τού βιβλίου Πολιτιστικές Βιομηχανίες. Διαδικασίες, Υπηρεσίες, Αγαθά (εκδόσεις Κριτική 2005), διαβάζουμε στο άρθρο των Εύης Σαμπανίκου και Βασίλη Βλαχάκη: «Στην πραγματικότητα, ό,τι ονομάζουμε “μεταφωτογραφική πρακτική” (Tomas, 1996: 145 κ.ε.) έχει ως βάση την πολιτισμική επιστημολογία που ρυθμίζει τη σχέση μας με το φυσικό περιβάλλον πάνω στο διπολισμό “Μυαλό/Σώμα” και “Κουλτούρα/Φύση” ή “υποκείμενο/αντικείμενο” σε τελική ανάλυση».
Από τότε που πήραμε διαζύγιο από την Φύση, που τεμαχίσαμε τον άνθρωπο (τουλάχιστον) στα τρία (σώμα-ψυχή-πνεύμα), από τότε που το εγώ αποσπάστηκε οριστικά από το εμείς και το άτομο υπερτιμήθηκε σε σχέση με το σύνολο, όλες οι κριτικές μας απόπειρες να συλλάβουμε το Άφατο, να κατανοήσουμε το Άρρητο και να εικονοποιήσουμε το Αόρατο πέφτουν στο Κενό.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος όμως φαίνεται σαν να αντιπαθεί το Κενό και το Τίποτα.
Η άκρα εξειδίκευση που επέφερε η Πρώτη Βιομηχανική Επανάσταση μετέτρεψε τον άνθρωπο σε εξάρτημα μιας «δαιμόνιας μηχανής» (για να θυμηθούμε τον φωτισμένο Ζαν Κοκτώ).
Ο λεγόμενος «αναγεννησιακός άνθρωπος» συκοφαντήθηκε και υποτιμήθηκε συστηματικά, γελοιοποιήθηκε και περιθωριοποιήθηκε, μέχρι τις πρώτες δεκαετίες τού εικοστού πρώτου αιώνα, οπότε και διαφάνηκε η απόλυτη (ή σχετική) ανάγκη για διεπιστημονική προσέγγιση πολύπλοκων κοινωνικών και πολιτισμικών φαινομένων.
Κι εδώ υπεισέρχεται ο κριτικός, ως εμπειροτέχνης, ως επιστήμων, ως «επαρκής αναγνώστης», ως συνδημιουργικός θεατής, ως «γευσιγνώστης» (dégustateur).
ΚΙ Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΑΜΗΧΑΝΟΣ, ΑΛΛΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΧΡΗΣΙΜΟΣ ΠΑΡΑ ΠΟΤΕ.
«Ο θεός πέθανε». Και μαζί του ο «σκηνοθέτης θεός» του εικοστού αιώνα, η «κριτική αυθεντία», το «ταλέντο», η «έμπνευση» (που προϋποθέτει μία αόρατη τάξη πνευμάτων)…
Αμηχανία. Ο κριτικός ενεός παρακολουθεί την κατακλυσμιαία πλημμυρίδα τής εποχής του, όπου «κάθε τι είναι Τέχνη» και «όλα είναι αποδεκτά, ανεκτά, σεβαστά κι αναγνωρίσιμα ως…». Ως τι; Ως έργα τέχνης; [έστω και με μικρό ταυ;].
Ο Ποιητής έχει καταστεί προ πολλού άχρηστος, ανώφελος, περιθωριακός, παρίας, ύποπτος… Από τον Αρθούρο Ρεμπώ και μετά η ποιητική ενασχόληση (που δεν είναι ιδιότητα, μήτε καν προϋποθέτει κάποια ικανότητα -ο ελεύθερος στίχος κατεδάφισε κάθε προαπαιτούμενη ικανή κι αναγκαία συνθήκη για την ποιητική παραγωγή) θεωρείται ασύμβατη με κάθε (άλλη) σοβαρή επαγγελματική δραστηριότητα. Πόσες φορές δεν άκουσα στον επαγγελματικό μου βίο: «δεν μπορεί να είναι καλός μηχανικός, αφού είναι ποιητής δεν έχει διαύγεια) [κι ας είμαι διπλωματούχος τού Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, που τότε – το μακρινό εκείνο 1979 – έπρεπε να γράψεις άριστα σε όλα, και στην Έκθεση Ιδεών].
Ο Κριτικός πέθανε με κάποια χρονοκαθυστέρηση (τριών τουλάχιστον δεκαετιών) σε σχέση με τον Ποιητή. Ίσως λόγω κεκτημένης ταχύτητας, ενσωματωμένης αδράνειας, εμπορευματοποιημένης δημοσιογραφικής εργασίας, το κριτικό λειτούργημα δεν ξέφτισε αμέσως. Όχι πριν την καθολική γενίκευση τής χρήσης τού Διαδικτύου, οπότε η «παρουσίαση» υποκατέστησε την «κριτική» και τα “like” τα (κλακαδόρικα ή αυθόρμητα) χειροκροτήματα.
Επειδή όμως ο χώρος τού θεάματος, που συνδεσμεύει την έντεχνη αφήγηση (αν όχι και την Λογοτεχνία) με τις λεγόμενες «παραστατικές τέχνες», έχει ένα σαφές οικονομικό πρόσημο, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του και την διαρκώς εξελισσόμενη Τεχνολογία, τότε μπορεί κι ο ρόλος τού κριτικού να διαιωνιστεί, ενώ τού ποιητή θα έχει γυρίσει πίσω στην διασκεδαστική-ψυχαγωγική αξιοποίησή του.
Ήδη το θέατρο και ο κινηματογράφος, οι εικαστικές τέχνες ακόμα, για να μην αναφέρουμε τις «εγκαταστάσεις» (installations) τα video-art και τα ψηφιακά παίγνια, χρησιμοποιούν ή αξιοποιούν (κατά περίπτωση) αθάνατα ή αναλώσιμα έργα Λόγου και Τέχνης (κλασικά ή κλασματικά).
Αυτό το παγκοσμιοποιημένο μεταμοντέρνο αμάλγαμα ετερόκλητων και ανόμοιων υλικών που σχηματίζουν μία οζώδη (από το «όζω») «ρώσικη σαλάτα» απαιτεί επειγόντως την παρουσία (καθώς και την γνωμάτευση) ενός «γευσιγνώστη» τεχνικού προκειμένου όχι μόνο να αποφύγουμε την όποια δηλητηρίαση αλλά και την χρόνια πολιτισμική τοξίνωση που θα μεταλλάξει το ενεργειακό μας γονιδίωμα προς μία άλλη μορφή αόριστη, απροσδιόριστη, ακαθόριστη, άγνωστη [και για τούτο απειλητική].
Εξηγούμαι: τάσσομαι αναφανδόν και η λέξη «παρακμή» δεν συμπεριλαμβάνεται στο λεξιλόγιό μου, δεν νοσταλγώ το παρελθόν και δηλώνω πως δεν έχω ζήσει σε κανέναν «παράδεισο» (ποτέ, σε καμία ηλικία).
Επομένως κάθε αλλαγή είναι επιθυμητή κι ευκταία, ως αντίδοτο στην πλήξη και στην ανία, ως καταλύτης σε κάθε εξελικτική διεργασία. Εδώ όμως υπεισέρχεται η εμπειρία κι η γνώση τού επαγγελματία κριτικού, που όπως ο πολύπειρος οδηγός νταλίκας αποφεύγει τεχνηέντως να σκοτώσει κάθε κοπάδι που του φράζει το δρόμο…
Η μεταφορά νομίζω πως είναι αρκετά γραφική, τόσο που να αποδίδει το κοινωνούμενο νόημα με τον βέλτιστο αφαιρετικό, λακωνικό, μινιμαλιστικό τρόπο.
Ίσως ο φορμαλισμός, ο περιορισμός των λέξεων (των γραπτών μηνυμάτων και των αναρτήσεων στα social media), η ανάγκη συμπύκνωσης τού νοήματος να δώσει ένα άλλο βάθος και μια δραστικότερη οξύτητα στην διατυπωμένη κριτική για έργα Λόγου και Τέχνης.
Προσωπικά, ανυπομονώ να ζήσω για να δω τούς κβαντικούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές τού άμεσου μέλλοντος και να διερευνήσω μαζί με εσάς, συνδημιουργικοί αναγνώστες, συνοδοιπόροι, συμμαθητές, τον δρόμο που θα επιλέξει να πάρει η Συλλογική Πανανθώπινη Συνειδητότητα τα επόμενα χρόνια. Προς την Αυτοκαταστροφή ή στην Αναγέννηση; Ίδωμεν.
Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας, ποιητής–κριτικός–θεατρολόγος–μεταφρασιολόγος–καθηγητής
Ο Κωνσταντίνος Μπούρας γεννήθηκε το 1962 στην Καλαμάτα κι από το 1977 ζει στην Αθήνα. Συγγραφέας 42 εκδοθέντων βιβλίων, κριτικός θεάτρου και βιβλιοκριτικός. Αριστούχος διδάκτωρ τού Τμήματος Μετάφρασης και Διερμηνείας τού Ιονίου Πανεπιστημίου (2019). Είναι διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανικός τού Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (1985), αριστούχος τού Τμήματος Θεατρικών Σπουδών τού Πανεπιστημίου Αθηνών (1994) και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος θεατρολογίας τού γαλλικού Πανεπιστημίου Paris III – La nouvelle Sorbonne (D.E.A. Etudes Théâtrales). Μεταδιδακτορικός ερευνητής στο ΕΚΠΑ και στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Δίδαξε το 2020 και το 2021 θεατρική κριτική στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Διδάσκει πολιτιστική διαχείριση, καθώς και διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού στη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης. Διδάσκει Κριτική και Δημιουργική Γραφή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής από το 2022. Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και σε πάμπολλα λογοτεχνικά περιοδικά. Θεατρικά του έργα με αρχαιοελληνικά θέματα και για την Κρίση έχουν παρασταθεί σε θέατρα τής Ελλάδας και του εξωτερικού.
E-mail: kbouras8@gmail.com
Web-site: https://konstantinosbouras.gr
ΤΟ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ.

Δομημένες σκέψεις με αφορμή την χθεσινή παρουσίαση του βιβλίου του Αιμιλιανού Σιδέρη, ΊΚΑΡΟΣ, 21Ος αι. ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ ΌΜΗΡΟΣ, συλλογή ποιημάτων, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα Φεβρουάριος 2021, στον ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό και καθόλου εύθραυστο χώρο «ΘΡΥΑΛΛΙΔΑ» τού Θησείου.

