"Ο σάτυρος του δάσους της Κομπιένης" στο Θέατρο Ελπίδας
Μια ανεκδιήγητη φαρσοκωμωδία στο Θέατρο Ελπίδας μόνον για βαριά κατεθλιμμένους και άτομα χρήζοντα γελωτοθεραπείας επειγούσης

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Εντάξει, είπαμε φαρσοκωμωδία, με άριστους ηθοποιούς, με εξαίρετο σκηνοθέτη, με αυτοσχεδιασμούς κάπου μεταξύ του παλαιού καλού ελληνικού σινεμά και των νούτικων ηθοποιών της αθηναϊκής επιθεωρήσεως, αλλά υπό έναν όρον: ότι θα υπάρχει μια λογική συνέχεια και δεν θα στηρίζεται στα γκανγκ τής στιγμής. Τελικά, δεν καταλάβαμε ποιο ήταν το ακριβές επάγγελμα του εισβολέα και ποιαν «αποστολή» εκτελούσε. Το καλοφτιαγμένο κείμενο “Ο σάτυρος του δάσους της Κομπιένης”, πρόκειται για μια ξεκαρδιστική κωμωδία – φάρσα, του Κλώντ Μανιέ σε σκηνοθεσία του Γιάννη Μόρτζου, κάπου χάθηκε στη μετάφραση-διασκευή και στους ξεκαρδιστικούς αυτοσχεδιασμούς μεταξύ Οδυσσέα Σταμούλη (τι εξαίρετος ηθοποιός!) και τού περί πολλοίς έμπειρου Μανώλη Δεστούνη. Σε συνδυασμό με την αιώνια ενζενούλα Νίτα Παγώνη, καλύτερη διανομή δεν θα μπορούσε να γίνει. Ειλικρινά! Όμως αυτό το παράλογο των αλλεπάλληλων μεταμορφώσεων του περίεργου παρ’ ολίγον εραστή, οι αδικαιολόγητες ευγένειες του ευγενικού συζύγου έδιναν ένα συνεχές ράπισμα στη λογική του μέσου θεατή, που ναι μεν γελούσε με την ψυχή του, αλλά στο τέλος δεν καταλάβαινε γιατί γελούσε και γελούσε με τον εαυτό του κι οι ηθοποιοί γελούσαν με το γέλιο των θεατών και με τον εαυτό τους… Μύλος, δηλαδή, εν ολίγοις. Καλά περάσαμε. Πάντως δεν μπορείς (και να θέλεις, όση κούραση κι αν κουβαλάς) σε αυτό το συμπαθητικό θεατράκι της Βικτώριας, με το συμβολικό όνομα «Ελπίδα», εκεί που νιώθεις ότι έχεις μπει απρόσκλητος σε μικροαστικό σαλόνι απροσδιορίστου εποχής και στήνεις ευήκοον ους στα βάσανα και στις αδέξιες τρυφηλότητες τού πλησίον. Κάτι σα να κρυφακούς από φωταγωγό, αλλά στο πιο …αναπαυτικό του. Μην το χάσετε. Το γέλιο σας θα εκληφθεί σοβαρά από τους δρώντες επί σκηνής. Έτσι θα γίνετε κι εσείς συνδημιουργοί μιας γελωτοθεραπείας. Λίγο το έχετε αυτό στις μέρες που διανύουμε και στους χαλεπούς καιρούς τών δύσκολων, μεταβατικών εποχών μας;

Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
http://theatroelpidas.blogspot.gr/
http://www.athinorama.gr/theatre/performance/o_saturos_tou_dasous_tis_kompienis-10054902.html
Θέατρο Ελπίδας
Αριστοτέλους 53 & Σμύρνης,Πλ. Βικτωρίας
Τηλ.: 2108816780
Η νέα θεατρική παράσταση που ξεκινά στο Θέατρο ΕΛΠΙΔΑΣ “Ο σάτυρος του δάσους της Κομπιένης”, πρόκειται για μια ξεκαρδιστική κωμωδία – φάρσα, του Κλώντ Μανιέ σε σκηνοθεσία του Γιάννη Μόρτζου.
Παίζεται από 21 Δεκεμβρίου κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 8:00 μ.μ. με εξαιρετικούς πρωταγωνιστές τους: Νίτα Παγώνη, Οδυσσέα Σταμούλη και τον Μανώλη Δεστούνη.
« Έξι ποιήματα του Νάσου Βαγενά στα γαλλικά »
Αγγελική Σιδηροπούλου, Ερευνήτρια – Μεταφράστρια, υποψήφια διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου :
Προσπαθώντας να απαντήσω στο ερώτημα γιατί κάποιος ασχολείται με τη μετάφραση της ποίησης, κατέληξα στην εξής απάντηση. Ίσως γιατί θέλουμε να βρούμε ένα αντικλείδι για να μπούμε στων «Ιδεών την Πόλι». Ο μεταφραστής της ποίησης είναι στ’ αλήθεια ένας συμπρωταγωνιστής, ένας συμμέτοχος με τον ποιητή. Από την άλλη, μπορεί και να είναι ένας φοβισμένος ή ένας εκκολαπτόμενος ποιητής, ένας ποιητής που δεν τολμά ακόμη να αρθρώσει την δική του ποιητική φωνή αλλά με εφαλτήριο το κείμενο ενός άλλου, επιζητά ένα μικρό κομμάτι από τη δόξα του πρώτου. Διστάζει δηλαδή να εκθέσει στα μάτια του αναγνωστικού κοινού τον δικό του ποιητικό λόγο και δανείζεται την ποιητική φωνή ενός άλλου. Βεβαίως, ακόμα και αυτή η διεργασία, η μετάφραση της ποίησης, δεν είναι τόσο αθώα και ακίνδυνη. Ακόμα και μέσω αυτής της διεργασίας, ο μεταφραστής της ποίησης διατρέχει τον κίνδυνο να κριθεί αρνητικά. Με τα λόγια του Dryden: «Δούλοι είμαστε, και μοχθούμε στα χωράφια κάποιου άλλου˙ καλλιεργούμε το αμπέλι μα το κρασί είναι του ιδιοκτήτη. Εάν η γη τύχει να’ ναι στέρφα, εμάς θα μαστιγώσουν. Εάν είναι καρπερή και η φροντίδα μας πετύχει, δεν μας ευχαριστούν, γιατί ο αγέρωχος αναγνώστης θα πει μονάχα πως ο κακομοίρης έκανε το καθήκον του.»
Με την ελπίδα να κριθώ με επιείκεια από τον γαλλομαθή αναγνώστη, παραθέτω στο εξής τρία ποιήματα από την πρώτη ποιητική συλλογή του Βαγενά «Πεδίον Άρεως» (1974). Για την ακρίβεια, προέρχονται από την ενότητα που ανοίγει τη συλλογή και έχει ως τίτλο «Θάνατος στα Εξάρχεια». Ήδη από τον τίτλο της ενότητας, διαφαίνεται ο ανατρεπτικός της χαρακτήρας και το αίσθημα κοινωνικής κριτικής που επιχειρεί να μεταφέρει. Επίσης, χαρακτηρίζεται από έναν πεζολογικό τόνο καθώς και από μία πεισιθάνατη διάθεση, που θυμίζει ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Μεταξύ των ποιημάτων, ξεχωρίζει το ποίημα «Θα’ ρθει ο θάνατος» το οποίο φέρει εμφανείς επιρροές από το ποίημα «Verrà la morte» του Cesare Pavese.
ΤΟ ΒΑΣΑΝΟ
Λάθεψα πάλι στις μεταφορές μου.
Οι λέξεις μου ξεφεύγουν. Πέφτουν
σαν αργυρά νομίσματα της προδοσίας.
Οι στίχοι μου μ’ εκθέτουν.
Κάνουν του κεφαλιού τους.
Διαστρεβλώνουν το προσωπικό μου όραμα.
Θυμίζουν ασύστολα ποιητές της παρακμής.
Κι όμως οι πρώτες λέξεις ήταν σωστές.
Ο πρώτος στίχος έξοχος
στην έκφραση των αισθημάτων.
Μα γρήγορα
νοθεύτηκε απ’ τη μνήμη
κάποιων απαίσιων ξένων
ποιημάτων.
LE TOURMENT
Je me suis trompé de nouveau dans mes métaphores.
Les mots m’échappent. Ils tombent
comme pièces d’argent de trahison.
Mes vers m’exposent.
Ils en font à leur tête.
Ils déforment ma vision personnelle.
Ils rappellent effrontément des poètes de la décadence.
Pourtant les premiers mots étaient justes.
Le premier vers sublime
à l’expression des sentiments.
Mais après coup
il a été frelaté par le souvenir
de quelques poèmes étrangers
répugnants.
Ο ΤΥΦΛΟΣ
Σταμάτα να ‘ρχεσαι κάθε πρωί.
Οι πεθαμένοι φεύγουνε πριν ξημερώσει.
Οι πεθαμένοι έρχονται το βράδι.
Πηδούν στον κήπο. Ανεβαίνουν στα παράθυρα.
Κρύβονται μες στα φύλλα. Ή σκαρφαλώνουν
στα δέντρα για να βλέπουν μες στο σπίτι.
Άλλοτε έρχεσαι σα χωροφύλακας.
Άλλοτε έρχεσαι σα γυρολόγος.
Κι άλλοτε παλιατζής χτυπάς την πόρτα.
και με ρωτάς αν έχω τίποτα να δώσω.
Όμως τις πιο πολλές φορές έρχεσαι σαν ζητιάνος.
