Κριτική στην εικαστική έκθεση του Καλλιτεχνικού Εργαστηρίου του Ν. Κληρονόμου. Μουσείο Εθνικής Αντίστασης Ηλιούπολη, Καλοκαίρι 2014.
από την
Αγγελική Κομποχόλη,
Φιλόλογο-Δρ. Πανεπιστημίου Αθηνών.
O Nικόλας Κληρονόμος, γνωστός και καταξιωμένος ζωγράφος, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Με ένα πλούσιο καλλιτεχνικό έργο μας έχει δώσει εξαίρετα δείγματα της τέχνης του σε αθηναϊκές (και όχι μόνο) ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, στο σχεδιασμό σκηνικών, κοστουμιών και φωτισμών για θεατρικές παραστάσεις, στη φιλοτέχνηση εξωφύλλων λογοτεχνικών και σχολικών βιβλίων, μουσικών εκδόσεων, προγραμμάτων και θεατρικών αφισών, αλλά και σε πολυάριθμες άλλες εικαστικές εκδηλώσεις και δραστηριότητες που δικαιώνουν τη φήμη αλλά και το σεβασμό στο πρόσωπό του ως ενός από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες δημιουργούς. Εξίσου πολύτιμη όμως είναι και η διδακτική του ενασχόληση, και ξέρουμε ότι ο ίδιος διδάσκει ως καθηγητής στην ιδιωτική και δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση, κι επίσης ως συντονιστής σεμιναρίων σε Πολιτιστικούς οργανισμούς Δήμων ανά την Ελλάδα, και με αυτήν την ιδιότητα θα τον μνημονεύσω εδώ, με αφορμή την πολύ ωραία καλοκαιρινή έκθεση ζωγραφικής που παρουσιάσθηκε στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης στην Ηλιούπολη, από μαθητές του Καλλιτεχνικού εργαστηρίου του Δήμου Ηλιουπόλεως που διευθύνει ο ίδιος. Μία έκθεση η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από πολλές απόψεις, θα σταθούμε όμως σε δύο.
Συγκεκριμένα, το πρώτο και αξιοπρόσεκτο κομμάτι της έκθεσης αφορά τον ίδιο τον θεματικό προσανατολισμό της, που δίνει έμφαση στον δημιουργό μεμονωμένα, στην προκειμένη περίπτωση τον σπουδαστή, επιτρέποντας στον θεατή να παρακολουθήσει κάθε ένα από τα στάδια που προηγείται της εικαστικής δημιουργίας, το προσχέδιο με άλλα λόγια της εικαστικής εργασίας, αλλά και την τελική της μορφή, την εξέλιξη δηλαδή της αισθητικής ματιάς κάθε μαθητή, όπως αυτή προκύπτει από τη μελέτη των σχεδιαστικών και ζωγραφικών τεχνικών πάνω στο Ελεύθερο Σχέδιο και στο Χρώμα. Επιπλέον, η έκθεση καινοτομεί και επιτρέπει στους τελειόφοιτους σπουδαστές του εργαστηρίου να παρουσιάσουν σε θεματικές ενότητες τις δημιουργίες τους (όπου κάθε θεματική αναπτύσσεται σαν μία μικρή ατομική έκθεση από τον κάθε μαθητή), έτσι ώστε να αποτυπώνεται με οπτική σαφήνεια όλη η εικαστική τους πορεία, αλλά κυρίως-το σπουδαιότερο-η σκέψη που εμφαίνεται πίσω από αυτήν, αναδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό την καλλιτεχνική ιδιαιτερότητα και την αυτονομία του καθενός ξεχωριστά. Σημαντική εδώ η συμβολή του δασκάλου, του Νικόλα Κληρονόμου, ο οποίος φανερά μυεί τους μαθητές του σε μία «αγωγή της αισθητικής», και αντίστροφα σε μία «αισθητική της αγωγής» (για να χρησιμοποιήσω αυτούς τους τόσο εύστοχους όρους μιας σημαντικής παιδαγωγού της σύγχρονης εικαστικής κουλτούρας, της Μάχης Κάνιστρα) κατορθώνοντας ο ίδιος με την ακτινοβολία της διδασκαλίας του και το αναμφισβήτητο εικαστικό του ταλέντο να μετατρέψει την παιδευτική διαδικασία σε τέχνη. Γεγονός που αντανακλάται στο άρτιο, αισθητικά, ύφος που αποπνέει η εικαστική έκφραση κάθε μαθητή.
Η δεύτερη επισήμανση αφορά γενικότερα την σπουδαιότητα των συλλογικών εκθέσεων μαθητών εικαστικών εργαστηρίων, καθώς αυτές πέρα από μία απλή προβολή του ιδεατού στην πραγματικότητα συνιστούν εθνογραφική σπουδή κι ακριβή αποτύπωση της σύγχρονης ανθρωπολογικής ματιάς, αυτούσιας ή επεξεργασμένης, κι από την άποψη αυτή αποκτούν ξεχωριστή επιστημονική σημασία. Αν ο ναΐφ λαϊκός ζωγράφος γίνεται ο φορέας κι αποτυπωτής του πολιτισμού της εποχής του, κι από την άποψη αυτή μία πολύτιμη πηγή πληροφοριών από εθνολογικής απόψεως, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο λειτουργούν οι σημερινοί «ερασιτέχνες» ζωγράφοι μαθητές των εικαστικών εργαστηρίων, μέσα από την οπτική σημειολογία των συμβόλων τους, εκφραστές του πολιτισμού τους και του τρόπου που αυτός, σε συνέχειες, έχει αφομοιωθεί μέσα τους.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτυπωμένο με εικαστική δύναμη και αισθητική χάρη στους πίνακες της Φώφης Μορφάκη, μιας από τις συμμετέχουσες σπουδάστριες της έκθεσης και πολύ αξιόλογης νέας δημιουργού, αφορά το ίδιο το λαϊκό αντικείμενο στην εικαστική του αναπαράσταση, είτε είναι ένα θυμιατήρι είτε είναι ένα κανάτι νερού ή ένα αγγείο λαδιού ή ένα απλό φθηνό κεραμικό βάζο λουλουδιών, από τα συνηθισμένα της διακόσμησης των αγροτικών νοικοκυριών των μέσων του προηγούμενου αιώνα. Φαίνεται με ενάργεια εδώ πως η ελληνική λαϊκή τέχνη, «αποκρυστάλλωμα μακραίωνης καλλιτεχνικής επεξεργασίας», σύμφωνα με την σπουδαία μουσειολόγο Πώπη Ζώρα, εμπεριέχοντας τις υποσυνείδητες μνήμες παλαιότερων εξελικτικών πολιτισμικών φάσεων υφέρπει με διαχρονική εμβέλεια στην καλλιτεχνική συνείδηση των σύγχρονων δημιουργών, δίνοντας με δύναμη τα σύμβολά της. Σύμβολα, σαφώς μετασχηματισμένα, που ωστόσο ακόμα κι όταν η φθορά του χρόνου τα έχει απογυμνώσει από το αρχικό τους περιεχόμενο, διατηρούν το μυστικό –συχνά μεταφυσικό τους- νόημα και το ιδιαίτερο σημειολογικό τους βάρος, δίνοντας τη δυνατότητα στον δημιουργό, συγκεκριμενοποιώντας τα οπτικά νοήματα που θέλει να μεταδώσει, να βγει από τα περιχαρακωμένα όρια του «εγώ» και να επικοινωνήσει με τον κόσμο που τον περιβάλλει. Ακόμα κι όταν αυτός είναι ο μοντέρνος, σύγχρονος, «προοδευμένος», κόσμος της απρόσωπης τεχνοκρατίας. Κι εκεί το παραδοσιακό βρίσκει τρόπους να διεισδύσει.
H καλοκαιρινή «άνοιξη» του αθηναϊκού (απόκεντρου) αστικού θέατρου.
από την
Αγγελική Κομποχόλη,
Φιλόλογο-Δρ. Λαογραφίας.
