Ομηρική «Νέκυια» με γιαπωνέζικο τελετουργικό, μυσταγωγία στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Ο ομηρικός ποιητικός λόγος συναντιέται στην ορχήστρα και στον περιβάλλοντα χώρου του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου με την μακραίωνη γιαπωνέζικη παράδοση του θεάτρου Νο χάρη στο φιλόξενο φεστιβάλ Αθηνών και τη σκηνοθετική επάρκεια του Μιχαήλ Μαρμαρινού, ενός σεμνού βιοενεργειακού θεατρανθρώπου, που ξέρει να προσπερνά εμπόδια, να δέχεται προκλήσεις, να μεταβολίζει αποτυχίες και να εξελίσσεται. Η διαδραστικότητα της προετοιμασίας του θεάματος με τους υποψήφιους-μέλλοντες θεατές θα μπορούσε ίσως να ήταν περισσότερο τονισμένη και να συνάδει με τα ήθη και τα έθιμα της σύγχρονης διαδικτυακής εποχής, όπου τα σύνορα έχουν καταργηθεί και τα γλωσσικά φράγματα έχουν εκλείψει.
Με μια επίκληση στους νεκρούς ξεκίνησε η παράσταση, με τον θίασο να αυτοσυστήνεται και να ζητάει την ανιμιστική ευμένεια των πεθαμένων. Επιτέλους, ιδού και κάποιος που δείχνει σεβασμό στα πνεύματα που στοιχειώνουν αυτόν τον ιερό τόπο του Ασκληπιείου με τη μυστηριακή Θόλο.
Ακολούθως, η όλα παράσταση ξετυλίχθηκε ως ιεροτελεστία με ζωντανή μουσική και τις γνωστές απότομες κοφτές κραυγές που έδιναν μιαν αρχέγονη αχλύ στο μεταφρασμένο στα ιαπωνικά κείμενο της ραψωδίας λ της «Οδύσσειας».
Αυτή η αναμενόμενη μονοτονία, ο μινιμαλισμός των κινήσεων, το στυλιζάρισμα κοστουμιών και requisites, η αποφυγή μελοδραματισμών και πλατειασμών παντός είδους, έδωσαν – έστω και σε άλλη γλώσσα – τα πρωτεία στον Λόγο και στα κοινωνούμενα νοήματα, αφού ή «όψις» ήταν τόσο λιτή σαν γιαπωνέζικη μονοκοντυλιά που παριστάνει και τα χιόνια που λιώνουν στη βουνοκορφή και την αμυγδαλιά που σκάει τα μπουμπούκια της…
Θα προτιμούσα, φυσικά, να ακούσω το κείμενο στο πρωτότυπο με ταυτόχρονο υπερτιτλισμό στα νέα ελληνικά και στα διεθνή αγγλικά, αλλά ακόμα κι έτσι αφέθηκα στη μαγεία της βραδιάς, έστειλα το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μου για ύπνο και επιτάχυνα το δεξί (της διαίσθησης, της ποίησης, της ενόρασης).
Και σε άλλες τέτοιες συναντήσεις πολιτισμών, με υγεία, δημιουργικότητα και πνεύμα αλληλεγγύης, συναδέλφωσης κι επικοινωνίας με όλους τους ανθρώπους επί γης.
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info (από τον επίσημο διαδικτυακό τόπο του Φεστιβάλ Αθηνών www.greekfestival.gr) :
24 & 25 ΙΟΥΛΙΟΥ / ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ
Μια συνάντηση του Μιχαήλ Μαρμαρινού με το θέατρο Νο της Ιαπωνίας και τον μεγάλο master Gensho Umewaka, βασισμένη στη ραψωδία λ της Οδύσσειας του Ομήρου.
Μια απρόσμενη θεατρική συνάντηση δύο πολιτισμών με βαθιές ρίζες μέσα στον χρόνο: Περισσότερο από 2.500 χρόνια μετά τη δημιουργία της ομηρικής Οδύσσειας και 800 χρόνια από την ίδρυση του θεάτρου Νο, το Φεστιβάλ Αθηνών καλεί τον Μιχαήλ Μαρμαρινό να ανεβάσει τη Νέκυια με έναν ιαπωνικό θίασο Νο και τον μεγάλο Gensho Umewaka επικεφαλής. Στην –ονομαζόμενη και Νεκυομαντεία ή Νέκυια– ραψωδία λ, ο Οδυσσέας αφηγείται πώς, από νόστο για την πατρίδα του, και με την παρότρυνση της Κίρκης, επιχείρησε την κάθοδο στον Άδη προκειμένου να λάβει από τον μάντη Τειρεσία χρησμό για τον γυρισμό του στην Ιθάκη.
«Η τέχνη του ιαπωνικού θεάτρου μοιάζει να είναι θεμελιακά αναγκαία και ικανή να μορφοποιήσει τη βαθύτερη ουσία των νοημάτων που περικλείει η Νέκυια», υποστηρίζει ο εκλεκτός Έλληνας σκηνοθέτης. «Πρόκειται για μια από τις αρχαιότερες και συναρπαστικότερες στην παγκόσμια λογοτεχνία επισκέψεις του ανθρώπου στον κόσμο των νεκρών. Φαίνεται πως η μεγάλη Τέχνη έχει, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, πάντοτε να κάνει με την “άλλη” πλευρά του Χρόνου.
Το θέατρο Νο είναι ένα από τα υψηλότερα επιτεύγματα του πολιτισμού στο πεδίο της μεταφυσικής ποίησης.
Η βαθιά παράδοση και εκπαίδευση των ηθοποιών τούς δίνει το δικαίωμα να προσεγγίζουν την καρδιά των πραγμάτων. Με ένα τέτοιο λεξιλόγιο σωματικής φιλοσοφίας, το ΝΟ συναντιέται για πρώτη φορά στην ιστορία του με τη δική μας ΝΕΚΥΙΑ».
Φιλιώ Τριανταφυλλίδου, «Η κομμώτρια που αυτοκτόνησε κατά λάθος», εκδόσεις Παπαηλιού, σ. 230, 12,00 €.
Από τον κριτικό λογοτεχνίας Κωνσταντίνο Μπούρα
Το μυθιστορηματικό επίτευγμα της πολυσπουδαγμένης κι έμπειρης σεναριογράφου και θεατρικής συγγραφέως Φιλιώς Τριανταφυλλίδου έγκειται ακριβώς στην έντεχνη εκλαΐκευση φιλοσοφικών και μεταφυσικών θεωριών της «Νέας Εποχής» (όπως λέγεται η σύγχρονη πολιτισμικο-θρησκευτική μας πραγματικότητα – λες και η κάθε εποχή δεν είναι νέα σε σχέση με την προηγούμενη…). Η «Θιβετιανή Βίβλος των Νεκρών», η «Αιγυπτιακή Βίβλος των Νεκρών», «Η Κόλαση» του Δάντη και ίσως το θεατρικό έργο του Έρικ Εμάνουελ Σμίτ «Το ξενοδοχείο των δύο κόσμων» (που είχε ανέβει στα ελληνικά σε εκπληκτική σκηνοθεσία του Σ.Α. Ευαγγελάτου στο ατμοσφαιρικό του «Αμφι-θέατρο», απ’ όπου παρέλασαν όλοι σχεδόν οι σημαντικοί θεατράνθρωποι ερμηνεύοντας σημαντικά κείμενα αιώνων…). Το να είσαι καταρτισμένος, μορφωμένος, ενημερωμένος, σε καθιστά επαρκή αναγνώστη και κριτικό του ίδιου σου τού έργου. Αυτό είναι η Φιλιώ Τριανταφυλλίδου. Φτιάχνει έναν μυθιστορηματικό καμβά, πάνω στον οποίο πλέκει ψιλοβελονιά τα πάθη και τα αδιέξοδα των ηρώων της. Η κάθαρση βεβαίως στο τέλος θα έρθει, αλλά όχι με τραγικό ούτε με μελοδραματικό τρόπο. Με τη φιλάνθρωπη γοητεία της συγχώρεσης, με την αμεσότητα της γνώσης της βαθιάς συλλογικής πανανθρώπινης ψυχής, με την ωριμότητα του Γκαίτε που βάζει τη φωνή του Θεού να αθωώνει τον Φάουστ «ότι πολύ ηγάπησε». Αυτή τελικά είναι και η κοινή συνιστώσα όλων των σύγχρονων ιδεολογικών-φιλοσοφικών-μεταφυσικών-θρησκευτικών ρευμάτων: «αγάπη άνευ όρων και ορίων» ή «αγαπάτε γιατί χανόμαστε», ή «αλληλο-συχωρεθείτε για να παρουσιαστείτε όλοι μαζί σαν Ένα στο ΈΝ που σας περιμένει να επιστρέψετε ως άσωτοι υιοί και κόρες στην Εστία σας». Η καβαφική «Ιθάκη» έχει σήμερα μιαν άλλη μορφή και οι εσχατολογικές θεωρίες των προηγούμενων αιώνων δεν βρίσκουν πλέον εφαρμογή στις νέες ταλαιπωρημένης από την Κρίση της Κοινωνίας της Αφθονίας γενιές.
Η Φιλιώ Τριανταφυλλίδη είναι σημαντική λογοτέχνις, γιατί είναι επαρκής, κατηρτισμένη, μορφωμένη και σύγχρονη. Ζει μέσα στο Τώρα, παλεύει, αγωνίζεται κι εκφράζει ως πρωτοπόρος τις υλικές, αισθηματικές, υπαρξιακές και μεταφυσικές αγωνίες των ανθρώπων της εποχής της.
Αναμένομεν με αδημονία και το επόμενο πόνημά της. Και είμαι σίγουρος ότι θα υπάρξουν ακόμα πολλά διεθνούς ακτινοβολίας κι απήχησης.
Κωνσταντίνος Μπούρας
ΕΝΑΣ «ΡΗΣΟΣ» ΘΡΙΑΜΒΟΣ χάρη στην Κατερίνα Ευαγγελάτου
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Ο αποδιδόμενος εις τον Ευριπίδη «Ρήσος» βρήκε τον ιδανικό από σκηνής διδάσκαλο στο πρόσωπο της νέας κι ευφάνταστης σκηνοθέτιδος Κατερίνας Ευαγγελάτου, η οποία συνδυάζει την φιλοπαίγμονα διάθεση με το χαρίεν της άνεσης που εκπηγάζει τόσον από το ταλέντο της όσο κι από την επιστημονική της κατάρτιση. Είχα δει αυτή την ιδιότυπη τραγωδία σε μια εξπρεσσιονιστική εκδοχή της από το «Αμφι-θέατρο» σε σκηνοθεσία του πατέρα της Σπύρου Ευαγγελάτου. Θυμόμουνα τον δυναμισμό και την παράλογη απληστία των ηρώων του Τρωϊκού Πολέμου, είχα εντρυφήσει στα νοήματα, στις ιδέες και στα ηθικά διδάγματα του τραγικού ποιητή (όποιος κι αν ήταν αυτός). Προσήλθα λοιπόν στα ερείπια του Λυκείου του Αριστοτέλη, εισερχόμενος από την οδό Ρηγίλλης ως επαρκής αναγνώστης-θεατής έτοιμος να δεχθώ το καινοφανές και το ευπροσήγορον του όλου εγχειρήματος.
Ιδιοφυής ο χωρισμός των θεατών σε τέσσερις ομάδες έτσι ώστε να περιηγηθούν κυκλικά το χώρο, ενόσω ακούγονται από τα μεγάφωνα και προβάλλονται σε άσπρο τοίχο μεταφρασμένα αποσπάσματα από κείμενα του Αριστοτέλη για τα όνειρα. Αυτή η ενεργειακή ενδυνάμωση των περιηγητών που κινούνται σε ενεργειακές πύλες εμπεριέχεται στο βιβλίο μου «Αφθονία Μπουρέικ στις Ενεργειακές Πύλες της Ελλάδας (Κερδίζοντας από τις ενεργειακές πύλες Αφθονία)» (εκδόσεις Momentum). Φαντάζομαι ότι στο άμεσο μέλλον το ενεργειακό και φιλοσοφικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα θα αναζωπυρωθεί (η αρνητική δημοσιότητα της οικονομικής Κρίσης, που βιώνουμε δίκαιοι και άδικοι μαζί, θα λειτουργήσει και ως πόλος έλξεως για τη χώρα μας και τον προαιώνιο αθάνατο εναργή πολιτισμό της). Οι σύγχρονοι περιηγητές του εικοστού πρώτου αιώνα δεν θα αρκούνται να φωτογραφηθούν απλώς με φόντο τα αρχαία μνημεία, αλλά θα επιθυμούν ίσως διακαώς να μάθουν, να διδαχθούν, να εκπαιδευθούν, να αφομοιώσουν υψηλές ενέργειες και δονήσεις, να συνδημιουργήσουν… Αυτή ακριβώς τη λειτουργικότητα φαίνεται ότι υπηρέτησε με τόλμη και όραμα η ρηξικέλευθη σκηνοθέτις Κατερίνα Ευαγγελάτου.