Τυφλός. Αλλάζεις τη φωνή και μου ζητάς ελεημοσύνη.
Μα εγώ κάτω απ’ τα ρούχα βλέπω την πληγή.
Βλέπω στο στήθος το λοξό μαχαίρι.
Βλέπω τα μάτια σου κάτω απ’ τα ματογυάλια
να με κοιτούν μ’ όλο το θάνατό τους.
Και στ’ ανοιχτό σου χέρι το απλωμένο
βλέπω το μέλλον μου ολόκληρο και το παρόν μου.
L’AVEUGLE
Arrête de venir chaque matin.
Les morts partent avant le point du jour.
Les morts viennent le soir.
Ils sautent dans le jardin. Ils montent sur les fenêtres.
Ils se cachent dans les feuilles. Ou ils grimpent
aux arbres pour regarder dans la maison.
Parfois tu viens comme un gendarme.
Parfois tu viens comme un colporteur.
Et parfois un brocanteur tu frappes à la porte
et tu me demandes si j’ai quelque chose à donner.
Mais le plus souvent tu viens comme un mendiant.
Aveugle. Tu changes ta voix et tu me demandes l’aumône.
Mais moi sous les vêtements je vois la plaie.
Je vois le couteau oblique dans la poitrine
Je vois tes yeux sous les lunettes
me regarder avec tout leur mort.
Et dans ta main ouverte étendue
je vois mon avenir entier et mon présent.
ΘΑ ‘ΡΘΕΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
Θα’ ρθει ο θάνατος και θα με βρει αναπάντεχα.
Αυτός ο θάνατος που με συντροφεύει
απ’ το πρωί ως το βράδι.
Κρύβεται μες στα ρούχα μου και στα μαλλιά μου.
Βγαίνει σαν ξαφνικός λεκές στον ουρανίσκο.
Ή σαν μικρό ανατρίχιασμα μετατοπίζεται
πάνω στο δέρμα.
Εσύ θα κοιμάσαι ανύποπτη. Όμως τα στήθια σου
θα στέκονται τρομαγμένα μες στο σκοτάδι.
Θ’ αφουγκράζονται τα βήματα στα σκαλοπάτια.
Το τρίξιμο της πόρτας. Θα κοιτούν
τις σκιές στα παράθυρα όλη νύχτα.
Δε θα ‘χω ούτε τελειώσει αυτό το ποίημα.
LA MORT VIENDRA
La mort viendra et me trouvera inopinément.
Cette mort qui m’accompagne
du matin au soir.
Elle se cache dans mes habits et me cheveux
elle apparaît comme une tache imprévue sur ma chemise.
Elle colle comme une miette sur le palais.
Ou comme un léger frissonnement elle se déplace
sur la peau.
Toi, tu dormiras sans méfiance. Mais tes seins
se tiendront effrayés dans le noir.
Ils prêteront l’oreille aux pas sur les marches.
Au grincement de la porte. Ils regarderont
les ombres aux fenêtres toute la nuit.
Je n’aurai même pas fini ce poème.
Επιπροσθέτως, στη συνέχεια παραθέτουμε τρία ποιήματα από την αγαπημένη μας συλλογή «Βάρβαρες Ωδές» (1992) πάλι σε γαλλική μετάφραση. Τα ποιήματα της συλλογής διακρίνονται για τον αισθησιακό χαρακτήρα τους, ενώ από μορφολογικής άποψης εντάσσονται στην κατηγορία της ψευδοαναβίωσης αρχαίων μέτρων, ήτοι παραπέμπουν στη σαπφική ποίηση η οποία δομείται από τετράστιχες στροφές με τρεις μεγάλους και έναν μικρότερο στίχο.
ΒΑΡΒΑΡΕΣ ΩΔΕΣ
ΙΙ
Να με πάλι στην άκρη της πραγματικότητας
σαράντα χιλιόμετρα έξω από το Ρέθυμνο
με τους αστράγαλους στο Λιβυκό.
Στριφογυρίζω
Ανάμεσα σε βράχια που αχνίζουν
αλέθοντας αλύπητα τον ήλιο.
Αγγίζω τα μαλλιά σου που υφαίνουν
το λευκό σκοτάδι
της μέρας. (Οι ανεμώνες
βαθειές ενστάσεις αλλεπάλληλες
της αιωνιότητας απορρίπτονται
κάθε τόσο).
Αγγίζω το στήθος σου που νέμεται
τη θάλασσα. Το σκοτεινό
σώμα σου αποτελεί αναπόσπαστο
τμήμα της αλήθειας.
II
Et me voilà de nouveau au bord de la réalité
quarante kilomètres hors du Réthymnon
aux chevilles dans la mer Libyenne.
Je tourne
parmi les roches qui fument
en moulant sans pitié le soleil.
Je touche tes cheveux qui tissent
les ténèbres blanches
du jour. (Les anémones
profondes constantes objections
à l’éternité sont rejetées
de temps à autre.)
Je touche ta poitrine qui jouit
de la mer. Ton corps
sombre constitue une partie
intégrante de la vérité.
ΙΙΙ
Ζεστός σαν Αύγουστος, ζεστότερος από Αύγουστο
Ο αέρας έχει κάτι από τα μαλλιά σου.
Αγγίζει απαλά το πρόσωπό μου.
Ξενυχτώ
Εκτίοντας τον έρωτα. Κι εσύ σελήνη
Πανάκριβη εταίρα που δεν σε φτάνουν τα περιπολικά
Ανεβαίνεις αργά, προκλητικά, τροποποιώντας
Συνεχώς τον ίσκιο μου.
Γιατί βέβαια κανείς δεν ξέρει πότε
Τα μυτερά τακούνια σου θα περάσουν από πάνω του.
Ανοιξιάτικος θάνατος γυροφέρνει
αμίλητος. Μελετά
Το σώμα μου καθορίζοντας τις προτεραιότητες.
Απλώνει πάχνη πάνω στις κιθάρες
Με σιδερένια δάχτυλα που αγγίζουν
Πυρωμένες χορδές.
ΙΙΙ
Chaud comme l’août, plus chaud d’août
le vent a quelque chose de tes cheveux.
Il touche doucement mon visage.
Je veille
en purgeant l’amour. Et toi, lune,
hétaïre très chère que tu échappes des voitures de patrouille,
tu montes lentement, de façon provocante, en modifiant
continuellement mon ombre.
Car, certes, personne ne sait quand
tes talons pointus lui passeront dessus.
Une mort vernale rôde
silencieuse. Elle étudie
mon corps en déterminant les priorités.
elle étend de la grive sur les guitares
aux doigts de fer qui touchent
des cordes embrasées.
VII
Ω εσύ που θερμαίνεις με το πρόσωπό σου
τον κρύο χειμωνιάτικο αέρα.
Που μόνο (και σοφό) βιβλίο σου είναι
το βαθύ σκοτάδι.
Τα τριαντάφυλλα φουσκώνουν στα βήματά σου.
Ο θάνατος σε κοιτάζει υπνωτισμένος.
Οι ακακίες ρίχνουν άστρα. Σκεπάζουν μ’ ένα άσπρο νόημα
τις τέντες των φορτηγών.
Άχρονη μητέρα με τις χρυσές πλεξίδες
και το άσπιλο κοριτσίστικο στήθος.
Πώς γίνεται και δίνεις τις πορφυρές σου ρόγες
στον πρώτο περαστικό;
VII
Oh, toi qui chauffes de ton visage
l’air hivernal froid.
Qui as comme livre unique (et savant)
les ténèbres profondes.
Les roses croissent à ton passage.
La mort te regarde éblouie.
Les acacias tombent des étoiles. Ils recouvrent d’un sens blanc
les velums des camions.
Mère éternelle avec les nattes d’or
et la poitrine de jeune fille immaculée.
Comment peux-tu donner tes mamelons pourpres
au premier passant?
Αγγελική Β. Σιδηροπούλου
Ερευνήτρια- Μεταφράστρια
Υποψ. Διδάκτωρ Ιονίου Παν/μίου
Αγγλοσαξωνικών ενοχών «Στρίψιμο της βίδας» στο θέατρο Άνεσις
![]()
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Όταν μία πουριτανή, καταπιεσμένων ορμεφύτων κόρη πάστορα συναντά τον απροκάλυπτο πανερωτισμό της αγγλικής αριστοκρατίας, μόνο κακό μπορεί να βγει. Κι αν όχι θάνατος, τουλάχιστον τρέλα. Ή άτακτη υποχώρηση στα εσκαμμένα, στα κεκτημένα, στα γνωστά… Αυτή η επίφαση καθωσπρεπισμού πάνω από ένα ηφαίστειο που βράζει κι έχει γνωρίσει πολλές εκτονωτικές εκρήξεις στο παρελθόν είναι σα λούστρο πάνω σε σκουριά. Κάποια στιγμή θα σκάσει, με μαθηματική ακρίβεια. Θλιβερή κατάσταση, ούτως ή άλλως…
Φαίνεται ότι η λιτότητα και μια κάποια σκηνοθετική άποψη επέβαλε σε έναν ηθοποιό να παίξει τρεις ρόλους, με τον τέταρτο αόρατο. Αντιθέτως, η ηθοποιός που εκλήθη να υποδυθεί την γκουβερνάντα έπαιξε μόνον έναν ρόλο, άντε και το ρόλο του φαντάσματος της προκατόχου της άμα λάχει. Απευθύνθηκε στην υποτιθέμενη μικρή, ενόσω εκείνη ήταν αόρατη.