Από την περίφημη λογοτεχνική γενιά τού 1980 (στην οποία τυπικά ανήκω) και μετά, η νεοελληνική ποιητική παραγωγή βούλιαξε κι εξακολουθεί να βουλιάζει (μέχρι πρότινος) σε έναν αδιέξοδο αυτοψυχαναλυτικό-ομφαλοσκοπικό ατομοκεντρικό-προσωποκεντρικό λόγο, που εξ αιτίας των επιτηδευμένων αναγραμματιστικών και νεολογιστικών ιδιολέκτων προσομοιάζει με την νευρολογική νόσο τής «αφασίας» (από την οποία πάσχει – ως φαίνεται – το κινηματογραφικό είδωλο Bruce Willis, κι έτσι μας έγινε γνωστός ο όρος).
Μεταξύ «αφασίας», σουρρεαλιστικού «αυτισμού» και ιδεοληπτικού ναρκισσισμού, κινήθηκε και κινείται ένα μεγάλο μέρος τής σύγχρονης νεοελληνικής ποιητικής παραγωγής.
Ως κριτικός Λογοτεχνίας δέχομαι αφειδώς πονήματα που έχουν σαφείς σαδομαζοχιστικές αυτοτιμωρητικές τάσεις κι ελάχιστες φορές οι επίδοξοι / επίδοξες νομπελίστες και νομπελίστριες ξεφεύγουν από τον ασφυκτικά ιδιωτικό τους χώρο προκειμένου να ανοίξουν ένα παράθυρο στον έξω κόσμο.
Αυτός ο ατομοκεντρικός καιροσκοπισμός όμως δεν είναι άμοιρος των γενικότερων κοινωνικοπολιτικών, οικονομικών και τεχνολογικών εξελίξεων παγκοσμίως.
Φαίνεται η αγαθοποιός ελεύθερη διάδοση τής Πληροφορίας μέσω Διαδικτύου επέφερε μία τουλάχιστον ανακλαστική κίνηση άμυνας προς τα έσω του κοχλία που μας περιβάλλει προστατευτικώ τω τρόπω.
Εξηγούμαι: το άτομο καταιγισμένο από παντοειδείς πληροφορίες και γνώσεις (περιττές και άχρηστες, εν πολλοίς, εάν ΔΕΝ συνδυαστούν με το οξυμένο και διαρκώς εξασκούμενο ΚΡΙΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ), το περιδεές άτομο λοιπόν βουλιάζει στην ναρκισσιστική εφηβική (ή και προεφηβική ακόμα) «λίμνη» του, με αποτέλεσμα να διαχέει παντού ιριδισμούς και είδωλα τού ταλαιπωρημένου «εγώ» του, ομοιάζοντας με τις παιγνιδιώδεις εκλάμψεις στην επιφάνεια μιας σαπουνόφουσκας («πομφόλυγος», επί το καθαρευουσιανικότερον).
Αυτή η μάλλον αδιέξοδη εσωστρέφεια, φαίνεται πως έσπασε κάπως μετά την αναγκαστική καραντίνα λόγω κορωνοϊού και τα ποιητικά άτομα, όχι απλώς ανοίγουν δειλά ένα παράθυρο προς τον έξω κόσμο, αλλά αποδιδράσκουν, βγαίνουν τελείως έξω, στη Φύση και κονταροχτυπιούνται με τα φαινόμενα, όπως ο Δον Κιχώτης με τους αλευρόμυλους.
Το θετικό όμως εδώ είναι ότι το απομονωμένο εγώ πλησιάζει κι ενώνεται διονυσιακά, οργιαστικά με το «εμείς», έτσι που να καθίστανται οι «Βάκχες» του Ευριπίδη τελείως μα τελείως επίκαιρες.
Η γλώσσα και η ρυθμολογία της, η προσωδία της, η ενδογενής αρμονία της είναι το βασικό ζητούμενο και το μοναδικό αξιολογικό κριτήριο κάθε εμπεριστατωμένης κριτικής / φιλολογικής έρευνας. Οι λέξεις και τα νοήματα, οι ιδέες και τα παγκόσμια ρεύματα είναι κοινά σε όλα τα λογοτεχνικά είδη, η ΠΟΙΗΣΗ ΟΜΩΣ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΕΙΤΑΙ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΡΥΘΜΟ, χορευτικό ή αδόμενο.
Εάν δεν υπάρχει ΡΥΘΜΟΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΜΟΣ ΚΙ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΣ, μιλάμε για ένα κάποιο μετανεωτερικό υβρίδιο μεταξύ πεζολογίας, θεάτρου και ποιητικού αυτισμού.
Και δεν αρκούν μήτε οι διάσπαρτες παρηχήσεις μήτε οι διαφυείς (το αντίθετο τού «ιδιοφυείς») νεολογισμοί κι εξυπνακίστικα διαφημιστικά τεχνάσματα προκειμένου να αναπτύξουν την ποιητικοφανή ρητορεία και να την εξελίξουν προς τα εμπρός, με την παλίνδρομη όμως κίνηση τού εκκρεμούς που χορεύει υπακούοντας σε διαδοχές επικρατήσεις φυγοκέντρων και κεντρομόλων δυνάμεων.
Η άτυπη (ακόμη) «λογοτεχνική γενεά» που ξεπήδησε (ανεξαρτήτως ηλικίας) μέσα από την καραντίνα προς-φέρει αισιόδοξες προοπτικές. Σπουδαγμένοι και μορφωμένοι ποιητές / ποιήτριες, διονυσιακοί τεχνίτες, αρκούντως αποστασιοποιημένοι από την εγωκεντρική ηδονοθηρία των αμέσως προηγουμένων γενεών που διακατέχοντας από τάσεις φυγής σε «ιδιωτικούς παραδείσους», έρχονται τώρα να ανατρέψουν την κλεψύδρα και να ρεύσει η άμμος της Υλοενέργειας προς την αντίστροφη φορά: από τα Εγώ στο Εμείς.
Ούτως ή άλλως, η Ρομποτική Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση και οι Κβαντικοί Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές θα πολλαπλασιάσουν την ανάγκη για συνεργατικότητα, ενώ η απλή συμβατότητα πια δεν θα αρκεί.
Στα πλαίσια αυτά και οι παρουσιάσεις βιβλίων έχουν μία παρόμοια διαδραστική συμπληρωματικότητα (ή και συγκρουσιακότητα ακόμα) αναγεννησιακού τύπου.
Μέσα από την χαλαρή, ιμπρεσσιονιστική σύνδεση ανομοίων ψηφίδων επιτυγχάνεται η ανακρυστάλλωσις τού ποιητικού πλέγματος, χάρη στο οποίο συγκρατείται η αγωνία και το άγχος μας ενός διαχειρισίμων ορίων.
Η καινούργια αυτή «ποιητική γενεά» μοιάζει σαν να έχει αναπτύξει πρωτότυπες, πρωτοφανείς και πρωτάκουστες νευρωνικές συνδέσεις, όπως συμβαίνει και στο εν λόγω πόνημα ενός υπέρ-μορφωμένου αλλά διόλου παρά-μορφωμένου διανοητή, ο οποίος συμπληρώνει το γνωστικό με την ποιητική επιδαψίλευση τού Άρρητου. Κι αυτό το πράττει με έναν ιδιαίτερα λεπτό, λακωνικό, λαγαρό τρόπο. Αφαιρετικότητα που δεν είναι συνώνυμη με την λακωνικότητα. Διδακτισμός που περνάει μέσα από παραδοσιακού τύπου γνωμικά.
Έλλειψη στίξης: τα ποιήματα δεν κλείνουν με τελείες αλλά συνεχίζονται στο επόμενο.
Ούτως ή άλλως η τελεία είναι το θηλυκό τού «τέλειος» κι αυτή η έννοια, όπως οι ΑΛΛΕΣ ΠΑΡΕΜΦΕΡΕΙΣ ΈΝΝΟΙΕΣ «αυθεντία», «πρωταγωνιστής», «αφέντης» είναι ήδη εξοβελιστέες (αν όχι ακόμη εξοβελισμένες) από το καθημερινό αλλά και από το δοκιμιακό λεξιλόγιο (όπως το «ταλέντο», και το «ένθεος», που προϋποθέτει την παραδοχή μιας ανώτερης αυθεντίας).
Οι νέοι σήμερα, απογοητευμένοι από το έργο των προηγουμένων, αλλά απελευθερωμένοι – χάρη σ’ αυτούς – από ιδεοληψίες και εμμονές φεουδαρχικού τύπου, έρχονται να αναπλάσσουν την γλώσσα και μέσα από αυτή να χαράξουν καινούργιους δρόμους για την Σκέψη τού παρόντος μέλλοντος.
Αυτό φαίνεται καθαρά σε αυτή την χαρακτηριστική ποιητική συλλογή που ερωτοτροπεί ανάμεσα στο λογικοφανές και στο αιτιοκρατικό «παράλογο» που πολλαπλασιάζει επ’ άπειρον τις κβαντικές παράλληλες πραγματικότητές μας.
Βεβαίως και υπάρχουν εδώ σοφά τεχνουργημένες παρηχήσεις, αναγραμματισμοί του τύπου «ελπίδα-λεπίδα» (αλλά όχι και νεολογισμοί), δραματικά μέσα κι εργαλεία όπως το «…ε…» τής σελίδας 9 που δεν είναι διόλου ευφωνικόν αλλά απολύτως χρήσιμο στο χτίσιμο τής δραματουργικής δομής.
Ήδη το τρίπτυχο ανάπτυγμα των σελίδων 8 και 9 εικονοποιεί το αναγεννησιακό όραμα ενός φωτισμένου νέου ανθρώπου που ισορροπεί ακροβατώντας μεταξύ Δυτικής Επιστήμης / Φιλοσοφίας και Ανατολίτικης θεολογικής σκέψεως, αρκούντως σωματοποιημένης με την άσκηση τής αναπνοής. Στην Ανατολή δεν ισχύει ο μονοθεϊστικός τεμαχισμός τού Όντος σε τρία μέρη: σώμα-ψυχή-πνεύμα. Έτσι πολλά έχουμε να διδαχτούμε από αυτό το πάντρεμα.
Δεν είναι τυχαίο που ένας διδάκτωρ Ψυχολογίας, αλλά και γλωσσολόγος ασκείται (εκτός από την ποίηση) και στις πολεμικές τέχνες.
Είναι ένας χαρακτηριστικός (αν και όχι ακόμη «τυπικός») πρόδρομος τού Αναγεννησιακού Ανθρώπου τού αμέσου μέλλοντος, που καταρρίπτοντας την αναγκαστική εξειδίκευση τής Πρώτης Βιομηχανικής Επανάστασης επιτάσσοντας την διεπιστημονικότητα.