Θα τολμούσα να χρησιμοποιήσω τον όρο «απόκεντρο» αναφερόμενη σε έργα και παραστάσεις που ανεβαίνουν σε θέατρα στην περιφέρεια της Αθήνας (και του Πειραιά, ο οποίος για λόγους οικονομίας συμπεριλαμβάνεται στον χαρακτηρισμό «αθηναϊκό αστικό θέατρο»), ή τουλάχιστον σε θεατρικούς χώρους αρκετά απομακρυσμένους από αυτό που θα αποκαλούσαμε «θεατρική πιάτσα»-κι είναι γεγονός ότι μία πληθώρα σκηνών και χώρων που πειραματίζονται με νέα είδη θεάτρου (και παράλληλα φιλοξενούν σεμινάρια, ομιλίες, εικαστικές εκθέσεις, μουσικές παραστάσεις κ.α.) έχουν διαφοροποιήσει σημαντικά το θεατρικό τοπίο, της Αθήνας τουλάχιστον, με πολύ ενδιαφέρουσες εναλλακτικές προτάσεις. Η ξαφνική και απρόβλεπτη οικονομική κρίση του 2009 σαφώς κι επηρέασε τη θεατρική αγορά, ωθώντας το ελληνικό θέατρο σε μία περίοδο αποτίμησης και επαναπροσδιορισμού της δικής του φυσιογνωμίας, με το μοντέλο των μεγαλεπήβολων θεατρικών παραγωγών να καταρρέει και αυτό των μικρών θεατρικών πολυχώρων να ανθίζει, κατακτώντας τα τελευταία χρόνια με συνεχώς αυξανόμενες τάσεις τη θεατρική αγορά. Παραστάσεις χαμηλού οικονομικού προϋπολογισμού νεοσύστατων θεατρικών ομάδων που απαρτίζονται κατά κύριο λόγο από νέα παιδιά , τα οποία επιδίδονται σε καινοτόμες και ενδιαφέρουσες πειραματικές προσπάθειες, προσελκύουν το ενδιαφέρον του θεατρόφιλου αθηναϊκού κοινού που τις ενισχύει και τις επιβραβεύει. Και όχι άδικα. Σε πολλές περιπτώσεις οι μικρές αυτές περιφερειακές παραστάσεις απαλλαγμένες από το θεατρικό βάρος του ονόματος των «μεγάλων και διάσημων πρωταγωνιστών», «των μεγάλων και διάσημων σκηνοθετών», «των μεγάλων και διάσημων παραγωγών», με τη σεμνότητα στην πρόθεση και την καλλιτεχνική καθαρότητα στην προσέγγιση, μας δίνουν διαμάντια θεατρικού λόγου και χαρά στην απόλαυση της θεατρικής δράσης. Και θα μνημονεύσω ενδεικτικά τρεις τέτοιες παραστάσεις, που τις παρακολουθήσαμε μέσα στον Ιούλιο και πραγματικά εμπλούτισαν τη θεατρική μας παιδεία. Κι αναφέρομαι στις «Σχέσεις στΟργής», στο θέατρο Διθύραμβος (Μαρούσι) από τη θεατρική ομάδα Ανοικτίρμονες, σε σκηνοθεσία Έφης Νιχωρίτη, στη «Μικρή μας πόλη» του Θόρντον Ουάιλντερ, στο μεγάλο θέατρο της Ελληνογαλλικής Σχολής ZEANNE D’ ARC, ανεβασμένο από τη Φιλολογική Στέγη του Πειραιά σε σκηνοθεσία Μάνου Χατζηγεωργίου και στο «Τι κάνω εγώ εδώ;», της Ε. Μπουρκέν στο Θέατρο της οδού Καυκατζόγλου (Πατήσια), από τη θεατρική ομάδα ΕΚΣΤΑΝ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Σταματίου. Και οι τρεις αυτές θεατρικές παραστάσεις ασχολούνται με τις ανθρώπινες σχέσεις, σε ένα βιωματικό κλίμα υψηλής συναισθηματικής έντασης, που επιτρέπει στους σκηνικούς ήρωες να παρουσιάζονται με τρόπο ευθύβολο στην καρδιά του θεατή, άμεσο και εύστοχο. Και οι τρεις, με την ισόρροπη ενεργοποίηση των ρυθμών της κίνησης και των ήχων, κατορθώνουν να δώσουν μία ολοκληρωμένη σκηνοθετική πρόταση που δένει τις ερμηνείες των ηθοποιών σε ένα ομόκεντρο σχήμα, δίνοντας ρυθμό στην ροή των δραματικών πράξεων και διείσδυση στον χαρακτήρα των ηρώων που ζωντανεύουν στη σκηνή. Αποτέλεσμα; Μία γνήσια αισθητική συγκίνηση για τον θεατή, μακριά την μανιέρα και την υπερβολή των «μεγαλόσχημων» ηθοποιών, των «μεγαλόσχημων» θεατρικών παραστάσεων που συχνά παγιδεύονται στη δύναμη της φήμης τους, ακριβώς γιατί σε αυτήν επαναπαύονται. Και στις τρεις παραστάσεις απολαύσαμε-ανέλπιστα-υποκριτές με ευδιάκριτες (ή επιδέξια καλλιεργημένες) τις θεατρικές τους ικανότητες, και λέω ανέλπιστα, γιατί σε κάποιες περιπτώσεις μιλάμε για ερασιτέχνες ηθοποιούς που συμμετέχουν δημιουργικά σε καλλιτεχνικές ομάδες, όπως συνέβη με τη θεατρική ομάδα της Φιλολογικής Στέγης του Πειραιά, που όμως η σωστή σκηνοθετική καθοδήγηση και η αξιοποίηση του υλικού των ηθοποιών είχε ως αποτέλεσμα μία θαυμάσια υποκριτική προσαρμογή στις ανάγκες και το νόημα του θεατρικού κειμένου. Η διαπίστωση αυτή αφορά και τις τρεις θεατρικές παραστάσεις, οι οποίες αξιοποιώντας την έντονη αντιθετικότητα των πράξεων ζωής στη θεατρική δημιουργία, πέτυχαν να τις μετατρέψουν σε δρώμενα με υψηλές αποκορυφώσεις θεατρικής έντασης και συγκινησιακού λυρισμού: Στις Σχέσεις στΟργής μέσα από ένα αρχέτυπο αποθησαύρισμα σχέσεων και συγκρούσεων (οικογενειακών, φιλικών, ερωτικών, συζυγικών), με μία έξοχη θεματική ύφους και πάθους, αναδεικνύεται η αναγκαιότητα και η δύναμη του Έρωτα στη δημιουργία και στην αντίσταση-κι η αντίσταση ως πράξη διαμαρτυρίας στο πρόσκαιρο, στο φθαρτό και στο μοναχικό με τον Έρωτα να αναβαπτίζεται στην αρχεγονική του σημασία και να γίνεται αισιόδοξη κι ελπιδοφόρα ένωση του «εδώ και τώρα» με το «παντού και πάντα». Η
ίδια συγκινησιακή ανάταση επικρατεί και στη «Μικρή μας πόλη», ειδικά στη σκηνή του νεκροταφείου στην οποία επιτυγχάνεται ένα άλμα στη αισθητική του θεατρικού κοινού, καθώς κίνηση, εκφορά λέξης και δραματική έκφραση, αρμονικά συνταιριασμένες, λειτουργούν με υποκριτική γνώση και εμβάθυνση, σε μία ευφυή σύλληψη του σκηνοθέτη που αναμορφώνει το δραματικό περιεχόμενο. Σε αντίθεση με τα θεατρικά παραδεδομένα, εδώ οι νεκροί συνομιλούν με τους ζωντανούς όρθιοι (κι όχι καθισμένοι σε καρέκλες, όπως συνηθιζόταν μέχρι τώρα σκηνογραφικά), γιατί η ψυχή στη νεωτερική τούτη σκηνοθετική ματιά δε νοείται με κανένα τρόπο εγκλωβισμένη κι οι ηθοποιοί της παράστασης, έξοχα, πειθαρχώντας στην λυρική αυτή εκδοχή στέκονται ανάλαφροι, σαν να υπερίπτανται, αποδίδοντας μοναδικά την εξώκοσμη αίσθηση του Άλλου Κόσμου. Τέλος, στο «Τι κάνω εγώ εδώ;» μας αποκαλύπτεται ένα ρεσιτάλ υποκριτικής ερμηνείας από τη κεντρική ηρωίδα του έργου που υποδύεται η Λαμπρινή Λίβα, παλαίμαχη ηθοποιός του ΚΘΒΕ, η οποία στην κυριολεξία καθηλώνει τον θεατή σε μία σκηνική ερμηνεία με υποκριτικό βάθος, ένταση κι αίσθηση σιωπής, σε μία απερίγραπτη κλίμακα εκφραστικής δεινότητας που λειτουργεί με ακρίβεια υψηλής απόδοσης. Ποιος είπε ότι η Τέχνη δεν ανθίζει στα πιο απρόσμενα μέρη, στις πιο δύσβατες εποχές;
Kριτική στο λεύκωμα «Ο αγαπητός κ. Θ. Κ. Mίντζας», εκδ. του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος (επιμέλεια: Ελένη Μαρτίνου, καλλιτεχνική επιμέλεια: Χάρης Σπυρόπουλος), Αθήνα 2014, σελ. 197.
Γράφει η Αγγελική Κομποχόλη, φιλόλογος-Δρ Λαογραφίας Πανεπιστημίου Αθηνών
Aν το σπίτι είναι ο χώρος που ο άνθρωπος μεταπλάθει δημιουργικά τη φύση και εξανθρωπίζει το περιβάλλον του, διαδικασία σε τελευταία ανάλυση δημιουργίας πολιτισμού, η ίδια η διακόσμηση του χώρου συνιστά ατομική ποιητική παρέμβαση, η μόνη σύμφωνα με τον MartinHeidegger που «κάνει το κατοικείν του ανθρώπου να είναι κατοικείν». Kι αν ομόλογα, κατά τον Hölderlin, «εντελώς επάξια, αλλά ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος πάνω σε αυτήν τη γη» κι αν η οικία αναγνωρίζεται ως το φυσικό και ψυχολογικό καταφύγιό της ανθρώπινης ύπαρξης, ο στολισμός της αποτελούσε πάντα, και αποτελεί, αισθητική και πνευματική παιδεία, συνειδητή αναδιαμόρφωση του υλικού κόσμου αναγνωριστική της επιρροής που αυτός ασκεί επάνω μας. «Είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι σε διαφορετικά μέρη», διατείνεται ο AlaindeBotton, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του σύγχρονου φιλοσοφικού στοχασμού, «και αποστολή της αρχιτεκτονικής, κυρίως της εσωτερικής τακτοποίησης του χώρου και της διακόσμησής του, είναι να μας καταστήσει σαφές ποιοι θα μπορούσαμε να είμαστε ιδανικά».