Η παράσταση αυτή καθεαυτή, καθημένων των θεατών περιμετρικώς του αρχαιολογικού χώρου με τη δράση να εκτυλίσσεται τόσον στο επίκεντρο όσον και πίσω από τα φωτισμένα παράθυρα του πάνω ορόφου του παρακείμενου νοτίου κτηρίου, είχε έντονο το στοιχείο του παιγνίου, της παιδειάς, της αυτοσχέδιας διασκέδασης των αγυιοπαίδων σε αλάνες και αυλές και στους αρχαιολογικούς, βεβαίως, χώρους, όταν αυτοί δεν ήταν ακόμα περιφραγμένοι – ενθυμούμαι αυτή τη χρυσή εποχή, μισόν αιώνα πριν… Στοιχεία λαϊκού θεάτρου, κουκλοθεάτρου, θεάτρου σκιών-καραγκιόζη, συνέβαλαν στην απομυθοποίηση-αποδόμηση και τον εκσυγχρονισμό των μυθικών ηρώων, αποκαθηλώνοντάς τους σε δραματικά πρόσωπα του ελισαβετιανού δράματος, ιδιοτελή, χαμερπή κι αναξιόπιστα. Αυτή η σκηνοθετική οπτική φώτισε ιδιότυπα το κείμενο και του έδωσε μιαν αλλόκοτη διαχρονικότητα καταδεικνύοντας το αναλλοίωτο κι ανεξέλιγκτο της κατώτερης ανθρώπινης φύσης. Και μόνον γι’ αυτό της το επίτευγμα η Κατερίνα Ευαγγελάτου αξίζει να συγκαταλεχθεί στους πλέον σημαντικούς και πολλά υποσχόμενους σύγχρονους νέους σκηνοθέτες. Πολλοί καταφεύγουν στο λεγόμενο μετα-μοντέρνο, λίγοι όμως με επιστημονική επάρκεια και γνώση του κλασικού-παραδοσιακού. Συγχαρητήρια! Από τις σημαντικότερες παραστάσεις του φετεινού Φεστιβάλ Αθηνών στη χρονιά της πιο βαθιάς κι αλλόκοτης Κρίσης. Και το κοινό τίμησε δεόντως αυτή την πραγματική πρωτοτυπία μιας πραγματικά πρωτοπορειακής σκηνοπθέτιδος: της Κατερίνας Ευαγγελάτου (συνεχίζει επάξια την παράδοση τριών γενεών καλλιτεχνών που φέρουν αυτό το επώνυμο).
Κωνσταντίνος Μπούρας
www.konstantinosbouras.gr
Info:
Συντελεστές
Μετάφραση: Κώστας Τοπούζης
Σκηνοθεσία-Δραματουργία: Κατερίνα Ευαγγελάτου
Χορογραφία: Πατρίσια Απέργη
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Μουσική σύνθεση: Λευτέρης Βενιάδης
Φωτισμοί: Γιώργος Τέλλος
Σχεδιασμός Ήχου-Ηχοληψία: Κώστας Μιχόπουλος
Συνεργάτις αρχιτέκτων: Ίλυα Τασιούλα
Φωτογραφίες: Χριστίνα Γεωργιάδου
Κομμώσεις: Talkin’ Heads
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Αμαλία Νίνου, Ελένη Τσιμπρικίδου, Ελένη Κουτσιούμπα
Παραγωγός: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος
Διεύθυνση παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα
Βοηθοί παραγωγής: Μαριάνθη Μπαϊρακτάρη, Αλεξάνδρα Μουζακίτη, Τζώρτζια Παινέση
Παίζουν (αλφαβητικά): Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Ορφέας Αυγουστίδης, Αντριάν Κολαρίτζ, Γιώργος Κουτλής, Ερρίκος Μηλιάρης, Αργύρης Πανταζάρας, Λευτέρης Πολυχρόνης, Δημόκριτος Σηφάκης, Ουσίκ Χανικιάν, Ηλίας Χατζηγεωργίου
Συμμετέχει η τάξη κρουστών του Δημήτρη Δεσύλλα από το Ωδείο Αθηνών:
Βεατρίκη Αληθεινού, Δάφνη Ανδρεάδη, Σεμέλη Μαργαρίτη, Οδυσσέας Οικονομόπουλος, Πλούταρχος Τσουρής
Κόρνο: Σπυριδούλα Κοσκινά, Νίκος Ανυφαντής
Πληροφορίες εισιτηρίων
Τιμές εισιτηρίων: 20€, 15€ (φοιτητές, 65+), 5€.
Έναρξη προπώλησης εισιτηρίων: Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015
Τηλεφωνική προπώληση με πιστωτική κάρτα:
Τηλεφωνικό κέντρο: +30 – 210 32 72 000
Δευτέρα – Κυριακή: 09:00 -21:00
Η τηλεφωνική προπώληση των εισιτηρίων σταματά στις 14:00 την ημέρα της παράστασης.
Διευθύνσεις και ώρες λειτουργίας των εκδοτηρίων:
• Κεντρικά
Πανεπιστημίου 39 (εντός στοάς Πεσμαζόγλου)
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα – Παρασκευή: 9:00 – 17:00, Σάββατο: 9:00 – 15:00
• Ωδείο Ηρώδου Αττικού
Πεζόδρομος Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Μακρυγιάννη
Ώρες λειτουργίας: Καθημερινά: 9:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00
• Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
Νομός Αργολίδας
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα – Πέμπτη: 9:00-19:00, Παρασκευή- Σάββατο: 9:00 – 21:00
• Λοιποί χώροι
Εκδοτήρια εισιτηρίων λειτουργούν σε όλους τους χώρους των εκδηλώσεων. Ανοίγουν δύο ώρες πριν από την έναρξη της παράστασης και εξυπηρετούν μόνο την παράσταση της ημέρας.
Άλλα σημεία πώλησης:
• Καταστήματα Public
• Βιβλιοπωλεία Παπασωτηρίου
• Βιβλιοπωλεία Ιανός
• Reload Stores
Παραλαβή εισιτηρίων:
• Από τα κεντρικά εκδοτήρια και τα ταμεία των θεάτρων
• Με εκτύπωση του ηλεκτρονικού σας εισιτηρίου από τον υπολογιστή σας
• Με courier (επιπλέον επιβάρυνση 3,5€)
Εισιτήρια μειωμένης τιμής:
Ισχύουν για παιδιά και νέους από 6 έως 18 ετών, φοιτητές, πολύτεκνους, στρατιώτες, άτομα άνω των 65 ετών.
Ειδικές τιμές:
Ισχύουν για ηθοποιούς, χορογράφους, σκηνοθέτες, θεατρολόγους με ενημερωμένη κάρτα του Σωματείου τους για τις παραστάσεις στους χώρους της Πειραιώς 260.
ΑμεΑ:
Ισχύουν για άτομα με 67% και άνω αναπηρία, καθώς και για ένα συνοδό, σε προβλεπόμενες θέσεις, με εισιτήριο φοιτητικής τιμής.
Ανέργων:
Ισχύουν για ανέργους με ενημερωμένη κάρτα ΟΑΕΔ, για περιορισμένο αριθμό θέσεων. Δυνατότητα αγοράς μόνο από τα εκδοτήρια του Φεστιβάλ έως και μία μέρα πριν από την έναρξη της παράστασης.
Ομαδικές κρατήσεις:
Για ομαδικές κρατήσεις (20 και πλέον εισιτηρίων) ισχύει έκπτωση 20% επί του συνολικού ποσού.
Πληροφορίες εκδήλωσης
Αρχαιολογικός χώρος Λυκείου του Αριστοτέλη
Ρηγίλλης, Αθήνα ,
Τρίτη έως Κυριακή στις 20.30
Διάρκεια: 90’
- See more at: http://www.elculture.gr/blog/katerina-evangelatou-risos-tou-evripidi/#sthash.wmJ609hh.dpuf
Ακόμα μία μεταφραστική ευωχία από την Παρασκευή Μόλαρη
Quatres poèmes de Kostas Vasilakos traduits en français par
Paraskevi V. Molari
Introduction:
Kostas Vasilakos, né à Polydendri (Attiki, Athènes) fit sa première apparition dans les lettres néohelléniques en 2012 avec “Debris de pensée” (“Skepsis Thravsmata”), recueil de poèmes reçu avec enthousiasme par le public et la critique littéraire. Suivit “Traversant” [“Peri – diavenontas”] (2013), livre qui dévoila aussi son talent de prosateur, puis “Paroles évadées” (“Loguia Drapetes”) (2015), deuxième recueil de poèmes.
“Debris de pensée” est la fin d’ un parcours de vie, l’ aboutissement d’une marche, l’ accouchement attendu et preparé du vers où viennent chercher refuge les souvenirs du passé.
*enseignante, traductrice, historienne
- Les neiges d’ antan
Nous serrions les mains sur les grilles
car la liberté coulait dans notre sang.
Face au ciel noirci par les faucons,
nos jeunes coeurs aspirant à l’ amour,
cherchant de jolies chansons.
Etudiants. Peu importe
si nos doigts fondaient contre les grilles,
peu importe si nos chairs laissèrent leurs traces
Sur les chenilles.
Aujourd’ hui, libre de te dire “je t’aime”.
Libre de chanter ta beauté comme une révolte.
N’ existerais – je
il suffirait d’un brin de larme
d’un bout de boue
pour faire pousser, faire fleurir la liberté
Un autre y serait pour te dire
“je t’ aime”.
Pareilles les fleurs, le soleil pareil,
de même la croix à l’ épigraphe.
- Le voyage
Tes yeux, des mers me faisant voyager.
Envies, bateau aux voiles hissées
voguant les désirs
sur des itinéraires pêle – mêle.
Accroché sur le mat de ton corps,
à la recherche des traces du rêve opaque.
Tu voyages avec moi
cramponnée à mes épaules, à mes yeux,
à la recherche des sentiers perdus.
Voyage unique sans lignes
Sans eaux usées.
Sillage de l’ âme, flagellation des sens,
Route au sens du vent.
- Poésie
Images de l’ âme ∙ touchant les pages ∙
par des larmes d’ encre ∙ notes de vie ∙
peignant les lèvres ∙ aux couleurs de chagrin ∙
sculpteurs de l’ écriture ∙ lorsqu’ ils
cisèlent les rêves ∙ de pollen d’ abeilles ∙
plumes de la pensée ∙ lorsqu’ elles pêlent
les ankyloses ∙ se servant des verités
pour allume – feu.
- Mes enfants
Loin de dormir,
je garde vos rêves effrayés,
les ombres obstruant votre route,
les cris terrifiant votre journée.
Loin de sourire,
je souffre des épines perçant votre vie
du chagrin qui s’ éprend de votre joie,
de l’ avenir incetrain de votre création.
Loin de déséspérer,
j’ attends que vous engendriez
de chemins vierges,
que vous plantiez des coeurs
sur des regards eprouvés
que vous eclaircissiez l’ obscurité.
ΝΟΥΒΕΛΕΣ ΑΠΟ ΤΟ "ΕΠΤΑΗΜΕΡΟ" σε μετάφραση Αίγλης Σιούτη
H Αγλαία ( Αίγλη ) Σιούτη, διδάσκουσα από το 1989 τη Γαλλική Γλώσσα και Ορολογία στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων,μετά την εξαιρετικής διεισδυτικότητας διδακτορική της διατριβή με τίτλο ” Η Μιλησιακή παράδοση και το Επταήμερο της Marguerite de Navarre : Eπιβίωση και μετασχηματισμός ενός αρχαίου λογοτεχνικού είδους ”,μας προσφέρει,σε μια καλαίσθητη έκδοση των εκδόσεων ”Γρηγόρη ”, το βιβλίο ”Νουβέλες από το Επταήμερο ‘’ σε δική της εισαγωγή και μετάφραση.Η έκδοση έγινε με την υποστήριξη της Υπηρεσίας Συνεργασίας και Μορφωτικής Δράσης της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα.Σήμερα, αναρτούμε το πολύ ενδιαφέρον ‘’ Σημείωμα της μεταφράστριας ‘’με το οποίο η ερευνήτρια-μεταφράστρια προλογίζει τον σχετικό τόμο.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑΣ
O τόμος αυτός προσφέρει, στον αναγνώστη και ερευνητή δώδεκα νουβέλες, σε ελληνική απόδοση, από το σχεδόν άγνωστο στη χώρα μας Επταήμερο της βασίλισσας Μαργαρίτας της Ναβάρρας, με τη δέσμευση, από την πλευρά μας, να υπάρξει στο άμεσο μέλλον και, δεύτερος τόμος με άλλες νουβέλες του αριστουργήματος, της σημαντικής αυτής Γαλ- λίδας συγγραφέως του 16ου αιώνα.
Η Μαργαρίτα της Ναβάρρας (1492-1549), πριγκίπισσα της Γαλλίας, είναι γνωστή και ως Μαργαρίτα του Βαλουά ή Μαργαρίτα της Ανγκουλέμ ή Μαργαρίτα του Αλενσό, και κυρίως ως βασίλισσα της Ναβάρρας, από τον δεύτερο γάμο της με τον Ερρίκο Β’ της Ναβάρρας. Ήταν μια γνήσια εκπρόσωπος του ουμανισμού της Αναγέννησης, με πολυσχιδή δραστηριότητα, που αναζήτησε ένα ιδεώδες στο πνεύμα της ελ- ληνορρωμαϊκής αρχαιότητας. Στις φλέβες της έρρεε αίμα πριγκιπικό. Εγγονή του Καρόλου της Ανγκουλέμ και της Βα- λεντίνης Βισκόντι, κόρη του Καρόλου της Ανγκουλέμ και της Λουίζας του Σαβουά, οι οποίοι της ενέπνευσαν την ιδιαίτερη αγάπη για τα γράμματα και την ποίηση. Αδερφή του βασιλιά Φραγκίσκου Α’, μητέρα της βασίλισσας Ιωάννας του Αλμπρέ και γιαγιά του επίσης βασιλιά Ερρίκου Δ’. Η ιδιαίτερα μορφωμένη μητέρα της, που είχε ως σύνθημά της το “libris et liberis”, είχε δημιουργήσει μια εξαιρετικά πλούσια βιβλιοθήκη, όπου η πριγκίπισσα τροφοδοτούσε τη σκέψη της και εύρισκε καταφύγιο στα όνειρά της. Διακεκριμέ-
vol δάσκαλοι την μύησαν στη φιλοσοφία και τη θεολογία και, γενικότερα, στην κλασική λογοτεχνία. Έμαθε την ελληνική γλώσσα, χωρίς την οποία, σύμφωνα με τον σύγχρονό της Φρανσουά Ραμπελαί, δεν μπορούσε κάποιος να θεωρηθεί σοφός. Η γνώση της ελληνικής, αν και αντιμετωπιζόταν εκείνη την εποχή από τη δυτική καθολική εκκλησία με καχυποψία, γιατί τη θεωρούσαν «γλώσσα αιρετικών», έδινε στον γνώστη πρόσβαση στο πρωτότυπο κείμενο της Καινής Διαθήκης και στα πρωτότυπα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Διδάχτηκε επίσης λατινικά, ισπανικά, και εβραϊκά.