Για να τον γνωρίσουμε καλύτερα, θα επαναλάβω εδώ την ήδη δημοσιευμένη για το πρώτο του αυτό έργο ως πρωτοεμφανιζόμενος φέρελπις ποιητής:
https://www.fractalart.gr/ikaros-21os-ai-odysseias-omiros/
Εισαγωγικώς, πρέπει να τονίσουμε ότι ο πρωτοεμφανιζόμενος ποιητής αλλά έμπειρος ήδη διανοητής Αιμιλιανός Σιδέρης είναι διδάκτωρ Ψυχολογίας, αλλά διαθέτει μία αναγεννησιακή φαρέτρα πολύπλευρων γνώσεων που μπαίνουν και στα χωρικά ύδατα τής Γλωσσολογίας (είναι εμφανής αυτή η διάσταση στο προς μελέτην κείμενο), καθώς και στα χωρικά ύδατα τής Βυζαντινής και Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, της Λακανικής Ψυχαναλύσεως μη εξαιρουμένης.
Και περνάμε τώρα στην γραμμική ανάλυση:
Λόγος επιγραμματικός, δίστιχα που λειτουργούν σαν γνωμικά. Τα ποιήματα αρχίζουν με μια αρχική ιδέα / εικόνα και μετά αναπτύσσονται δια της αναλύσεως αυτού τούτου τού αρχικού εναύσματος:
ΙΚΑΡΟΣ, 21ος αι.
Ό, τι κατέγραψα ήταν η φουρτούνα της πτώσης
Περιμένοντας την τρικυμία… (σελ. 7).
Αναμενόμενο για ένα πρωτοεμφανιζόμενο ποιητή στην αρχή τής δεκαετίας τού εικοστού πρώτου αιώνα να ανιχνεύει προσεκτικά το έδαφος εφοδιασμένος με τα δοκιμασμένα και μέχρι τώρα αποτελεσματικά εργαλεία.
ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ
Ξεμείναμε εδώ, στη μέση του λιμανιού,
Πλήρωμα μιας αυτεπάγγελτης κιβωτού…… (σελ. 8).
Ακολουθεί «μισό» ποίημα που δεν κερδίζει την δική του σελίδα. Έτσι τα 15 πρώτα ποιήματα τού πρώτου μέρους είναι στην ουσία 14,5 και ισοζυγιάζουν με τα 14 ποιήματα τού δεύτερου μέρους:
ΣΤΕΡΗΤΙΚΟ
Χαιρετούμε και χαιρόμαστε εσέ που μας χαράζεις
Χαιρετούμε και χαιρόμαστε και αποχαιρετούμε.…… (σελ. 8).
Κι εδώ αρχίζει να διαφαίνεται η αφηγηματικός καμβάς πάνω στον οποίο χτίζεται και κεντιέται αυτό το άκρως ενδιαφέρον ψηφιδωτό έργο.
ΓΚΡΕΜΟΣ
Ένας σωρός που κινείται κι αλλάζει διαρκώς
Πεινώντας
Ένας χαμός
Των διαστάσεων και του χρόνου……… (σελ. 9).
Πέρα όμως από τη θεματική, στο επίπεδο τής τεχνικής δοκιμάζουμε ευχάριστες (αλλά όχι κι αναπάντεχες εκπλήξεις).
Επιτυχημένος αναγραμματισμός, εξαιρετική παρήχηση (σελ. 9):
Καθώς λεπίδα, / … ε… ελπίδα γίνεται
Το ίδιο εύστοχο κι ευθύβολο είναι το ειρμός/οδυρμός (σελ. 10):
Δεν έχουν ειρμό, μόνο οδυρμό
Επιλεκτικές, διακριτικές ομοιοκαταληξίες (σελ. 10):
Με ήττες σα στολίδια
Ταΐζουν δώρα τη φωτιά
Που βρίσκουν στα σκουπίδια.
Ο απόηχος τής παραδοσιακής / δημοτικής ποίησης φτάνει – ως φαίνεται – μέχρι και τους νέους ποιητές εμποτίζοντας τη γραφή τους με την δρόσο τού παλαιού που δεν έχει όμως ημερομηνία λήξεως. Η Ελληνική Ποίηση είναι μια μακραίωνη περιπέτεια, κατάκτηση τού Πανανθρωπίνου Πνεύματος κι αυτό πρέπει να μας στηρίζει ως σκέψη κι ως παρηγοριά για το ολιγοπρόσωπο τού κοινού για την γλώσσα μας, είναι όμως τόσο εύπλαστη που μας αποζημιώνει για αυτή την οιονεί περιθωριακότητα.
Αυτοψυχαναλυτικής κοπής κι εμπνεύσεως το ποίημα «Οι μαύρες ώρες» της σελίδας 11:
Στον καθρέφτη φανερώνεται το αγρίμι.
Παραξενεύεται μα συμφωνεί.
Θανατερή λιακάδα μάρμαρο
ηλίου βασανιστή.
Η γάζα σκληρή.
Ποιος είναι ποιος σε αυτή τη σιωπή?
Η ταραχή μου διαλύεται σε μια κουταλιά νερό.
Ο πρωινός καφές μου παίρνει το μυαλό.
Το ρολόι με καλεί.
Το ακολουθούν επίσης αυτοψυχαναλυτικές αλλά αντικατοπτρικές «Οι Λευκές Ώρες» (σελ. 12):
Κάθε πρωί ξυπνάω
Και καθώς δεν έχω μάθει να πετάω
Στον τοίχο το κεφάλι μου χτυπάω.
Κάθε πρωί.
Λόγια, υποσχέσεις, όνειρα,
Θρύψαλα ξεχύνονται
Τα δόντια μου λιμάρω.
Και αποχωρώ.
Ο ήλιος μπαίνει βραχνός κάθε πρωί.
«Θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο?» ρωτάω
Κι οι απαντήσεις αμέτρητες –τα παρατάω.
Το ρολόι μου κοιτάω
«Έχουμε και δουλειές»
Όνειρα επανάστασης στη σάχλα καμωμένα
Δεν συγκρατώ.
Μόνο ρωτώ.
Αποκαμωμένα.
Κάθε πρωί.
Θέλεις ν’ αλλάξεις τον κόσμο;
Το ερώτημα τού τελευταίου στίχου δεν είναι ρητορικό αλλά προτρεπτικό.
Ο καθρέφτης και στα δύο αυτά διαδοχικά ποιήματα λειτουργεί ως μεταφορική λίμνη τού μετεφήβου Ναρκίσσου, που έχει όμως τα εχέγγυα να απεμπλακεί από το μαγνητικό ερωτικό είδωλό του χάρη στη νοητική ενέργεια που υπερισχύει τού συναισθήματος.
Ακριβώς την εύλογη αγωνία τού μετεφήβου για την αλλοτριωτική επίδραση τής κοινωνικοποίησης στον εσωτερικό του κόσμο σημαίνει σαφώς, σαφέστατα, το επόμενο ποίημα:
ΑΓΝΟΙΑ
Σώματα βαίνουν βαρετά
Ενόψει εορτής και σχόλης
Μέσα στης κίνησης το σαματά
Και τη σιωπή της πόλης (σελ. 12)
Κι ακολουθείται – φυσικά – από τι άλλο; Από την επαναστατική «Αντίσταση» (σελ. 14):
Ο άνθρωπος κλωτσάει τον τοίχο.
Τιμωρία για να δεις.
Να μάθεις πώς όλα ματώνουν.
Και να μη ζητάς πια,
να μην απορείς.
Και μετά την όποια επιτυχημένη προδεδιαγραμμένη εν μέρει αποτυχία τής επανάστασης» ακολουθεί η ανάγκη για «Μετάβαση» (σελ. 15):
Όλο κι όλο που έχω ανάγκη
Είναι κάτι να δίνει μορφή στο κενό
Κάτι να κάνει την αίσθηση από
Πραγματική, απατηλή.
Ολιγάρκεια και «συμβιβασμός», επιτακτικός αναστοχασμός και ανάδραση. Η εξωτερική «Απειλή» είναι διαρκής κι επικρέμαται επί τής κεφαλής τού ευαίσθητου δέκτη κοσμογονικών αλλαγών που ξεπερνούν τις αντιληπτικές του ικανότητες και τις νοητικές λειτουργίες τού αριστερού ημισφαιρίου τού εγκεφάλου του (για τους δεξιόχειρες):
Σα να σέρνεται
Πάνω σε μέταλλο
Σα μέταλλο
Πάνω σε σάρκα
Σαν φλέγεται
Πάνω από ποτάμια
Σα φωτιά
Πάνω σε βάρκα
Σα μπότας βροντή
Πάνω στο έδαφος
Σαν έδαφος πάνω σε
Έδαφος που υποχωρεί (σελ. 16).
Νοσταλγία τής εφηβικής και της πρώτης νεανικής ηλικίας, τα περίφημα «φοιτητικά ανέμελα χρόνια», ο χαμένος παράδεισος που τον αναζητούμε μαζί με τον απομονωμένο και μονωτικό Μαρσέλ Προυστ:
ΑΠΩΘΗΜΕΝΑ
Καρδιά που χτυπά στο παρελθόν
Σε σώμα που χτυπά στο παρόν
Σα σε τοίχο (σελ. 17).
Όμως η «Εξέλιξη» είναι αναπόφευκτη, όπως φαίνεται στο επόμενο κρυπτικό, ειρωνικό, συμβολικό κι άκρως υπαινικτικό ποίημα:
ΕΞΕΛΙΞΗ
̀Ήν, ἦσθα, ἦν
ἐσμέν, ἐστέ, εἰσίν
Και στον αιώνα τον παντοτινό
Ως αεί και νυν
Μακάρι (σελ. 18).
«Η πόλη από κερί» ταυτίζεται με τον φρενιτικώς επιταχυνόμενον χρόνον και πρέπει να λιώσει, να αφανιστεί μαζί με τις όποιες αναστολές μας:
ΠΟΛΗ ΑΠΟ ΚΕΡΙ
Αφού φάγαμε
Αφού ήπιαμε
Αφού αρπάξαμε
Συνηθίσαμε στην πόλη αυτή.
Ανδρείκελα ανθρώπων γίναμε
Χωρίς πίστη στην πορεία.
Τσιγάρο στο τσιγάρο
Μια αργή αυτοκτονία
Καθώς βουλιάζουμε.
Μια διαρκής διαμαρτυρία.
Όλοι πεθαίνουμε στη ζέστη αυτή. (σελ. 19).
Αφόρητος καύσωνας, όχι των αισθήσεων, αλλά των μεταισθήσεων, των μεταβατικών εκείνων στοχασμών που οδηγούν στο άπειρο κι εκείνο το μεταίσθημα που έχει πάντα πικρή γεύση ό,τι και να κάνεις, όπως και να το μεταβολίσεις εκείνο σε κυβερνά με το βάρος μιας ενοχής, προπατορικής, πολιτισμικής, ηθικής τάξεως. Η ενοχή τού ζωντανού, του υγιούς, του επιτυχημένου, τού «προνομιούχου» σε έναν κόσμο τεχνητής στέρησης.