Αν η λοιπόν η αισθητική συνιστά κριτήριο αυτογνωσίας και αποτελεί προϋπόθεση πνευματικής ανέλιξης, είναι σαφές ότι τα λόγια αυτά, όπως και τα παραπάνω, διατυπωμένα με πνευματικό βάθος και ευρύτητα, δικαιώνουν την προσφορά και το έργο ενός πολύ σημαντικού ανθρώπου του πολιτισμού της χώρας μας, του Θεόδωρου Μίντζα, που «έφυγε» από κοντά μας μόλις πριν δύο χρόνια, το έργο του όμως εξακολουθεί να υπάρχει και η επίδρασή του να είναι ηχηρή. Ιδιοκτήτης του ιστορικού παλαιοπωλείου ΑΝΘΕΣ, σε μία χρυσή-σε σύγκριση με τις σημερινές συνθήκες- εποχή της Αθήνας, ήταν ο άνθρωπος που «πάντρεψε» με τρόπο μοναδικό τη δυτική κουλτούρα με την ελληνική λαϊκή παράδοση, καθορίζοντας αποφασιστικά την αισθητική του σύγχρονου νεοελληνικού, εσωτερικού, αστικού χώρου: «Από τα χέρια του πέρασαν και διασώθηκαν λαϊκοί θησαυροί, τα αποκτήματά του, τα σπάνια αλλά και τα ταπεινά, κοσμούν σήμερα μουσεία και ιδιωτικές συλλογές» (σελ. 29) κι «η γωνιά του, το ονειροπωλείον της οδού Πινδάρου, ήταν ένας κόσμος μυθικός, ένας τόπος γεμάτος με λαϊκό οίστρο και συγκίνηση, με ζωντανό, παλλόμενο ακόμη, το ελληνικό χθες» (σελ. 30-32). «Το πρώτο Αν Θες βρισκόταν στο νούμερο 22 μέχρι το ’87 που μεταφέρθηκε στο 24 του ίδιου δρόμου. Μέχρι τότε τα περισσότερα μαγαζιά του είδους είχαν σχεδόν αποκλειστικά ξενόφερτα κομμάτια. Ο Θεόδωρος Μίντζας έχοντας ζήσει πολλά χρόνια στην Ιταλία και γνωρίζοντας το μεγάλο ενδιαφέρον των Ιταλών για τα ιταλικά έπιπλα και αντικείμενα ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε με τα ελληνικά. Ξεκινώντας από τις κασέλες, που είναι βασικό κομμάτι στο ελληνικό σπίτι, σιγά-σιγά επεκτάθηκε και στα άλλα αντικείμενα της λαϊκής ελληνικής τέχνης» (σελ. 64), προβάλλοντας και επαναπροσδιορίζοντας το «χρώμα το ελληνικό» (σελ. 68). Από την άποψη αυτή, λοιπόν, ήταν επιβεβλημένη μία αφιερωματική τιμή στον ακάματο τούτο εργάτη του υλικού πολιτισμού της χώρας, η οποία και έγινε, σε μία πολυτελή και καλαίσθητη έκδοση του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, την επιμέλεια της οποίας την είχαν δύο άνθρωποι που τον έζησαν από πολύ κοντά και στάθηκαν με θαυμασμό, σεβασμό και αφοσίωση στο έργο του. Κι αναφέρομαι στην Ελένη Μαρτίνου και τον Γιώργο Παναγόπουλο, φίλους ζωής του σπουδαίου αυτού συλλέκτη, χάρη στις άκοπες προσπάθειες των οποίων το πολύτιμο αυτό λεύκωμα πήρε σάρκα και οστά.
Κι είναι ένα λεύκωμα που το τιμούν με την παρουσία τους και τον λόγο τους, ευλαβικό αντίδωρο ενθύμησης στον Θεόδωρο Μίντζα, σημαντικές προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών της χώρας μας-κι αναφέρομαι ενδεικτικά στον Άγγελο Δεληβοριά, την Πέγκυ Ζουμπουλάκη και την Ιωάννα Παπαντωνίου-ενώ ταυτόχρονα παρατίθενται δημοσιογραφικά άρθρα, διαφωτιστικά του έργου του, αποσπάσματα συνεντεύξεων του ιδίου και καλαίσθητες προσωπικές ανέκδοτες φωτογραφίες. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε τον συγκινητικό, από τα βάθη της καρδιάς, εισαγωγικό χαιρετισμό της Ελένης Μαρτίνου και την εξίσου πολύ συγκινητική αποφώνηση του Γιώργου Παναγόπουλου.
Για να κατανοήσουμε όμως σε όλη της τη διάσταση την πολύτιμη προσφορά του Θεόδωρου Μίντζα, θα πρέπει να κάνουμε πρώτα μία μικρή ιστορική αναδρομή, ανατρέχοντας στη σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα όπως αυτή άρχισε να διαμορφώνεται δύο αιώνες πριν, μετά την ανακήρυξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Είναι η περίοδος που ορδές, στην κυριολεξία, προσφύγων από τις τουρκοκρατούμενες ακόμα περιοχές του ελλαδικού χώρου και πένητες της ελληνικής υπαίθρου αρχίζουν να συρρέουν και να κατακλύζουν το νέο αστικό κέντρο, κουβαλώντας μαζί τους έναν ατόφιο λαϊκό πολιτισμό, που στοιβάζεται σε πρόχειρες παράγκες αρχικά, κι αργότερα στις πρώτες αθηναϊκές αυλές, δίπλα στα νεόδμητα νεοκλασικά κτήρια των Βαυαρών αρχιτεκτόνων, στολισμένα με το δυτικότροπο κοσμητικό πνεύμα και την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, εξωτερική και εσωτερική. Μια αρχιτεκτονική που, ιδιαίτερα όσον αφορά στον εσωτερική διακόσμηση των χώρων της, είναι περισσότερο επιδεικτική και συλλεκτική στον τρόπο προβολής των αντικειμένων της (διαποτισμένη από την αποικιοκρατική επέκταση και συμπεριφορά της Ευρώπης, με όλη αυτήν την εισαγωγή εξωτικών ειδών από τις νέες χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Αμερικής που διοικεί), παρά χρηστική. Oελληνικός όμως λαϊκός πολιτισμός που μέχρι εκείνη τη στιγμή, συνεχίζοντας το πνεύμα και την νοοτροπία του αρχαίου, εξακολουθεί να είναι χρηστικός (κι έτσι μια περίτεχνα σκαλισμένη κασέλα, στην κυριολεξία ένα έργο τέχνης ενός ανώνυμου λαϊκού καλλιτέχνη, δεν εκτίθεται σε κάποια γωνία για διακοσμητικούς λόγους-καθόλου μάλιστα-παρά μόνο για πρακτικούς, εξυπηρετώντας απλά τις καθημερινές ανάγκες των χρηστών της), στο συναπάντημά του με τον δυτικό υλικό πολιτισμό θαμπώνεται, εντυπωσιάζεται και αρχίζει να τον μιμείται, τις περισσότερες φορές άκομψα και απαίδευτα, δημιουργώντας σε πρώτη φάση μία δυτικότροπη «δανεική» αστική και, συνακόλουθα, μία χαμηλού επιπέδου μικροαστική αισθητική, χάνοντας τη δική του πρωτογενή ομορφιά και αυθεντικότητα. Oεκσυγχρονισμός του Έλληνα κι η άνοδος του βιοτικού του επιπέδου, ειδικότερα στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, επιδεινώνουν την τάση αυτή, η οποία επιπλέον αποκτά τον χαρακτήρα ενός νεόκοπου, φανταχτερού και επιδειξιομανούς «νεοπλουτισμού». Την τάση αυτή, καταστροφική στην επέλασή της για το νεοελληνικό αισθητικό προφίλ, έρχεται να ανατρέψει, για να αποκαταστήσει στη συνέχεια, ο Θεόδωρος Μίντζας, μεταξύ πολλών άλλων, ο οποίος, ως άνθρωπος με υψηλή αισθητική παιδεία και πνευματική καλλιέργεια, επαναφέρει και επιβάλλει στο σύγχρονο αστικό σαλόνι, συνώνυμο του καλόγουστου, το νησιώτικο τραπέζι και το ασημοκαπνισμένο γιαταγάνι, αλλά και το κιλίμι και τα παλιά κεραμικά και τα καντηλέρια, και τις σπάνιες κασέλες και τα πορτρέτα του περασμένου αιώνα, όλα, μαζί με άλλα τέτοια αντικείμενα, εκθέματα προς πώληση αριστοτεχνικά τοποθετημένα στο χώρο του παλαιοπωλείου του, το οποίο έτσι αποκτά χαρακτήρα και λειτουργία μουσείου, αναβαθμίζοντας μέσα από τις βιτρίνες του, άλλες φορές ενσυνείδητα, τις περισσότερες όμως κλεφτά και φευγαλέα, την αισθητική κουλτούρα των διερχόμενων περαστικών. Το ίδιο το έκθεμα της βιτρίνας πέρα από σύμβολο και φορέας αισθητικής, γίνεται η πρόκληση (κι η πρόσκληση) στο κοίταγμα, εκ νέου, του επιχώριου υλικού λαϊκού πολιτισμού που, στην περίπτωση των σημερινών Ελλήνων, αν και τον κουβαλούσαμε μέσα μας, πολύτιμη κυτταρική κληρονομιά, αστόχαστα-επιπόλαια θα έλεγα-είχε αποσιωπηθεί.
