«Η ΜΑΥΡΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ»,
μιούζικαλ του Δημήτρη Σόρκου στο θέατρο «Λύχνος»
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Αγαπώ και στηρίζω τους νέους καλλιτέχνες, τα ατμοσφαιρικά θεατράκια, τους ανθρώπους εκείνους που δεν ανήκουν σε κατεστημένα και συστήματα, τους πρωτοπόρους της κρίσιμης εποχής μας και τους ανησυχούντες, τους ακάματους, τους αγωνιώντες, τους ακοίμητους (κυριολεκτικά!). Μετά από δέκα ώρες δουλειάς, κι αφού είδα την Όλια Λαζαρίδου θαμμένη σε βιβλία ως μπεκετική Γουίνυ στο Bios, πήγα (με τα πόδια) να δω την μεταμεσονύκτια παράσταση του μιούζικαλ «Η μαύρη ανάμνηση» στο θέατρο Λύχνος (κάτω από τις γραμμές της Κωνσταντινουπόλεως), ένα ενδιαφέρον πόνημα δια νοός και …ποδός Δημήτρη Σόρκου (το γράφω αυτό γιατί πιο πολλές ήταν οι χορογραφίες-κινησιολογίες παρά οι μουσικές-φωνητικές επιδόσεις των καλλιτεχνών).

Συμπαθητικό θέαμα, κάπου μεταξύ «Βαλπουργείας Νυκτός» από τον «Φάουστ» του Γκαίτε (όχι σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου) και «Δαιμόνων» α-λά Βίσση-Καρβέλας (με αυτή τη σειρά ή ανάποδα). Θα προτιμούσα να ήταν περισσότερη πρόζα κι ανεπτυγμένος λόγος παρά τόση μιουζικαλική ένταση σε έναν τόσο στενό (σκηνικώς) χώρο, όμως το όλον θέαμα ήταν κατά το μάλλον ή ήττον ευπρεπές και κόσμιο, παρά την ετερότητα του αλλόκοτου θέματός του και τις μεγαλεπήβολες στοχεύσεις τού εμπνευστή του. Παρά το πρωτόλειον του αποτελέσματος κάτι καλό θα βγει από αυτό το ταλέντο, υπό την προϋπόθεσιν της βασάνου και της διαρκούς παιδεύσεως, που δεν έχει πάντα το λούστρο της επί-μορφώσεως και δεν χρήζει πτυχίων-διπλωμάτων-πιστοποιητικών-βεβαιώσεων. Οι άνθρωποι εξελίσσονται πρώτα μέσα από τη Ζωή και μετά καταθέτουν στην Τέχνη το απόσταγμα της εμπειρίας και της συνεπαγομένης πίκρας τους. Αυτό είναι όλο. Το αισθητικώς ηδονικόν καλλιτέχνημα προϋποθέτει Γνώση, Εμπειρία, Τεχνική… Και ποια καλύτερη μέθοδος από το try and error; Η δουλειά του κριτικού είναι ακριβώς να επισημαίνει τους ενδεχόμενους κινδύνους εκτροχιασμού της αμαξοστοιχίας της σκοτεινής αιθούσης, όπου καρακάθηται το κοινό για να δει μια σύγχρονη τελετουργία της καινοπαγούς «θρησκείας της Τέχνης» (“Kunstreligion” για τους γερμανομαθείς).
Τα πολυπληθή θέατρα στην Ελλάδα τής Κρίσης έχουν αντικαταστήσει τους ναούς κι τα εξωκκλήσια κι οι παραστάσεις συγκεντρώνουν πιστούς όπως άλλοτε (στην εποχή του Παπαδιαμάντη) οι ολονυκτίες κι οι εσπερινοί. Από αυτήν την άποψη δεν είναι να απορούμε που δεν προκάνουμε να τα δούμε όλα τα θεάματα (ακόμα κι αν βλέπουμε δύο την ημέρα, όπως εγώ, ως ευσυνείδητος κριτικός – δεν φτάνει).
Οι νέοι άνθρωποι είναι ιεροί. Οι πρωτοεμφανιζόμενοι άγγελοι εξ ουρανού για να προετοιμάσουν τον δρόμο για την επόμενη Αναγέννηση μέσα από τα σκοτάδια του μετατεχνολογικού-υλιστικού μας Μεσαίωνα.