Μετά την ενοχή ακολουθεί η συλλογική αυτοτιμωρία δια της καταστροφολογίας. Η Κασσάνδρα επί το έργον:
7 ΠΛΗΓΕΣ
Η καταστροφή θα έρθει σε 7 πληγές.
Το 1/7 των ζ
ωντανών θα καταρρεύσει σε σεισμούς.
Το 1/7 θα πνιγεί απ’ τις πλημμύρες.
Το 1/7 θα πληγεί απ’ τους λιμούς
Το 1/7 απ’ το λοιμό
Το 1/7 της ανθρωπότητας θα πέσει από δολοφονίες
Το 1/7 από τον πανικό.
Το 1/7 της φύσης θ’ αφανιστεί από άγνωστες ως τώρα συμφορές.
Αυτό να καταχωρηθεί ως προφητεία. (σελ. 20).
Και στο σημείο αυτό τελειώνει το πρώτο μέρος τής δίπτυχης αυτής ποιητικής συλλογής που είχε τον τίτλο «Ίκαρος, 21ος αι.» και περνάμε στο δεύτερο μέρος «Οδύσσειας Όμηρος» [υποθέτω πως είναι Οδύσσειας κι ουχί Οδυσσείας, αφού το γράφει με κεφαλαία].
15 ποιήματα το πρώτο μέρος, 14 το δεύτερο.
ΑΥΓΗ
Καλημέρα κόσμε!
Και να ξέρεις γέρνεις
Γιατί εμείς καλά αρμενίζουμε. (σελ. 23).
Η αισιοδοξία τής ωριμότητας παίρνει τη θέση τής εφηβικής καταστροφολογίας.
ΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ
Αρπάζω το στυλό
Γιατί όσο το στόμα μένει κλειστό
Γεννιούνται βάσανα
Αγκάθια τρυπούν τη γλώσσα βάναυσα
Και χτίζεται γύρω μου καμίνι
Απ’ όπου δεν μπορώ να βγω.
Τέλος πλέκεται ταλαίπωρο
Σιωπηλό και μανιακό.
Και το στόμα ανοίγει
Και ο λόγος τελειώνει εδώ. (σελ. 24).
Τώρα ο κοινωνικοποιημένος ακαδημαϊκός πολίτης τού κόσμου αποφασίζει να επενεργήσει και να αφήσει το στίγμα του στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα.
Ο στόχος είναι ένας και ξεκάθαρος: η αντίσταση σε κάθε «Τυραννία» (σελ. 25):
Θέλω να υποθέσεις βρωμιά
Σ’ αυτή την υδάτινη επιφάνεια
Και θέλω να μη θέλεις να σταματήσεις
Μέχρι να την καθαρίσεις.
Κάνε μια προσπάθεια!
…αλλά θέλω να πιστεύεις ότι δεν το κάνεις σωστά.
Άλλωστε, πώς καθαρίζει κανείς μια υδάτινη επιφάνεια;!
Θέλω να μου πεις.
Έτσι δίνεται η μορφή της διαταγής
Με πυγμή κι αδιαφάνεια.
Εκπληκτικών παρηχήσεων και μουσικών επαναλήψεων το επόμενο αριστουργηματικό ποίημα (το κορυφαίο από μουσικής πλευράς):
Ω, ΟΝ
Σε κάθε πιθαμή κάθε στρέμματος
Κάθε διάδημα κάθε στέμματος
Ξυράφι κόντρα στη φορά του δέρματος.
Με την αποφασιστικότητα αιώνων οργασμών.
Ίσως ως ανάσα ωσαννών.
Σαν εξάρσεις θνητών
Περί σπουδαίων και ταπεινών.
Ίσως ως σοφών και σεμνών
Τρανών στεναγμών…
Αλληλέγγυων αλληλουϊών…
Αλληλουχιών αλλαλαγμών…
Αλλά πάντα σαν αιχμές κονταριών
Μέσα στο στόμα του τέρατος
Ω, ον!
Που παραμένεις παρών/ούσα/όν
Σ’αυτή τη χώρα γης και σπέρματος. (σελ. 26)
Στέμματος/δέρματος, αλληλουχιών αλαλαγμών [παρήχηση τού λάμδα], ωμέγα διπλό όμικρον και όμικρον, μετά από κόμμα. Ένα ποίημα που θα ζήλευαν πολλοί γηραιότεροι και παλαιότεροι λογοτέχνες.
Η πολιτική ιδεολογία αποκαλύπτεται τώρα φανερά στις «Σκαλωσιές στην Ακρόπολη» (σελ. 27):
Ακάλυπτος στέκει στα ύψη ναός
Αγάλματα αστράφτουν κατάρες σιωπής
Ανάμνηση που άφησε ο πολιτισμός
Βουίζει τριγύρω σαν γλώσσα ντροπής
Σύννεφα, αέρας και ουρανός
Μολύνσμένα στο σάλιο ευχής νοσηρής.
Χλωμός ευαγγελισμός
Πομπώδης χρησμός
Κατσούφης, συρτός κι επαχθής.
Ο βράχος δεν θα ‘ναι ποτέ πια ιερός.
Τον κατάπιε με βία το άρρωστο φως.
Μια ιδέα χλωμή κι ασαφής.
Εχθρός του μέτρου και της λογικής.
Παλεύει τ’ όνομα και την ταυτότητά της:
Γραικός.
Διπλά σοφός!
Και Έλλην και Χριστιανός.
Επιτέλους, κοσμοπολιτικός στοχασμός, χωρίς ίχνος εθνικισμού, δίχως το μόνιμο άγχος τής περίφημης γλωσσικής πολιτικής ορθότητας που πήρε διαστάσεις μεσαιωνικής μάστιγας τα τελευταία χρόνια (μεσαωνική πανούκλα και χολέρα).
Η αρχαιογνωσία δεν είναι απλώς must και δεν έχει γίνει ακόμα μόδα (παρά τις αναρτήσεις τού Elon Mask στο twitter), όμως εάν θέλουμε να εξελιχθούμε και να εκφράσουμε τις πολύπλοκες νέες έννοιες που θα αναδυθούν χάρη στην τεχνολογική εξέλιξη, θα πρέπει να στραφούμε στην συλλογική δεξαμενή λύσεων που δόθηκαν από την Ανθρωπότητα σε διάφορες ανάλογες επώδυνες πολιτισμικές μεταβάσεις σε κάτι εν πολλοίς Άγνωστο, Απροσδιόριστο κι απρόβλεπτο.
X, ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΣΤΟΥΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥΣ
Έπεσα στα γόνατα και έφτυνα τη γη.
Σεισμός τα χώματα δονεί.
Ξέφρενο γεννιέται άτι.
Διαμελισμού μανία
και μαχαίρι στο μάτι.
Χρώμα γκρίζο και μελί
Σαν τρικυμία η οργή
Σαν καταιγίδα, σα σφυρί.
Με το μορφασμό του ηττημένου μένω
Ακόμα εν ζωή.
Του πλήθους η ζητωκραυγή
σα βάπτισης ιαχή και πένθους πέπλο – μαζί.
Το όνομά μου έχει για πάντα χαθεί. (σελ. 28).
Πριν την τελευταία νικηφόρα επέλαση, το Φως φαίνεται σαν να υποχωρεί και πριν την Ανατολή τού Πνευματικού Αελίου πάντα προηγείται το (φαινομενικώς) πλέον μαύρο, ζοφερό σκοτάδι.
ΣΠΟΝΔΕΣ ΣΕ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥΣ ΘΕΟΥΣ
Τώρα το φως υποχωρεί
Πυρώνουν οι ματιές μας
Σαν μία οι κραυγές μας
Ανοίγουν πόρτα στη σιωπή
Άνομοι θεοί,
αμαρτωλοί
Μυρίζουν τις σπονδές μας.
Χαρίζουν χάδι σα βροχή
Κι επαίνους στις βροντές μας. (σελ. 29).
Η Νέα Εποχή γέμισε από ψευδοπροφήτες, αγύρτες μάγους και μαστροπούς τής δήθεν Αρχαίας Γνώσης. Όμως οι νέοι δεν ξεγελιούνται από κρωξίματα και σαθρές θεωρίες, γιατί διαθέτουν μόρφωση, πλατιά και σφαιρική κι ο καθημερινός καταιγισμός από πολύμορφα πολυποίκιλα σήματα τούς αναγκάζει να οξύνουν και να εξασκούν, να γυμνάζουν την κριτική τους Σκέψη.
Τι κι αν γεμίζει το σύμπαν με «Σημεία και Τέρατα»; Ο έλλογος άνθρωπος μπορεί να διασχίσει τα σκοτάδια με βακτηρία την διαίσθηση και την ποιητική λειτουργία τής Φαντασίας:
ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ
Είναι η αγωνία ένα κι όμοιο με την εμπειρία;
Θες να ξέρεις κάτι που δεν θα ‘θελες να ξέρεις;
Τολμάς να μαντέψεις σε πόσα σημεία σκορπάνε τα πέρατα;
Ζητάς να γεμίσεις μ’ αναμνήσεις που αγωνιωδώς θα ζητάς να σβήσεις;
Με βουλιμία; Μ’ ασυδοσία;
Σαλπάρεις ξανά για χρυσόμαλλα δέρατα;
Υπάρχει σωτηρία για την επιθυμία;
Πόσες επαναλήψεις ακόμα για να φύγουν τα τέρατα;
Θα προσπαθήσεις λες να σταματήσεις; (σελ. 30).
Εδώ αποτυπώνεται ανάγλυφη η αγωνία τού νέου ανθρώπου να κερδίσει διαμεσολαβημένη εμπειρία αφού η δική του πείρα είναι κατ’ ανάγκην κι εξαρχής περιορισμένη.
Και μετά την καταβύθιση στού Συλλογικού Υποσυνειδήτου τα ερέβη ξαναγυρίζει ο αφηγητής / η ομιλώσα ποιητική φωνή στην ασφάλεια των πέντε γνωστών αισθήσεων (σελ. 31):
ΗΧΟΙ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Ενώ η μέρα ξεκινά με έξαλλα περιστεριών γουργουρητά
Και πανικόβλητα, ανήσυχα δεκαοκτουρητά
Ενώ το καζανάκι από πάνω γεμίζει
Και ο θερμοσίφων μουγκανίζει
Ενώ κομμένη εξάτμιση ξυρίζει τον ορίζοντα
Και οδηγός που δεν χωράει σιχτιρίζει
Ενώ παίρνουν φωτιά τα κινητά
Και η γειτόνισσα στριγκλίζει
Η κόρνα μπαίνει καρφωτά
Και η τηλεόραση του γείτονα βουίζει
Μια σκέψη κουδουνίζει
Να φύγει δεν μπορεί
Σαν από μια κλωστή δεμένη
Διαολεμένη.