Aπό την άποψη αυτή είναι ανεκτίμητη η πολιτιστική, πλέον, συμβολή του Θεόδωρου Μίντζα στα σύγχρονα ελληνικά δρώμενα, ο οποίος μέσα από την επαγγελματική του ιδιότητα, τυπικά αυτή του εμπόρου έργων λαϊκής τέχνης, γίνεται στην ουσία συν-δημιουργός της σύγχρονης α-συμπλεγματικής πολιτιστικής ταυτότητας του Έλληνα, απαλλαγμένης από το κόμπλεξ της «επαρχιώτικης καταγωγής» της, αρμονικά συγκερασμένης με την αστική προσαρμογή της.
Αφοπλιστική εδώ η παραδοχή του Άγγελου Δεληβοριά, πρώην διευθυντού του Μουσείου Μπενάκη και καθηγητού Ιστορία Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ooποίος εξαίροντας το έργο και την προσφορά του Θεόδωρου Μίντζα χαρακτηριστικά σημειώνει: «Ο Θεόδωρος ήταν απ’ αυτούς στους οποίους ειλικρινά οφείλω την ανακάλυψη, σε κάποιο βαθμό, και την εξερεύνηση της λεγόμενης «λαϊκής» τέχνης. Ένα εγχείρημα που δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εύκολο. Στο ξεκίνημα της ανιχνευτικής μου διαδρομής, ωστόσο είχα εξασφαλισμένη τη συμπαράσταση από τον μυθικό τότε κόσμο της Πανδρόσου. ..Ο Θεόδωρος Μίντζας ήταν ένας από τους ιεροφάντες της σταδιακής διαδικασίας με την οποία οδηγήθηκα πειραματικά στην προσωρινή οπωσδήποτε και δοκιμαστική μάλλον επιλογή ενός ουδέτερου, αλλά ευτυχέστερου ονοματισμού: αντί για μία «λαϊκή» τέχνη είναι πολύ πιο σωστό να αναφερόμαστε στην κοσμική τέχνη των αιώνων της ξενικής κατοχής, αντιδιαστέλλοντας έτσι την εκκλησιαστική τέχνη της ίδιας περιόδου. Ο Θόδωρος, αν και αθώος από τέτοιους θεωρητικούς προβληματισμούς, διέθετε μία καθόλου ευκαταφρόνητη πνευματική καλλιέργεια, την οξύτατη όσφρηση του λαγωνικού και το αξιοσημείωτο ενδιαφέρον ενός ερασιτέχνη μελετητή, που σταχυολογεί με επιδεξιότητα ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει κατά τόπους ο υλικός πολιτισμός της Ελλάδας…. Είμαι βέβαιος, άλλωστε ότι θα έγινε ήδη αντιληπτό για ποιους λόγους θα ήταν δύσκολο να λησμονήσω τον Θεόδωρο» (σελ. 42-43). Θα προσέθετα σεμνά για τους ίδιους λόγους που και εμείς θα τον θυμόμαστε σε ένα ταξίδι μαγείας, που «συνεχίζεται» (σελ. 194).
«To Πλήρωμα του Φόνου», μία θεατρική παράσταση της Καλλιτεχνικής Ομάδας Αλισίβα, στο Θέατρο της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, 14, 15 & 16 Ιουνίου.
Γράφει η Αγγελική Κομποχόλη
Φιλόλογος-Δρ Πανεπιστημίου Αθηνών
Τo θέμα της δολοφονίας γονέων έχει απασχολήσει από πολύ νωρίς τη λογοτεχνική σκέψη, πολύ περισσότερο τη θεατρική πράξη δίνοντας αριστουργήματα υψηλού προβληματισμού από την αρχαιότητα μέχρι τις ημέρες μας (με χαρακτηριστική στη συνείδηση όλων μας τη δραματική μορφή του μητροκτόνου, μαινόμενου από τις ενοχές, Ορέστη), πολύ περισσότερο δε όταν το θέμα αυτό αντικατοπτρίζει βαθιές και αθέατες όψεις της γονεϊκής σχέσης, όπου το θύμα γίνεται θύτης και αντίστροφα. Μέσα στα πλαίσια αυτού του προβληματισμού κινείται το «Πλήρωμα του Φόνου», διασκευή του έργου του Κουβανού José Triana «Η νύχτα των δολοφόνων», που ανεβαίνει για τρεις μόλις παραστάσεις (14, 15 & 16 Ιουνίου) από την Καλλιτεχνική Ομάδα Αλiσίβα, στο θέατρο της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Η υπόθεση εκτυλίσσεται στην Κούβα τη δεκαετία του ’50, λίγα χρόνια πριν την Κουβανική Επανάσταση και αφορά μία οικογενειακή υπόθεση, μία από αυτές τις κλειστές οικογενειακές υποθέσεις που κρύβουν πίσω τους μυστικά, συγκαλύψεις και βίαιους οικογενειακούς χαρακτήρες, που κάποτε γίνονται οι ίδιοι ηθικοί αυτουργοί, οπλίζοντας το χέρι του δολοφόνου: Τρεις έφηβες αδελφές, η Λαλώ, η Μπάμπω και η Κούκα, μην αντέχοντας την σκληρότητα της οικογενειακής καθημερινότητας, «σκηνοθετούν» ένα φανταστικό παιχνίδι που στόχο του έχει την «εικονική» δολοφονία των γονέων τους. Στην ελληνική διασκευή του έργου, ευρηματικά και «τραγικά» (με την αρχαία ελληνική έννοια του όρου), η απελπισία προχωρά ένα βήμα πιο πέρα: Γίνεται εγκληματική πράξη (η Λαλώ σκοτώνει τους γονείς) και ειδεχθής φόνος (από τη στιγμή που στρέφεται κατά του γονέα), με τα όρια της ηθικής αυτουργίας όμως και συνυπευθυνότητας «ανοικτά» στον προβληματισμό, την κρίση και την τελική αξιολόγηση: Η ύπαρξη τέτοιων τάσεων εμφωλεύει σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, η ίδια αυτή μοίρα θα μπορούσε να «χτυπήσει» τον καθένα μας. Κι εδώ ακριβώς έρχεται, ευρηματικά, η σκηνοθετική πρόθεση και πρωτοβουλία, ο θεατής να παρακολουθήσει ως μέλος του ένορκου κοινού, τη δίκη της κεντρικής ηρωίδας, λαμβάνοντας και ο ίδιος την τελική απόφαση, διαμορφώνοντας και ο ίδιος την τελική ετυμηγορία για την ενοχή ή την αθωότητά της. Σε ένα λιτό, σωστά δομημένο, θεατρικό πλαίσιο στήνεται αριστοτεχνικά ολόκληρο το σκηνικό της δίκης (κι εδώ η σκηνογραφική και σκηνοθετική ματιά συμβάλλουν με έξοχο τρόπο στη δημιουργία της υποβλητικής ατμόσφαιρας): Από τη μία πλευρά, η δικαστική αυθεντία, άτεγκτη, σοβαρή, δίκαιη, αδέκαστη φαινομενικά, μέσα στον παραλογισμό του «ηθικά ορθού» κι από την άλλη πλευρά η Λαλώ, η οποία έχει παραδεχθεί την ενοχή της κι είναι έτοιμη για την τελική κρίση, αυτήν που ή θα την απαλλάξει ή θα την θανατώσει. Η ίδια η παραδοχή της ενοχής της ηρωίδας, φέρνει στο έργο την ουσιαστική προβληματική του «τραγικού». Γιατί όπως στην τραγωδία, έτσι και εδώ οι δυνάμεις που συγκρούονται είναι εξίσου νομιμοποιημένες, εξίσου πλήρεις στη λογική αποτίμηση. Αν ήταν η μία νόμιμη, το έργο αυτοστιγμεί θα μετατρεπόταν σε ένα απλοϊκό δράμα, σε ένα μελόδραμα. Η τραγωδία αντίθετα, κι εκεί έγκειται η δραματουργική της υπεροχή, είναι πάντα διφορούμενη, πάντα δίσημη, καθώς τα πάντα μπορούν να αξιολογηθούν κι όλα μπορούν να δικαιολογηθούν ισότιμα: η ίδια η τραγωδία στην εσωτερική της δομή είναι μία δίκη, που εδώ, με ευφυΐα στη σύλληψη, υλοποιείται και πραγματώνεται, παρασταίνεται αυτούσια και δραματουργικά πάνω στη σκηνή. Hέννοια του λάθους, του λάθους που εγκαλεί και σκοτώνει, καθώς το έγκλημα λανθάνει στην ανθρώπινη ύπαρξη, αποκτά ιδιαίτερη αξία, όταν συνδέεται με την έννοια της ευθύνης. Ένας στην ουσία φιλοσοφικός στοχασμός που στο συγκεκριμένο έργο μετουσιώνεται σε θεατρική πράξη, με υποκριτική δεινότητα και μεστό δραματικό λόγο από τους πρωταγωνιστές του έργου. Και ξεκινώ από την Αγγελική Λουκή, που υποδύεται την κεντρική ηρωίδα του έργου, τη Λαλώ, για να συνεχίσω και στους υπόλοιπους ηθοποιούς της παράστασης, την Αμαλία Κωνσταντινίδου (Μπέμπα), την Κατερίνα Ησυχίδου (Κούκα), την Πωλίνα Μελά (Δικαστής), την Ισμήνη Οικονόμου (Α’ κατήγορος) και την Ελευθερία Βαξεβανέρη (Β’ κατήγορος). Όλες τους, σε ένα άρτια δομημένο θεατρικό σύνολο (κι εδώ είναι ανεκτίμητη η σκηνοθετική ματιά που αναδεικνύει ατομικά τον ηθοποιό και ταυτόχρονα τον «συνενώνει» υποκριτικά) προβάλλουν με τη συγκινητική πρόθεση του «ερασιτέχνη» ηθοποιού, του ηθοποιού δηλαδή που «εράται την τέχνη του» (και μόνο με αυτήν την έννοια η χρήση της λέξης «ερασιτέχνης»), τα ιδιαίτερα , βαθιά κρυμμένα, χαρακτηριστικά του ρόλου τους. Το αποτέλεσμα; Καθηλωτικό για τον θεατή. Η άψογη μουσική, εικαστική και σκηνογραφική επιμέλεια (Άγγε
λος Σουλιώτης, Βασίλης Τσάρας) και επιμέλεια φωτισμού (Θωμάς Οικονομάκος) , ο ευσύλληπτος σχεδιασμός των γραφιστικών εφαρμογών στη σχεδίαση της αφίσας και του προγράμματος (Αννέτα Γραβάνη), η άρτια τεχνικά φωτογράφηση (Ουρανία Ησυχίδου) και η καλλιτεχνική ψιμυθίωση (Γεωργία Λουκή-και αποδίδω εδώ στα ελληνικά τους ξενικούς όρους Makeupartistκαι HairStylist μόνο χάριν οικονομίας λόγου) συμβάλλουν στην δημιουργία ενός μοναδικού θεατρικού αποτελέσματος που αξίζει πραγματικά να το παρακολουθήσουμε. Για άλλη μία φορά η Καλλιτεχνική Ομάδα Αλισίβα μας ενθουσιάζει με τη δουλειά της-και εδώ να κάνουμε μία μικρή μνεία σε αυτήν την ιδιαίτερη καλλιτεχνική ομάδα, η οποία από τη στιγμή που ιδρύθηκε (2010), χρησιμοποιώντας τις μεθόδους του θεάτρου επινόησης (devisedtheatre) μας ενθουσιάζει με την έμπνευση στην επιλογή και προσέγγιση των θεμάτων που παρουσιάζει («Κόλαφος εν Λευκώ», 2013).