Όσο για τις μετανεωτερικές αποδομήσεις κι αναδομήσεις, σημεία των καιρών. Ο Πύργος της Βαβέλ που γκρεμίζεται για να ξαναχτιστεί… Ας μην λησμονούμε ότι οι σοφοί μαθηματικοί κι αστροφυσικοί Mayas κάθε 52 χρόνια (τόσο διαρκούσε ο δικός τους αιώνας!) γκρέμιζαν σπίτια, ναούς, κλιμακωτές πυραμίδες και τα ξανάχτιζαν από την αρχή, με τους ίδιους ή νεόκοπους δόμους…
Χαιρετίζω λοιπόν αυτό το μεταφυσικό μιούζικαλ για τις προθανάτιες και μεταθανάτιες ίσως εμπειρίες με τίτλο «Η μαύρη ανάμνηση», που φιλοτέχνησε ο Δημήτρης Σόρκος κι ανεβαίνει στο «Θέατρο Λύχνος». Και σε άλλα με υγεία! Και καλύτερα ακόμα!!! Υπάρχει μεγάλο περιθώριο βελτιώσεως… Σημαντικό, όπως και το ταλέντο τών μαχητικών και μάχιμων συντελεστών.
Κωνσταντίνος Μπούρας
INFO:
http://www.athinorama.gr/theatre/performance/i_mauri_anamnisi-10054897.html
Η μαύρη ανάμνηση
Μιούζικαλ του Δημήτρη Σόρκου
Διαρκεια : 90 ‘
Σκηνοθ.:Χρ. Αποστολάκης
Ερμηνεύουν: Στ. Μπονάτσου, Κ. Πεφτίτση, Ν. Μπατάλας.
Χαμένη στην κατάθλιψη, η Άννα βρίσκει στήριξη από την ψυχολόγο της κι εμείς παρακολουθούμε να ξεδιπλώνονται μπροστά μας μάχες που δίνουν και οι δύο γυναίκες με τους εσωτερικούς τους δαίμονες
Η Όλια Λαζαρίδου θαμμένη σε βιβλία ως μπεκετική Γουίνυ στο Bios
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Από τις πιο επιτυχημένες και νόμιμες αναγνώσεις του μπεκετικού αριστουργήματος για το Χρόνο, τη Φθορά και το Θάνατο, για την Πλήξη, για την ιεροτελεστία της συνήθειας και τον εξορκισμό του υπαρξιακού άγχους για το Κενό.
Η ανθρώπινη νόηση αδυνατεί για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο να βουλιάξει στο Μηδέν και στο Άπειρο με τη σοφία μιας γάτας, με την παράδοση ενός σκύλου, με την ραθυμία ενός χορτάτου λύκου, με την επαγρύπνηση ενός πάνθηρα που παραμονεύει τη διψασμένη αντιλόπη στις όχθες μιας λιμνούλας.
Το εσωτερικό τοπίο του Ανθρώπου προσομοιάζει με έρημο, μετά από μία βιβλική καταστροφή. Κι όταν η νεότης παρέλθει κι ο Έρως Δώσει τη θέση του στον Ύπνο που είναι δίδυμος αδελφός του Θανάτου, τότε η ύπαρξή μας βουλιάζει στο όνειρο και στις δαιδαλώδεις απόπειρες ερμηνείες του. Τότε η Ζωή γίνεται Όνειρο κι οι άλλοι άνθρωποι Σκιές, Φάσματα και Φαντάσματα. Τότε ο άνθρωπος επιθυμεί διακαώς την επιστροφή του στη Γη, στην κοσμική μήτρα, να αφομοιωθεί, να επανενώσει τον ομφάλιο λώρο του και να τραφεί για πάντα ως παράσιτο, σαν σκουλήκι στα σπλάχνα αυτού του γαλαζοπράσινου πλανήτη.
Δεν υπάρχει πιο σκληρό, πιο ωμό έργο, για την τραγικωμική ανθρώπινη Κόλαση επί γης, για την προθανάτια τιμωρία, για τα βασανιστήρια που υπόκειται το σώμα του ανθρώπου προκειμένου να υποφέρει το σισύφειο βάρος τής ύπαρξής του. Δεν είναι τυχαίο ότι πάμπολλοι γάλλοι εκδότες της εποχής συγγραφής αυτού του προφητικού έργου αρνήθηκαν την κυκλοφορία του σε μορφή βιβλίου, όχι μόνον γιατί δεν κατάλαβαν τον καινούργιο θεατρικό κώδικα, αλλά γιατί συνήχησε βαθιά μέσα τους με τα κύτταρά τους κι απαίτησε αυτογνωσία, μια πολυτέλεια για τον μέσο άνθρωπο, κάτι που πληρώνεται με χρυσάφι και κανένα νόμισμα δεν μπορεί να την ισοσκελίσει.