Και τώρα το ποίημα που δίνει τον τίτλο τού δεύτερου μέρους αυτής τής επώνυμης τολμηρής ποιητικής συλλογής ενός θαρραλέου πνευματικού ανθρώπου:
ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ ΟΜΗΡΟΣ
Ανοίγοντας πανιά ξανά
Για κάπου που δεν μπορώ να πω προορισμό
Που ενώ εξαρχής το ξέρω φανταζόμενός το τόσο
Φανερώνεται μονάχα όταν αρχίζω να το ζω
Σα ρολόι που δεν ακούγεται μέχρι ν’ ακουστεί
Και μετά δεν παύει στιγμή.
Οδύσσειας Όμηρος;!
More like…
Πηνελόπης αργαλειός.
Αναζητώντας συνεχώς το κάτι πώς να μην μπορώ να βρω.
Συλλογιζόμενος διαρκώς πώς το εδώ να γίνει εκεί και όχι
Το εκεί
εδώ. (σελ. 32)
Το τελευταίο τετράστιχο – δίκην εικονοποιήματος – δίνει τον τόνο και τον παλμό αυτής τής μετά την Φυσικήν και μετά το Μεταμοντέρνο αγωνίας.
Και μετά το εδώ που γίνεται εκεί προσγειωνόμαστε στο Παρόν:
Το παρόν είναι αδιαπραγμάτευτο
Αναγκαστικό
Ένα μέλλον που έφτασε
Απ’ ό,τι περίμενες, διαφορετικό
Γυμνό
Έφτασε και σε τρώει.
Το σύνολο των παρόντων γίνεται παρελθόν
Μα η φθορά τους παραμένει στο παρόν. (σελ. 33)
Κι ο τεχνίτης τού Λόγου πλησιάζοντας προς το τέλος ακολουθεί μια μάλλον ελλειπτική (αν όχι και κυκλική) δομή, υπακούοντας σε μια γεωμετρία παραβολική ή «υπερβολική», οπωσδήποτε όμως ουχί ευκλείδεια. Διδακτισμός και προστακτική τής αφυπνίσεως:
THE END
Εισπνεύσατε χώμα!
Με μάτια κλειστά τραγούδα το κώμα
Τσακίσου στο έδαφος
Βυθίσου στα κύματα
Κόλλα σε κόμμα
Όλα τελειώνουνε, όλα
Υπόδουλο στόμα
Σ’ αυτή και την άλλη ζωή,
Όλα
Είτε μιλάς λίγο, είτε πολύ.
Σε θαμπάδα ηλεκτρική χάνεται η Γη.
Σπιθίζει η πλάση
Θέλοντας και μη
Δίνει ζωή σε μια φωνή:
-Εισπνεύσατε χώμα!
Δονήσεις στο δωμάτιο
Της Εκάτης επικλήσεις
Μαύρη δίνη καταπίνει αυτό το άδειο χαρτί.
Αντί- (σελ. 34)
Αυτή η τελική παύλα ομοιοκαταληκτεί με το Κενό και το Άφατο, εκεί όπου τα λόγια τελειώνουν, λιγοστεύουν απειλητικώς έστω.
Και πρέπει εξάπαντος να θυμηθούμε πως παρ’ όλα αυτά τα λεκτικά παιχνίδια είμαστε:
ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ
Ώρες-ώρες σα παιδιά
Ψάχνοντας στοργή και σιγουριά
Πως όσα δε φάει απόψε η φωτιά
Θα τα φάει αύριο η ζάχαρη
Άλλοτε πάλι σα μεγάλοι
Σε τούτη τη ζωή την άχαρη
Που ψάχνουν ένα ωραίο πρωινό
Να τραβήξουν τη σκανδάλη (σελ. 35).
Τελεία δεν ξέρουν αυτά τα δύο τελευταία – αλλά όχι και στερνά, ελπίζω – ποιήματα. Καθαρά πολιτικό το καταληκτικό με τίτλο:
ΠΡΟΔΟΣΙΑ
Όλα τα δώσαν
Δεχτήκαν καμπόσα.
Φιμώσαν φωνές
Με χαλίκια στη γλώσσα.
Αποκάμανε να κυνηγούν τα γερόντια
Τόσα υποσχέθηκαν
Και ψάχνουνε όσα
Με χαλύβδινη μύτη
Με ξυράφια για δόντια. (σελ. 36).
Σπανίως έρχομαι αντιμέτωπος με τόσο δομημένη ποιητική στοχοθεσία, αποτέλεσμα επίπονης έρευνας και επίμονης (πεισματικής, θα έλεγα) μελέτης.
Η μόρφωση δεν κρύβεται, όπως και το απολλώνιο πνεύμα, ικανό να διαλύσει κάθε διονυσιακή σκαιότητα.
Δι-ερευνήστε αυτό το βιβλίο ως αλχημιστές κι όχι ως αναλυτές. Μόνον έτσι θα απολαύσετε την καθομολογούμενη μαγική γοητεία ενός λόγου αρθρωμένου μουσικώς.
Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας
οι τίτλοι τών βιβλίων μου και βιβλίων όπου συμμετέχω στην ηλεκτρονική βάση τού ΟΣΔΕΛ
https://osdelnet.gr/contributors/1077217#all
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΤΟΥΣ / ΤΙΣ ΑΓΑΠΗΤΟΥΣ / ΑΓΑΠΗΤΕΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥΣ ΤΟΥ ΟΣΔΕΛ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΥΧΡΟΝΗ ΑΓΑΣΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΑΣ.
με σεβασμό, εκτίμηση, αναγνώριση και αλληλεγγύη,

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας ευγνώμων
“ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΣΗΜΕΡΑ. ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΓΡΑΦΗ”. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Γιατί “όποιος ελεύθερα και ψύχραιμα συλλογάται, συλλογάται καλά” (Ρήγας Βελεστινλής)

Η μόδα (κάθε είδους μόδα) βασίζεται στον μιμητισμό τού πιθηκοειδούς προγόνου μας (σύμφωνα με τον Δαρβίνο).
Το main stream καθορίζεται από την πρόσληψη (reception) ιδεών και προτάσεων κάποιων πρωτοπόρων που μπορούν να επηρεάσουν την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» της εποχής τους. Παράδειγμα: όταν ο Αλέξης Μινωτής προσπαθούσε να πείσει την Κατίνα Παξινού να ανεβάζουν τα πιο εμπορικά μπουλβάρ και όχι Στρίντμπεργκ, εκείνη τού απάντησε: «Εμείς διαμορφώνουμε το γούστο τού κοινού». Και μπορεί να το πλήρωσε ακριβά αυτό, αλλά όπως και ο εισηγητής αισθητικών και ρυθμολογικών πρωτοποριών Ευριπίδης έμεινε στην Ιστορία ως μεγάλη μορφή τού Παγκόσμιου Πολιτισμού.
Μήπως ο μύθος τής μεταθανάτιας δικαίωσης είναι απλώς μύθος που δεν επαληθεύεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων; Αναρωτιέμαι.
Στερεότυπα και προκατασκευασμένες ιδέες παντός είδους σερβίρονται ασυστόλως, σε αφθονία, σε φτηνό σελοφάν κι αμφιβόλου ποιότητος, ενώ τις βρίσκεις παντού, στις προθήκες των βιβλιοπωλείων αλλά και στις άυλες «σελίδες» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Οι image makers δεν διστάζουν ακόμα και να παραχαράξουν ή να καπηλευτούν λόγια μεγάλων ανδρών και γυναικών προκειμένου να προσδώσουν ένα πλέον λαοφιλές προφίλ σε σταρ τής show-biz, τής πολιτικής, ακόμα και τού απλού επιχειρηματικού κλάδου.
Η ματαιοδοξία των ανθρώπων έχει ενισχυθεί από την ολοένα και περισσότερο μεγιστοποίηση τής σημασίας τού ατόμου στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Από την πρώτη βιομηχανική επανάσταση, με τον ατμό, που επέτρεψε την μετακίνηση ανθρώπων, ιδεών κι αγαθών σε μεγαλύτερες αποστάσεις μέχρι την σημερινή Ρομποτική τέταρτη τεχνολογική επανάσταση, όπου η διάχυση τής πληροφορίας, η διάχυση, η ανάδραση, η διάδραση και η ανατροφοδότηση επιτυγχάνεται σε χρονικά διαστήματα που τείνουν στο μηδέν (και θα μετατραπούν εντός ολίγου σε κβαντικά άλματα) ο Άνθρωπος νιώθει όλο και περισσότερο αγχωμένος, ανασφαλής, κατακλυσμένος από κώδικες που αδυνατεί να διαχειριστεί. Τότε ο εγκέφαλός του μεταπίπτει (παρά τα φυσικά και χημικά διεγερτικά) σε κατάσταση ημινάρκης και τότε γίνεται έρμαιο των επιτήδειων διαφημιστών που μπορούν να τού πουλήσουν ο,τιδήποτε περιττό (αν όχι κι επιβλαβές), μπορούν να του επιβάλλουν να καταναλώσει, αφού τα πληρώσει βεβαίως «φύκια αντί για μεταξωτές κορδέλες).
Το αντίδοτο σε όλα αυτά είναι η όξυνση, η εξάσκηση, η ενίσχυση τής Κριτικής Σκέψης.
Ειδικά στον τομέα των πολιτισμικών φαινομένων, όπου τα πράγματα – ως άϋλα και δι-υποκειμενικά – είναι περισσότερο αστάθμητα, εκεί η μόδα, το main stream και τα παγκόσμια αισθητικά ρεύματα, οι διάφοροι -ισμοί επηρεάζουν ακόμα και τους πλέον ευαίσθητους καλλιτέχνες και λογοτέχνες (ειδικά αυτούς: όσο μεγαλύτερη η ενσυναίσθηση τόσο μικρότερη η δυνατότητα αποστασιοποίησης και λογικής, «ψυχρής» επεξεργασίας δεδομένων και πράξεων).
Κι εδώ ανακύπτει το δεύτερο ερώτημα: η Κριτική πρέπει να είναι σε διάσταση με το συναίσθημα;
Μπορεί κάποιος να κρίνει λογικά τα πολιτισμικά και κοινωνικά φαινόμενα χωρίς να εμπλακεί συναισθηματικά;
Κι αν εμπλακεί συναισθηματικά πώς απεμπλέκεται;
Πώς βλέπει τον εαυτό του (και τους άλλους) απ’ έξω έτσι ώστε να μεταβεί από την μικροσκοπική στην μακροσκοπική θεώρηση των πραγμάτων;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι διόλου απλή και δεν υπάρχει ίσως μία μονοδιάστατη απάντηση.