info:
Η Καλλιτεχνική Ομάδα Αλισίβα «ξαναδιαβάζει» το αριστούργημα του Χοσέ Τριάνα «Η Νύχτα των Δολοφόνων». Οι τρεις αδελφές, Λαλώ, Μπέμπα και Κούκα έχουν συνειδητοποιήσει τις ιδιομορφίες της δικής τους οικογένειας, της δικής τους καθημερινότητας. Η μια λιγότερο – η άλλη περισσότερο, όλες όμως ξαφνιάζονται να βλέπουν πάντα τα πράγματα τεντωμένα, λυπηρά. Μέσα στην απελπισία τους δημιουργούν ένα παιχνίδι που σκοπό έχει τη φανταστική δολοφονία των γονιών τους.
Στο «Πλήρωμα του Φόνου» τα παιχνίδια ανήκουν πια στο παρελθόν. Η Λαλώ έχει σκοτώσει τους γονείς της. Για εκείνη ο φόνος δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα, μια μορφή αντίδρασης μπροστά στην άδικη καταπίεση. Η Λαλώ πιστεύει πως η πράξη της συνιστά μια αντιβία.
Στην κοινωνία που ζούμε, όμως, κάθε έγκλημα έχει τις συνέπειές του. Το φόνο ακολουθεί η Ανάκριση και την Ανάκριση, η Δίκη. Η Δίκη: ένα καλοστημένο παιχνίδι, σημαδεμένο από μιαν ακαταμάχητη σοβαρότητα. Σε ύφος παράδοξου και σε τόνους παράλογου, σκονισμένοι δικαστές, σύμβολα ενός άτεγκτου δικαιϊκού συστήματος, χαρακτηρίζουν τους αμφισβητίες σαν επαναστάτες, μηδενιστές, κυνικούς καταστροφείς της τάξης. Η Λαλώ παραδέχεται την ενοχή της και ετοιμάζεται να αφεθεί σε μια κρίση, η οποία ή θα την καταδικάσει σε θάνατο ή θα την αθωώσει και θα ζήσει ελεύθερη.
Την απόφαση «αθώα ή ένοχη» θα την πάρει η κοινωνία. Το κοινό της παράστασης, το σώμα των ενόρκων, «βάσει της τιμής και της συνείδησής του καλείται να ενεργήσει χωρίς να επηρεάζεται από φιλία, έχθρα ή χάρη, ούτε για κάποια ιδιαίτερη ωφέλεια ή για άλλη παρόμοια αιτία, αλλά έχοντας στο νου του μόνο τη δικαιοσύνη και την αλήθεια θα ψηφίσει κατά συνείδηση και κατά την ελεύθερη πεποίθηση που θα σχηματίσει από τη συζήτηση, προσφερόμενο εντελώς πιστά και άδολα».
Συντελεστές:
Διασκευή – Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ησυχίδου, Αμαλία Φαγογένη
Συγγραφή Κειμένων: Ελευθερία Βαξεβανέρη, Αγγελική Λουκή, Παναγιώτης Μαρκαντωνάτος, Πολίνα Μελά
Μουσική Σύνθεση: Άγγελος Σουλιώτης
Εικαστική & Σκηνογραφική Επιμέλεια: Βασίλης Τσάρας
Επιμέλεια Φωτισμού: Θωμάς Οικονομάκος
Τεχνικοί Σκηνής: Αντώνης Καλογερής, Αμαλία Φαγογένη
Σχεδιασμός Γραφιστικών Εφαρμογών: Αννέτα Γραββάνη
Φωτογραφία: Ουρανία Ησυχίδου
Make Up Design – Hair Stylist: Γεωργία Λουκή
Πρόσωπα Έργου / Ερμηνεία
Λαλώ: Αγγελική Λουκή
Μπέμπα: Αμαλία Κωνσταντινίδου
Κούκα: Κατερίνα Ησυχίδου
Δικαστής: Πολίνα Μελά
A’ Κατήγορος: Ισμήνη Οικονόμου
Β’ Κατήγορος: Ελευθερία Βαξεβανέρη
Info:
Οι παραστάσεις δόθηκαν στο Θέατρο της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών
(Πειραιώς 256, Αγ. Ι. Ρέντης, 182 33) στ
14, 15 & 16 Ιουνίου στις 9:30μ.μ.
Η διάρκεια του έργου είναι 75 λεπτά.
Είσοδος ελεύθερη με προαιρετική συνεισφορά. Απαραίτητη η κράτηση θέσεων.
Τηλέφωνο κρατήσεων: 6976.693.765
Eρευνητικό Κέντρο Ελληνικού Τραγουδήματος («ΕΡ.Κ.Ε.Τ.»), 4ο Φεστιβάλ Φωνητικών Συνόλων Παραδοσιακής και Λαϊκής Μουσικής, Δημαρχείο Παπάγου-Χολαργού, αμφιθέατρο «Μίκης Θεοδωράκης, 30 Mαΐου 2014.
γράφει η Αγγελική Κομποχόλη, Φιλόλογος-δρ. Λαογραφίας
Στο τελείωμα της Άνοιξης, στις αρχές του Καλοκαιριού, είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε στο κατάμεστο θέατρο του Δήμου Παπάγου-Χολαργού «Μίκης Θεοδωράκης», μία ωδική και ορχηστρική σπονδή στο συναπάντημα της αλλαγής των δύο αυτών εποχών , από έναν ερευνητικό φορέα («ΕΡ. Κ. Ε. Τ.»), που ιδρύθηκε με σκοπό την προώθηση της επιστημονικής έρευνας και μελέτης σχετικά με το πολιτισμικό φαινόμενο του ελληνικού τραγουδήματος. Και αναφερόμαστε στο 4ο ετήσιο Φεστιβάλ Φωνητικών Συνόλων Παραδοσιακής και Λαϊκής Μουσικής, με τη συμμετοχή επτά, αυτήν την φορά, φωνητικών συνόλων από όλη την Ελλάδα και στόχο την προβολή στο ευρύτερο κοινό των διαφόρων ειδών του ελληνικού τραγουδήματος, καθώς αυτά συνιστούν πολύτιμη πνευματική κληρονομιά και παρακαταθήκη του λαϊκού μας πολιτισμού.