Ο Μπέκετ με αυτό του το έργο “Oh! Les Beaux Jours” καθώς και με το «Περιμένοντας τον Γκοντό» γίνεται ο τραγικός ποιητής του εικοστού ταραγμένου αιώνα κι αφήνει ανεξίτηλο το σαιξπηρικά ευριπίδειο και στριντμπεργκικό αποτύπωμά του στο Παγκόσμιο Πνεύμα. Η καθημερινότητα τών διαλόγων, η απλότης τής προσεκτικώς φιλοτεχνημένες ιδιολέκτου (και για τον Μπέκετ και για τον Ιονέσκο, τα γαλλικά ήταν δεύτερη γλώσσα, όχι η μητρική τους) προσδίδει μια διαφανή οικουμενικότητα στο λεγόμενο «θέατρο του παράλογου» [αταίριαστος όρος, κατά την ταπεινή μου γνώμη]…
Εξαίρετοι η Όλια Λαζαρίδου και ο Άγγελος Σκασίλας [ψευδώνυμο; Και άγγελος και …σκασίλας; Αστειεύομαι]. Χαμένοι αμφότεροι στα σκουπίδια-βιβλία της πολυγνωσίας τους που δεν ταυτίζεται ουδαμώς με την Γνώσιν και σε καμία περίπτωση με τη Σοφία, συνεχίζουν να ομιλούν ως ασώματες κεφαλές εις το διηνεκές, μόνο και μόνο για να καλύψουν το Κενό, για να σκοτώσουν την ώρα, για να έρθουν λίγο πιο κοντά στον πολυπόθητο θάνατο που θα τους χαρίσει γαλήνη κι αταραξία.
Έργο-κόλαφος για τον Δυτικό Πολιτισμό που πνέει τα λοίσθια.
Έχω δει αυτό το έργο με την Πατεράκη, θαμμένη σε ένα νυφικό και με τον συγχωρεμένο τον άντρα της και καλό συγγραφέα Γιάννη Πάνου. Το έχω επίσης δει με τη γυναίκα του Πήτερ Μπρουκ στο παρισινό “Bouffes du Nord” στην πάλαι ποτέ γειτονιά μου. Το είδα τώρα και στο Bios και ξετρελάθηκα. Γιατί κάθε φορά ανακαλύπτω καινούργιες πτυχές του κι ανάλογα με τις διαφοροποιημένες προσλαμβάνουσες και με τη συσσωρευμένη εμπειρία της μέσης πλέον ηλικίας μου καταβυθίζομαι σε άλλες στοές ορυχείου, εκεί που λάμπουν φωσφορίζοντας πολύτιμα κι ημιπολύτιμα πετρώματα του Συλλογικού Ασυνείδητου.
Δείτε αυτή τη μπεκετική εκδοχή σε σκηνοθεσία Σύλβιας Λιούλιου. Ή που θα πετάξετε τα παλαιά σας βιβλία ή που θα τα …πολλαπλασιάσετε!