Αμφότεροι οι ηθοποιοί τράβηξαν κουρτίνες και πέπλα (που δεν ήταν ούτε της Σαλώμης ούτε της Ίσιδας) άναψαν κεριά, έσβησαν κεριά, έπαιξαν το κρυφτούλι, αλλά όχι και την τυφλόμυγα. Όμως η ατμόσφαιρα μυστηρίου δεν επετεύχθη (κατά την ταπεινή μου άποψη) και το θρίλερ ήταν αλλού…
Κρίμα. Γιατί οι προθέσεις ήταν καλές. Κι όλοι οι συντελεστές επαγγελματίες.
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
ΤΟ ΣΤΡΙΨΙΜΟ ΤΗΣ ΒΙΔΑΣ
Το Στρίψιμο της βίδας
του Χένρι Τζέιμς
σε θεατρική διασκευή από τον Τζέφρι Χάτσερ
Το Άνεσις υποδέχεται το Δημοσθένη Παπαδόπουλο που από τον Ιανουάριο του 2017 θα υπογράφει τη σκηνοθεσία στο έργο του Τζέφρι ΧάτσερΤο στρίψιμο της βίδας.
ΤΟ ΣΤΡΙΨΙΜΟ ΤΗΣ ΒΙΔΑΣ
Ένας ελεύθερος συνειρμός πάνω στο έργο του Χένρι Τζέημς
από το Δημοσθένη Παπαδόπουλο
Το Άνεσις υποδέχεται το Δημοσθένη Παπαδόπουλο που από τις 10 Ιανουαρίου του 2017 θα υπογράφει τη σκηνοθεσία στο αριστουργηματικό μυθιστόρημα τρόμου Το στρίψιμο της βίδας του Χένρι Τζέιμς, με τους Θάλεια Ματίκα και Ιάσονα Παπαματθαίου σε μια παράσταση για δύο πρόσωπα ανάμεσα στο πραγματικό και το υπερπραγματικό, την αίσθηση και την παραίσθηση, την αγωνία, την υπαινικτικότητα και τον ίδιο τον φόβο του θανάτου…
Λίγα λόγια για το έργο
Η γκουβερνάντα, φτωχή κόρη ενός πάστορα, διαβάζοντας μια αγγελία έρχεται σ’ επικοινωνία με το μελλοντικό αφεντικό της και σύντομα αναλαμβάνει χρέη παιδαγωγού. Ο γοητευτικός κύριός της, της έθεσε έναν όρο ̇ να μην τον ενοχλήσει ποτέ. Η κοπέλα καταφθάνει στο εξοχικό σπίτι, γοητεύεται από τη γνωριμία με τη μικρή της μαθήτρια ενώ ύστερα από δύο μέρες γνωρίζει και τον νεαρό μαθητή της ο οποίος επιστρέφει από το σχολείο στο οποίο φοιτούσε, αποβεβλημένος εξαιτίας της διαγωγής του.
Σταδιακά, η γκουβερνάντα αρχίζει να βλέπει φασματικές παρουσίες που δεν γνωρίζει και καταλήγουν να γίνουν για την ίδια εμμονή. Εγκλωβισμένη σε ένα παιχνίδι νοητικών παραδοξοτήτων, μυστηριωδών σκιών και μεταφυσικής ατμόσφαιρας παρακολουθεί το φανταστικό να εισβάλλει στην καθημερινότητα και να της επιβάλλεται ως μία πιθανή εκδοχή της πραγματικότητας.
«Το σημαντικό», έγραφε ο Henry James στα Σημειωματάριά του, «είναι να παρουσιάσει κανείς το θαυμαστό και το παράξενο περιοριζόμενος σχεδόν αποκλειστικά στο να δείξει την αντανάκλασή τους πάνω σε μιαν ευαισθησία, αναγνωρίζοντας ότι το κυριότερο στοιχείο συνίσταται σε κάποια δυνατή εντύπωση που προκαλούν και η οποία γίνεται έντονα αισθητή».
Από τις 10 Ιανουαρίου, κάθε Δευτέρα και Τρίτη, τα βράδια μας στο Άνεσις θα γίνουν πιο μυστηριώδη και σκοτεινά…
[..] έμπηξε μια στριγγλιά σαν να γκρεμιζόταν σε άβυσσο, κι έτσι που τον άδραξα, ήταν σαν να τον έπιασα την ώρα που έπεφτε. Τον έπιασα, ναι, τον κρατούσα: [..] μα ύστερα από ένα λεπτό άρχισα να νιώθω τι ήταν πραγματικά αυτό που κρατούσα. Ήμασταν μονάχοι με τη γαλήνια μέρα, και η καρδούλα του, στερεμένη, είχε σταματήσει.
(Τζέιμς Χένρι, Το στρίψιμο της βίδας, μτφ. Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Άγρα, σελ.203)
Το ανέφικτο τής αντικειμενικότητας. Φιλοσοφική-θεατρική αναζήτηση τής Α-λήθειας

Σκέψεις πάνω στην «Αυτοβιογραφία» τού Θεοδόση Πελεγρίνη, σε σκηνοθεσία Άννας Σωτρίνη στο Ίδρυμα «Β. και Μ. Θεοχαράκη»
Από τον ποιητή και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
H «Α-λήθεια» είναι το αντίθετο τής Λήθης. Ή μήπως αυτό το άλφα δεν είναι στερητικό αλλά ενισχυτικό, προσδίδον έμφαση στην αγαθοεργό και φιλάνθρωπο λειτουργία τής Λήθης; Ο πάλαι ποτέ ένδοξος ακαδημαϊκός κι αξέχαστος σήμερα εργάτης τού Πνεύματος, ο Ευάγγελος Παπανούτσος, έγραφε στο πόνημά του «Ψυχολογία» για τη «νοσταλγία τής ανάμνησης». Αν η μνήμη διορθώνει το παρελθόν κατά το δοκούν και καθιστά (για τον Οδυσσέα) την Πηνελόπη πειθήνια σύζυγο, χωρίς ρυτίδες και μελανά σημεία στο σώμα ή στο χαρακτήρα της, μήπως θα έπρεπε να μείνει για πάντα ο ναυαγός στο αχούρι τής Κίρκης ή στο παλάτι τής Καλυψούς έστω; Μόνο και μόνο για να μην υποστεί την ματαίωση, την απογοήτευση, την απόρριψη ακόμα εκ μέρους τού ολοφώτεινου αντικείμενο τού πόθου του; Όμως όλοι γνωρίζουμε ότι το αντικείμενο τού πόθου μας είναι και φωτεινό και σκοτεινό σε ίσους όρους; Πώς αλλιώς θα επιτυγχάνετο άλλωστε η ισορροπία μεταξύ τού αρσενικού και τού θηλυκού, η ασταθής εκείνη ισορροπία τών αντιθέτων αρχετύπων;
Ο Θεοδόσης Πελεγρίνης δίνει ένα δραματικό μάθημα υψηλής φιλοσοφικής ενατένισης τών εγκοσμίων και απεικονίζει θεατρικώς την σισύφεια μάχη τού ανθρώπου για να γνωρίσει τον εαυτό του και ν’ ανακαλύψει το κρυμμένο νόημα τής επαναλαμβανόμενης στην ασφάλεια τής συνήθειας (όπως επισημαίνει ο πρώην πρύτανης, πρώην υπουργός κι εσαεί ομότιμος πανεπιστημιακός δάσκαλος).
Γράφουμε για να δούμε τι ζήσαμε ή γράφουμε για να αναπλάσουμε αυτά που ζήσαμε σε αποδεκτότερη μορφή; Τα από-μνημονεύματα είναι μυθεύματα ή επανορθώσεις; Πέρα από την ανθρωπίνως κατανοητή ανάγκη τής φιλοτεχνήσεως μιας υστεροφημίας που θα μας κολάκευε, η ανάγκη να μιλήσουμε για τη ζωή μας είναι σαφώς έκθεση όχι μόνον τού εαυτού αλλά και όλων τών άλλων έμψυχων όντων που ανεκλάσθησαν έστω για μια στιγμή στα παράλληλα κάτοπτρα τής συνειδήσεώς μας.
Αυτή η αμφίσημη πολυπραγμοσύνη τού έλλογου συνειδητού και τού ά-λογου υπό-συνείδητου να διορθώσει και να επισκευάσει γεγονότα κι επιθυμίες τού παρελθόντος ώστε να τα καταστήσει αποδεκτά στο παρόν κι απαστράπτοντα στο μέλλον, προσδίδει τη μεγάλη, τη ζωτική ανάγκη τού Ανθρώπου για Αλήθεια, Ομορφιά, Αθωότητα, Αρμονία (με τον εαυτό του πρώτα και με το σύμπαν ύστερα). Προτού μεταστούμε στο Έσχατον Φως, στην Αιώνια Ανατολή, όπου δεν περιμένουμε πλέον καμία δύση και θα καταυγαζόμεθα από τον προβολέα τού Ανεσπέρου Φωτός εσαεί, οφείλουμε όλοι να εξαγνισθούμε δια των πέντε στοιχείων στο Καθαρτήριο τής Γνώσης, όπου αφήνουμε τα ελαττώματά μας να ξεπλυθούν, αφού πρώτον γίνουν ορατά και συγγνωστά. Η συν-χώρεση λαμβάνει χώραν πρώτον εντός μας προκειμένου να επιτευχθεί μετά εκτός και να δυνηθούμε να μεταβούμε στη χορεία τών αθανάτων, στα Ηλύσσια Πεδία, στη Νήσο τών Μακάρων, στον Παράδεισο εκείνων που έχουν ήσυχοι τη συν-είδησή τους και μπορούν να αναπαυθούν για πάντα μετά τών Ηρακλέων κι Ηρακλειδών, εκείνων που ολοκλήρωσαν τους δώδεκα άθλους κι μετέβησαν σε μια άλλη διάσταση, εξαϋλώνοντας κι εξυψώνοντας την κατώτερη ανθρώπινη φύση τους σε δυσθεώρητα ύψη.