Σε μία εκδήλωση που απείχε μακράν από το να θεωρηθεί άλλη μία τυποποιημένη, φολκλοριστική αναπαραγωγή ενός τόσο σημαντικού πολιτισμικού φαινομένου, όπως είναι το παραδοσιακό τραγούδι (αλλά και ο χορός που τις περισσότερες φορές το συνοδεύει, τελεστικές τέχνες και τα δύο, «performativearts», αλλά και εκφάνσεις του ευρύτερου τελετουργικού και ψυχαγωγικού φαινομένου που ονομάζουμε «γλέντι»), παρουσιάστηκαν στο θέατρο του δήμου Χολαργού-Παπάγου επτά φωνητικά σύνολα με αντιπροσωπευτικά τραγούδια από επτά αντίστοιχα περιοχές του ελληνικού λαογραφικού χώρου, και συγκεκριμένα από τη Μακεδονία (Κοζάνη, με αξιοπρόσεκτο εδώ το αστικό ρεπερτόριο), τα Δωδεκάνησα (Τήλος), τη Στερεά Ελλάδα (Αμφίκλεια Παρνασσίδας), το Ανατολικό Πήλιο, την Κρήτη (Αμάρι Ρεθύμνου), τη Θεσσαλία (Μαυρέλι Τρικάλων) και τη Χίο (Μαστιχοχώρια). Κι όλα αυτά σε έναν θεατρικό χώρο, που διαφοροποιούνταν σκηνογραφικά, ανάλογα με την εκάστοτε φωνητικό σύνολο που παρουσιαζόταν στη σκηνή, πάντοτε σε συνάρτηση με τα ευρύτερα τελεστικά κοινωνικά, χρονικά, ιδεολογικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα της περιοχής που αντιπροσώπευαν. Αν ο χορός και το τραγούδι αποτελούν συμβολικές πτυχές των πολιτισμικών συστημάτων ενός λαϊκού κοινού, αποκαλύπτοντας τον τρόπο με τον οποίο τα μέλη μιας παραδοσιακής κοινότητας προσλαμβάνουν και αναδιαρθρώνουν επικοινωνιακά τον κόσμο τους, κατανοούμε πόσο δύσκολο είναι να αποδοθούν, ανθρωπολογικά, στο περιορισμένο σκηνικό χώρο ενός θεάτρου πόλης, στον περιοριστικό χρονικό περιθώριο των δύο ωρών, οι όψεις ενός σύνθετου κοσμοθεωρητικού, συμβολικού με κοινωνικο-ιδεολογικές διαστάσεις καλλιτεχνικού πλαισίου, διαφορετικού στην εθνογραφική αναπαράσταση για κάθε μία από τις παραπάνω επτά περιοχές του ελλαδικού χώρου . Κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτεύχθηκε με άρτιο τρόπο και μάλιστα σε μία παράσταση, που καθ’ όλη τη διάρκεια της παρουσίασης τηρούσε στο μέτρο που έπρεπε την ένταση και τον ρυθμό, μέσα σε μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα θεατρικότητας, σε συνδυασμό με μία θαυμαστή ισορροπία δυνάμεων του έμψυχου υλικού-και στο σημείο αυτό θα αναφερθώ στους τραγουδιστές, τους χορευτές και τους οργανοπαίκτες των φωνητικών σχημάτων, οι οποίοι, ως ένα ενιαίο, συγκροτημένο σύνολο, στον παραδοσιακό τρόπο απόδοσης του ελληνικού τραγουδήματος αναπαρήγαγαν με εσωτερικότητα αυτό που εθνολογικά αναπαράσταιναν, μεταφέροντας τον θεατή σε ένα ομοιογενές επικοινωνιακά συμβολικό σχήμα. Εδώ, επίσης, θα πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στους συντελεστές που ήταν υπεύθυνοι για την καλλιτεχνική και μουσική επιμέλεια των φωνητικών σχημάτων (και στους οποίους, σωστά και δίκαια, απονεμήθηκαν τιμητικά διπλώματα για την πολύτιμη προσφορά τους), και συγκεκριμένα στη Ματίνα Μιχαηλίδου (Παραδοσιακές Χορωδίες «Ιστού» και «Κοινωνικού Ωδείου»), στον Τάκη Αποστόλη (Μουσικό σύνολο «Βάκχες»), στον Ιωάννη Μπακαλέξη (Φωνητικό σύνολο του «Ομίλου Ερευνών Πηλίου»), στον Γιώργο Βλάσση (Ομάδα Τραγουδιού της «Ένωσης Κρητών Βριλλησίων», στον Γιάννη Κατσή (Σύνολο του Κέντρου Λαϊκού Πολιτισμού «το Πανηγύρι»), και βέβαια στη Βιβή την Κανελλάτου (Φωνητικό Σύνολο «Άδοντες εν Χαλκίδι» και Φωνητικό Σύνολο Παραδοσιακού Τραγουδιού του «ΕΡ. Κ. Ε. Τ.»), που ως μουσικολόγος (με κατεύθυνση στον ελληνικό λαϊκό μουσικό πολιτισμό) και ως υπεύθυνη καλλιτεχνικής διεύθυνσης είχε τη συνολική επίβλεψη της άρτιας αυτής διοργάνωσης. Η εκδήλωση έκλεισε με ένα παραδοσιακό διαλογικό τραγούδι αγάπης («Ας κάμω σίδερο καρδά») από τα Νοτιόχωρα (Μαστιχοχώρια) Χίου, τραγουδισμένο με τελετουργικό τρόπο και με ειδική νοηματική φόρτιση από ζευγάρι άντρα και γυναίκας τραγουδιστών, με την πολυμελή συνοδεία δύο φωνητικών συνόλων που ενδυνάμωναν με την παρουσία τους την αισθησιακή ατμόσφαιρα και τον ερωτικό χαρακτήρα του διαλογικού άσματος (το οποίο στο τέλος πλαισιώθηκε ιδανικά και με την θαυμάσια προτροπή-επισήμανση που έκανε η τραγουδίστριά του, Βιβή Κανελλάτου, στο κοινό της: «ευτυχής ο Άνθρωπος που αξιώνεται να τραγουδά με Άνθρωπο»).
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΙΟΛΑΣ / ALEXANDROS IOLAS
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Αν ο Αλέξανδρος Ιόλας δεν είχε γυρίσει στην Ελλάδα, θα είχε ενδοξότερο τέλος. Θα έμενε ίσως στο Παρίσι, ως μέλος τής Λεγεώνας τής Τιμής, θα δεχόταν τα συγχαρητήρια και τα σέβη τών ιθυνόντων σε θέματα Τέχνης και Πολιτισμού, θα χάριζε την πλούσια συλλογή του στο Γαλλικό Κράτος κι εμείς θα πέρναμε σήμερα το αεροπλάνο και θα πηγαίναμε στην Πόλη τού Φωτός για να θαυμάσουμε τα αριστουργήματα τών αιώνων τής ανθρώπινης μάχης για το Ωραίο, το Αληθινό…
Πικρές σκέψεις που αναδύθηκαν για πολλοστή φορά στα χαλάσματα τής βίλλας τού Ιόλα στην Αγία Παρασκευή, εκεί όπου θα στεγαζόταν το περίφημο Μουσείο του, αν η τότε Υπουργός Πολιτισμού είχε αποδεχθεί τη δωρεά.
Το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης υπό την αιγίδα τού Δήμου Αγίας Παρασκευής διοργανώνει για τέσσερις μόνο παραστάσεις ένα σημαντικό θέαμα που συμβάλλει στην αυτογνωσία του νεοέλληνα και θίγει τα κακώς κείμενα με άμεσο, καταγγελτικό πολιτικό λόγο που δεν γίνεται όμως ποτέ προπαγανδιστικός συμφερόντων και συντεχνιακών τάσεων.
Ο Χριστόφορος Αντωνιάδης διασκεύασε θεατρικώς το βιβλίο τού Νίκου Σταθούλη “Αλέξανδρου Ιόλα: η ζωή μου”, σκηνοθέτησε ένα ενδιαφέρον θέαμα κι επιμελήθηκε μουσικώς μία πραγματικά σημαντική στιγμή στην πολιτιστική ζωή τού πολύπαθου τόπου μας. Σε μια δύσκολα καμπή τής Ιστορίας, όταν όλα μας συνθλίβουν και όλοι μάς πιέζουν, δεν πρέπει να καταφύγουμε στην αυτομαστίγωση (δεν είμαστε καθολικοί άλλωστε, αλλά ορθόδοξοι, κληρονόμοι τών αρχαίων ελλήνων σοφών και μέτοχοι τών μυστηρίων που συνεχίζουν να τελούνται στην ελληνική Φύση κάτω από το ζωοποιόν Φως – αυτό το Φως που νοστάλγησε ο πετυχημένος κι αναγνωρισμένος διεθνώς συλλέκτης και κυνηγός ταλέντων)…
Υπέροχο κείμενο, δυνατό, γροθιά στο στομάχι, ερμηνευμένο μπρεχτικά από τον Χριστόφορο Αντωνιάδη στον επώνυμο ρόλο, από την Χριστιάνα Αντωνιάδου στο ρόλο τής αδελφής του Νίκης Στάϊφελ, την Χριστίνα Μυσίρη στο ρόλο τής Περσεφόνης Κουτσούδη, της Αλεξανδρινής μητέρας τού ιδιοφυή Κροίσου, τον Κώστα Κακαβά στο ρόλο του βιολιστή και τις: Πέγκυ Κουνενάκη – Γιούλη Τσινάκη – Χριστίνα Κανελάκη (Τέχνες).
Καταπληκτικά τα κοστούμια τού Βασίλη Ζούλια, “έγραφαν” αντιστικώς στον εγκεταλελειμμένο κι απαξιωμένο χώρο, αφαιρετικώς επικά τα σκηνικά τής Μαρίας Καβαλιώτη, αριστοτεχνικοί οι φωτισμοί τού Ηρακλή Γεωργιάδη. Βοηθός σκηνοθέτη η Χριστίνα Μυσίρη.