Φίλη και προστάτης των γραμμάτων και των τεχνών, η βασίλισσα της Ναβάρρας βοήθησε, κατά το πρώτο ήμισυ του 16ου αιώνα, τους διανοούμενους, που διώκονταν ως αιρετικοί από το πνεύμα της εποχής. Συγκέντρωσε μάλιστα στην αυλή της αρκετούς από αυτούς τους λόγιους, όπως, μεταξύ άλλων, τον Φρανσουά Ραμπελαί, τον Κλεμάν Μαρό και τον Ρομπέρ Ετιέν, συντελώντας έτσι στην αναγέννηση του ελληνορρωμαΐκού πολιτισμού. Αρκετοί όπως ο Μπουρ- μπόν, ο Σαλμόν, ο Παραντίς, ο Ντολέ, ο Σαλέλ, ο Μαρτέλι, ο Μπαντέλλο, ο Αρετίνο, ο Ραμπελαί, και ο Αλαμάνι, της αφιέρωσαν έργα τους. Ο Κλεμάν Μαρό είπε για την ίδια: «Γυναικείο κορμί με ανδρική καρδιά και αγγελικό πρόσωπο» και ο Σάμουελ Πούτναμ την αποκάλεσε ως την «πρώτη σύγχρονη γυναίκα». Θεωρήθηκε επίσης, μετά τη Χριστίνα της Πιζάν και τη Μαρία της Γαλλίας, ως μία από τις πρώτες γυναίκες των γαλλικών γραμμάτων, επονομαζόμενη ως η δέκατη των Μουσών.
Η βασίλισσα Μαργαρίτα της Ναβάρρας έγραψε ποίηση και θεατρικά έργα. Παραμένει, ωστόσο, γνωστή χάρη στο αριστούργημα της γαλλικής λογοτεχνίας, το Επταήμερο. Το έργο μπορεί να θεωρηθεί, όπως σημειώνει ο Κλώντ Μετρά σε μία έκδοση του Επταημέρου στα 1964, «το πρώτο
ρεαλιστικό μυθιστόρημα της γαλλικής λογοτεχνίας». Η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, στο βιβλίο της Το Δεύτερο Φύλο, αναφέρει ότι «η Μαργαρίτα της Ναβάρρας είναι η συγγραφέας, που στο Επταήμερο, ενσαρκώνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ουσία του φύλου της».
Το Επταήμερο, που είναι το πιο γνωστό της έργο, φαίνεται ότι γράφτηκε από τη βασίλισσα στα τελευταία χρόνια της ζωής της, από το 1540 έως το 1549. Ο τίτλος Επταήμερο -από τα ελληνικά, επτά ημέρες- δόθηκε από τον Κλωντ Γκρυζέ κατά την έκδοση του έργου στα 1559, δέκα χρόνια περίπου από το θάνατό της, και θυμίζει το ιταλικό Δεκαήμερο, τις δέκα ημέρες στις οποίες ο Βοκκάκιος συμπεριέ- λαβε τις εκατό ιστορίες του, δέκα κάθε ημέρα. Είχε σκοπό και η βασίλισσα ν’ αφηγηθεί εκατό ιστορίες σε δέκα ημέρες, αλλά τη στιγμή του θανάτου της είχαν συμπληρωθεί μόνο οι επτά ημέρες και είχαν γραφεί μόνο δύο ιστορίες από την όγδοη. Το Δεκαήμερο είχε μόλις μεταφραστεί, κατά παραγγελία της Μαργαρίτας της Ναβάρρας στη γαλλική γλώσσα από τον Αντουάν ντε Μασόν και είχε δημοσιευτεί στα 1545, αφιερωμένο στην ίδια. Το Δεκαήμερο αποτέλεσε την έμπνευση, το κίνητρο για να συνθέσει το δικό της Επταήμερο, ορ- γανώνοντάς το σε ένα σύνολο-πλαίσιο όμοιο με αυτό που είχε συγκροτήσει δύο αιώνες νωρίτερα ο Βοκκάκιος, δεκαέξι με δεκαπέντε αντίστοιχα ο Πετρώνιος και ο Απουλήιος και δεκαοχτώ αιώνες πριν ο Αριστείδης ο Μιλήσιος (περί το 100 π.Χ.), με το έργο του Μιλησιακά, στον οποίο και αποδίδεται το πρώτο τέτοιο δείγμα αφηγημάτων.
Τα Μιλησιακά του Αριστείδη του Μιλήσιου, κατά τον 2° π.Χ. αι., είναι από τα πιο σημαντικά έργα της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, τα οποία μετεξελίχτηκαν, λόγω της μεγάλης διάδοσής τους (προφορικής και γραπτής) και ως προς το περιεχόμενο και ως προς το ύφος, και δημιούργησαν μια ισχυρή λογοτεχνική παράδοση, τη Μιλησίακή. Όμως άγνω
στη παραμένει, η αρχαία Μιλησιακή παράδοση με τις αυθεντικές μιλησιακές της ιστορίες. Ό,τι διαθέτουμε από την παράδοση αυτή ανήκει σε ένα δεύτερο στάδιο μετεξέλιξής της. Φιλοξενείται κατά κανόνα σε έντεχνα κείμενα και έχει υπο- στεί αναγκαστικά το λογοτεχνικό φιλτράρισμα των συγγραφέων τους, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με την περίπτωση του Σατυρικού του Πετρώνιου και των Μεταμορφώσεων του Απουλήιου. Η παράδοση αυτή, όπως δείξαμε στην διδακτορική μας διατριβή “Η Μιλησιακή παράδοση και το Επταήμερο της Μαργαρίτας της Ναβάρρας. Επιβίωση και μετασχηματισμοί ενός αρχαίου λογοτεχνικού είδους”, με- τουσιώνεται λογοτεχνικά μέσω των ιστοριών της και αποκαλύπτεται πίσω από το παλίμψηστο των αφηγήσεων του Επταημέρου, καθιστώντας έτσι δυνατή τη διαχρονική και διαπολιτισμική της επικοινωνιακή διαδικασία, με το εύρος της ποικιλίας των θεμάτων της και το λαϊκό της χαρακτήρα. Πράγματι, το Επταήμερο εγγράφεται στην ίδια προφορική λαϊκή παράδοση των έργων της Μιλησιακής παράδοσης και θεωρείται σταθμός για την εξέλιξη της νουβέλας επηρεάζοντας μεταγενέστερους συγγραφείς.
Με την ονομασία Μιλησιακά ή Milesiae ή Μιλησιακές ιστορίες, οι αρχαίοι εννοούσαν τις “ανατολίτικες μυθιστορίες”, με το έντονο χρώμα, τη λαϊκή προέλευση και τον συνειδητά κωμικοτραγικό χαρακτήρα, που θυμίζουν τους γαλλικούς μεσαιωνικούς “μύθους” (fabliaux) και μοιάζουν με τις ελληνικές, ιταλικές, ή γαλλικές νουβέλες, οι οποίες εμπεριέχονται σε γνωστά λογοτεχνικά είδη. Εικάζουμε ότι τα Μι- λησιακά πρέπει να ήταν αφηγήματα με πολύ χαλαρή ενιαία “μυθιστορηματική” δομή, με αφηγήσεις τολμηρού ως σκαν- δαλιστικού χαρακτήρα και χιουμοριστικής διάθεσης, με ρεαλιστικό βασικά χαρακτήρα, κι επιπλέον ακατέργαστη και ωμή γλώσσα, άκομψη και λαϊκή αισθητική, όπου ανακατεύονταν χωρίς ενδοιασμούς όλοι οι “τόνοι”: μύθοι, τολμηρά ανέκδοτα, θηριώδη εγκλήματα, ιστορίες ληστών, γοητευτικές ιστορίες αγάπης και έρωτα, φλογεροί έρωτες και μοιχείες, απογοητεύσεις, αυτοκτονίες, απαγωγές, βιασμοί, αιμομιξίες, ωμοί εκβιασμοί, δολοφονίες, επικίνδυνα ειδύλλια με αιματηρή κατάληξη, απάνθρωπες τιμωρίες και σαδιστικοί τρόποι εκδίκησης, χοντρά αστεία, κοινότοποι καβγάδες, ταπεινά παράπονα. Εν ολίγοις ήταν ένα είδος pot-pourri, που ως ένα σημείο αποδίδεται με τον λατινικό όρο Satura και που εξελίχτηκε σε λογοτεχνικό είδος, με πιο γνωστά δείγματα το Σατυρικό του Πετρώνιου και τις Μεταμορφώσεις του Απουλήιου. Τα πεζογραφήματα αυτά είναι ενταγμένα σ’ ένα εξωτερικό “ψευδοαυτοβιογραφικό” αφηγηματικό πλαίσιο και διανθισμένα σε εσωτερικά επιμέρους αφηγηματικά πλαίσια, με πολλές μικρές, εγκιβωτισμένες συνήθως, ιστορίες και νουβέλες σύμφωνα με ανατολίτικα πρότυπα, όπως οι Χίλιες και μια νύχτες ή Τα παραμύθια της Χαλιμάς, οι Ιστορίες του Κα- ντέρμπουρι του Σώσερ, το Δεκαήμερο του Βοκκάκιου και μάλιστα κατά την περίοδο της Αναγέννησης το Επταήμερο της Μαργαρίτας της Ναβάρρας.
Στο Επταήμερο, τα ποικίλα θέματα, με έντονο αρκετές φορές το ερωτικό στοιχείο, αναπτύσσονται από τους αφη- γητές-ακροατές, πέντε άντρες (Ιρκάν, Νταγκουσάν, Σιμο- ντώ, Σαφρεντέν, Γκεμπουρόν) και πέντε γυναίκες (Παρλα- μάντ, Ουαζίγ, Νομερφίντ, Λονγκαρίν, Ερμασουίτ), με ένα άνετο και ελεύθερο ύφος, που ταιριάζει απόλυτα με το ρεαλισμό και την αμεσότητα της αφήγησης του έργου, και παραπέμπει στις αρχαίες ελληνικές μιλησιακές ιστορίες. Θέματα καθημερινά, από την ίδια τη ζωή, που τα έζησαν ή τα άκουσαν, λαϊκής προέλευσης, γεμάτα από τη βιωμένη εμπειρία, με τις χαρές και τις λύπες της καρδιάς, τα οποία η συγγραφέας μεταστοιχειώνει σε λογοτεχνία. Παρά τη διαφορετικότητα της εποχής, της κοινωνίας, του πολιτισμού και της θρησκείας, οι ιστορίες του Επταημέρου συνδέονται στενά, με τρόπο εκπληκτικό, όχι μονάχα με την ανάλογη συνύπαρξη του σοβαρού και του αστείου, αλλά με το ίδιο λογοτεχνικό είδος των μιλησιακών ιστοριών και τον χαρακτήρα του μηνύματος που εκπέμπουν.
Μολονότι ruo Επταήμερο περιέχει πολύ χρήσιμες πληροφορίες για τη γαλλική γλώσσα του 16ου αιώνα, που είναι μια γλώσσα αρκετά διαφορετική από τη σημερινή γαλλική και παρόλο που προσφέρει σε κάθε μελετητή της Αναγέννησης μια ανεκτίμητη εικόνα της βασιλικής ζωής με τη δύναμη των ψυχολογικών περιγραφών και το πετυχημένο σκιτσάρισμα των χαρακτήρων των ηρώων του, οι μελέτες που είχαν γίνει μέχρι τον 19° αιώνα, γύρω από το έργο, είναι συγκριτικά ελάχιστες σε σχέση με την πληθώρα των μελετών του τελευταίου αιώνα, που μας παρουσιάζουν τη βασίλισσα ως μία από τις πιο σημαντικές γαλλικές λογοτεχνικές φωνές. Αλλά και στην κοινωνία της εποχής της δημιουργού του Επταημέρου, η επίσημη πνευματική αριστοκρατία, αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό το έργο το οποίο δε συμπεριλαμβανόταν σε αυτά της επίσημης λογοτεχνίας, αλλά στα έργα της ευτελούς, λαϊκής λογοτεχνίας. Αντίστοιχη αντιμετώπιση αδιαφορίας και περιφρόνησης είχαν και. οι αρχαίες μιλησιακές ιστορίες, γιατί τα θέματά τους, όπως και του Επταημέρου, είχαν σχέση με τα πολύ λαϊκά θέματα, τα οποία βεβαίως περιφρονούσαν και καταδίκαζαν οι ηθικολόγοι. Θέματα που παρουσιάζουν με ειλικρίνεια και φυσικότητα τις πράξεις των ανθρώπων, που αποκαλύπτουν, συνήθως, τις άσχημες πλευρές της ζωής, με γλώσσα ωμή και ρεαλιστική και αναφέρονται συχνά στον ευτελισμό της ίδιας της ζωής και το απρόβλεπτο των καταστάσεων μιας και στο βάθος τους κρύβουν μια ωμή εικόνα διαφθοράς. Αυτή η περιφρονητική στάση βρίσκει το παράλληλό της, από την εποχή ακόμη του Ομήρου, στη στάση των Αρχαίων βασιλέων και πολέμαρχων απέναντι στο λόγο του
Θερσίτη και παραπέμπει στην άσχημη εξωτερική εικόνα των 5υο εκπροσώπων της λαϊκής θυμοσοφίας, του αρχαιότερου Αίσωπου και του νεότερου Καραγκιόζη.