Ετούτες κι άλλες πολλές σκέψεις, μού εγεννήθησαν στο συνειδητό καθ’ όσον παρατηρούσα ενεός τον ίδιον τον Καθηγητή, με τρεις εξαίρετους ηθοποιούς και υπό την καθοδήγησιν τής σκηνοθέτιδος να διδάσκουν από σκηνής τού Υδρύματος Θεοχαράκη υψηλήν Φιλοσοφίαν και Τέχνην Ζωής.
Τελικά, η αυτοβιογραφία είναι μια δική μας, ιδιωτική θα έλεγα, ανά-χάραξη τής Μνήμης έτσι ώστε να μας οδηγήσει στην τρίτη ηλικία χωρίς να αναγκαστούμε να καταφύγουμε εις την ζωοποιόν και φιλάνθρωπον Χάριν τής ανοίας. Κι αν η όραση θολώνει κι αν οι άλλες αισθήσεις θαμπώνουν, η Μνήμη μένει άγρυπνος φρουρός τών πεπραγμένων. Εκτός αν την καταστήσουμε έργο ζωής και φιλοτεχνήσουμε τη δική μας εκδοχή πάνω από μίση κι εμπάθειες, κρατώντας την Αγάπη για τον εαυτόν και τον Άλλον. Τότε εξυγιαίνεται το πέρασμά μας από τη γη και λειαίνεται η ατραπός προς το Άπειρο, ένθα η εξελικτική μας πορεία προς το Όντως Όν δεν περατούται… Ποτέ.
Όλοι οι συντελεστές ήταν υπέροχοι κι η υπόγεια αίθουσα τού Ιδρύματος Θεοχαράκη ταιριαστά υποβλητική στο τελετουργικόν τής Σκέψεως.
Συγγραφέας: Θεοδόσης Πελεγρίνης
Σκηνοθεσία- Μουσική επιμέλεια: Άννα Σωτρίνη
Σκηνικά – κοστούμια: Πάγια Μουστάκη- Βεάκη
Βίντεο- Φωτογραφίες: Ευάγγελος Κάλλοου
Βοηθός σκηνοθέτη: Λίνα Νταμάνη
Ερμηνεύουν: Θεοδόσης Πελεγρίνης, Ηλίας Πετροπουλέας, Φώτης Παπαθανασίου και η Μαρία Μπονδούκα.

Ανάμεσα στους ευτυχείς θεατές διέκρινα τον ακαδημαϊκό και πανεπιστημιακό δάσκαλο Ευάγγελο Μουτσόπουλο και τον εθνικό ευεργέτη Χρήστο Μανέα.
Κωνσταντίνος Μπούρας
INFO:
Η «Αυτοβιογραφία» του Θεοδόση Πελεγρίνη σε σκηνοθεσία Άννας Σωτρίνη στο Ίδρυμα Β και Μ Θεοχαράκη
Η «Αυτοβιογραφία» του Θεοδόση Πελεγρίνη, σε σκηνοθεσία Άννας Σωτρίνη, για δύο συνεχόμενα Σαββατοκύριακα (21-22-28 και 29 Ιανουαρίου του 2017), στο Ίδρυμα Β και Μ Θεοχαράκη.
Ένας ιδιόρρυθμος και ευφυής καθηγητής Πανεπιστημίου, μετά από μία λαμπρή σταδιοδρομία, αποφασίζει να γράψει και να εκδώσει την αυτοβιογραφία του. Τα περισσότερα από τα γεγονότα της ζωής του, τα έχει σημειώσει σχολαστικά σε εκατοντάδες καρτέλες. Με την βοήθεια της γραμματέως του, επιχειρεί να βάλει και τις καρτέλες και τις μνήμες του σε τάξη. Ο περίγυρός του όμως έχει άλλες μνήμες, για τα ίδια γεγονότα, με αποτέλεσμα η αυτοβιογραφία να «επιβουλεύεται» τον τίτλο της βιογραφίας γραμμένη από άλλους. Στο φινάλε δημιουργείται μια θεαματική ανατροπή, που αν λειτουργούσε η «ανάποδη πυραμίδα», ο θεατής θα άκουγε απ΄ την αρχή την ιστορία. Εδώ όμως καλείται να τον καλύψει η πρόσφατη μνήμη του …
Πρόκειται για μια γοητευτική παράσταση, με αρκετές εκπλήξεις και δυνατές ερμηνείες.
Συντελεστές:
Συγγραφέας: Θεοδόσης Πελεγρίνης
Σκηνοθεσία- Μουσική επιμέλεια: Άννα Σωτρίνη
Σκηνικά – κοστούμια: Πάγια Μουστάκη- Βεάκη
Βίντεο- Φωτογραφίες: Ευάγγελος Κάλλοου
Βοηθός σκηνοθέτη: Λίνα Νταμάνη
Ερμηνεύουν: Θεοδόσης Πελεγρίνης, Ηλίας Πετροπουλέας, Φώτης Παπαθανασίου και η Μαρία Μπονδούκα.
«Αυτοβιογραφία», του Θεοδόση Πελεγρίνη
Σάββατο 21
Κυριακή 22
Σάββατο 28
Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017
Ίδρυμα Β και Μ Θεοχαράκη Βασ.Σοφίας 9 & Μέρλιν 1, Αθήνα
Τηλέφωνο κρατήσεων: 210.3611206
Ώρα έναρξης: 21.00
Διάρκεια παράστασης: 60 συναπτά λεπτά
Εισιτήρια: γενική είσοδος 10 ευρώ, άνεργοι, φοιτητές ΑΜΕΑ, 5 ευρώ.
Ισχύουν οι ατέλειες.
«Μετά τη Βάρκιζα»,
μια φωναχτή, εξωστρεφής παράσταση «στο κόκκινο», σε κείμενο του πρωτοεμφανιζόμενου Μυρώδη Αδαμίδη και σκηνοθεσία-διδασκαλία του κατά πολύ και σε πολλά (καλλιτεχνικά) έμπειρου Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου με εκπληκτικούς ηθοποιούς στο θέατρο «Αλκμήνη» που επέτυχε να καταστεί ζωντανό κύτταρο πολιτισμού στην πολύπαθη πρωτεύουσά μας.

Από τον ποιητή θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα.
Εάν το έβλεπα αυτό το έργο στον κινηματογράφο, θα μου θύμιζε την «Αναπαράσταση» και τον «Θίασο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Αν το έβλεπα σε ένα μεγάλο κινηματοθέατρο σε μεσαία σειρά, θα μου φαινόταν ιδιαίτερα εξωστρεφές και φωνακλάδικο, με τους ηθοποιούς στο κόκκινο να προσπαθούν να ακυρώσουν εμπράκτως το «παράδοξο του Diderot». Αν το βαθμολογούσαν δάσκαλοι κι απόφοιτοι του Actor’s Studio της Νέας Υόρκης ή ο ίδιος ο Στανισλάβσκι (αν ερχόταν με τον Πήγασο ή με μηχανή του χρόνου), θα του έβαζαν ίσως 9 με άριστα το 10. Και γιατί όχι το 10 το καλό; Γιατί απομένουν κάποιες λεπτομέρειες να ρυθμιστούν: όπως όταν έρχεται ο πεινασμένος γιος απ’ έξω και του προτείνει η χαροκαμένη μάνα ένα πτωχικό κολατσιό, δεν μπορεί να το κάνει πέρα με απαξίωση, πριν καν τσιμπήσει έστω μία ελιά, για την υπόταση…
Στο ηχητικό μέρος τώρα: το θεατράκι στη σκηνή του αυτή, παραείναι ρηχό και χαμηλοτάβανο με αποτέλεσμα να μεγεθύνει τον ήχο στο έπακρο. Σκέφτηκα για μια στιγμή μήπως ήταν χορηγός της παράστασης ο Πανελλήνιος Σύλλογος …Ωτορινολαρυγγολόγων!!! Αστειεύμαι (όπως πάντα, για όσους με γνωρίζουν εκ του σύνεγγις). Ξεκουφάθηκα από το δεξί αυτί. Το αριστερό το προφύλαξα εγκαίρως στον αριστερό τοίχο που είχα την προνοητικότητα να κουρνιάσω. Και δεν με πείραξε καν (ούτε στον …προστάτη) η δίωρη άνευ διαλείμματος παράσταση μήτε τα άβολα καθίσματα, αφού το επί σκηνής θέαμα έρρεε σαν χείμαρρος ορμητικός, έτοιμος να συμπαρασύρει έμψυχα κι άψυχα αντικείμενα.