Ο κόσμος που συνωστίστηκε στις πυκνές πλαστικές γκρίζες καρέκλες για να δώσει το “παρών” στην αναβίωση ενός θρύλου, αντιμετώπισε με σεβασμό και με σιγή το ιδιότυπο αυτό μνημόσυνο.
Ο Αλέξανδος Ιόλας ξαναζωντάνεψε πνεύματι (όχι όμως και σώματι – αφού το physique τού ηθοποιού που εκλήθη να τον υποδυθεί και η φωνή του πόρρω απείχαν τού προτύπου – κόντρα ρόλος).
Περιμένουμε να δούμε τι θα κάνει το Ελληνικό Κράτος και ο Δήμος Αγίας Παρασκευής με αυτή την κληρονομιά.
Εν τω μεταξύ, ας προβληματιστούμε για τα κακώς κείμενα εντός κι εκτός μας. Ίσως έτσι αποφύγουμε στο μέλλον ανάλογες διαπομπεύσεις και “σταυρώσεις”. Ο “αποδιοπομπαίος φαρμακός” τών αρχαίων πόλεων, δεν είναι πάντα ο διαφορετικός, ο προκλητικός, ο αλλοπρόσαλλος, ο φευγάτος, ο νεραϊδοπαρμένος, ο ποιητής, ο καλλιτέχνης, ο εστέτ. Συνήθως είναι εκείνος που κατέχει τον θώκο τον υψηλό κι έχει πατήσει επί πτωμάτων, ως άλλος Οιδίπους. Αφήστε τους καλλιτέχνες και τους ποιητές στην ησυχία τους. Όσο παράταιρα κι αν ζούνε δεν φταίνε αυτοί για όλα τα δεινά αυτού τού τόπου. Δεν είναι αυτοί που αποφασίζουν, δεν είναι αυτοί που διαχειρίζονται κονδύλια, δεν είναι αυτοί που επιδεικνύουν ασπλαχνία κι αδιαφορία για τον πλησίον. Το αντίθετο… Μην πυροβολείτε τον Ιόλα. Ο Χρόνος και ο Θάνατος τον δικαιώνει. Κάθε μέρα και περισσότερο. Όνειδος στο συλλογικό ασυνείδητο τής λαμπρής φυλής μας.
Κωνσταντίνος Μπούρας
Morendo τής Όλγας Λασκαράτου, Ένας μονόλογος για τη γυναίκα που άλλαξε την ιστορία της όπερας, Δημοτικό θέατρο Πειραιά, Άνοιξη 2014.
γράφει η Αγγελική Κομποχόλη
Morendo σημαίνει σβήνοντας κι είναι ένας μουσικός όρος που χρησιμοποιείται κυρίως στην Όπερα- και με αυτήν ακριβώς τη διευκρίνηση η θεατρική δημιουργός Όλγα Λασκαράτου εξηγεί την επιλογή του τίτλου στο ομώνυμο έργο, που παρουσιάζεται με μεγάλη επιτυχία στην Αθήνα, κι όχι μια φορά (2010 Θέατρο Ειλισσός, 2011 Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, 2014 Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, στο πλαίσιο των παραστάσεων Γυναικών…μονολόγοι), ενώ μετρά και μία ακόμη εμφάνιση στην Νέα Υόρκη το 2011, στο SnappleTheater . Κι είναι αυτό το έργο μία αναφορά στο αργό, σιγανό σβήσιμο, στο ψυχικό προανάκρουσμα του θανάτου μιας μεγαλειώδους γυναικείας προσωπικότητας, της θεϊκής Μαρίας Κάλλας, λίγα χρόνια πριν το τέλος του επίγειου βίου της ·τότε που αντικρίζει με γυμνό θάρρος τη ματαίωση της ζωής της, μιας ζωής τυφλωμένης από την αγάπη και λεηλατημένης από την ερωτική ψευδαίσθηση, και τολμά την εκ βαθέων εξομολόγηση, την εκ βαθέων αποκαθήλωση, την ύστατη αποτίμηση. Είναι εκεί που η συγγραφέας του έργου αναδεικνύει το φωτεινό ανάστημα της σπουδαίας αυτής καλλιτεχνικής αυτής μορφής, όχι στην επευφήμηση του κοινού και της Τέχνης της, αλλά στην απογύμνωση της παραδοχής της.
«Ξεχάστηκα τόσο καιρό μέσα σ’ αυτή τη σιωπή… Τη μεγάλη σιωπή πρίν από μία παράσταση. Το ρολόι δείχνει ακόμη την ίδια ώρα και νιώθω να έχουν περάσει μέρες μέσα σ’ αυτό το καμαρίνι. Έχω χαθεί μέσα στο χρόνο. Είχα μία ακόμη παράσταση να δώσω…»
Μέσα στη σκληρή σκηνογραφία του τέλους, η Λασκαράτου προβάλλει με συγγραφική δεξιοτεχνία και σεμνότητα στη γραφή, το εκτυφλωτικό φως του μεγαλείου που γεννά η ήττα εκείνη που βιώνεται αδυσώπητη, που επισκιάζει κάθε χαρά και κάθε ανάμνηση δόξας, αλλά που δεν γκρεμίζει και -ανέλπιστα, παράδοξα θα έλεγε κανείς- μετατρέπεται σε πνευματικό ύψος, σε πικρό, αλλά σοφό ενστάλαγμα ζωής. Κι αν η οίηση γίνεται ο κρυφός εχθρός κάθε εκλεπτυσμένης ιδιοφυίας, τούτος ο εχθρός σπάει στον καθρέπτη της ντίβας και στο είδωλο που αυτός αντικατοπτρίζει:
«Εδώ, φυλάω όλες μου τις αναμνήσεις. Ο ήχος κάθε παράστασης, η μουσική, το χειροκρότημα, όλα υπάρχουν ακόμη εδώ, όταν πέσει η αυλαία. Όλα είναι εδώ, μπροστά στον καθρέφτη».
«Τώρα μπορώ να κάθομαι σ’ αυτό το καμαρίνι και να την παρατηρώ. Μπορώ να της δίνω τον χρόνο μου, να μου εξηγήσει πώς έκανε εκείνο ή το άλλο. Να την ακούω να μου μιλάει, να μου τραγουδάει, να παίζει θέατρο, να ερωτεύεται, να χαμογελάει, να απογοητεύεται, να θυμώνει, να παρακαλάει, να φωνάζει… να υπάρχει χωρίς εμένα. Αυτές οι ηχογραφήσεις είναι ημερολόγια με σημειώσεις και σχέδια. Κάθε μεγάλη επιτυχία κάτι κρύβει πίσω από την ημερομηνία της. Ποιά ζωή έκανε αυτή τη γυναίκα να παραβγεί πρώτη στην τέχνη της ανάμεσα σε τόσες άλλες που διεκδικούσαν τον τίτλο της ντίβας;».
“
Κι είναι αυτός ο εσωτερικός μονόλογος, και σε ένα παράλληλο επίπεδο εξομολογητικός διάλογος με το κοινό, που αυξάνει τη λυρική ενέργεια βαπτίζοντας τις λέξεις σε ποιητικά σύνολα που αποκτούν τη μορφή θεατρικού επεισοδίου. Γνωρίζει τον κόσμο της Όπερας η Λασκαράτου και τον σέβεται, η μυθοποιητική γραφή της τον κρυπτογραφεί και στη συνέχεια τον αποκαλύπτει, όχι στη λάμψη της πρεμιέρας, αλλά στον απόηχο της περασμένης δόξας. Τα σημάδια αυτά ψηλαφεί με υποκριτικό βάθος, η Εύα Κεχαγιά, η μοναδική πρωταγωνίστρια του έργου, με την υποβολή της κινηματογραφικής εικόνας μίας μεγάλης star, σε μία ερμηνεία που ανασύρει με δραματική ικανότητα τα αψεγάδιάστα προσωπεία της μεγάλης ντίβας, απαλύνοντας όμως την εμπειρία μέσα στη μνήμη. Η σκηνοθετική ματιά της ίδιας της συγγραφέως, οξεία και διεισδυτική, αποκαλύπτει με πλάγιους φωτισμούς τις εσωτερικές ψυχικές καθιζήσεις μιας γυναίκας, απομακρυσμένης την ώρα του απολογισμού της από κάθε εξωραισμό της ανθρώπινης πραγματικότητας, με μοναδικά όπλα της την αξιοπρέπεια και την βαθιά διανοητικότητα, όπλα που αναχαιτίζουν τον πανικό του ανεκπλήρωτου και της επερχόμενης φθοράς. Κι όλα αυτά μέσα σε ένα θεατρικό σκηνικό που φέρει την ενδυματολογική υπογραφή του Γιάννη Μετζικώφ και την καλλιτεχνική επιμέλεια της Λίνας Νικολακοπούλου. Εδώ οποιαδήποτε σχόλια περιττεύουν. Μία παράσταση που της αξίζει πολλές φορές να την απολαύσουμε.