Κωνσταντίνος Μπούρας
www.konstantinosbouras.gr
«ΓΚΡΕΚΑ ΜΑΝΑ»
του Στέφανου Κακαβούλη στο «Θέατρο κάτω από τη γέφυρα» και η ψυχοπαθολογία της νεοελληνικής Κρίσης

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Ταλαιπωρημένο πλάσμα ο νεοέλληνας. Αγχωμένος, αγχωτικός κι αγχωγόνος. Παραγνωρισμένος αλλά και παραγνωρίζων, κοινωνικός αλλά και ατομοκεντρικός, με εξαίρετες ατομικές επιδόσεις κι αποδόσεις αλλά με χλωμό ομαδικό πνεύμα. Ίσως είμαστε ο μόνος λαός που αυτοσαρκάζεται διαρκώς από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα, αλλά δεν αυτό-βελτιώνεται. Ίσως είμαστε οι μόνοι σήμερα ευρωπαίοι (λέμε τώρα!) που δουλεύουν 18 ώρες το εικοσιτετράωρο σε 2-3 δουλειές ο καθένας αλλά δεν κάνουν καμία καλά κι αποτελεσματικά (οι εξαιρέσεις υπάγονται στην κατηγορία τού πρωταθλητισμού). Πολλή προσπάθεια με ισχνό αποτέλεσμα. Γι’ αυτό διαπρέπουμε όταν πάμε στο «εξωτερικό» και βρούμε έτοιμες δομές και θεσμούς αξιοκρατικούς που λειτουργούν. Την μέρα της αναγγελίας του θανάτου της Μαρίας Κάλλας, ο συνεργάτης της Γιάννης Τσαρούχης ανακοίνωσε στο κοινό των «Τρωάδων» που φιλοτεχνούσε: «Η Ελλαδίτσα βρήκε μικρή τη Μαρία Καλογεροπούλου και την έδιωξε». Αυτοί είμαστε: φθονεροί, μισαλλόδοξοι, μετριοκράτες κι αναξιοκράτες, εγωκεντρικοί και νάρκισσοι μέχρι αυτισμού. Το βλέπεις αυτό όταν προσπαθείς να βγεις από το λεωφορείο ή από το τραίνο. Εισβάλλουν όλοι κι ορμάνε για να πιάσουν ανύπαρκτες θέσεις πριν προλάβεις να εξέλθεις του σταματημένου οχήματος. Στο θέατρο επίσης. Εκεί που δεν είναι αριθμημένες οι θέσεις (αλλά κι εκεί που είναι αριθμημένες) όλοι τρέχουν να καταλάβουν την πρώτη σειρά, λες κι είναι «επίσημοι», βασιλιάδες, αυτοκράτορες, κόμητες και δούκισσες, λες κι έχουν προσφέρει στην τέχνη του θεάτρου και στον Πολιτισμό, λες κι είναι «κάποιοι», τους οποίους η κοινωνία οφείλει να προσκυνάει και να τιμάει ανελλιπώς… Αλλιώς, ποιος είδε τον θεό και δεν τον φοβήθηκε.
Έτσι πήγα κι εγώ στο «Θέατρο κάτω από τη γέφυρα» να δω την καινούργια πρεμιέρα του πολύ ταλαντούχου Στέφανου Κακαβούλη, πήρα την δημοσιογραφική πρόσκληση κριτικού, κάθησα διακριτικά στην άκρη αριστερά, για ευρυχωρία, το θέατρο άρχισε να γεμίζει, δίπλα μου κάθησε ο ταλαντούχος μουσικός συντελεστής της παράστασης με μία ευσταλή κυρία, κι ανάμεσά μας έμεινε ελάχιστος χώρος τόσος ώστε να φιλοξενηθεί μια γάτα. Η παράσταση κόντευε ν’ αρχίσει, είχε χτυπήσει το τρίτο κουδούνι, οπότε εφόρμησε ανάμεσά μας μια οξυζεναρισμένη τυπική ελληνίδα μικροαστή, καταπιεσμένη και ανοργασμική, η οποία ανήγγειλε ηρωικώς στην επίσης πανομοιότυπη συνοδό της («όμοιος ομοίω… κι η κοπριά στο λάχανο»): «εμένα εδώ είναι η θέση μου κι εδώ θα κάτσω!!!» και σφηνώθηκε ανάμεσά μας. Πετάχτηκα ευθύς επάνω, γιατί εθεώρησα ο τάλας ότι η κυρία ήταν ηθοποιός και συμμετείχε στην παράσταση. Πήγα διακριτικά στα πίσω καθίσματα και παρακολούθησα το έργο, που μια σύγχρονη Ιοκάστη-Μήδεια-Αγαύη ευνουχίζει τελετουργικά το γιο της και εξοντώνει την υποψήφια παρ’ ολίγον νύφη της. «Γκρέκα μάνα» αυτιστική, εγωιστική, ατομοκεντρική, ατομίστρια, αμόρφωτη, ανύπαρκτη, ακρωτηριασμένη συναισθηματικά κι ερωτικά «γουρούνα και χήρα-χοίρα-ζωντοχήρα», απαράδεκτη. Ένας γιος «μορφωμένος» που πληρώνει πολύ ακριβά το πέταγμα προς την ανεξαρτησία του κι ένας ομφάλιος λώρος που δεν κόπηκε ποτέ, πριν από τη βίαια χειρουργική γόρδια τομή που του επέβαλε η μοίρα.