Τι ηθοποιοί! Τι ένταση! Τι ταύτιση με το ρόλο τους! Όλα έξοχα, υπέροχα και υπερβολικά. Καθόλου υποβλητικά μεν, οργιώδη δε. Ίσως αυτό να ήθελε ο σκηνοθέτης. Μπορεί αυτό να ταίριαζε στο πρωτόλειο αυτό κείμενο του πρωτοεμφανιζόμενου Μυρώδη Αδαμίδη (ψευδώνυμο;) με «ιστορίες από το χωριό» (όπως μας είπε από σκηνής το βράδυ της πρεμιέρας). Είμαι σίγουρος ότι θα έχει και συνέχεια, γιατί κατέχει την τέχνη της δημιουργίας δραματικής έντασης. Απομένει να μάθει και την τέχνη της σιωπής, την αντίστιξη των παύσεων, την αναγκαστική παρεμβολή του χιούμορ ή του λυρισμού για να απαλυνθεί η συναισθηματική φόρτιση ηθοποιού και θεατή…
Όλοι οι συντελεστές συνέβαλαν τα μέγιστα σε μια παράσταση που θα συζητηθεί και θα ακουστεί, θα παιχτεί δεκάδες φορές και θα οδηγήσει ίσως μερικούς ανθρώπους στο νοσοκομείο ή στα …ακουστικά βαρυκοΐας!
«Μετά την Βάρκιζα» του Μυρώδη Αδαμίδη
σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος
βοηθοί σκηνοθέτη: Κωστής Σαββιδάκης-Άννυ Ζερβού
μουσική: Τάσος Σωτηράκης
φωτισμοί: Μανώλης Μπράτσης
φωτογραφίες: Κλεοπάτρα Σάρλη
επιμέλεια κοστουμιών – σκηνικών: Εύθυμης Τζώρας
Παίζουν:
- Θεοδώρα Σιάρκου (έξοχη μάννα)
- Τσαμπίκα Φεσάκη (νεορεαλιστική επαναστάτρια)
- Ειρήνη Πολυδώρου (πονεμένο θύμα)
- Μάνος Κωστής (πειστικός ως αγύριστο κεφάλι που μεταστρέφεται για λίγο)
- Σάββας Πογιατζής (πυκνόσωμος ιδεολόγος-προφήτης μιας καλύτερης εποχής που θα έρθει για τον Άνθρωπο, τότε που δεν θα χρειάζεται να χύνεται αίμα αθώο, αίμα αδελφικό)
- Κωστής Σαββιδάκης (υπέροχος, ρεαλιστικός, υπερπαρκής στον περιγραφικά περιγραμματικό ρόλο του)
Από τις παραστάσεις που θα μείνουν στη μνήμη μου χρόνια μετά. Απαξάπαντες υπέρ-άξιοι. Αν ελέγξουν το υπερχειλίζον συναίσθημα θα άξιζαν ένα συλλογικό βραβείο υποκριτικής καλοκουρδισμένης ομάδας, πιστής και υπάκουης στα οράματα τού δασκάλου τους, του πολύ (σε όλα του) – χωρίς να γίνεται ποτέ υπερβολικός – Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου.
Κωνσταντίνος Μπούρας
info:
http://www.topontiki.gr/article/200536/meta-tin-varkiza-sto-theatro-alkmini
«Μετά την Βάρκιζα» στο Θέατρο Αλκμήνη
Λίγο πριν ξεσπάσει επίσημα ο εμφύλιος πόλεμος, μια μάνα-χήρα, (η κυρία Χρυσούλα) βρίσκεται αντιμέτωπη με τις διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις των δυο γιών της.
Προσπαθεί να συμφιλιώσει τα παιδιά της, τους συστήνει ουδετερότητα, παροτρύνει τον μεγάλο γιό να υπογράψει Δήλωση για να μην τον κυνηγούν, παρακαλεί τον μικρό να δεχθεί τις διαφορετικές ιδέες του αδελφού του, ενώ συμβουλεύει τη μικρή της κόρη (την Δέσποινα) να μην ανακατεύεται.
Όμως, τα γεγονότα σύντομα μετατρέπουν την ελπίδα σε εφιάλτη, την αγάπη σε φόβο και τον φόβο σε συμφορά. Με ρεαλιστική, λιτή γραφή, ο συγγραφέας αντλώντας από μια πραγματική ιστορία – μία από τις πολλές συγκλονιστικές καταστάσεις που βίωσε ο λαός μας – πλάθει ένα συγκινητικό, ανθρώπινο και ταυτόχρονα πολιτικό δράμα.
Πληροφορίες:
«Μετά την Βάρκιζα» του Μυρώδη Αδαμίδη
σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος
βοηθοί σκηνοθέτη: Κωστής Σαββιδάκης-Άννυ Ζερβού
μουσική: Τάσος Σωτηράκης
φωτισμοί: Μανώλης Μπράτσης
φωτογραφίες: Κλεοπάτρα Σάρλη
επιμέλεια κοστουμιών – σκηνικών: Εύθυμης Τζώρας
Παίζουν
- Θεοδώρα Σιάρκου
- Τσαμπίκα Φεσάκη
- Ειρήνη Πολυδώρου
- Μάνος Κωστής
- Σάββας Πογιατζής
- Κωστής Σαββιδάκης
παραγωγή: Όψεις Πολιτισμού
Οργάνωση & εκτέλεση παραγωγής: Σοφία Αδαμίδου & θέατρο «ΣΥΝ ΚΑΤΙ»-σύνολο τέχνης
Κάθε Παρασκευή & Σάββατο στις 9.00 μ.μ. στο θέατρο ΑΛΚΜΗΝΗ, Αλκμήνης 8, Γκάζι
Διάρκεια: 100 λεπτά
Τιμή: 14 ευρώ και 10 ευρώ το μειωμένο
τηλέφωνο κρατήσεων: 210 3428650 & 6978603947
e-mail: info@theatro.gr
http://www.artandlife.gr/Athina-meta_ti_barkiza_toy_myrodi_adamidi
“ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΑΡΚΙΖΑ” ΤΟΥ ΜΥΡΩΔΗ ΑΔΑΜΙΔΗ
Από Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017 | Θέατρο Αλκμήνη > Πετράλωνα – Φιλοπάππου
Λίγο πριν ξεσπάσει επίσημα ο εμφύλιος πόλεμος, μια μάνα–χήρα (η κυρία Χρυσούλα) βρίσκεται αντιμέτωπη με τις διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις των δυο γιων της.
Με ρεαλιστικά λιτή γραφή, ο συγγραφέας αντλώντας από μια πραγματική ιστορία από τις πολλές συγκλονιστικές καταστάσεις που βίωσε ο λαός μας, πλάθει ένα συγκινητικά ανθρώπινο και ταυτόχρονα πολιτικό δράμα.
Συντελεστές:
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος
Βοηθοί σκηνοθέτη: Κωστής Σαββιδάκης, Άννυ Ζερβού
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Παραγωγή: Όψεις Πολιτισμού
Οργάνωση & εκτέλεση παραγωγής: θέατρο “ΣΥΝ ΚΑΤΙ” – σύνολο τέχνης, Σοφία Αδαμίδου
Στον ρόλο της μάνας η Θεοδώρα Σιάρκου.
Διάρκεια: 90 λεπτά
http://www.athinorama.gr/theatre/performance/meta_ti_barkiza-10054859.html
Μετά τη Βάρκιζα
Κοινωνικό του Μυρώδη Αδαμίδη
Διαρκεια : 100 ‘
Σκηνοθ.:Κ. Κωνσταντόπουλος
Ερμηνεύουν: Θ. Σιάρκου, Τσ. Φεσάκη, Ειρ. Πολυδώρου.
Λίγο προτού ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος μια χήρα μάνα βρίσκεται αντιμέτωπη με τις διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις των δύο γιων της. Το ερώτημα είναι αν θα προλάβει να τους συμφιλιώσει.
Η ποίηση της καθημερινότητας στο αριστουργηματικό “Paterson” του Τζιμ Τζάρμους.

Από τον ποιητή και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Επιτέλους, ποίηση χωρίς μεγαλοστομίες, απλή και χθαμαλή, πεζή όμως όχι. Σε αυτό το κινηματογραφικό αριστούργημα δια νοός Τζιμ Τζάρμους, κινούμαστε, εμπνεόμαστε, κοιμόμαστε, παίρνουμε την αλληλογραφία, πίνουμε μπύρα, βγάζουμε το σκύλο βόλτα και προπαντός εμπνεόμαστε από ένα κουτί σπίρτα, από τα σύννεφα, τη βροχή και τους καταρράχτες (κυρίαρχο το συναισθηματικό στοιχείο του νερού) ενόσω παίρνουμε ανοικτές στροφές με ένα αστικό λεωφορείο στη μάλλον φτωχή και αθόρυβη αμερικάνικη πόλη με το όνομα Paterson. Οδηγός λεωφορείου ο αυτοσχέδιος ποιητής, με επώνυμο το ίδιο με της πόλης του, το ίδιο με την ταμπέλα του λεωφορείου του, το ίδιο με την καρδιά του, αυτή την απλή και μέτρια καρδιά, που χωράει όμως μέσα της όλο το μεγαλείο του χωροχρόνου. Συγκινήθηκα ιδιαίτερα, γιατί συνειδητοποίησα για άλλη μια φορά ότι δεν έχει σημασία πόσο κουραστικές και μίζερες είναι οι ζωές μας, πόσο σταθερά επαναλαμβανόμενες στην υπνωτική τους νάρκη… δεν πειράζει που τη σαιξπηρικήν «ύπαρξή μας ύπνος την περιβάλλει» (κι ο χειρότερος είναι με τα μάτια ανοικτά, γιατί ξεπέφτει γρήγορα σε εφιάλτη). Τίποτα δεν έχει σημασία και κανείς δεν μπορεί να μας βλάψει όταν απογειωνόμαστε με τα φτερά της φαντασίας σε ποιητικά ύψη όπου πρέπει να πετάξουμε το έρμα της νοησιαρχίας, πρέπει ν’ απαλλαγούμε από τα δεσμά που εμείς οι ίδιοι επιβάλλουμε στον εαυτό μας αυτολογοκρινόμενοι προκειμένου να δυνηθεί ν’ ανέβει σε ανώτερα στρώματα το αερόστατο τής έμπνευσής μας.