ΕΠΟΧΗ ΕΚΠΤΩΣΕΩΝ στο ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ, ακόμα και για τον Ζιρωντού
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Το να βλέπεις την “Τρελή τού Σαγιώ” με την Άννα Παναγιωτοπούλου στην πρώτη κρατική μας σκηνή δηλώνει σαφώς ότι διανύουμε μια κρίσιμη εποχή εκπτώσεων σε όλα τα επίπεδα. Απόδειξη ότι η Κρίση που βιώνουμε είναι κυρίως πολιτισμική και κρίση αξιών είναι ότι μετά την Κατίνα Παξινού (1966), την Δέσπω Διαμαντίδου το 1981 με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (που εμφανίστηκε για λίγες μέρες και στο κτήριο τής οδού Αγίου Κωνσταντίνου), και την εκπληκτική αιώνια ενζενύ τού ελληνικού μας θεάτρου, την Αντιγόνη Βαλάκου (2003), ο επώνυμος ρόλος τού αριστουργήματος τού Ζιρωντού δόθηκε σε μία γυναίκα ειδικευμένη σε ρόλους στρίγγλας γριάς, που τον ερμήνευσε άθλια: έχανε τα λόγια της (πουθενά ο Ζιρωντού δεν δηλώνει ότι η ηρωίδα του έχει περάσει σοβαρό εγκεφαλικό), έδειχνε έναν στριμμένο εαυτό που δεν συνάδει με την καλοκάγαθη φιλοσοφημένη “τρελή” και γενικώς η παράσταση εξενεύρισε όλους τους γνώστες τού κειμένου και τής ποιητικότητάς του.
Κάτω από την αφέλεια τού λόγου και τη χαριτωμένη σουρεαλιστικότητα τών προσώπων που παραπέμπουν στους “Αθλίους” τού Βίκτωρος Ουγκώ, υποφώσκει μια ουμανιστική, ουτοπική, αναρχική δημοκρατικότητα. Αυτό το “Ισότης Ελευθερία…” τής Γαλλικής Επανάστασης είναι και το πιστεύω του θεατρικού Ζαν Ζιρωντού, όπως τουλάχιστον αποκαλύπτεται και στην “Τρελή τού Σαγιώ”. Μια ομάδα περιθωριακών αποφασίζει να ξεφορτωθεί δια παντός τους εκμεταλλευτές που στερούν από τους ανθρώπους τη χαρά της ζωής.
Δυστυχώς ο σκηνοθέτης Πέτρος Ζούλιας κούρδισε την παράστασή του σε έναν υστερικό τόνο με αποτέλεσμα να χαθεί όλο το βάθος τού κειμένου και να μην αναδειχθεί η λαγαρή μετάφραση τού Γιάννη Ιορδανίδη. Κρίμα. Μήπως αντί να φιλοδοξήσουν να ανεβάσουν Ζιρωντού έπρεπε να παραγγείλουν μια επιθεώρηση σε γνωστό δίδυμο; Μήπως ο Σταμάτης Φασουλής θα ανεδείκνυε καλύτερα το γαλλικό πρωτότυπο, ακόμα κι αν το διασκεύαζε μέχρι να το κάνει δικό του, δηλαδή… αγνώριστο;
Σημεία τών καιρών. Λαέ, ρώτα, ερεύνα μάθε, μπες στο κτήριο τής Αγίου Κωνσταντίνου κι απαίτησε να σου εξηγήσουν πού πετάνε τα λεφτά σου.
Μετά λόγου γνώσεως,
Κωνσταντίνος Μπούρας
www.konstantinosbouras.gr
Τζένη Κουτσοδημητροπούλου, Τιμ και Τάρα: 1. Περιπέτειες στη φάρμα, 2. Εθελοντές σε μπελάδες, εκδόσεις Αναζήτηση-Μικρόκοσμος.
από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Από τις πλέον επιμελημένες και καλοτυπωμένες εκδόσεις παιδικών παραμυθιών. Η πρωτοτυπία έγκειται στην δίγλωσση διαχείριση τού εκπαιδευτικού υλικού, αφού εκτός από το λόγο, το παιδί-αναγνώστης έχει την ευχέρεια να αυτοσχεδιάσει με το ένθετο δισέλιδο τών αυτοκόλλητων, να ζωγραφίσει, να αυτενεργήσει, να συνδημιουργήσει εν τέλει μαζί με την έμπειρη καθηγήτρια Αγγλικής γλώσσας Τζένη Κουτσοδημητροπούλου, που γεννήθηκε, μεγάλωσε στην Αυστραλία, αλλά τώρα ζει με την οικογένειά της στη Βούλα Αττικής, Το εκπαιδευτικό της έργο είναι πολύπλευρο, αφού δεν εξαντλείται στην δια ζώσης επικοινωνία, αλλά παραδίδει και μαθήματα σε άλλες χώρες με τη βοήθεια τών σύγχρονων ηλεκτρονικών μέσων, γράφει παραμύθια, λατρεύει τα παιδιά κι εμφορείται από ουμανιστικά της ιδεώδη. Η γραφή της έχει χιούμορ και λακωνικότητα, το ύφος είναι απλό, η επικοινωνιακή της αμεσότητα αξιοσημείωτη. Τα θέματά της καθημερινά. Διακρίνοντας το ταλέντο της πιστεύω ότι σε πολυσέλιδα βιβλία θα εγγράψει υποθήκες για λογοτεχνικά βραβεία στο χώρο του παιδικού και νεανικού βιβλίου και όχι μόνον στην Ελλάδα αλλά και αλλού. Τα δύο πρώτα της λεπτουργήματα ανήκουν στη σειρά Τιμ και Τάρα τών εκδόσεων Αναζήτηση-Μικρόκοσμος. Αναζητείστε τα.
Εκπληκτικά άμεση, χαρούμενη κι ευστόχως μεταδοτική τής αγαθής ματιάς πάνω στον κόσμο η εικονογράφηση από την καταξιωμένη καλλιτέχνιδα τού είδους Ειρήνη Φράγκου.
Είμαι σίγουρος ότι τα παιδιά που θα απολαύσουν τις “Περιπέτειες στη φάρμα” και τους “Εθελοντές σε μπελάδες” θα κυνηγήσουν και τα επόμενα βιβλία με ανυπομονησία, χαρά και πλησμονή.
Άγιος Παντελεήμων
Άγιος Παντελεήμων
Χρήστος Ναούμ
Προ δεκαετίας αγόρασα το διαμέρισμα, στο οποίο εξακολουθώ να ζω μέχρι σήμερα. Το ανακαίνισα, το έφτιαξα σύμφωνα με την αισθητική μου κι αποφάσισα να συνεχίσω την ζωή μου, όπως κάθε σωστός κι αξιοπρεπής Έλληνας. Στον Άγιο Παντελεήμονα. Άλλωστε, με εξυπηρετούν όλες οι συγκοινωνίες, που είναι τριγύρω (λεωφορεία, τραμ στην Αχαρνών, μετρό ΑΤΤΙΚΗ, τρόλεϊ και λεωφορεία στην Πατησίων). Μπορώ, είτε να χρησιμοποιήσω όποιο μεταφορικό μέσο είναι της αρεσκείας μου, είτε πεζή να φτάσω γρήγορα στο Κέντρο της Αθήνας. Συνήθως, σε μισή ωρίτσα προσεγγίζω το Σύνταγμα. Επιπλέον, έχω την άνεση να βγω σε δυο λεωφόρους, την Αχαρνών και την Πατησίων. Είναι γνωστό, ότι πολλά εμπορικά καταστήματα βρίσκονται στην Πατησίων. Μια σύντομη βόλτα αρκεί, για να με διασκεδάσει και να μου δώσει την ευκαιρία για ψώνια. Άρα, από τις πιο πάνω παραμέτρους κερδίζω τον ελεύθερο χρόνο μου. Ξέρετε η δημιουργική γραφή κι η Δερματολογία είναι απαιτητικές σύντροφοι. Όμως, τα τελευταία χρόνια, εμφανίστηκαν διάφορες φυλές κι εθνότητες, που έφεραν μαζί τους, ήθη, έθιμα και θρησκείες, άγνωστες στην πρακτική τους. Όλα άλλαξαν κι η ζωή έγινε δύσκολη. Πώς να συνηθίσει κανείς τριάντα έγχρωμους στοιβαγμένους σ’ ένα διάρι; Κάτω από το δικό σου. Τι φταίνε αυτοί, τι φταίω κι εγώ; Όχι, δεν θα παραδώσω τους κόπους μου αμαχητί. Θα προσπαθήσω να προσαρμοστώ, αν όχι, θα προσπαθήσω να πουλήσω το σπίτι ή να το νοικιάσω. Αλλά, ποιος υποψήφιος πωλητής ή ενοικιαστής θα δεχτεί τριάντα αλλοεθνείς στον από κάτω όροφο, κι ό,τι αυτό συνεπάγεται. Η ποιος θα ανεχτεί τις ανατολίτικες συνήθειες τους; Μπαχαρικά, εξωτική κουζίνα, ακαθόριστη προσωπική υγιεινή; Εκτός τούτων, οι περισσότεροι ένοικοι της πολυκατοικίας είναι μετανάστες κι αδυνατούν να συνεισφέρουν στα κοινά της πολυκατοικίας. Αποτέλεσμα: πολλά βράδια του χειμώνα να μην υπάρχει θέρμανση λόγω μη αγοράς πετρελαίου. κλπ Παρ’ όλ’ αυτά θεωρώ τον πολύπαθο Αγ. Παντελεήμονα γειτονιά μου και δεν θέλω να τον αποχωριστώ. Θα παραμείνω στις επάλξεις του κι ελπίζω να τα καταφέρω. Ωστόσο, ονειρεύομαι ένα καταπράσινο προάστιο, καθαρό, ευπρεπές, να μπορεί η ζωή να γίνεται βολική ακόμα και με τους μετανάστες.