Η μεγαλύτερη απόσταση στην Ευκλείδεια Γεωμετρία είναι το διάνυσμα ανάμεσα στην καρδιά και στο μυαλό (με ενδιάμεση στάση στην φωνή).
Αυτό το ιερό τρίγωνο καθορίζει την επικοινωνία μας με τους άλλους (χωρίς να αναφερθούμε στο τρίτο τσάκρα τού ηλιακού πλέγματος που καλύπτει τον στομαχικό κι ανώτερο κοιλιακό μας χώρο – για αυτό και λέμε «δεν μπορώ να το χωνέψω», «μου έπρηξε τα συκώτια» και λοιπά.
Η άσκηση κριτικής με σοβαρό και υπεύθυνο λόγο τόσο στα Γράμματα και στις Τέχνες όσο και στον δημόσιο λόγο προϋποθέτει (κατά την ταπεινή γνώμη μου):
- Ρητορική δεινότητα
- Επαρκή γνώση των αφηγηματικών τεχνικών
- Πλήρη κατοχή των εκφραστικών μας μέσων (γλωσσικών και παραγλωσσικών μέσων)
- Αγαθή πρόθεση. ΗΘΙΚΗ
- Επικοινωνιακές, κοινωνικές δεξιότητες ιδιαίτερα εξελιγμένες.
- Ενεργητική ακρόαση, όραση και συναισθητική ευφυία.
- Συναισθηματική ευφυία (ενσυναίσθηση)
- Τύχη (η επιρροή των γιγαντιαίων κοσμικών ρευμάτων πάνω στο άτομο είναι καθοριστική – η λεγόμενη περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι σε μεταβατικές, μεταιχμιακές εποχές όπως η δική μας σαν ορμητικός χείμαρρος κι εμείς καρυδότσουφλα στις ταραγμένες υδροδίνες του)…
Μπορώ να προσθέσω και άλλες βασικές, ουσιώδεις συνιστώσες τής κοινωνικής ασκήσεως κάθε κριτικής διαδικασίας, όμως θα αφήσω την δική σας συνδημιουργική φαντασία να περιπλανηθούν σε αυτό το αχανές και δυσεξερεύνητο ακόμη τοπίο.
Κρίσεις, επικρίσεις, διακρίσεις, κατακρίσεις, υποκρίσεις, αποκρίσεις… Κρίσεις, κρίσεις, κρίσεις. Η Κρίση που διάγουμε εκόντες-άκοντες τα τελευταία χρόνια (τις δύο πρώτες δεκαετίες τού ευοίωνου εικοστού πρώτου αιώνα) είναι καθαρά πολιτισμική. Τα θεμέλια τού δυτικού πολιτισμού μας τρίζουν αλλά δεν κινδυνεύουμε με πλήρη κατάρρευση δίκην Ατλαντίδος, δεδομένου ότι η Ανθρωπότητα έχει επιτύχει ήδη έναν μεγάλο βαθμό Αυτογνωσίας δια της Αυτοκριτικής.
Κι εδώ είναι το κλειδί: κάθε κρίση θα μπορούσε να αποφευχθεί εάν ο κάθε ένας ανθρώπινος παράγοντας, η κάθε μία νοήμων συνιστώσα, μπορούσε – για ένα κλάσμα τού δευτερολέπτου έστω – να μπει στη θέση (ή στα παπούτσια) τού άλλου, να δώσει τόπο στην οργή και να μπορέσει να δει τον εαυτό του / εαυτό της από μακριά.
Αυτή η απομάκρυνση τού αφηγηματικού φακού από το επί μέρους στο σύνολο λειτουργεί αντί-συνεκδοχικώς και εξασφαλίζει την μέγιστη δυνατή ενσυναίσθηση αφ’ ενός αλλά και την τάχιστη, αρίστη νοητική επεξεργασία των δεδομένων.
Όπως ξέρουμε από το θέατρο, κάθε σύγκρουση προέρχεται είτε από μια βασική παρεξήγηση (ελλιπής πρόσβαση στην Πληροφορία) από κάποιον ή από όλους τους εμπλεκόμενους είτε από κάποια συναισθηματική ανικανότητα να υπερβεί κάθε αντίπαλος τα όριά του / όριά της και να βιώσει για λίγο την εσωτερική διαμάχη/σύγκρουση στην ψυχοσωματική ενότητα τού αντιπάλου.
Η Αντιγόνη τού Σοφοκλή συγκρούεται μετωπικά με τον γηραιότερο και ισχυρότερο Κρέοντα, για τον απλούστατο λόγο ότι εκείνη (ως ανιμίστρια) έχει μεγαλύτερη πρόσβαση στον κόσμο των νεκρών και τους σέβεται περισσότερο από τον τύραννο, αφού θα ζήσει «περισσότερο εκεί παρά εδώ» και γιατί «γεννήθηκε για να αγαπά, όχι να μισεί». Κι εδώ φτάνουμε στον πυρήνα κάθε σύγκρουσης: η Αγάπη, η Φιλότης, ο Ορφικός Έρως είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη για να αποφύγουμε να βλάψουμε τον εαυτό μας και τους άλλους.
«Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν».
Ο Οιδίποδας πηγαίνοντας στη Θήβα σκοτώνει σε ένα τρίστρατο έναν ηλικιωμένο άρχοντα που θα μπορούσε να είναι ο πατέρας του και ΕΙΝΑΙ ο πατέρας του ΓΙΑ ΜΙΑ ΤΡΟΧΑΙΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ, από εγωϊσμό, αλαζονεία και περηφάνια. Εάν ήταν περισσότερο υποχωρητικός, σεμνός και ταπεινός, εάν σεβόταν περισσότερο τον εαυτό του και τους άλλους, η τραγωδία θα ήταν ανέφικτη, αδύνατη, ανεδαφική.
Όμως η φύσις τού ανθρώπου, όπως στον περίφημο μύθο τού Αισώπου για τον σκορπιό και τον βάτραχο είναι και η μοίρα του, εφ’ όσον δεν ασκεί με κριτικό τρόπο την ελεύθερη βούλησή του, εφ’ όσον δεν σκέφτεται πριν αντί-δράσει, εφ’ όσον δεν αναλίσκεται σε προσεκτική, αυστηρή, σχολαστική θα έλεγα έρευνα, μελέτη και ανάλυση όλων των δεδομένων τής κάθε στιγμής.
Μα είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; Αυτό είναι το τρίτο ερώτημα τής σημερινής μας συνεδρίας. Και σε αυτό θα ήθελα να ακούσω και να δω στην πράξη τις δικές σας απαντήσεις μέσα από παραδείγματα. Κάθε εκδοχή δεκτή, εφ’ όσον δεν αντιβαίνει τον γραπτό και άγραφο, απαράγραπτο ηθικό νόμο «ό,τι μισείς ετέρω μη ποιήσεις».
Η δική μου άποψη είναι πως ναι, είναι δυνατόν να βλέπουμε κάθε στιγμή τον εαυτό μας από ψηλά (κι όχι αφ’ υψηλού) εάν έχουμε επαρκώς και δια μακρόν ασκηθεί στην αυτοκριτική / αυτοεξέταση. Τότε καμία Ιερά Εξέτασις δεν μπορεί να μας τρομάξει. Ο καλός κ’ αγαθός άνθρωπος που είναι εντάξει με την συνείδησή του και τα έχει καλά με τον εαυτό του και τον κόσμο μπορεί να είναι (σχεδόν) δίκαιος στις κρίσεις του, αυστηρός αλλά εποικοδομητικός με τον εαυτό του και με τους άλλους, μα πάνω απ’ όλα χαρούμενος, ευτυχισμένος, δημιουργικός κάθε φορά που επικοινωνεί – όπως τώρα – ίσοις όροις με τους συνανθρώπους του.
Τότε δεν υπάρχει ανάγκη για κατακρίσεις, επικρίσεις, συκοφαντίες, διαβολές, αφού το συμπάσχειν και το συναισθάνεσθαι είναι στη βάση τόσο της θεατρικής όσο και της αναγνωστικής συνδημιουργικής διαδικασίας.
Την ενσυναίσθησή μας οξύνουν τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά πολιτισμικά προϊόντα. Ακόμα και η εκπαιδευτική διαδικασία, όπως έχει αποδεσμευτεί σήμερα από το κακώς εννοούμενο κήρυγμα και από την ελέω θεού αυθεντία, αποτελεί μια σύγχρονη μετανεωτερική συνθήκη κοινωνικοποίησης κυρίως και κατ’ εξοχήν με την άσκηση τής κριτικής σκέψης στον Δημόσιο Λόγο.
Και είναι δημόσιος λόγος κάθε καλλιτεχνική ή λογοτεχνική πράξη, ακόμα κι όταν παράγεται στην αρχή κατά μόνας, η προβολή της όμως (το post-production), η συνδημιουργική κατανάλωση και η κριτική της αφομοίωση περνάν αναγκαστικά μέσα από την απολλώνεια αλλά και διονυσιακή διάσταση τής ενιαίας κι αδιαίρετης ανθρώπινης ύπαρξης.
Το εξηγώ αμέσως αυτό: τους αρχαίους ηθοποιούς τους έλεγαν διονυσιακούς τεχνίτες, οι αρχαίες τραγωδίες δομούνταν ως σειρά ψυχρών και θερμών ρήσεων. Στις αριστοφανικές «Νεφέλες» μονομαχούν ο Δίκαιος και ο Άδικος Λόγος, σε απολύτως ίσους χρόνους, που εξασφαλίζονται μέσω μίας κλεψύδρας.
Τι σημαίνει αυτό; Πώς η Διαλεκτική, η κάθε διαλεκτική, απεχθάνεται την διπολική κατηγοριοποίηση ιδεών, ανθρώπων και πράξεων σε άσπρο-μαύρο, καλό-κακό. Η πραγματικότητα είναι πολύχρωμη και πολυποίκιλη, όπως ένα ουράνιο τόξο, περισσότερο κι από αυτό το απλό σχετικά φυσικό φαινόμενο (μία σταγόνα νερού στην ατμόσφαιρα αρκεί για να αναλυθεί μία και μόνη ακτίνα τού ήλιου παράγοντας ετούτο το μεγαλειώδες αποτέλεσμα).
Η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ ασπρόμαυρη και πρέπει να ξεκινήσουμε την όποια κριτική μας θεώρηση με αυτή την βασική παραδοχή.
Ακολουθεί η αποδοχή όλων των ελλόγων όντων ως σεβαστών κι αξιοσέβαστων μονάδων.