Υπέροχη ταινία. Μην τη χάσετε. Καθημερινή πινελιά: κάποια κυρία ξέχασε τον μάλλινο (χειροποίητο;) σκούφο της στη δεξιά μεσαία κολώνα του φορτισμένου με ιστορικές και προσωπικές μνήμες κινηματογράφου «Άστυ».
Σήμερα το πρωί είδα μέσα από το λεωφορείο να περιμένει σε ένα φανάρι γέρων πολιός, φορώντας ένα χειροποίητο μάλλινο σκούφο τόσο ψηλά πάνω από την ολόλευκη αραιωμένη κόμη του ώστε έμοιαζε φιγούρα που αποκολλήθηκε από παραμύθι και στάθηκε εκεί για λίγο για να κάνει υποφερτή την άθλια καθημερινότητά μας. Βλέποντάς τον ήξερα πως η εβδομάδα μου θα πάει καλά, πάρα το σπρωξίδι τών συνεπιβατών, την αγένεια γύρω και τη νοσταλγία μέσα μας ενός κήπου με νερά να τρέχουν και νεράιδες, όλα τα φύλλα πράσινα κι οι κήποι ανθισμένοι. Περιβόλι, μπαξές, Εδέμ. Αυτό αναζητούν όλοι οι ποιητές και σ’ αυτό νοσταλγούμε να γυρίσουμε. Ηλύσσια Πεδία. Η νήσος των Μακάρων… Παράδεισος.
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
http://asty-cinema.gr/category/today/
Δημοσιευμένη μου κριτική για τη ζωγράφο Κέλλυ Μενδρινού στον ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΤΥΠΟ
kellymendrinouelt_0901_041_cmyk






«ΤΟ ΌΝΕΙΡΟ ΕΝΟΣ ΓΕΛΟΙΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ»
του μεγάλου Ντοστογιέφσκι με τον Θωμά Κινδύνη στο Θέατρο Μορφές Έκφρασης (Αλκμήνης 13) στα Κάτω Πετράλωνα.

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Για τον Δυτικό Πολιτισμό, η σύνδεση από το μυαλό στην καρδιά είναι η πιο μακριά σιδηροδρομική τροχιά του κόσμου. Λέμε, λέμε… “Words, words…” κατά τον σαιξπηρικό Άμλετ και βουλιάζουμε ολοένα και περισσότερο στην ψηφιακή αφασία μας, στον τεχνολογικό αυτισμό μας. Και η αγάπη; Ναι, η Αγάπη: πεδίον εκμεταλλεύσεως θρησκειών, εξουσιών και ατόμων (χειριστικών κι αητονύχηδων). Ο ποιητής, ο φιλόσοφος, ο ηθοποιός είναι το ιερό σφάγιο για το επόμενο πάσχα των υλιστών, είναι ο αποδιοπομπαίος φαρμακός, το εξιλαστήριο θύμα. Είναι εν τέλει, ένας γελοίος άνθρωπος. Με όλη την αρνητική φόρτιση της λέξης. Αλλά και με τη θετική. Ο Ντοστογιέφσκι είναι μεγάλος. Οι θεατρικές διασκευές του το αποδεικνύουν περίτρανα. Τόσα χρόνια μετά τον θάνατό του και παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρος. Η παρακμιακή κρίση της Ρωσίας του καιρού του είναι πανευρωπαϊκή κρίση του σήμερα, και ούτω καθεξής. Όσο διαρκεί ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα και της νόησης από το συναίσθημα, τόσο και θα βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα στον έρωτα και στο θάνατο, στην εθελοδουλεία και την ευτυχία. Ο άνθρωπος νοσταλγεί τον κήπο της Εδέμ, γιατί εκεί ήταν όλα εν αφθονία, δεν υπήρχε στέρηση και δεν χρειαζόταν να σκέφτεται. Δεν χρειαζόταν να μηχανεύεται κανείς τρόπους προκειμένου να εξαπατήσει, να κλέψει, να εκμεταλλευθεί και να υποτιμήσει τον πλησίον του. Αθωότητα. Αυτό είναι το μυστικό που χάσαμε στη διαδρομή μαζί με όλα τα αγαθά της αληθούς ευδαιμονίας. Βεβαίως, έρχονται κατά καιρούς προφήτες, ποιητές, αβατάρ, θεάνθρωποι, ουράνια αλλοδιαστασιακά όντα να μας θυμίσουν του Λόγου το προφανές. Όμως ακόμα κι αν δεν τα σταυρώνουμε, τα καταδικάζουμε στη γελοιότητα και στην απομόνωση. Δεν είναι αρκετά σκληροί, κυνικοί, αριβίστες, ανενδοίαστοι για να μπορέσουμε να ταυτιστούμε μαζί τους. Πλάσαμε το παραμύθι μιας δύσκολης ζωής, που κάποιοι την είπαν κάποτε και «Κοιλάδα των δακρύων» κι όταν δεν μαζοχιζόμαστε νιώθουμε ότι δεν ζούμε. «Βασανίζομαι άρα υπάρχω». Με τα χρόνια αυτό μας έγινε πετσί. Και τρίτη φύση. Έτσι δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε τα αγαθά της έμπνευσης, της εκστατικής ένωσης με το Όλον, της προσευχής και προσοχής που οφείλουμε στη Φύση και στα φαινόμενα. Ο πλανήτης Γαία που μας φιλοξενεί είναι πανέμορφος, ικανός να χορτάσει όλους, αλλά όχι και την απληστία όλων (για να θυμηθούμε τον Μαχάτμα Γκάντι). Πάρα πολλοί εγωισμοί συναθροίστηκαν πάνω σε ένα μικρό χαλικάκι στην άκρη του Γαλαξία. Κι όπως στο ντοστογιεφσκικό κείμενο, το πιο εύκολο πράγμα είναι να διαφθείρεις μια αθώα ύπαρξη. Και το μεγαλύτερο κρίμα! Διαφθαρήκαμε λοιπόν όλοι. Ακόμα και τους αβατάρ που έρχονται να μας σώσουν μολύναμε. Και μπήκαμε σε καραντίνα. Συμπαντική και κοσμική. Είμαστε όλοι εδώ λοιπόν εγκλωβισμένοι, μακριά από το Ανέσπερο Φως. Χτίσαμε φράγματα, στήσαμε δίχτυα, καλύψαμε τους οφθαλμούς μας με πέπλα (επτά ή και περισσότερα) προκειμένου να μην καούμε από το Φως της Γνώσης και τώρα πληρώνουμε τα λύτρα σε εκείνους (που αφού τα τσεπώσουν) δεν έχουν καμία όρεξη να μας απελευθερώσουν. Σε ποιον άραγε θα συνεχίσουν να πουλάνε την αμφίβολη και περιττή εξουσία τους;
Ο Θωμάς Κινδύνης έπαιξε κλοουνίστικα, με το σώμα και το μυαλό, αλλά όχι και με την καρδιά. Τεχνικώς άρτια η επίδειξή του, όμως πέραν αυτού… τίποτα. Αλλιώς, δεν θα έβγαζε λογύδριο αμέσως μετά το χειροκρότημα της επίσημης πρεμιέρας (ως άλλος …Ντοστογιέφσκι) λησμονώντας να καλέσει στη σκηνή για να υποκλιθούν τους υπόλοιπους άξιους συντελεστές της παράστασης. Όταν το κατάλαβε, ήταν αργά. Είχε πλέον εκτεθεί. Μας κάλεσε να μας κεράσει σπιτικά μεζεδάκια, όμως το «κακό» είχε γίνει. Έδειξε ότι δεν παίζει με την καρδιά, αλλιώς θα ήταν σμπαράλια μετά την παράσταση αυτού του μεγαλειώδους κειμένου. Μίλησε με το «εγώ». Κι αυτό είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που έγραψε ο Ντοστογιέφκσι, ο Χριστός, ο Πλάτων και πολλοί άλλοι φωτισμένοι Δάσκαλοι, ανά τους αιώνες.
Ας είναι. Ακόμα κι έτσι, εμείς κρατάμε την ουσία: Αγάπη, άνευ όρων και ορίων. Είναι ο μόνος τρόπος για να αποδράσουμε όλοι από τη φυλακή που δημιουργήσαμε μόνοι μας. Δεν μας φταίει κανείς άλλος. Ούτε έχθροί ούτε σωτήρες υπάρχουν. Μόνοι μας θα σωθούμε. Με την ενσυναίσθηση. Με την αλληλεγγύη. Μέχρι τότε, είμαστε άξιοι τών παθών μας.
Κωνσταντίνος Μπούρας
INFO:
Θέατρο Μορφές Έκφρασης
Ερμηνεύει ο Θωμάς Κινδύνης
Σκηνοθεσία: Άννα Σεβαστή Τζίμα
Μια παράσταση έκπληξη από τον Θωμά Κινδύνη και την ιδιαίτερη σκηνοθεσία της Άννας Σεβαστής Τζίμα θα σας ταξιδέψει μέσα από το αριστουργηματικό έργο τυο Φ. Ντοστογιέφσκι σ’ έναν κόσμο ονειρικά αληνθινό!!!