Έτσι, η αρχαία Μιλησιακή παράδοση, που χαρακτηρίζεται για τον έντονα λαϊκό της χαρακτήρα, με κύριο γνώρισμα το άμεσο και ωμό ύφος, εν γένει την αισθητική χαμηλού επιπέδου ή καλύτερα την ανυπαρξία οποιουδήποτε εκλεπτυσμένου περιτυλίγματος, αναβιώνει με το Επταήμερο της Μάργαρος της Ναβάρρας. Η αφηγήτρια Παρλαμάντ (το φερέφωνο της Μαργαρίτας της Ναβάρρας), δηλώνει, από τις πρώτες κιόλας γραμμές του Επταημέρου, ότι απομακρύνει από τον κύκλο των αφηγητών «όλους τους μορφωμένους», από φόβο μήπως και ο λόγος τους αλλοιώσει την αλήθεια της αφηγούμενης ιστορίας και διαφοροποιείται, με αυτόν τον τρόπο, ως προς τον Βοκκάκιο. Στόχος των αφηγητών ήταν να περιγράφουν με ρεαλιστική απλότητα τις συμπεριφορές των ανθρώπων και την κοινωνία στην οποία ζούσαν. Η φωνή των αφηγητών που συμμετέχουν στη συζήτηση – διάλογο που ακολουθεί την κάθε νουβέλα, διατηρεί στο έπακρο την αρμονία ανάμεσα στον προφορικό και τον γραπτό λόγο, σε ένα κείμενο όπου παρατηρείται ταύτιση του συγγραφέα με τον αφηγητή-ήρωα-ακροατή. Ο κύριος αφηγητής, είναι ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος. Αφηγείται, σε πρώτο πρόσωπο, ιστορίες που του έτυχαν «παλιά», επιμένοντας στην αξιοπιστία των μαρτυριών και την προσωπική εμπειρία των γεγονότων. Στο Επταήμερο, η προφορικότητα των αφηγήσεων επιβεβαιώνεται από την αφηγήτρια Ουαζίγ, η οποία αναφέρει ότι έχουν ορκιστεί να μην αναφέρουν τίποτα από όσα έχουν γραφεί. Οι ιστορίες αυτές είναι όλες «αληθινές» και εγκιβωτίζονται στο εξωτερικό αφηγηματικό πλαίσιο της ψευδοαυτοβιογραφίας του Επταημέρου. Εδώ, εντάσσονται επίσης τα αφηγηματικά πλαίσια της αφήγησης ιστοριών κατά την αναγκαστική παραμονή των δέκα αφηγητών-ακροατών του έργου στο μοναστήρι της Παναγίας της Σεράνς. Η βασίλισσα αξιοποιεί στο Επταήμερο το θέμα της αληθοφάνειας, όπως ακριβώς συμβαίνει και στα έργα της Μιλησιακής παράδοσης. Υπάρχει όντως πολλή «αλήθεια» στις αφηγήσεις, που περιέχονται στο βιβλίο, όπως επιβεβαιώνει σε κάθε ευκαιρία η συγγραφέας του, η οποία δηλώνει ότι ο καθένας με τη σειρά του θα διηγηθεί μια αληθινή ιστορία, που είχε ζήσει ο ίδιος ή την είχε ακούσει από κάποιον έμπιστό του. Ο υπερβολικός τρόπος, με τον οποίο πε- ριγράφεται ο πρωταγωνιστής, αποσκοπεί στην προετοιμασία του ακροατή ή του αναγνώστη για τα εξαιρετικά ή και θαυμαστά κατορθώματά του, τα οποία ανατρέπουν την αρχική κατάσταση και τονίζουν το άστατο και ευμετάβλητο των ανθρώπινων πραγμάτων. Η συνεχής εναλλαγή από τον ένα αφηγητή στον άλλο, από τη μια ιστορία στην άλλη, η ποικιλία υλικού και αφηγητών και η συγκινησιακή γοητεία του ακροατηρίου, που προ καλούν οι νουβέλες αυτές με τις συζητήσεις – διαλόγους, αποτελούν βασικά αφηγηματικά χαρακτηριστικά του Επταημέρου της Μαργαρίτας της Ναβάρρας.
Από το Επταήμερο, το οποίο είναι μια συλλογή εβδομήντα δύο αφηγήσεων προσφέρουμε εδώ, στο ελληνικό αναγνωστικό και ερευνητικό κοινό, δώδεκα νουβέλες μαζί με τις συζητήσεις που ακολουθούν την κάθε νουβέλα. Οι νουβέλες είναι αυθεντικές. Οι ιστορίες και οι συζητήσεις – διάλογοι, είναι επίσης αυθεντικοί, όπως και τα πρόσωπα είναι επίσης αληθινά, αν και με διαφορετικά προφανώς ονόματα. Ο χώρος, το μοναστήρι της Παναγίας, στην άκρη του ποταμού Γκέιβ, ησυχαστικός, ερημικός, χώρος προσευχής, περισυλλογής.
Ως ευφυής συγγραφέας, η Μαργαρίτα της Ναβάρρας εμπλουτίζει τη Μιλησιακή παράδοση στην οποία εγγράφε- ται το έργο, με τις νουβέλες και τις συζητήσεις – διαλόγους που έχουν ως επίκεντρο τις ανθρώπινες σχέσεις, οι οποίες αποτελούν ένα μυστήριο γεμάτο γοητεία, πάθος, ωμή βία, σύγκρουση, απογοήτευση, σκληρότητα, απιστία και που καταλήγουν, εν τέλει, σε μια γενικότερη διάψευση και ανατροπή. Καταγγέλλοντας την κάθε μορφή βίας, διεισδύει στο εσωτερικό της ψυχής και θίγει θέματα που δεν τολμούν να θίξουν, τα οποία όμως είναι εκεί και διαλύουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Έτσι, η συντροφιά, των πέντε αντρών και πέντε γυναικών, χαίρεται, πικραίνεται, γελάει, κλαίει, συζητά, σχολιάζει, επιχειρηματολογεί ή φιλονικεί, μετατρέποντας ουσιαστικά το Επταήμερο σε μια πολυφωνική αφήγηση.
Στην πρώτη νουβέλα, γίνεται λόγος για τη γυναίκα ενός από τους σταβλίτες της Βασίλισσας της Ναβάρρας, που βρήκε οικτρό θάνατο, διατηρώντας την αγνότητά της, παρόλη τη σκληρότητα και την απανθρωπιά που έζησε. Στη δεύτερη, περιγράφεται η θρασεία απόπειρα ενός ευγενή ενάντια σε μια πριγκίπισσα της Φλάνδρας, η οποία, παρά τη φρίκη που βίωσε, συνέχισε το δρόμο της αρετής, ενώ αυτός της λύπης και της ντροπής που του άξιζε. Στην επομένη, γίνεται λόγος για μια καπετάνισσα στο λιμάνι της Κουλόν, η οποία ξέφυγε από δύο καλόγερους, που ήθελαν να τη βιάσουν, αντιδρώντας μάλιστα τόσο σοφά, που η αμαρτία τους αποκαλύφθηκε σε όλον τον κόσμο. Στην τέταρτη νουβέλα, περιγράφεται η απιστία της γυναίκας ενός γερο-καμαριέρη του δούκα της Αλενσόν και μάλιστα αναφέρεται ο δόλιος τρόπος με τον οποίο έδωσε τη δυνατότητα στον εραστή της να δραπετεύσει τη στιγμή που ο άντρας της, που ήταν μονόφθαλμος, πίστευε ότι θα τους πιάσει στα πράσα. Στην πέμπτη, γίνεται λόγος για τον τρόπο με τον οποίο ένας έμπορος από το Παρίσι ξεγελάει τη μητέρα της ερωμένης του, προκειμένου να καλύψει τη δική τους συνεύρεση, ενώ η έκτη περιγράφει πώς μια κυρία από το Μιλάνο, εκτίμησε τη γενναιότητα και τη μεγαλοψυχία του φίλου της και τον αγάπησε με όλη της την καρδιά. Ακολουθεί μια νουβέλα, στην οποία η πιο όμορφη κυρία του γαλλικού βασιλείου δοκιμάζει την πίστη ενός ευγενή, που είχε όλες τις αρετές του κόσμου, πριν του δώσει τη χαρά να είναι μαζί. Στην όγδοη, παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο ένας πλούσιος γεωργός, ο Ζανέν, του οποίου η γυναίκα είχε ερωτικές σχέσεις με τον ιερέα της ενορίας, έπεσε θύμα εύκολης απάτης. Ακολουθεί μια άλλη νουβέλα, στην οποία εξετάζεται το πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη φύση, με την αφήγηση της ιστορίας μιας πλούσιας χήρας, η οποία, στην προσπάθεια της να προστατεύσει το μοναχογιό της, έκανε το ένα λάθος μετά το άλλο. Στην επομένη, εμφανίζεται μια νεαρή κυρία με εξαιρετικό χαρακτήρα, η οποία, βλέποντας τον άντρα της να φιλά τη θεραπαινίδα της, ξεσπά σε γέλια και, για να μην αναφέρει κουβέντα για το συμβάν, λέει ότι γελούσε με τη σκιά της. Στην ενδέκατη, παρουσιάζεται μια αφελής και ανόητη χήρα η οποία γελοιοποιείται προσπαθώντας να στηρίξει το αναμμένο της κερί στο πρόσωπο ενός στρατιώτη στον πέτρινο τάφο, μέσα σε ένα πολύ σκοτεινό παρεκκλήσι. Τέλος, στη δωδέκατη νουβέλα, σκιαγραφείται η περίπτωση μιας ετοιμοθάνατης γυναίκας, η οποία εκνευρίστηκε τόσο πολύ βλέποντας τον άντρα της να ερωτοτροπεί με την θεραπαινίδα της, που ανέκαμψε βρίσκοντας την υγειά της.
Η κάθε μία από τις παραπάνω νουβέλες ακολουθεί όλους τους κανόνες της παραδοσιακής τεχνικής μιας εγκιβωτισμέ- νης ιστορίας, τους ίδιους ακριβώς που ακολουθούν και οι μι- λησιακές ιστορίες. Οι νουβέλες παρεμβάλλονται στην περιγραφή ενός συμποσίου που είναι, ως γνωστόν, ένα’ από τα καλύτερα αφηγηματικά πλαίσια για τέτοιες αφηγήσεις. Προέρχονται από το στόμα ενός ευχάριστου αφηγητή, ο οποίος επιθυμεί να τέρψει την παρέα του με μια αφήγηση που του είχε συμβεί. Απευθύνονται σε ένα κοινό που τον ακούει προσεκτικά. Επίσης, η επιμονή του αφηγητή να προσφέρει το γνωστό κέφι σ’ όλη την παρέα, καθώς και ol δισταγμοί πριν την έναρξη της αφήγησης, συνιστούν συνηθισμένο μοτίβο ει
σαγωγής μιας εγκιβωτισμένης μιλησιακής fabula. Και στο θέμα της δομής ακόμη, η κάθε μία νουβέλα ακολουθεί επιφανειακά το γενικό αφηγηματικό σχήμα που χαρακτηρίζει όλο το Επταήμερο, όπως και τα μιλησιακά αφηγήματα. Πρόκειται για ένα αφηγηματικό σχήμα με “τριγωνική διάταξη”, για μια ιστορία με τρεις “παράγοντες”, έτσι που να υπάρξει σε κάθε περίπτωση, ανάμεσά τους, μια σχέση “διάψευσης” και “εξαπάτησης”.
Η Μαργαρίτα της Ναβάρρας ακολουθεί την παράδοση του Δεκαημέρου του Βοκκάκιου, όπου μια συντροφιά για ν’ αποφύγει τον “Μαύρο θάνατο” φεύγει στην εξοχή όπου λυτρώνεται, γελώντας, χάρη στην αφήγηση ιστοριών. Έτσι και η βασίλισσα συγκεντρώνει «με θαυμαστό τρόπο», τους δέκα αφηγητές του Επταημέρου στο μοναστήρι της Παναγίας. Οι περιπέτειές τους αμέτρητες, εξαιτίας μιας ξαφνικής καταιγίδας, που προκάλεσε καταστροφικές πλημμύρες στην περιοχή του Κολντερέ στα Πηρυναία και απείλησε την ίδια τους τη ζωή. Προκειμένου να μη νιώσουν πλήξη και αρρω- στήσουν, επέλεξαν την αφήγηση ιστοριών που θα προκαλού- σε γέλιο, χαρά και αγαλλίαση. Το γέλιο στο Επταήμερο είναι ευεργετικό, συμφιλιωτικό, επικοινωνιακό. Είναι το γέλιο από την αφήγηση ιστοριών που «αξίζει να τις θυμούνται» και που παραπέμπουν στο γκροτέσκο κωμικό του Θερσίτη και του αφηγητή των μιλησιακών ιστοριών. Είναι το γέλιο του Μπερξόν που ξεκίνησε ως συλλογική, κοινωνική αντίδραση ενάντια στα αδέξια, διαφορετικά ή παρεκκλίνοντα μέλη της ομάδας. Είναι το γέλιο, μεταξύ άλλων, της Λονγκα- ρίν, αφηγήτριας της όγδοης νουβέλας του έργου, που περιγελά ειρωνικά τις γυναίκες: «Ξέρω καλά σε ποιον μιλώ, γιατί οι γυναίκες σας είναι τόσο ενάρετες, που ακόμη και όταν βάζετε σ’ αυτές τόσο μεγάλα κέρατα, όπως αυτά του ζαρκαδιού, θέλουν να πείσουν τον εαυτό τους και όλον τον κόσμο, πως πρόκειται για καπέλλα από τριαντάφυλλα!»