Και τέλος, η ανεκτικότητα προς κάθε τι διαφορετικό, με μόνο ασφαλές κριτήριο την Αγάπη, την Καλοσύνη και τις αγαθές προθέσεις. Όλοι κάνουμε λάθη κι όλα τα λάθη είναι συγγνωστά ως ανθρώπινα, υπό τον όρον ότι εξετάζονται με αυτοκριτική διάθεση, αποκομίζονται τα ανάλογα συμπεράσματα, αποφεύγεται η άκριτη επανάληψή τους και οδηγούν στην άμεση ή έμμεση αυτοβελτίωση τού ατόμου αλλά και της κοινωνίας μέσα από την Αυτογνωσία.
Αυτό ακριβώς εννοούσε ο Σωκράτης όταν έλεγε: «γνώθι σαυτόν» και «εν οίδα ότι ουδέν οίδα».
Αυτό θαρρώ πως εννοούσε κι ο απόστολος Παύλος, ο απόστολος των εθνών, όταν αφόριζε: «αγάπην δε μη έχων ουδέν ειμί».
Αυτό θα εννοούν όλοι οι προφήτες των καινούργιων θρησκειών που θα έρθουν όταν το ανθρώπινο Πνεύμα εξελιχθεί κι αναγκαστεί να δώσει καινούργιες, ολοκαίνουργιες απαντήσεις στις καινοφανείς προκλήσεις (τεχνολογικές, οικολογικές, συμπαντικές).
Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την εξασφάλιση τής επιβίωσης τού ανθρώπινου είδους είναι η Άσκηση τής Κριτικής του Ικανότητας και η καθημερινή, επείγουσα εξάσκηση κάθε ενός και κάθε μιας από εμάς στην αυτοκριτική, στην ενσυναίσθηση, στην κοινωνικοποίηση, στην επικοινωνία, στην ανεκτικότητα κάθε τι διαφορετικού (ειδικά τού μη επιστητού)…
Λέει ο σαιξπηρικός Άμλετ: «υπάρχουν πράγματα σε γη και ουρανό που η Επιστήμη σας δεν τα φτάνει».
Γι’ αυτό είμαστε εδώ μαζί σήμερα: για να διερευνήσουμε το Άγνωστο, το Άφατο, το Αόρατο, το μη Επιστητό, με όπλο την Λογική αλλά ΚΑΙ το Συναίσθημα, γιατί χωρίς την αγαστή συνεργασία αυτών των δύο δεν θα ήμασταν άνθρωποι αλλά μηχανές.
Τα ρομπότ τού αμέσου μέλλοντος, οι καινούργιοι κβαντικοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές θα είναι απείρως ταχύτεροι από εμάς στην επεξεργασία δεδομένων (data), θα στερούνται όμως – ενδεχομένως – ηθικής και συναισθημάτων. Κι εκεί ελλοχεύει ο μεγάλος κίνδυνος, όπως μας προειδοποίησε ολίγον πριν της μεταστάσεώς του ο μεγάλος Αστροφυσικός Stephen Hawking”.
Σας ευχαριστώ πολύ που με ακούσατε.
Ο λόγος ελεύθερος σε όλες τις πτέρυγες…
Τα πτηνά έχουν την συναίσθηση τού σμήνους (ειδικά όταν έρχεται βροχή ή μεταναστεύουν). Εμείς, ως είδος, είμαστε ακόμα μακριά από αυτή την επίγνωση…
Ας εργαστούμε όλοι μαζί για την συνειδητοποίηση τής ενότητας των πάντων. Μόνον έτσι θα επιστρέψουμε στην «Ιθάκη», στην κοσμική Εστία μας, στο Άπαν, στο Πρωταρχικό Ένα (All that Is), στο πλατωνικό Όντως Όν.
Αμήν. Γέγονε, Γέγονε, Γέγονε…
Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας, ποιητής-κριτικός-θεατρολόγος-μεταφρασιολόγος
ΑΝΟΙΚΤΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

«Ο Ξένος» του Καμύ στην παντομιμική παγκοσμιοποιημένη μεταμοντέρνα εκδοχή του.
κριτικός διαλογισμός-απολογισμός από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Η εναλλαγή παρατεταμένης σιωπής με φρενιτική υπερκινητικότητα είναι σίγουρα ένα ασφαλές δραματικό εργαλείο με βέβαια αποτελέσματα στον ψυχισμό και στην σωματική οντότητα των θεατών που έρχονται αντιμέτωπη με τον διπολισμό τής εποχής μας.

Η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση τείνει να αντικαταστήσει τις ανθρώπινες νοητικές λειτουργίες με την Ρομποτική και την λεγόμενη Κβαντική Πληροφορική.
Όμως εκείνο που δεν μπορεί να υποκαταστήσει μια εξελιγμένη μηχανή είναι το συναίσθημα (όσο κι αν είναι δυνατή η μίμησίς του).
Το περίφημο «παράδοξο τού Diderot» ισχύει εν μέρει σε όλη την θεατρική παραγωγή από τις αρχές τού εικοστού αιώνα όταν εμφανίστηκαν και γιγαντώθηκαν οι διάφοροι -ισμοί που σιγά σιγά ξεφουσκώνουν όσο κι αν παρατηρείται μια καθυστερημένη (κατά 30 χρόνια) εισαγωγή τους στον τόπο μας, που όσο κι αν θεωρείται πολιτιστική επαρχία τής Ευρώπης διαθέτει ένα πολυάριθμο καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό δυναμικό.
Στα χρόνια τής παγκοσμιοποίησης έγινε πολύς λόγος για το λεγόμενο «σωματικό θέατρο».
Ούτως ή άλλως, η παντομιμική επικοινωνία δια της Τέχνης ήταν χαρακτηριστικό σε όλες τις αυτοκρατορίες, οι οποίες ως πολυπολιτισμικές κοινωνίες βασίζονταν σε κοινώς αποδεκτούς (συνήθως απλοποιημένους) κώδικες.

Ας μην ξεχνάμε πως στην ελληνιστική εποχή εισήχθη το πολυτονικό σύστημα (με τις βαρείες, τις υπογεγραμμένες, τις περισπωμένες και τα πνεύματα). Έπρεπε να διατηρηθεί η αρχαία προσωδία με σήματα που υποδείκνυαν την μουσικότητα στη χρήση τής γλώσσας.
Σήμερα κάνουμε το αντίθετο. Τα ισοπεδώνουμε όλα και τα λέμε α-τονικά. Σε αυτό συνέβαλε τα μάλα και η Τεχνολογία.
Έτσι πλέον το κοινωνούμενο νόημα υπερ-τονίζεται και μεταφράζεται δια του σώματος με παραγλωσσικά σημεία που υποκαθιστούν το αρχικό κείμενο δημιουργώντας ένα μετά-κείμενο.
Η σκηνική «όψις» έχει εμπλουτιστεί και η σκηνική σύμβαση εγκατέλειψε προ πολλού την απαίτηση οιασδήποτε αληθοφάνειας. Οι παραστατικές τέχνες απαρνούνται πλέον το Ορατό, το Ρητό, το Φανερό προκειμένου να ερωτοτροπήσουν με το Άρρητο, το Αόρατο, το Άφατο…
Κι αυτό αυξάνει βεβαίως την όποια ποιητικότητα τού όλου εγχειρήματος, αλλά βάσει τής αρχής αβεβαιότητας τού Heisenberg πολλαπλασιάζει εις το άπειρον τις δυνατές ερμηνείες.

Έτσι το Χάος επικρατεί και η εντροπία τού όλου συστήματος «Γαία» αυξάνεται προσεγγίζοντας το στοιχείο τής μη αντιστρέψιμης έκρηξης.
Βεβαίως, σύμφωνα με πολλές αρχαίες θρησκείες, όπως ο Ινδουϊσμός προκειμένου να αναλάβει δράση ο αναδημιουργός Κρίσνα, πρέπει να προηγηθεί ο αποδομητής Σίβα, ενώ ο Μέγιστος Βισνού προΐσταται, υπερίπταται και συναποκομίζει την πολύτιμη πείρα κάθε κύκλου δημιουργίας Mandara (εξ ου και η κοινή φράση «τα έκανες μαντάρα»).
Τώρα, για να έρθουμε στο εμβληματικό αυτό κείμενο τού Νομπελίστα Αλμπέρ Καμύ, όπου εφαρμόζεται στην πράξη η αρχή τής απροισδιοριστίας, παρακολουθήσαμε στο θέατρο Θησείον από την Transatlantic Group σε σκηνοθεσία της Αλεξάνδρας Καζάζου μια άκρως υπαινικτική και διόλου χαοτική παντομιμική εκδοχή του, που ήταν μεν ενδιαφέρουσα εικαστικώς και χοροθεατρικώς δυσχέραινε όμως την παρακολούθηση τού λεκτικού νοήματος η υπερκινητικότητα και η αυτοσχεδιαστική επανάληψη τής εκφοράς τού λόγου από τους δύο εκπληκτικά ασκημένους παντόμιμους. Ίσως σε ένα αλλόγλωσσο κοινό (με τους ανάλογους υπέρτιτλους) αυτό να λειτουργούσε απογειωτικά, όμως μήπως έπρεπε να μπουν υπέρτιτλοι και για το ελληνικό κοινό;
Η ρωμαϊκή αρένα έχει πάρει σήμερα πολλές μορφές και η άσκηση τής κριτικής ικανότητας τού επαρκούς θεατού δεν είναι απλώς χρήσιμη αλλά και απαραίτητη, ικανή κι αναγκαία συνθήκη για την συνδημιουργική πρόσληψη τού όποιου σύγχρονου μετανεωτερικού θεάματος.
Η διάχυση τής Πληροφορίας στο Διαδίκτυο και η συνεπαγόμενη διάδραση με τους δημιουργούς και τους συντελεστές κάθε καλλιτεχνικού / πολιτιστικού γεγονότος και δράσεως είναι μια καλή ευκαιρία που πρέπει να αξιοποιήσουμε όλες και όλοι προκειμένου να οξύνουμε την παρατηρητικότητα, τον (αυτό-)έλεγχο και την κριτική μας Σκέψη χωρίς να δεχόμαστε τίποτα δεδομένο ή θέσφατο.
Ο Κριτικός στην τρίτη δεκαετία τού εικοστού πρώτου αιώνα πρέπει και οφείλει να είναι διαλλακτικός, ανοικτός, διπλωμάτης και να προσφέρεται στον διάλογο, ειδικά στην δημιουργική αντίρρηση. Ας θυμηθούμε την αριστοφανική σάτιρα για τους σοφιστές όπου αντιπαρατίθενται ο Δίκαιος και ο Άδικός Λόγος. Σήμερα, οι Σοφιστές επανήλθαν ως σοφολογιότατοι διανοούμενοι που δηλώνουν το πλήρες διαζύγιο νοητικού και θυμικού, προπαγανδίζουν την εγκεφαλική ψυχρότητα και διδάσκουν την ποινικοποίηση τού όποιου συναισθήματος και προβαίνουν με φασιστικό μεσαιωνικό τρόπο στην απαξίωση κάθε «από καρδιάς» γραμμένης ή προφορικής κριτικής.