Ένα όνειρο γίνεται αιτία να αλλάξει ένας άνθρωπος για πάντα. Ένας άνθρωπος που μέχρι εκείνη τη νύχτα, προετοιμαζόταν για να βάλει τέλος στη δίχως νόημα ζωή του. Από το όνειρο και μετά, θα παλέψει για έναν κόσμο διαφορετικό. Έναν κόσμο τόσο απίστευτα όμορφο και αληθινό, που μόνο ένας γελοίος άνθρωπος θα μπορούσε ποτέ έστω και να πιστέψει ότι μπορεί να υπάρξει!
Γραμμένο το 1877, «Το όνειρο ενός γελοίου» αποτελεί ένα αριστούργημα γραφής και πλοκής που οδηγεί τον θεατή βήμα βήμα από έναν κόσμο εχθρικό για τον άνθρωπο, κενό από αξίες και ιδανικά, έναν κόσμο που βρίσκεται στο ζενίθ της αυτοκαταστροφικής του μανίας, στην άλλη πλευρά – εκεί όπου η ζωή είναι γεμάτη, η ευτυχία πηγάζει από την αγάπη που κρύβουμε μέσα μέσα μας και ο άνθρωπος μπορεί να επικοινωνεί, να νιώθει, να χαίρεται που υπάρχει και να ζει αληθινά.
Συντελεστές
Μετάφραση: Ομάδα Μορφές Έκφρασης
Σκηνοθεσία: Άννα Σεβαστή Τζίμα
Διασκευή κειμένου: Θωμάς Κινδύνης
Μουσική: Κωνσταντίνος Ευαγγελίδης
Σκηνικά: Κωνσταντίνα Μαρδίκη
Φωτισμός – Βίντεο προβολές: Παναγιώτης Λαμπής
Ερμηνεύει ο Θωμάς Κινδύνης
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Ρήγας
Διεύθυνση φωτογραφίας: Γιάννης Λάσκαρης
Ηχοληψία: Αντώνης Κουτελιάς
Photo Credits: Μυρτώ Αποστολίδου
Μακιγιάζ: Διονυσία Κωνσταντίνου
«Ποίηση Χωρίς Τέλος»,
μια ναρκισσιστικά οργιαστική ταινία του Χοδορόφκσι με φελλινική γεύση και λατινοαμερικάνικη γειτνίαση έρωτα και θανάτου, με μηνύματα της Νέας Εποχής στο τέλος…

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Δεν μπορώ να πω, το απόλαυσα. Μετά από τόσες μέτριες παραστάσεις, μια κινηματογραφημένη παράσταση (ή μια ταινία με παραστασιακούς θεατρικούς κώδικες κι αξιώσεις) ειδικά όταν είναι λατινοαμερικάνικης κοπής, πολύ κοντά στον ένδοξο ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, όπως μπολιάστηκε από το φίδι στον κήπο της Εδέμ και την καθολικίστικη ενοχή για την ηδονή, χωρίς να εξαιρούμε τον χωρισμό σώματος-ψυχής, που για τους παγανιστές και τους σαμάνους είναι τελείως γελοία δοξασία… για να μην πούμε και «εξωγήινη» (με τη μεταφορική βεβαίως έννοια). Το τι απόλαυσα λοιπόν αυτόν τον γεράκο ψευδοποιητή και την νεανική περσόνα του δεν λέγεται. Ειδικά στα πλάνα που βλέπαμε τον έναν πίσω από τον άλλον. Μήπως ο γέρος ήθελε να κρύψει κάποια σαπιοκοιλιά; Δεν ξέρω. Δεν παίρνω κι όρκο. Όμως μ’ έπιασε το σατιρικό και το ευθυμογραφικό μου, άπαξ και κατάλαβα τι πήγα να δω, αφού δεν διαβάζω κριτικές πριν, ούτε καν την υπόθεση, για να μην επηρεάζομαι, λέει… Απλώς ψυχανεμίστηκα ότι είναι ενδιαφέρουσα κι αφέθηκα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα και πήγε. Το κοινό είχε πάλι κοινωνιολογικό ενδιαφέρον. Ήταν όλοι ντυμένοι πανομοιότυπα κα ψήφιζαν το ίδιο κόμμα… «Ωραία!», σκέφτηκα από μέσα μου «είμαστε ανάμεσα σε άγνωστους φίλους, ασφαλείς – εδώ δεν πρόκειται να μας μαχαιρώσει κανείς, βασιλεύει η ανεκτικότητα και… σε κάτι τέτοιες αρετές βασίστηκε κι ο φαιδρός κινηματογραφιστής για να πουλήσει φύκια για μεταξωτές κορδέλες».
Πολύ κακό για το τίποτα! Όμως οι δύο ώρες περνάνε ψυχαγωγικά κι ευχάριστα. Και στις ταινίες του Φελλίνι ένιωθες το ίδιο, όμως δεν τις ξεχνούσες αμέσως μετά. Τέλος πάντων. Άλλες εποχές άλλα ήθη. Φαίνεται ότι δεν γεννιούνται πια ιερά τέρατα. Ήταν προνόμιο μάλλον του εικοστού αιώνα. Όλα τώρα γίνονται φανερά, όχι στα μουλωχτά, ψηφιακά – όχι αναλογικά κι έχουν μικρό μέγεθος… (όπως το πάρετε).
Θα πάω να δω και τις ταινίες Σκορτσέζε, Τζάρμους κι αν ξενερώσω τελείως, δύο τινά συμβαίνουν: ή έχω εθιστεί στη ζωντανή ανθρώπινη θεατρική παρουσία ή δεν συνάδω αισθητικώς με τα σύγχρονα κινηματογραφικά ήθη κι έθιμα. Ή και τα δύο. Διαλέγετε και παίρνετε! Σκασίλα σας δηλαδή, αν εγώ αρέσκομαι ή απαρέσκομαι σε ένα θέαμα. Μπορεί πάλι και όχι. Λειτουργώ σαν θερμόμετρο και μετρονόμος του καιρού μου. Αυτό με κρατάει πάντα έφηβο και φοιτητή, μετέφηβο βεβαίως. Ίσως γι’ αυτό δεν αρρωσταίνω και γερνάω αθόρυβα…
Αρκετά τα φληναφήματα για σήμερα. Στο δια ταύτα τώρα: πηγαίνετε να δείτε την ταινία, αν είστε διανοούμενος, κουλτουριάρης, αν γράφετε ποίηση κι αν είστε νοσταλγός του παλιού καλού σινεμά. Το σίγουρο είναι ότι θα έχετε κάτι να σκεφτείτε και θα …πάρετε δουλειά για το σπίτι. Τροφή προς σκέψιν εννοώ κι όχι τις πλαδαρές σάρκες της φελλινικιάς πληθωρικής ύπαρξης, την οποίαν δεν θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε «αιθερίαν» σε καμίαν περίπτωσιν. Και η Ανίτα Έκμπεργκ ξεχείλιζε από λίπος, αλλά εκείνη ήταν ηφαίστειο κι όχι παρωδία σεξοβόμβας. Τέλος πάντων, οι εποχές άλλαξαν κι όλ’ αυτά ακούγονται από ρατσιστικά έως σεξιστικά, γι’ αυτό κι εγώ σταματώ εδώ. Για να μην με κακοχαρακτηρίσετε ως …οπισθοδρομικό. Τουναντίον. Άτιμα νιάτα, πώς περάσατε τόσο γρήγορα! Αυτό λέει συμπερασματικώς η ταινία. Και φλερτάρει με την ψυχανάλυση, αφού ζητάει ο γέρος από τη νεαρή κινηματογραφική του περσόνα να συγχωρήσει τον πατέρα του που τον είχε ….εσμένο όσο ζούσε. Παιδιά, παιδιά! Τι περιμένει κανείς από ανώριμες υπάρξεις που γράφουν ποιήματα κι αρνούνται να μεγαλώσουν; Τι περιμένει; Τι να περιμένει κανείς από δαύτους; ΕΕΕΕΕΕεεεεε; Αστειεύομαι, για όσους δεν έχουν συνηθίσει τον γραπτό ιντερνετικό λόγο χωρίς φατσούλες κι άλλα αηδιαστικά εφευρήματα.
Κωνσταντίνος Μπούρας
INFO:
http://www.athinorama.gr/cinema/movie/poiisi_xoris_telos-10054658.html
Ποίηση Χωρίς Τέλος / Poesia Sin Fin / Endless Poetry, Σινεφίλ 2016 | Έγχρ. | Διάρκεια: 128′, Χιλιανογαλλική ταινία, σκηνοθεσία Αλεχάνδρο Χοδορόφσκι με τους:Πάμελα Φλόρες, Άνταν Χοδορόφσκι, Μπόντις Χοδορόφσκι
Ενάντια στη θέληση του αυταρχικού πατέρα του, ο νεαρός Αλεχάνδρο αποφασίζει να μη σπουδάσει γιατρός, αλλά να γίνει ποιητής, μπαίνοντας στους κύκλους της καλλιτεχνικής αβανγκάρντ του Σαντιάγκο της δεκαετίας του ’30.
«Γιατί μαμά;» στον Χώρο Τέχνης 14η Μέρα (Καλλιρρόης 10).
Η παρακμή του Δυτικού Πολιτισμού, ομφάλιοι λώροι που δεν κόπηκαν και η έλλειψη τελετών ενηλικίωσης, γονιμολατρικών δρωμένων και η ψηφιακή φυλακή του τεχνολογικώς ανεπτυγμένου κόσμου,

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα.