Πράγματι, το γέλιο του Επταημέρου είναι το θεράπευ- | τικό γέλιο με έντονο αυτοαναφορικό χαρακτήρα. Είναι ~ο | γέλιο ως απόλαυση, που φέρνει το υποκείμενο σε επαφή με | τα όριά του. Είναι το γέλιο που προκαλείται από αυτό το γκροτέσκο κωμικό, το οποίο ο Μποντλαίρ αποκαλεί “από- I λυτο κωμικό”, όντας μέσα στη δίνη μιας “απόλυτης χαράς” : και μιας “απόλυτης αθλιότητας”. “Αλήθεια, λέει ο Γκεμπου- ρόν στην Λονγκαρίν, είστε μια γυναίκα που αντί να κάνετε * όλους εμάς να γελάσουμε, όπως εξάλλου μας το υποσχεθή- κατε, προκαλείτε τόσο θυμό σ’ αυτούς τους δυο ανθρωπά- κους». «Αυτό ακριβώς θέλω, απαντά εκείνη, γιατί ο θυμός τους θα διπλασιάσει το γέλιο μας». Το γέλιο αυτό είναι το αμφίσημο και καρναβαλικό γέλιο των μιλησιακών ιστοριών, που σύμφωνα με τον Μπαχτίν διαλύει το φόβο και γεννιέται απ’ το συναίσθημα μιας κρίσης, συνδυάζοντας ταυτόχρονα διαφορετικά συναισθήματα, τα οποία προκαλούν ευθυμία και χαρά. Οι κωμικές και ευχάριστες ιστορίες του έργου, προκαλούν γέλιο που έχει ως στόχο «να δείξει την ανθρώπινη αλήθεια, όχι την αλήθεια του αντικειμένου διακω- μώδησης και περίγελου, αλλά μια εσωτερική αλήθεια που ανακαλύπτεται μέσα από τον τρόπο που ζούμε και συμπε- ριφερόμαστε». Η Παρλαμάντ, που ουσιαστικά είναι η ίδια η βασίλισσα της Ναβάρρας, επιβεβαιώνει πως «δε γελάμε όταν ακούμε ωραία και σοφά λόγια, αλλά όταν βλέπουμε κάποιον να παρεκκλίνει ή όταν λέει κάτι εντελώς άσχετο». Επισημαίνει ακόμη, με αφορμή την γυναίκα της πεντηκοστής τέταρτης νουβέλας που γελούσε με τη σκιά της, το γεγονός ότι “έπαιρνε κατάκαρδα όσα μπορούσαν να είναι σε βάρος της συνείδησής της και της υγείας της και μάλιστα δεν της άρεσε καθόλου να στέκεται σε μικροπράγματα”.
Οι παραπάνω ιστορίες από το Επταήμερο, που θεωρείται πολύτιμο για τη γλώσσα και την ιστορία του πολιτισμού της εποχής του, αναδεικνύουν τη δυσκολία που έχουν
τα πρόσωπα να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Διαβάζουμε, ανάμεσα στις γραμμές του έργου, πως αρκετές φορές «η αρχή τ’Ίζ σχέσης τους είναι ευχάριστη, αλλά το τέλος ολέθριο και αιματηρό». Εφόσον, αναφέρει η αφηγήτρια Ουα- ζίγ. «έχουμε ορκιστεί να πούμε την αλήθεια οφείλουμε και να την ακούσουμε… Γι’ αυτό μιλείστε ελεύθερα, γιατί τα άσχημα πράγματα που λέμε για τους άντρες και τις γυναίκες με αφορμή τις ιστορίες τους, δείχνοντας τη δυστυχία στην οποία έχουν περιέλθει, δεν αναφέρονται καθόλου στην ντροπή που πρέπει να νιώθουν αυτά τα συγκεκριμένα πρόσωπα αλλά στην επιθυμία μας να δείξουμε πως η ελπίδα μας πρέπει να σταματά και να στηρίζεται σε Εκείνον μόνο που είναι τέλειος και που χωρίς Αυτόν ο κάθε άνθρωπος δεν είναι παρά μια ατέλεια».
Συμπερασματικά, η Μαργαρίτα της Ναβάρρας απεικονίζει στο Επταήμερο τα ανθρώπινα πάθη και ελαττώματα, σε έναν άγριο και αδίστακτο κόσμο, γελώντας. Δεν σοκάρει τον ακροατή-αναγνώστη, γιατί το γέλιο της είναι αυθόρμητο και λυτρωτικό. Είναι χαρά που πηγάζει από τη συνεννόηση και τη συμφιλίωση, την ανθρώπινη συνάφεια, συλλο- γικότητα, συντροφικότητα. Η ίδια άλλωστε επισημαίνει «πως οι ατομικές αδυναμίες των πρωταγωνιστών της είναι παγκόσμιες αδυναμίες» και θέλει με τη λεπτότητα του γέλιου της να βοηθήσει τον άνθρωπο, να τον ελευθερώσει με το να τον μυήσει στην πραγματική ζωή και όχι να τον αποπροσανατολίσει. Γι’ αυτό καταφεύγει εδώ, με τις τολμηρές ιστορίες του Επταημέρου, σε μια κωδικοποιημένη γραφή με αμφίσημες λεκτικές διατυπώσεις, που απευθύνεται σε μυη- μένους. Σκηνοθετεί διαλόγους που ταιριάζουν απόλυτα στο περιβάλλον και στα πρόσωπα που παίρνουν μέρος σε αυτούς και κατορθώνει, με τα γραφόμενά της, να μορφώνει τους αναγνώστες διαχρονικά καθιστώντας το έργο της επίκαιρο σε κάθε εποχή. Σκιαγραφώντας τα πάθη, που είναι κοινά στους άντρες και στις γυναίκες με μια σχέση “εκλε- κτικής συγγένειας” όπως θα την ονόμαζε ο Γκαίτε, φανερώνει, με το περιεχόμενο του Επταημέρου, την ανθρώπινη ατέλεια υποδηλώνοτας πως η ελπίδα μας πρέπει να έχει ως μοναδικό στήριγμα, «Αυτόν που είναι ο μόνος τέλειος». Πράγματι, μέσα από αυτές τις ιστορίες φανερώνεται αυθεντικά η ανθρώπινη φύση που αγωνίζεται να προσεγγίσει την τελειότητα. «Και τί θέλετε να πείτε, λέει η Ουαζίγ στον Ιρ- κάν, ότι έχουμε την τάση να γελάμε με μια τρέλα και όχι με μια ενάρετη πράξη;». Αυτό ακριβώς απαντά ο Ιρκάν, «γιατί μας είναι πολύ πιο ευχάριστο και επιπλέον ταιριάζει τόσο πολύ στην ανθρώπινη φύση μας, η οποία δεν είναι σε καμιά περίπτωση από μόνη της αγνή». Έτσι, στο Επταήμερο της βασίλισσας Μαργαρίτας της Ναβάρρας, η κάθε νουβέλα, που αναγγέλλεται ως ένα ψυχαγωγικό παράδειγμα, αντανακλά την πραγματικότητα της ζωής με την απαράβατη και σκληρή νομοτέλειά της και εμπεριέχει έναν συμβολισμό αναγέννησης και ένα μήνυμα ζωής.
Το ερασιτεχνικό, σχολικό, ημι-επαγγελματικό θέατρο με αξιώσεις, ζωντανό πολιτιστικό κύτταρο στην δεινοπαθούσα χώρα μας.
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Παρακολουθώ εδώ και σαράντα χρόνια και συμμετέχω ενεργά (όπου κληθώ) το ερασιτεχνικό, ημι-επαγγελματικό, σχολικό και φοιτητικό θέατρο επειδή πιστεύω ότι όταν είναι αξιώσεων αποτελεί ζωντανό πολιτισμικό κύτταρο στη δεινοπαθούσα χώρα μας. Το εμπορικό ή ελεύθερο και το επιχορηγούμενο ή κρατικοδίαιτο θέατρο επαναπαύεται συχνά σε ευκολίες κι αναμασημένους κώδικες του παρελθόντος, λειτουργεί με πελατειακά κριτήρια, δοξάζει τις «παρέες», τις συντεχνίες και μορφώματα παντός είδους (κοινώς …κλίκες), βασίζεται σε συναλλαγές, ανταλλαγές κι …αντισταθμιστικά οφέλη (do ut des – δώσμου να σου δώσω ή «το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο μοιράζονται τα …λάφυρα). Αντιθέτως το ερασιτεχνικό θέατρο είναι ανοικτό, εξ ορισμού κι εξ Ανάγκης στην δημοκρατική ισονομία, βασίζεται στην πρωτοβουλία και στον αυθορμητισμό, είναι ενθουσιώδες και συλλογικό (ακόμα κι αν κάποιος ή κάποιοι προεξέχουν ή προεδρεύουν), δεν αναγνωρίζει «σκηνοθέτες-τυράννους» ή δυνάστες και γενικά διαθέτει περισσότερα εχέγγυα πνευματικότητας και καλλιτεχνικότητας από θεατρανθρώπους που βιοπορίζουν σε έναν χώρο στυγνά ανταγωνιστικό κι απάνθρωπα σκληρό, όπου επικρατούν οι λυκοφιλίες κι «ο θάνατός σου η ζωή μου». Ειδικά μέσα στην Κρίση, διαπιστώνουμε ότι τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα εναλλάσσονται στις κρατικές ή επιχορηγούμενες σκηνές μας, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων (είναι υπερ-κομματική η κολακεία κι ο χαμαιλεοντισμός), νέμονται τα πενιχρά πλέον κονδύλια και πίνουν εις υγείαν …όλων μας.
Όμως, παρά το δηκτικό χαρακτήρα του, το σημερινό μου σημείωμα δεν είναι απαξιωτικό. Τουναντίον. Θέλω να επισημάνω τη σοβαρή δουλειά του «Θεατρικού Εργαστηρίου Μάνου Χατζηγεωργίου (υπό την αιγίδα της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς και του προέδρου της Κυρίου Νίκου Παπαγιαννάκη) και του εμψυχωτή της Κυρίου Μάνου Χατζηγεωργίου, που παρουσίασαν για πολλοστή φορά τη δουλειά τους την πρώτη μέρα του μηνός Ιουλίου (με πανσέληνο) στην Ελληνογαλλική Σχολή Jeanne d’Arc, στο μεγάλο της θέατρο, με ένα πρόγραμμα πραγματικά αντάξιο μιας κρατικής σκηνής. «Η παρεξήγηση» του νομπελίστα Αλμπέρ Καμύ (ένα πραγματικά σκοτεινό ερεβώδες κείμενο, που ανιχνεύει τα υπαρξιακά βάθη της ανθρώπινης κατάστασης), με την απαραίτητη κωμική αντίστιξη της «Λαίδης Φθειροζόλ», του γλυκόπικρου μονόπρακτου του Τεννεσσή Ουίλλιαμς, που δίνει με έναν άλλο, συμπαθή και μελοδραματικό τρόπο, το δικαίωμα του ανθρώπου στην Ευτυχία, στην Ελευθερία, στη Φαντασία, στο Όνειρο, στη Δημιουργία, πέρα από τους ανελέητους κανόνες της αγοράς (ή των αγορών), πέραν από τη σκλαβιά και τη δουλεία που βιώνει το ανθρώπινο είδος, πέρα από τον εξανδραποδισμό των ελεύθερων όντων στο βωμό του κέρδους, στη κιμαδομηχανή της Ιστορίας των απλήστων.
Και η επιλογή και η διδασκαλία-σκηνοθεσία και η ερμηνεία αυτών των δύο ενδεικτικών για το χάλι του πολιτισμού μας κειμένων ήταν υποδειγματικές. Απολαύσαμε όλοι τα «παιδιά» (ανεξαρτήτως ηλικίας) να μιλάνε με πάθος για τους καϋμούς, την καταπίεση και τα αδιέξοδα των συνανθρώπων μας, άκουσα μια ηλικιωμένη χήρα δίπλα μου να αναστενάζει και να εξαγνίζεται («δι’ ελέου και φόβου…»), άκουσα το ενθουσιώδες χειροκρότημα του κοινού της μιας αυτής και μόνης παράστασης (μακάρι να επαναληφθεί για να τη δουν κι άλλοι πολλοί) κι οφείλω να συγχαρώ τον ακάματο Μάνο Χατζηγεωργίου, ηθοποιό-σκηνοθέτη και δάσκαλο, καθώς και όλους όσους συμμετείχαν σε αυτό το υλοποιημένο όνειρο. Παίζουν: Σίσσυ Γατζούδη, Σουζάνα Μουστακίδου, Ηλίας Απριλάκης, Πανωραία Μπέκου, Μαρία Τζούμα, Σταματίνα Σκαλκόγιαννη, ΄Ακης Βαφειάδης. Φωτισμοί: Εύα Δρακοπούλου, ήχος: Δέσποινα Κοντοζανή. Ήταν όλοι τους υπέροχοι και θα ήταν άδικο να ξεχωρίσω κάποιον συγκεκριμένα, ακόμα κι αυτούς που διακρίνονταν. Ήταν όλοι τους σοβαροί και συγκεντρωμένοι στο ρόλο που οι ίδιοι επέλεξαν να διαδραματίσουν με ενθουσιασμό και ζέση. Και σ’ ανώτερα!