Όμως αγαπημένοι μου συν-αναγνώστες των σύγχρονών μας πολιτισμικών φαινομένων, όταν το τέταρτο τσάκρα της καρδιάς είναι κλειστό κι απομονωμένο από το πέμπτο, το έκτο και το έβδομο τσάκρα τού στέμματος, τότε είναι ανούσιος ο λόγος μας και «αγάπην δεν μη έχων ουδέν ειμί». Εξάλλου, το μεγαλύτερο διάνυσμα στην Φύση είναι η ελάχιστη απόσταση μεταξύ καρδιάς και μυαλού (που δεν είναι μεγαλύτερη από το μήκος μιας δεμένης γραβάτας).
Έτσι, θέλω να πω εν κατακλείδι πως αν ήμουν αλλόγλωσσος θα απολάμβανα αυτή την εξαιρετική παράσταση και τους πραγματικά αξιοθαύμαστους ακροβάτες ηθοποιούς, που ως γνήσιοι διονυσιακοί τεχνίτες μίλησαν κυρίως με τα σώματά τους, αλλά ως ελληνόφωνος, ελληνόγλωσσος, λάτρης, πλάστης και χτίστης τής διαχρονικής ενιαίας ανά τους αιώνας και διαρκώς εξελισσομένης ελληνικής γλώσσας, περίμενα και να καταλάβω τον εκφερόμενο λόγο (όσο κι αν η ακοή μου είναι εξαιρετική, ακούω και βλέπω πολύ προσεκτικά, απόλυτα συγκεντρωμένος, καθόμουνα μάλιστα στην πρώτη σειρά, οφείλω να ομολογήσω πως δεν συνέδεα πάντοτε την από σκηνής διδασκαλία με το κλασικό κείμενο).
Δεν λυπάμαι διόλου δε, γιατί αυτή η αξιοσημείωτη παράσταση είναι ευκαιρία για να συζητήσουμε προς τα πού πηγαίνει το σύγχρονο θέατρο και η Τέχνη γενικότερα, ειδικά η δραματική ποίηση στην σκηνική πραγμάτωσή της.
Πηγαίνετε λοιπόν στο ΘΕΑΤΡΟ ΘΗΣΕΙΟΝ για να δείτε αυτό το άκρως αναγεννησιακό θέαμα!!!
Μετά Λόγου Γνώσεως και περισσού θαυμασμού,
Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας
info:
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Ο Ξένος
βασισμένος στο έργο του Αlbert Camus
από την Transatlantic Group
σε σκηνοθεσία της Αλεξάνδρας Καζάζου
από 10 Οκτωβρίου & για 12 παραστάσεις
στο Θησείον. – Ενα θέατρο για τις τέχνες
Η Transatlantic Group παρουσιάζει την καινούργια δουλειά της η οποία βασίζεται στο έργο του Albert Camus, Ο Ξένος. Το έργο θεωρείται ένα από τα πιο ανήσυχα του 20ου αιώνα και αντιπροσωπεύει την εξέγερση ενάντια στον παραλογισμό του κόσμου.
Ουσιαστική έμπνευση της παράστασης υπήρξαν τρεις σημειώσεις του συγγραφέα:
Ξένος – ποιος μπορεί να γνωρίζει τι σημαίνει αυτή η λέξη;
Διανοούμενος – αυτός που χωρίζεται σε δύο. Χαίρομαι που είμαι δύο.
Ο ήλιος, μου έμαθε πως η ιστορία δεν είναι το παν.
Σκηνοθετικό Σημείωμα
Δύο ηθοποιοί επί σκηνής αφηγούνται την ιστορία του Ξένου μέσα από τις ρωγμές της μνήμης.
Όλες οι λέξεις και οι εκδοχές των γεγονότων στην ιστορία του Ξένου είναι σωστές αλλά όχι αληθινές. Η αλήθεια βρίσκεται ανάμεσα στο ναι και στο όχι, είναι ένας ουδέτερος αριθμός χωρίς το συν ή το πλην και δεν σχετίζεται με καμία αξία, αλλά μόνο με την ύπαρξη στην πιο απλή της κατάσταση. Η αλήθεια δεν είναι ούτε ενοχή ούτε αθωότητα, ούτε βιογραφία, ούτε ψυχολογία, ούτε ποινικός κώδικας, είναι ο Μερσώ. Είναι η ύπαρξη, η προσωπική εμπειρία, η στιγμή, το αίμα, η λάμψη του ήλιου, η αλήθεια δεν είναι ούτε ηθική, ούτε ανήθικη. Η αλήθεια είναι υπαρξιακή. Αυτή την αλήθεια υπερασπίζεται ο Μερσώ, σιωπώντας.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Σκηνοθεσία: Αλεξάνδρα Καζάζου
Δραματουργική Επεξεργασία – Διασκευή: Karol Jarek
Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος
Ηθοποιοί: Σπύρος Δέτσικας και Βασίλης Τρυφουλτσάνης
Επιμέλεια Φωτισμών – Φωτογραφία: Karol Jarek
Επικοινωνία: Ευαγγελία Σκρομπόλα
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Πρεμιέρα: Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου στις 21:00
Παραστάσεις: από 10 Οκτωβρίου έως 15 Νοεμβρίου,
κάθε Δευτέρα & Tρίτη στις 21:00.
Χώρος: θέατρο Θησείον – Ένα θέατρο για τις τέχνες
Εισιτήρια: Γενική είσοδος 10 ευρώ
Προπώληση: ticket services
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΟΜΑΔΑΣ
Η καλλιτεχνική ομάδα Transatlantic δημιουργήθηκε την άνοιξη του 2020 από τον φωτογράφο, φωτιστή και δραματολόγο του θεάτρου Karol Jarek και απο την ηθοποιό σκηνοθέτη και παιδαγωγό του θεάτρου Αλεξάνδρα Καζάζου. Η δραστηριότητα της ομάδας είναι καλλιτεχνικού, εκπαιδευτικού, ερευνητικού, και κοινωνικού χαρακτήρα.
Η μεγάλη επιθυμία ήταν να υπάρξει ένας χώρος που να ευνοεί τη δημιουργία, ανάπτυξη και προώθηση σύγχρονων και πειραματικών μεθόδων στον τομέα του θεάτρου, του χορού, της μουσικής και της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης. Επίσης η ομάδα θέλει να ερευνήσει προς την κατεύθυνση μίας Αλληλοσυμπληρωματικής Τέχνης οπού η βασική της αρχή είναι η αναγνώριση όλων των καλλιτεχνικών ειδών, μορφών και μέσων (θέατρο, χορός, μουσική, εικαστικές τέχνες) ως αυτόνομους και ισάξιους συνεργάτες.
Η δραστηριότητα της Transatlantic έχει την βάση της στην Αθήνα αλλά στόχος της είναι να δραστηριοποιείται σε πολλά μέρη της Ελλάδας υποστηρίζοντας την καλλιτεχνική αποκέντρωση.
Αξίζει να σημειωθεί πως οι ίδιοι καλλιτέχνες είναι επίσης ιδρυτικά μέλη της θεατρικής ομάδας Teatr Andra που έχει την βάση της στην Κωνσταντινούπολη και αποτελείται από Τούρκους, Έλληνες και Πολωνούς καλλιτέχνες, ενώ μετράει, εκτός άλλων δραστηριοτήτων, δύο θεατρικές παραγωγές. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επισκεφτείτε: www.teatrandra.com.
Το καλοκαίρι του 2021 η Transatlantic παρουσίασε την πρώτη της παράσταση βασισμένη στις Χωρείες Χώρων του Ζώρζ Περέκ, στον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Κορίνθου. Η παράσταση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του θεσμού Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός, 2021.
Οι “25 προσευχές αδύναμων όντων” τώρα και σε ισπανική έκδοση στη Σεβίλλη.

Ευχαριστώ τον εκλεκτό ΕΛΛΗΝΙΣΤΗ JOSE ANTONIO MORENO JURADO
για την ηρωική ευεργεσία του στην σύγχρονη νεοελληνική Ποίηση.
Το 43ο βιβλίο μου κυκλοφόρησε ταυτόχρονα με το 42ο.

Σας ευχαριστώ φίλες και φίλοι μου για την πνευματική συνοδοιπορία.
Τι θα έκανα χωρίς εσάς;
Δικός σας,
Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας ευγνώμων…
Μια απάντηση… ΤΟ ΈΡΓΟ, ΤΟ ΈΡΓΟ ΜΕΤΡΑΕΙ. ΚΙ Ο ΦΘΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΣΦΑΛΕΣΤΕΡΗ ΕΝΔΕΙΞΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ.
Αρχέγονος φθόνος
Αν είσαι ήρεμος
Είναι η μεγαλύτερη τιμή,
Η μέγιστη καταξίωση:
Να προβάλλει επάνω σου κάθε αποτυχημένος
Την ραθυμία, την οκνηρία, την αδράνεια,
Τα ελαττώματα εκείνα που δεν επιτρέπουν
Να διαπρέψει στον τομέα του…
Και πρέπει να νιώθεις χαρά όταν ΔΕΝ σε τιμούν.
Οι τιμές είναι αναπόφευκτες όταν εργάζεσαι.
Όταν όμως δημιουργείς και δεν τιμάσαι
Επαφίεσαι στον Πανδαμάτορα Χρόνο
Στον Μεγάλο Κριτή
Να αποτιμήσει την όποια προσφορά σου
Και να σου προσδώσει τα ανάλογα εύσημα.
Τα ένσημα επικολλώνται επί δικαίων και αδίκων,
Επί εργαζομένων κι αργομίσθων.
Όσο για τον Φθονερό, να χαίρεσαι πρέπει
Κάθε που τραβάς την προσοχή σου.
Το μεγαλύτερο σκάνδαλο: η Επιτυχία.
Γιατί βάζει τούς τεμπέληδες απέναντι
Στον καθρέφτη τους. Κι ως φαίνεται ΔΕΝ
Τους κολακεύει. Έτσι προβάλλουν τη δική τους
Ασχήμια στην Ωραιότητα αυτού του Κόσμου.
Όμως το Φως δεν σκιάζεται
Και το Σκοτάδι φωτίζεται από αυτή την επαφή.
Ας είναι και βίαιη. Θα την αντέξουμε,
Εμείς οι προγυμνασμένοι στην Αλήθεια,
Οι Ειλικρινείς, οι Τίμιοι, οι δημιουργικοί, οι μάχιμοι.