Παρακολουθώντας άφωνος τον αριστουργηματικό μονόλογο της Τζωρτζίνας Τζήλιου δια στόματος και σώματος Λίζης Ξανθοπούλου, ήταν σα να άκουγα παραληρήματα ψυχιατριζομένων, εγκλεισμένων υπάρξεων, φυλακισμένων στον ψηφιακό κόσμο τού τεχνολογικώς ανεπτυγμένου πολιτισμού μας, επειδή (κυρίως) δεν έχουν κόψει τον ομφάλιο λώρο με τη μητέρα τους, δεν έχουν μεγαλώσει κι ως εκ τούτου δεν έχουν ωριμάσει. Αυτά τα μικρομέγαλα κορίτσια των πενήντα Μαΐων (είτε παίρνουν ως ανύπαντρες τη σύνταξη του στρατηγού πατέρα τους είτε παρασιτούν εις βάρος της μητέρας τους είτε γίνονται αλκοολικές της εργασίας ή τοξικομανείς της προβολής του άρρωστου εγώ τους) αποτελούν μια πολυάριθμη κοινωνική ομάδα στα αστικά κέντρα της Ελλάδας στα κρίσιμα χρόνια της εσωτερικής και εξωτερικής λιτότητας κι ανάγκης για αυτογνωσία κι επανακαθορισμό ορίων. Αν κρίνω από τις συναισθηματικές αντιδράσεις και τα θυελλώδη χειροκροτήματα του κοινού, αυτό το θέμα παραείναι επίκαιρο, γιατί τώρα – με την οικονομική κρίση – το να πεθάνει η μαμά, εκτός από τον φυσιολογικό ανθρώπινο πόνο που αυτό συνεπάγεται σε όλα τα έλλογα ζωντανά, αυτό σημαίνει και περικοπή της μητρικής βοήθειας σε χρήμα-είδος-υπηρεσίες. Γιατί φαίνεται ότι στη βιαίως αστικοποιηθείσα Ελλάδα της δεκαετίας του 1960 όσες αποφάσισαν να κάνουν μοναχοπαίδια κινήθηκαν από μάλλον εγωιστικούς λόγους στο να τα κακομάθουν, να τα κανακέψουν μέχρι γελοιότητος, να τα ακρωτηριάσουν εν τέλει και να τα ευνουχίσουν. Και τα παιδιά αυτών των παιδιών είναι τα σημερινά εικοσάχρονα, έφηβοι και μετέφηβοι χωρίς καμία προοπτική να εργαστούν και να προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο και στην προκοπή της Ανθρωπότητας. Τρίτη γενιά παθογένειας και νοσηρών καταστάσεων. Οι μικροαστοί του 1960 γίνονται οι μεσοαστοί του 1980, οι χαμένοι στο χρηματιστήριο του 1999, οι υποτιμημένοι, υποβαθμισμένοι συνταξιούχοι του 2010 και τα παιδιά τους υποβιβάζονται από μεσοαστοί σε μικροαστοί κι οι ελεύθεροι επαγγελματίες σε ψωμόλυσσες κι οι εργαζόμενοι σε άνεργους και οι χρόνια άνεργοι σε περιθωριακούς ή ακόμα και λούμπεν προλεταριάτο, εάν δεν γίνουν οικονομικοί μετανάστες πουλώντας τα χωράφια τους και αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο για άλλους φτωχότερους και πιότερο απελπισμένους οικονομικούς μετανάστες… Ξαναγυρίσαμε δηλαδή με κυκλικό τρόπο στην Ελλάδα του 1950. Κι αν δεν γίνεται τώρα Εμφύλιος, κι αν δεν σφάζονται άνθρωποι με κονσερβοκούτια, πεθαίνουν ίσως περισσότεροι με αργές αυτοκτονίες που επινοούν ή μιμούνται…
Όλ’ αυτά εμπεριέχονται στο έργο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Γιατί μαμά;» που ερμηνεύει μοναδικά η Λίζη Ξανθοπούλου σε σκηνοθεσία Αριστοτέλης Μαγουλά, με video-art φιλοτεχνημένο από τους: Γιώργο Συμεωνίδη και Άρτεμι Σταθάκου. Μουσική σύνθεση – sound design: Νικόλας Καρίμαλης (Razastarr).
Σε μία κατηγόρια που απευθύνει στη μαμά της διαπιστώνει ότι διδάχτηκε από αυτήν μόνο το Καλό και δεν μπορεί τώρα, είναι απροετοίμαστη κι ανέτοιμη, άοπλη απέναντι στο Κακό. Πόσο αληθινό. Δεν υπάρχουν επί γης εξαϋλωμένοι άγγελοι. Ο πλανήτης Γαία δεν είναι Εδέμ. Η ζωή που ζούμε άλλοτε μοιάζει μα παράδεισο κι άλλοτε με κόλαση. Οι «πρωτόγονοι» προ-τεχνολογικοί λαοί είχαν τις τελετές ενηλικίωσής τους, γονιμολατρικές τελετές, εκστατικές ιερουργίες και καρναβάλια, αρχετυπικό θέατρο σκιών και οργιαστικό, βακχικό διονυσιακό θέατρο, όπου το σώμα συναιρούσε το Φως και το Σκοτάδι (εσωτερικό κι εξωτερικό). Αλλά βέβαια, τότε δεν είχε χωριστεί ακόμα η ψυχή από το σώμα και το πνεύμα ήταν παντού μέσα στα φαινόμενα, ως εκδηλωμένη θεότητα. Τώρα πληρώνουμε αυτή τη σχιζοφρένεια. Το Σχίσμα των εκκλησιών για το filioque ήταν στην ουσία διαζύγιο Ανατολής και Δύσης, ολιστικής αντιμετώπισης του ανθρώπου και παράνοιας. Σήμερα, ο «δυτικός» άνθρωπος καταφεύγει στη Χημεία για να αντέξει την καθημερινότητά του. Η σύγχρονη Ιατρική είναι παυσίπονος και παυσίλυπος, λες και δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για αυτά τα ανθρώπινα αισθήματα-συναισθήματα-βιώματα. Η ανάγκη να είμαστε συνεχώς “up”, στα πάνω μας, λειτουργικοί κι αποτελεσματικοί, σκοτώνει κι ακρωτηριάζει το ανθρώπινο είδος, φτιάχνοντας στρατιές δυστυχισμένων, εξανδραποδισμένων όντων, που θα διαιωνίσουν την σκλαβιά τους και θα διδάξουν την αν-Ελευθερία σε τέκνα κι εγγόνια τους. Η Ελληνική Σκέψη είναι διαχρονική και παγκόσμια, στη ρίζα του Ελληνορωμαϊκού-Χριστιανικού Δυτικού Πολιτισμού μας. Κι είχε ως μέτρο τον άνθρωπο. Από την Βιομηχανική Επανάσταση και μετά το μέτρο χάθηκε. Ακόμα κι ο σκοταδιστικός, θεοκρατικός Μεσαίωνας είχε περισσότερο ανθρώπινο από τις μηχανές τού χθες και τα ρομπότ τού αύριο. Το ανθρώπινο είδος οδεύει στην αυτοκαταστροφή του. Κυκλικώ τω τρόπω. Σε κυκλικό χρόνο, σε τακτές περιόδους, του μεγάλου ενιαυτού (Κατά τους αρχαίους αστρονόμους), ο Καταστροφέας Σίβα προετοιμάζει το έργο του ανα-Δημιουργού. Κι αυτό είναι κάτι που λησμονήσαμε με τις μονοθεϊστικές θρησκείες και τον παντογνώστη, πανάγαθο κι ελεήμονα θεό. Η Γη ίσως είναι σχολείο, σύμφωνα με τις κυριαρχούσες κι ανατέλλουσες θεωρίες της Νέας Εποχής. Κι ίσως έτσι να εξηγούνται, οι δοκιμασίες, οι ασκήσεις, τα μαρτύρια για ορισμένους… Μέχρι να πάρεις το απολυτήριο της οριστικής αποφοίτησης από τον πλανήτη Γαία.
Όλ’ αυτά θα βρείτε ως προβληματισμούς και υλικό για σκέψη στο υπόστρωμα του ενδιαφέροντος κειμένου της Τζωρτζίνας Τζήλιου με τίτλο «Γιατί μαμά;» που θυμίζει το άσμα «Μαμά γερνάω» δια στόματος μιας άλλης θεατρικής ύπαρξης, της Τάνιας Τσανακλίδου, μερικές δεκαετίες πριν.
Εξαιρετική η Λίζυ Ξανθοπούλου στο ρόλο. Θα την πρότεινα για βραβείο υποκριτικής, αν δεν αγνοούσε τόσο επιδεικτικά το «παράδοξο του Diderot», αν έπαιζε πιο ψυχρά κι αποστασιοποιημένα, αν δεν πλημμύριζε σκηνή και κερκίδες με τόσο δάκρυ, τόσο σπαραγμό, τόσες κραυγές, αναίτιες εν τέλει. Την έσωσε το διαδραστικό στοιχείο από την stand-up comedy που έβαλε κάποια στιγμή ο σκηνοθέτης Αριστοτέλης Μαγουλάς κι απέδωσε έξοχα η πρωταγωνίστρια.
Κατά τα άλλα, όλα καλά και …θλιβερά. Είναι να λυπάσαι με την κατάντια της μητρότητας, με τα μικρομέγαλα νήπια που περιφέρονται γύρω μας κι επηρεάζουν την ήδη επιβαρυμένη περιρρέουσα ατμόσφαιρα.
Ο άνθρωπος είναι (ακόμα) μιμητικό ον. Από αυτό καταστρέφεται κι από αυτό σώζεται. Αμήν.
Κωνσταντίνος Μπούρας