Κωνσταντίνος Μπούρας
ΡΟΜΕΟ ΚΑΣΤΕΛΟΥΤΣΙ στη ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ, ο ΠΛΑΤΩΝ και το «ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ»
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Μεσούσης της Κρίσεως, της διάχυτης αρνητικής ενέργειας, της επιθετικότητας, της κτηνωδίας, όπου οι πάντες (σχεδόν – ευτυχώς υπάρχουν κι οι φωτεινές εξαιρέσεις) βγάζουν τον χειρότερον εαυτό τους, είδα στην αίθουσα «Αριστοτέλης Ωνάσης» (που προσομοιάζει σε διαστημικό κοχύλι ή κοσμική μήτρα υψηλής τεχνολογίας κι απαράμιλλης αισθητικής) το Hi-tech πολύ-θέαμα του Ρομέο Καστελούτσι με τίτλο «Go down, Moses». Ο Πλάτωνας θα γιόρταζε τη σύγχρονη εκδοχή του «Σπηλαίου των Ιδεών» κι ο Σωκράτης θα επικροτούσε την ιδέα της πολυδιαστασιακής εκπομπής SOS και την κλήση σε βοήθεια ανώτερων όντων από εμάς που βιώνουμε ως σκλάβοι τη σκοτεινιά της Άγνοιάς μας (η οποία, μας καθιστά μεν αθώους – εν μέρει – για τις επιπτώσεις των επιλογών μας, μας επιφορτίζει όμως διαρκώς με τα επαχθέστατα βάρη του αδήριτου νόμου της Ανάγκης ή Κάρμα ή, αλλιώς Αιτίας-Αποτελέσματος).
Ο Ρομέο Καστελούτσι χρησιμοποιεί τα σκηνικά μηχανήματα κι εκκωφαντικούς, εκνευριστικούς, διαπεραστικούς ήχους, για να τονίσει τον τεχνολογικό Μεσαίωνα μέσα στον οποίο επιβιώνουμε όπως-όπως, χωρίς να έχουμε στην ουσία ξεφύγει ποτέ από τα σπήλαια. Ο σύγχρονος «πολιτισμένος» αλλά αμόρφωτος και αδιαμόρφωτος άνθρωπος καλείται να απαντήσει στις τρομακτικές προκλήσεις που του θέτει η εποχή του, στον καταιγισμό των πληροφοριών που δεν αφομοιώνεται όμως αυτόχρημα ως Γνώσις, στην ανάγκη καθυπόταξης των πρωτόγονων ζωικών του παθών κι ενστίκτιων, τα οποία όμως του προκαλούν αυτοάνοσες παθογένειες όταν δεν ικανοποιηθούν. Φαύλος κύκλος. «Είμαστε άγγελοι σε σώματα πιθήκων» γράφω στο πρόσφατο πόνημά μου «Φιλοσοφώντας άνευ… (Δοκίμια για την Κρίση και τον σύγχρονο Άνθρωπο)». Κι εκεί έγκειται το δίλημμα, η διπολικότητα κι η σχιζοφρένεια του δυτικού τεχνολογικού πολιτισμού μας.
Ο Ρομέο Καστελούτσι είναι «από σκηνής φιλόσοφος». Ως άλλος Ευριπίδης θέτει βαθιά το νυστέρι του στη συλλογική ανθρώπινη πληγή και το περιστρέφει μέχρι να αποσπάσει ένα δάκρυ, μια σταγόνα από το πύον που έχει συσσωρευθεί εκεί από αιώνες. Τα «Θυέστεια δείπνα», ο «αλάστωρ δαίμων», το «προπατορικό αμάρτημα», το κάρμα, «αμαρτίαι γονένων παιδεύουσι τέκνα», ή όπως αλλιώς διαλέγει να το πει κανείς [ανάλογα με τη θρησκεία του ή το σύστημα ιδεών που ασπάζεται] αποακρύνουν τον Άνθρωπο από την Αλήθεια ως προϋπόθεσιν της Γνώσεως και του στερούν την Ελευθερίαν του.
Η έννοια της «Κρίσης Χρέους» δεν είναι μονοδιάστατη και δεν είναι λογιστική. Δεν αφορά μόνον τα χρηματοοικονομικά μεγέθη, αλλά απηχεί στα βαθύ συλλογικό ασυνείδητο της Ανθρωπότητας ως άγγελος της «Αποκάλυψης» που σημαίνει την ώρα μιας άλλης Κρίσης, σε ένα δικαστήριο, όπου το βήμα του μάρτυρα είναι φρικτό και το εδώλιο του κατηγορουμένου ασύλληπτα τρομακτικό.
Η παραπομπή στη μυθική ιστορία της έκθεσης του νεογέννητου Μωϋσή στο Νείλο, δε θίγει βεβαίως καμία θρησκευτική αντίληψη (το αντίθετο), αλλά μας καθιστά σαφές ότι μόνον μέσα από χαρισματικώς σκληραγωγημένα άτομα και ήρωες που μπορούν να συνομιλούν με τους θεούς, η Ανθρωπότητα μπορεί να ελπίζει σε καλύτερες μέρες.
Αυτή η ανάγκη της υπέρβασης των κοινών ανθρωπίνων μέτρων, χωρίς να σημαίνει βεβαίως την ειδωλοποίηση φασιστικών ή μη Υπερ-ανθρώπων, δείχνει το μέγεθος της απελπισίας στο οποίο έχουμε περιπέσει συλλογικώς. Μόνον ένας άνθρωπος που παραληρεί τα βάζει με θεούς και δαίμονες. Η εικόνα της ταλαίπωρης που αναγκάζεται να γεννοβολήσει μόνη της και ν’ απαλλαγεί αμέσως από το νεογνό, σε ένα ιταλικό αστυνομικό τμήμα με τους καλοπροαίρετους κρατικούς λειτουργούς να προσπαθούν να τη βοηθήσουν και να σώσουν μια ψυχούλα, είναι αυτόχρημα τρομακτική κι απολύτως αληθοφανής. Η πιθανότητα να επισυμβεί είναι ιδιαίτερα μεγάλη στους καιρούς μας. Η ταλαίπωρη λεχώνα, θύμα της ανέχειας, παραληρεί και καταφεύγει στην ψύχωση, στις παραισθήσεις και στην παράνοια, όπως όλοι οι κυνηγημένοι. Αυτή η προσωρινή απώλεια του λογικού και η σύγχυση φρενών είναι δυστυχώς τόσο συνηθισμένη, που κινδυνεύει να καταστεί ο κυρίαρχος λοιμός του εικοστού πρώτου τεχνολογικού αιώνα μας. Ο λιμός γεννά λιμό κι η σκλαβιά απελπισία κι ο φυλακισμένος τα παίζει όλα για όλα γιατί το μόνο που έχει να απολέσει είναι τα δεσμά του. Η πανανθρώπινη κραυγή «Ελευθερία ή Θάνατος» σαρώνει όλα τα φράγματα σαν πυρκαγιά.
Κι όπως λέει ο Ρομέο Καστελούτσι στην εφημερίδα του Φεστιβάλ Αθηνών: «Η τέχνη είναι φωτιά». Φωτιές λοιπόν μάς άναψε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών σε μια Αθήνα που παραληρεί στις πορείες και ξημεροβραδιάζεται στα πεζοδρόμια έξω από τα σύμβολα της υλικής Αφθονίας μας.
Κάτι καινούργιο γεννιέται. «Μέσα από το Πυρ αναγεννάται η Φύσις», όπως έλεγαν οι παλαιοί αλχημιστές. ΊΔΩΜΕΝ. Οι πλέον ψύχραιμοι από εμάς, όσοι διατηρήσουμε την εσωτερική γαλήνη και τη φιλευσπλαχνία μας, οι φιλάνθρωποι κι ελεήμονες, οι αλληλέγγυοι, ας προσπαθήσουμε να γίνουμε φάροι και φωστήρες για τους υπόλοιπους. Όχι γιατί είμαστε έξ-υπνοι ή σοφοί, αλλά γιατί είμαστε φωτισμένοι. «Μακάριοι οι πραείς ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην… μακάριοι οι δίκαιοι….». (Τα υπόλοιπα συμπληρώστε τα εσείς, αγαπητοί μου αναγνώστες, συνάνθρωποι και συμπορευτές στο δύσβατο πνευματικό μονοπάτι της Γνώσης.
Μετά λόγου γνώσεως,
Κωνσταντίνος Μπούρας
www.konstantinosbouras
Go down, Moses
Σκηνική Σύνθεση των Κλαούντια και Ρομέο Καστελούτσι Διαρκεια : 90 ‘
Σκηνοθ.:Ρ. Καστελούτσι
Ερμηνεύουν: R. Darwish, Gl. Dorliguzzo, L. Nava, St. Questorio, S. Scarlatella. Στα Ιταλικά με Ελληνικούς υπέρτιτλους.
Λόγος : Δώρο και Αντίδωρο (για το βιβλίο του Κωνσταντίνου Μπούρα «Φιλοσοφώντας άνευ»)
Από τον Νίκο Σιδέρη
Ο Κωνσταντίνος Μπούρας,
μέσα από ένα πανόραμα διαδρομών του
(“Φιλοσοφώντας άνευ …”)
υιοθετεί τη μεταφυσική μεταφορά
προκειμένου να μιλήσει για το άφατο,
εν πλήρει επιγνώσει του ότι
η μεταφορά
παραπέμπει αναπαραστατικά
σε άλλες μεταφορές και μόνο :
Το κενό είναι η μορφή και η μορφή είναι το κενό
(σύμφωνα με τη Σούτρα της Καρδιάς).
Εδώ εδράζεται και σ’ αυτό συνίσταται
η καθολική ενότητα του πνεύματος,
την οποία αναζητά
και με τις ψηφίδες του λόγου του
πολεμά ν’ αποκαλύψει,
να εξημερώσει,
να ημερώσει
και να μοιραστεί με τους ανθρώπους
Λόγος : Δώρο και Αντίδωρο.
Με έσχατη προσφυγή
(ή καταφυγή)
την απόλυτη μεταφορική πραγματικότητα της Τέχνης
της ποιητικής, και όχι μόνο.
Θα επιχειρήσω εδώ μια περιδιάβαση σ’ αυτές τις ψηφίδες και στις συνηχήσεις τους με έναν άνθρωπο. Με τον τρόπο που το ίδιο το βιβλίο υποβάλλει: Συνήχηση και συναντήσεις ανάμεσα σε αρμονικές του λόγου. Λόγος δώρο αντίδωρο.
Στον κοιλιόδουλο
Και σε κηδεία να πάει
Του δίνουν τάπερ
Για το σπίτι
(πραγματικό περιστατικό – συνέβη σε γνωστή και μη εξαιρετέα λαίμαργη: της έδωσαν από το νεκρόδειπνο ψάρια για να φάει και την επόμενη ημέρα).
Σελ. 41 «Δέκα θανάσιμα αμαρτήματα: τα επτά γνωστά (απληστία- αλαζονεία- οργή-ζηλοφθονία-λαιμαργία-λαγνεία-οκνηρία), συν τη φιλαργυρία, τη διαφθορά, τη δίψα για Γνώση χωρίς όρια»
Το ήθος του ζην αποκαλύπτεται στη σχέση με τον θάνατο. Η ζωή δεν είναι αναγκαστικά μελέτη θανάτου. Ωστόσο, η σχέση με τον θάνατο είναι μελέτη ζωής.
Είναι δύσκολο να κατακτήσουμε χωρίς άσκηση την έλλειψη αγωνίας των αιλουροειδών κι ενδεχομένως να μην το θέλαμε ή να μην χρειάζεται. Γι’ αυτό μέχρι τότε καλό είναι να βιώσουμε κι αυτή την κατάσταση ως κατάρα κι ευλογία, δηλαδή ως αενάως τείνοντες προς την Σοφία άνθρωποι.
Σελ. 55 από το «Αγωνία»
Η τραγωδία του σύγχρονου Δυτικού ανθρώπου συνίσταται και σ’ αυτό: Ότι επιχειρεί να κατακτήσει την έλλειψη αγωνίας μέσα από ένα υπόδειγμα βίου, κοινωνίας και πολιτισμού που ουσιωδώς αγνοεί το ιδεώδες της γαλήνης. Το αγνοεί όχι τόσο με τον τρόπο της άρνησης να το στοχαστεί, όσο με το να θεωρεί τη βιοτική διαδρομή από μια οπτική γωνία που στα φίλτρα της δεν περιλαμβάνεται η υπαρξιακή γαλήνη. Παραγνώριση που επιστρέφει ως μοιραίο σύμπτωμα ασύλληπτης έκτασης: Προσφυγή στη νάρκωση, με μύριους τρόπους συν μερικούς ακόμη.
-Προ πάντων να μην ξεχαστείς
Πως είναι θέατρο
Και με μαχαιρώσεις.
Σελ. 66 από το «Θέατρο»
Γίνεται το εικονικό μαχαίρι να μαχαιρώσει;
Απάντηση από το θέατρο:
ώμοι, πέπληγμαι καιρίαν πληγήν έσω
(Αισχύλου “Αγαμέμνων”, στ. 1343)
Κι ο σοφός ποιητής William Blake (γιατί πάντα οι ποιητές είναι σοφοί όταν είναι Ποιητές) διαπιστώνει ότι “αν καθαρίζαμε τις πύλες τής αντίληψής μας, τότε όλα θα φαίνονταν στον άνθρωπο όπως πραγματικά είναι: άπειρα” [άγνωστα, δηλαδή].
Σελ. 73 από το «Επιστητό-Άγνωστο»
Άγνωστα επειδή η γνώση με τον τρόπο της εμπειρίας είναι με τέτοιο τρόπο άπειρη, που επιτρέπει και την έσχατη εμπειρία: Του κενού.
-Έγραψες πολύ
Μίλησες πολύ
Αγαπήθηκες λίγο…
Σελ. 83 από το «Επικοινωνία»
“Το ποίημα –αυτός ο παρατεινόμενος δισταγμός ανάμεσα στον ήχο και στο πνεύμα” (Paul Valéry)
Υπάρχουν άνθρωποι που χαϊδεύουν φορώντας γάντι …
Το Διαδίκτυο έδωσε νομίζω το χαριστικό πλήγμα σε αυτόν τον ήδη αποστειρωμένο χώρο καταναγκαστικών έργων, στον οποίο καλούμαστε να λειτουργήσουμε ως ανθρώπινα όντα, αλλά όχι και να ζήσουμε, αφού «κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα ρυπαίνει» και η επαφή με το ρυπαρό μολύνει και η μόλυνση οδηγεί στην ανικανότητα προς εργασία (ή) και στον θάνατο.
Σελ. 117 από το «Αφή»
Ακόμη μια άποψη του πυρήνα της κακοδαιμονίας του σύγχρονου Δυτικού ανθρώπου: Οδηγείται, εκπαιδεύεται, ποδηγετείται να ζει στον κόσμο του καταναλωτικού ναρκισσισμού, χαμένος στη φρεναπάτη ότι η διαθεσιμότητα αγοραστικών επιλογών εξαγοράζει ύπαρξη. Κι έτσι πλανιέται σ’ έναν κόσμο χρήσιμο ή ευχάριστο, αλλά όχι αγαπητό. Και υποφέρει, αλλά δεν ξέρει να πει πώς.
Αυτό άλλωστε είναι και το νόημα κάποιων από τις διασωθείσες ρήσεις τού Ηράκλειτου, ο οποίος ούτως ή άλλως θεωρούσε τη συχώρεση ανώτερη από την τιμωρία και δήλωνε ότι “το Καλό και το Κακό είναι ένα”. Ο Πυθαγόρας απέτρεπε τους δικαστές από το να τιμωρούν με ιδιαίτερη αυστηρότητα τους φονιάδες, αφού σύμφωνα με τον συμπαντικό νόμο τής Αιτίας και τού Αποτελέσματος (κάρμα) ήταν καταδικασμένοι να “αναστήσουν” τις ψυχές τών θυμάτων τους και να τα μεγαλώσουν σαν (ή ως) τέκνα τους σε μια άλλη ζωή. Η απλή φράση “ανάστησα επτά παιδιά” απηχεί ίσως αυτές τις ανεξάλειπτες για το λαϊκό αίσθημα δοξασίες περί μετενσαρκώσεως-μετεμψυχώσεως.
Σελ. 152 από το «Δικαιοσύνη»
Ο βαθύς, διαρκής, ζωτικός διάλογος του Κωνσταντίνου Μπούρα με τη σοφία των απλών ανθρώπων, της απλής γλώσσας και του απλού λόγου είναι, με τον τρόπο του Ανταίου, μυστική πηγή λεπτοφυούς ενέργειας ̶ για τον ίδιο και για τον καθένα.
Γυρνάμε ολοταχώς προς τα πίσω, γιατί οι θεσμοί δεν βοηθάνε τους άξιους αλλά τους καταφερτζήδες, δεν προβάλλουν τους κατέχοντες γνώσιν αλλά τους έχοντες σολδία, κρίνουν με γνώμονα το “φαίνεσθαι” και όχι το “είναι”. “Εν αμίλλαις πονηραίς αθλιότερος ο νικήσας”.
Σελ. 163 από το «Φθόνος»
Το να νικάς σε αγώνες ψυχικής αποπτώχευσης και απαθλίωσης ως υψηλή τέχνη της ματαιότητας.
το εργαλείο τής Λογικής είναι ικανό για να μην μας κλέψει ο ψιλικατζής στα ρέστα, αλλά δεν είναι αρκετό για να χωρέσει το Άφατο, το Άρρητο και Άγνωστο στις περιορισμένες ελικοειδείς διαδρομές τού πεπερασμένου ανθρώπινου υλικού εγκεφάλου μας
Σελ. 171 από το «Θεραπεία»
“… η λογική θέτει κάποια όρια στον άνθρωπο και προσπαθεί να ξεχωρίσει το σωστό και το λάθος. Έτσι, η λογική μπορεί να απορρίψει πράγματα τα οποία είναι πολύ σημαντικά…” : Λόγια που έγραψε η Αμαρυλλίς Μ., μαθήτρια Λυκείου (βλ. Ν. Σιδέρης “Και όμως μιλάνε Έφηβος λόγος”, Καστανιώτης 2011, σελ.270)
Είμαστε άγγελοι σε σώματα θηρίων
Σελ. 181 από το «Θεραπεία»
Δεν πρόκειται διόλου για απλό σχήμα λόγου (τόσο εύστοχο). Είναι η πραγματικότητα της ανθρώπινης κατάστασης από πολλές απόψεις κι από μία ακόμη: Oι εγγενείς μηχανισμοί των στοιχειακών “τεσσάρων F” που μας στοιχειώνουν (Fight, Flight, Food, Fuck) έχουν την έδρα τους στον ερπετικό εγκέφαλό μας η πιο μοιραία από τις συγγένειές μας με τα θηρία. Και μ’ αυτόν τόσο στις αποσκευές μας όσο και στην εργαλειοθήκη μας κοιτάμε ψηλά και λαχταράμε να φτάσουμε στον ουρανό.
Ζούμε σε έναν παυσίπονο και παυσίλυπο πολιτισμό. Ζούμε σε εποχές μεγάλης βαρβαρότητας.
Σελ. 188 από το «Αισιοδοξία»
Όπου η άρνηση της πραγματικότητας της οδύνης και της λύπης ισοδυναμεί με μια από τις πιο εφιαλτικές βαρβαρότητες.
Και ξεκινάμε από τους πεθαμένους. Τη μέρα που έθαψα τη μάνα μου ξέχασα και τον μεγάλο, απελπισμένο μου έρωτα. Ο ένας πόνος επικάλυψε τον άλλον. Ο ένας αποχωρισμός επούλωσε την προγενέστερη πληγή. Τη μέρα που έθαψα την πρώην σύζυγο – «Θειός συγχωρέσ’ την ψυχούλα της», που λένε οι σοφές μοιρολογίστρες με τα πρόσωπα σκαμμένα σα γέρικες ελιές – ένιωσα κάτι πήλινο να σπάει στην καρδιά μου και να πέφτει στο βρεγμένο χώμα που ανυπομονούσε να τη δεχτεί στην αγκαλιά του. Στην αρχαία Αθήνα, την ώρα που έβγαινε η σορός από την οικία, έσπαγαν τα πήλινα αγγεία που χρησιμοποιούσε ο νεκρός προς βρώσιν και προς πόσιν. Ίσως για να μην ξανάρθει. Ίσως για να κόψουν κάθε δεσμό μαζί τους. Ίσως γι’ αυτό σπάμε σήμερα πιατικά στα μπουζούκια και πετάμε γαρδένιες στις ιέρειες της νύχτας, κοινώς «σκυλούδες», που παραπέμπουν όμως στον Κέρβερο του Κάτω Κόσμου ή στον τσακαλόμορφο Άνουβι. Όλα συνδέονται μέσα από τη ζωντανή ανθρώπινη ελληνική λαλιά, που πέρασε αλώβητη μέσα από αιώνες Κατοχής και σκοταδισμού.
Σελ. 204 από το «Η επόμενη μέρα…μετά από κηδεία, χωρισμό ερωτικό και θάνατο γενικώς…»
Ας το ξαναπούμε: Η επίγνωση και η τέχνη του ζην κατοικούν πολύ κοντά μας. Στη βαθιά σοφία της ελληνικής (και όχι μόνο) λαϊκής παράδοσης και λαλιάς, που πάντοτε τρέφουν τον Κωνσταντίνο. Ιδίως ως τέχνη του θνήσκειν.
“Μακάριοι οι γελώντες ότι αυτοί ….γελασθήσωσι”. Αστειεύομαι. Οι άνθρωποι που γνωρίζω και διήνυσαν πολλές δεκαετίες ζωής ήξεραν να γελούν και να μην παίρνουν τον εαυτό τους στα σοβαρά. Δεν φόβοντουσαν τίποτα και δεν ήλπιζαν κάτι σημαντικό από το μέλλον τους. Τελικά, έζησαν μάλλον καλά και πέθαναν μέσα στην παραδοχή τού αναπόφευκτου τέλους. “Ένα γέλιο θα μας θάψει όλους”. Μία από αυτές, γνωστή παγκόσμια σταρ με συμβούλευε να τρώγω μία πάστα μετά τις κηδείες. Στη δική της έφαγα δύο, τη μία για εκείνην. Είμαι σίγουρος ότι θα το απολάμβανε διπλά αν με έβλεπε.
Σελ. 209 από το «Γέλιο»
Μια από τις λεπτοφυέστερες οδούς της σοφίας: Το άδολο χιούμορ ιδίως σε σχέση με τον θάνατο.
Έχω κλείσει τώρα το βιβλίο και ανασκοπώ πολλά και διάφορα περιπλάνηση και καλή συνάντηση. Ο λόγος που διάβασα μου μιλά. Και γεννά λόγο. Που τον προσφέρω αντίδωρο στο δώρο του συγγραφέα:
ΑΣΜΑ ΚΕΝΟΝ
Μη μου πεις
Ό,τι θέλω ν’ ακούσω
Θα πάει χαμένο
Μη μου στείλεις
Ό,τι θέλω να λάβω
Θα προσπεράσει
Μη μου πάρεις
Ό,τι θέλω να χάσω
Δεν θα χαθεί
Μην είσαι
Ό,τι άλλος θέλει
Είσαι τίποτα
Αν είσαι τίποτα
Θα είσαι κάτι
Για τον άλλον
Αν είσαι
Και εσύ και τίποτα
Έλα
Και μίλα μου
Κι άγγιξέ με
Και μη μου το πεις
Ποίηση του Κωνσταντίνου Μπούρα μεταφρασμένη στα γαλλικά από την Παρασκευή Μόλαρη
Constantin Bouras: Vers un credo philosophique poétique?
Introduction – Traduction en français par Paraskevi V. Molari
Né dans la ville de Kalamata (Peloponnèse, Grèce), Konstantinos Bouras réside à Athènes, depuis 1977. Ingénieur de métier (Diplômé de l’ École Polytechnique d’ Athènes, 1985), diplômé également – avec distinction – du Département d’ Études Théâtrales de l’ Université d’ Athènes et titulaire de diplôme d’ études post – universitaires en Théâtrologie de l’ Université de la Sorbonne Nouvelle (Paris III), il est, actuellement, doctorant en Théâtre à l’ Université Ionienne (île de Corfou, Grèce, Département de Langues Etrangères, Traduction et Interprétation). Il est l’ auteur de plus de 25 livres (poèmes, théâtre – certaines de ses pièces furent representées en Grèce et à l’ étranger – traduction , essais). Il publie, depuis de longues années, des analyses, études et critiques dans différents journaux et revues athéniens. Outre son écriture, il est professeur de Reiki où il introduit une nouvelle méthode de “Reiki archéologique” sous le titre “Rhureik Abundance” (parue en livre dans les éditions “Momentum” à Athènes).
Les cinq morceaux traduits ici en français pour la première fois, font partie de son recueil de poèmes intitulé “Τρία ΑΛΦΑ, μία HΤΤΑ, ένα ΩΜΕΓΑ” qui est toujours en voie de composition. Ecriture personnelle, oscillant entre vers libre et poème en prose, où Bouras, ressentant sa mission de “poète de son temps”, insère des éléments de son credo philosophique.
Papyrus
Sur les feuillets du papyrus
Se composèrent
Des chefs d’ oeuvre
Des siècles
A propos de la lutte perpetuelle
De l’ Homme
Contre les Ténèbres et la Mort.
Des esprits humains illuminés
Combattent l’ Ignorance
Disposant d’une seule arme,
Le désir de laisser quelque chose
Derrière eux.
Une ligne, d’ habitude,
Une page,
Un extrait de manuscrit.
Hommes,
Être humains misérables
Admirablement infatigables,
Héroïques
Désespérés.
Tels que les abeilles.
Mort
La feuille sèche
Ayant la nostalgie de la flamme.
L’ eucalyptus
Changeant de chemise
A chaque fois que les fourmis
Vadrouillent dans ses veines.
Le corps frissonnant
À la caresse
De l’ amoureux.
L’ escrime
Ne ressemblant point à la tienne
En dépit de tous tes efforts.
La jeunesse
Fuit en courant
Et laissant derrière elle
Une amertume de fraîcheur
Sur le palais.
La mort,
Une pause avant les deux points.
L’île de Circée
Jamais personne ne comprit
Ulysse.
Même pas Pénèlope
Certes Circée non plus.
Son rêve: fuir
À d’autres pays
D’ autres endroits,
Jusqu’ à ce que son coeur
Soit saturé d’ angoisse,
Jusqu’ à ce que le coin de son oeil
Soit inondé de salure.
Or, depuis, c’est le retour à Ithaque
Qui reste proéminent,
Le soin du vieil homme
Par des mains expérimentées
Ayant, depuis longtemps,
Perdu l’ habitude
De changer des couches
Et d’ ensevelir.
Le corps fatigué
D’ Ulysse
Recevra les dernières caresses
Avant de se laisser
À la Terre maternelle
Pour y être allaité
De ses vers
Nourris d’ aliments de bêtes.
Or, jusqu’ à ce moment – là,
Persistance et errance.
Plongée
Alors que les autres se baignent
Aux plages de sable
Entre des grains de pasteque
Et des préservatifs utilisés
Tu te plonges au plus profond de ton être,
Celliers verouillés,
Secrets scellés
Dans les vieux coffres,
Clefs rouillées.
Or, ne jamais rien connaître?
Rentrer dans son corps
Pareils aux ours désespérés
Suivant le soleil
Se lever et se coucher,
Suivant, des fois, la pleine lune
D’ août, non par désir veritable
Decoller, rien que pour la mode,
Car tous font pareil,
Les éclipses du soleil ne nous laissent pas
Indifférents non plus. Elles nous terrifient.
Manger son dîner en plein midi
Et se coucher sur le côté familier.
Se reveiller, peu après,
Prendre son petit dejeuner
Changer de côté, s’étirer,
Volant une heure de sommeil de plus
De notre être, de notre véritable existance,
Qui suffoque et s’ inquiète
Du lendemain, alors qu’ on connaît
Que tout est arrangé:
Le linceul dans le coffre
La date de notre mort.
Son faire – part déjà imprimé.
Nous sommes les seuls à ne pas le savoir,
Nous feignons ne pas nous en souvenir.
Des fois, quelqu’ un se rend fou,
Faisant fléchir par une force surnaturelle
L’acier de nos cellules de fer
Il s’ évade, se lance dans les forêts
Se roule sur la verdure,
Danse avec les dauphins sur l’ écume salée
Parvenant, néanmoins, à survivre
Hors du labyrinthe
De l’ homme habituellement refléchissant.
Pas vu la mer depuis fort longtemps.
Je travaille. Obligations. Empreints. Soucis.
Le soin des autres. Mon être palpite.
Terre secrète de la lumière véritable.
Pleine lune sur la colline d’ Hymette
Dialogue dans une épicerie:
- C’ est la pleine lune ce soir. Ça m’ influence. Je suis Vierge, tu vois.
- Moi, c’ est justement pour cela que ça ne m’ influence pas.
Régler ses comptes, dépoussierer la vieille pendule, démêler des affaires, réviser des conventions, brûler des notes d’ amour, déchirer son himation, percer le canal de Corinthe, avouer de crimes et confesser des pechés non commis, accepter des erreurs des autres dont on a pris conscience, adopter des comportements à la mode, qualifier le non qualifiable, juger pour être jugé, avouer pour ne pas être temoin, s’emprisonner dans une prison privée de soleil qu’ aucun de nous ne mérite d’ y être condamné à vivre, marcher sur la rue tracée, dirait – on, a peine par nos pas, délirer en se taisant et parler sans raison, se séparer des liaisons non reçues et détruire des fleurs jamais semées rien que par l’ angoisse de les voir sécher faute de les arroser, être aux écoutes de musique non composées, rire aux plaisanteries non dites, cracher les coquilles de grains de tournesol imaginés et…
Peindre les cieux par coeur, avoir la nostalgie du Paradis car il existe dans nos cellules, écouter des voix retenties à nos oreilles jadis à une autre vie bien partagée entre lumière et Ténèbres, chuchoter une seule note musicale dans l’ orgue de l’ Univers – que dis – je? – un extrait de note, un quart de seconde dans le gémissement désespéré durant plus de notre vie et…
Viens que je t’ embrasse, donne moi ton corps pour l’ embrasser, aimons – nous pour une dernière fois avant de te morceller, avant…
De te déchirer par nostalgie de l’ éternel. Othelo.
(c’ est en adolescent que j’ écris, c’ est en vieil homme que je parle: le lecteur en tant que critique).
ΤΟ ΠΟΛΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟ, ΠΟΛΥ ΕΝΔΟΣΚΟΠΙΚΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ
Young Jean Lee’s Theatre Company
Straight White Men, της Young Jean Lee
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Σπανίως απολαμβάνω τόσο πολύ θεατρικά κείμενα, ανεβασμένα από επαρκείς σκηνοθέτες, με δεξιοτέχνες ηθοποιούς, εξειδικευμένους εικαστικούς και τεχνικούς, χωρίς τις μεταμοντέρνες αηδίες περί δήθεν αναζήτησης νοήματος κι άλλα φληναφήματα. Έγραψα για το φαινόμενο «Λένα Κιτσοπούλου» ότι λανσάρει το «θέατρο της α-νοησίας» (κατά το «θέατρο του παράλογου), όμως η αναζήτηση υπαρξιακού νοήματος, η συνειδητοποίηση του υπαρξιακού κενού είναι απαρχή και γενεσιουργός αιτία του θεατρικού φαινομένου, από την εποχή των σπηλαίων μέχρι σήμερα. Γι’ αυτό μαζεύονται οι άνθρωποι στα σκοτεινά, στριμώχνονται, ξεβολεύονται, αφήνουν σπίτια, παιδιά-σκυλιά-γατιά και τρέχουν στις Επιδαύρους, στα φεστιβάλ και άλλα …πανηγύρια, για να μπορέσουν να μπαλώσουν όπως-όπως το κενό εντός τους, να θεραπεύσουν την ανία τους, να εξορκίσουν τους δαίμονές τους, να ψυχοθεραπευτούν δια της ομοιοπαθητικής μεθόδου του ελέους και του φόβου. Αυτό είναι όλο. Και μακάριοι οι θεατρικοί συγγραφείς, οι δάσκαλοι, οι ερμηνευτές, οι παραγωγοί, οι συντελεστές μιας παράστασης, όταν αυτή συνεπαίρνει το κοινό και το αναγκάζει να στραφεί εντός του για να αναζητήσει τα λάθη τα δικά του, δείχνοντας ανοχή στα λάθη των άλλων και δίνοντας πίστωση χρόνου στους εχθρούς του. «Πόλις εστί νόμω…», έλεγαν οι αρχαίοι. Η σύμβαση της συμπιεσμένης αστικής ζωής, μακριά από τον «φυσικό άνθρωπο» του Ρουσώ, προϋποθέτει ανοχή, ευελιξία, διπλωματία. Σύμφωνα με μια ασιατική παραβολή, οι πεθεροί διαλέγουν το γαμπρό τους με ένα απλό τεστ: τον βάζουν να περπατήσει μέσα σε έναν πολύβουο πλήθος κι αν δεν τρακάρει με τους άλλους, τότε είναι ο καταλληλότερος. Τόσο απλά. Μαθαίνουμε να συνυπάρχουμε με τους άλλους στο θέατρο και στην εκκλησία. Μαθαίνουμε να υπακούμε σε κανόνες στο σχολείο, στο θέατρο και στην εκκλησία. Μαθαίνουμε να το …βουλώνουμε και να σβήνουμε το εγώ μας, να στέλνουμε περίπατο τον αδιάκοπο εσωτερικό μας μονόλογο στις ομαδικές δραστηριότητες και στα συλλογικά παιχνίδια.
Το θέατρο είναι τέχνη συνόλου. Αντίθετα από την ποίηση, τη ζωγραφική, τη γλυπτική, τη μουσική σύνθεση, απαιτεί να συνεννοηθούμε σε μεγάλο βαθμό με τους άλλους. Εκεί επέρχεται η δραματική σύγκρουση, εκεί η λύση του δράματος, εκεί και η ψυχοθεραπεία-δραματοθεραπεία-εργασιοθεραπεία. Βλέποντας τους περιστρεφόμενους δερβίσηδες του εκλιπόντος Βίκου Ναχμία να περιστρέφονται ηδονικά πλημμυρισμένοι από τις «ορμόνες της ευτυχίας» συνειδητοποίησα ότι η αμοιβή του καλλιτέχνη στις παραστατικές τέχνες του θεάματος είναι ζεστή κι αυτόματη, ποτέ επί πιστώσει. Αντίθετα με τους ποιητές και τους ζωγράφους, όταν δεν είναι ….περιπεπλεγμένοι με συμφέροντα, αλληλοεξυπηρετήσεις, πολιτικές και ….
Η κορεάτικης καταγωγής νεοϋορκέζα συγγραφέας Young Jean Lee (ακόμα και το όνομά της είναι ειρωνικό) έδωσε μια γροθιά στο μαλακό υπογάστριο της φιλελεύθερης Αμερικής με το θεατρικό της έργο, που φέρει τον επίσης ειρωνικότατο τίτλο “Straight white men” (το straight προηγείται ως επίθετο του white). Ό,τι είχε μείνει από το «αμερικάνικο όνειρο» και δεν το είχαν κατεδαφίσει οι προηγούμενοι, έρχεται σήμερα αυτή με το θίασό της Young Jean Lee’s Theatre Company να το αποδομήσει πλήρως. Μάλιστα. Με απολύτως ρεαλιστικό τρόπο. Με συνέπεια, συνέχεια, ήθος σκηνικό και διάθεση καυστικά ψυχαναλυτική. Χτυπάει τον «εχθρό» με τα ίδια του τα όπλα. Τόσο καλά.
Το κείμενο ήταν τέλειο, στην παράδοση των καλογραμμένων αγγλοσαξωνικών έργων, όπου όλα είναι τακτοποιημένα, κατανοητά, λογικά κι αναλύσιμα, το παράλογο εμφιλοχωρεί σε κατώτερα υποστρώματα του κειμένου, οι ηθοποιοί καλούνται να χτίσουν το ρόλο τους και να παραμείνουν στα πλαίσια του «χαρακτήρα» που υποδύονται, παραμένοντας αυστηρά στα πλαίσια που θέτει η μέθοδος Stanislavski-Lee Strasberg του περίφημου Actor’s Studio. Ουδεμία εκφραστική ή αισθητική καινοτομία. Τίποτα το αναπάντεχο. Όμως αυτή η εξοικείωση του θεατή με τον θεατρικό κώδικα του επιτρέπει να πλάσει στο συνδημιουργικό μυαλό του το δικό του «έργο» και να δει τη ζωή του από την καλή και την ανάποδη. Μάλιστα. Αυτό είναι το κέρδος κι αυτή είναι η χρησιμότητα παρομοίων θεαμάτων.
Όσο για τους ηθοποιούς, ήταν όλοι τους υπέροχοι. H διανομή υποψιάζομαι ότι ήταν διπλή, γιατί στο ρόλο του πατέρα βλέπουμε στις φωτογραφίες που αναρτώνται στο επίσημο σάιτ του greekfestival έναν χοντρούλη κι έναν λιπόσαρκο, και γενικώς άλλους ηθοποιούς αντ’ άλλων χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις στα καλοεπιμελημένα έντυπα… Τόση προχειρότητα πια;;;;;; Απορία ψάλτου βηξ!
Κατά τ’ άλλα όλα καλά, καλοκαιρινά, κρίσιμα και τουριστικά. Πολύ χρήσιμο το πουλμανάκι που μας περιμένει έξω από την Πειραιώς 260 μετά το πέρας των παραστάσεων. Όσοι …πεζοί, προσέλθετε!!! Και οι υπεύθυνοι ακούραστοι εργάτες του Φεστιβάλ Αθηνών ευγενικοί κι αγέραστοι. Αυτό πρέπει να το ομολογήσω. Όσο για τις κριτικές μου επισημάνσεις, είναι πάντα καλοπροαίρετες κι αγαθές. Από παιδί, από κριτικό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Διαλέγετε και παίρνετε (με την καλή την έννοια!).
Κωνσταντίνος Μπούρας
www.konstantinosbouras.gr
info:
http://greekfestival.gr/gr/events/view/young-jean-lee%E2%80%99s-theatre-company-2015
Κεντρική μορφή της νεοϋρκέζικης θεατρικής σκηνής, η κορεατικής καταγωγής Young Jean Lee διαπραγματεύεται ζητήματα ταυτότητας –εθνική, κοινωνική, σεξουαλική- αμφισβητώντας τις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες αξίες. Στο Straight White Men, η πρωτοεμφανιζόμενη στην Ελλάδα δραματουργός και σκηνοθέτης εστιάζει στο ανδρικό πρότυπο των δυτικών κοινωνιών: τoν λευκό, ετερόφυλο άντρα. Σε ένα ηθελημένα συμβατικό, νεονατουραλιστικό σκηνικό, τέσσερις εξαιρετικοί ηθοποιοί υποδύονται έναν πατέρα και τρεις γιούς∙ σαν μακρινός απόηχος του Θάνατου του Εμποράκου του Μίλλερ.
Tι θα συμβεί αν ο γιος διαψεύσει τις οικογενειακές προσδοκίες, τι γίνεται αν χάσουμε το μεγαλύτερο προνόμιο μας- το να ξεχάσουμε ότι είμαστε προνομιούχοι;
Στα Αγγλικά με Ελληνικούς υπέρτιτλους.


