Συγκλονιστικός ο λόγος από τον συγγραφέα Στέφανο Κακαβούλη. Ξέρει να δημιουργεί δραματικές εντάσεις και να τις αναπτύσσει σκηνικά. Γνωρίζει την τέχνη δομήσεως ρόλων, διδάσκει τους ηθοποιούς ως άνθρωπος που κατέχει την τέχνη της υποκριτικής εκ των έσω, είναι ποιητής της σκηνής και της οθόνης, είναι καλλιτέχνης ολικός κι ευαίσθητος, είναι καταγραφέας της νοσηρής πραγματικότητας γύρω μας, στα χρόνια της μεγάλης Κατάθλιψης που προηγήθηκε και θα έπεται βεβαίως της οικονομικής κρίσεως ταύτης…
Εξαίρετοι και οι τρείς ηθοποιοί: Μαρία Χριστοδούλου, Γιάννης Βλάχος, Μαρία Γουλά. Δεν θα ξεχωρίσω κανέναν. Λειτούργησαν ως ομάδα και υπάκουσαν πειθήνια στην ενορχήστρωση ετούτου τού αποτροπιαστικού αλλά συνταρακτικού θεάματος. Η ωμότητα της μάνας είναι τόσο αληθοφανώς ρεαλιστική, τόσο πειστική που καταντά σχεδόν αντι-αισθητική. Καταργεί δηλαδή την χαρμολύπη του μαγικού ρεαλισμού κι ακυρώνει οποιαδήποτε αισθητική ηδονή του θεατή, που τρομάζει, θέλει να το βάλει στα πόδια και δεν νιώθει ούτε καν τον αριστοτελικόν «έλεον και φόβον» που προκαλεί στο κοινό η κλασική αττική τραγωδία. Γιατί η νέα ελληνική τραγωδία είναι σαν απόστημα, σαν λέπρα, σαν σύφιλη στο τρίτο στάδιο, είναι γεμάτη πύον κι εμετό… «Έτσι θα μιλούσε η ζωή αν μιλούσε», γράψανε συχνά για τα έργα του νατουραλισμού. Ο Στέφανος Κακαβούλης πηγαίνει ακόμα πάρα πέρα: παρά τις ποιητικές υπερβάσεις, με τις οποίες εμβολιάζει στοχαστικά το πρωτογενές δραματικό του κείμενο, συνηγορεί υπέρ ενός θεάτρου της ωμότητας, σκληρό κι ανελέητο. Οι άνθρωποι χωρίς τις μάσκες τους. Οι ρόλοι στην πρωτόγονη κυριαρχία των ενστίκτων παραδομένοι. Θέματα ταμπού, όπως η παιδεραστία των προτεσταντών-καθολικών κληρικών, ο ασφυκτικός έρωτας της μάνας για τον μοναχογιό της, η απαίτηση της τρυφερότητας και της συνενοχής μεταξύ ατόμων διαφορετικών γενεών και με χάσμα ηλικίας, όλ’ αυτά είναι θέματα που αποτελούν σαφώς την πρώτη ύλη της Λογοτεχνίας και της Τέχνης, αλλά απαιτούν λεπτό χειρισμό για να μην προκαλέσουν την πλήρη αποστροφή στο θεατή.
Εδώ είδαμε την ελληνίδα Μάνα στη χειρότερη εκδοχή της. Το άσμα του Μαρκόπουλου Λένγκω «Στην κυρά-μάνα μας μην δίνετε βοήθεια…», βρήκε εδώ την πλέον δυσαρμονική απόδοσή του, αφού εκεί υπήρχε μελωδία και μια κάποια γλυκύτητα τής υχώρεσης (συν-χωρώ) [αν όχι της συν-γνώμης, που είναι ανώτερη έννοια κι απαιτεί λεπτοφυέστερες πνευματικές διεργασίες]…
Ήμουνα τόσο επηρεασμένος από τις καλές ερμηνείες των ηθοποιών και την άριστη απόδοση του έργου, που πήγα στην θρασύτατη οξυζεναρισμένη κυρία κι ενόσω εκείνη το έπαιζε κουλτουριάρα σε μια τρίτη γνωστή της (του ίδιου, υποθέτω, φυράματος) κι ετοιμαζόταν να προβεί σε μια βαθυστόχαστη ανάλυση του έργου, την κεραυνοβόλησα: «ΕΙΣΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΑΝ ΤΗ ΜΑΝΑ-ΓΚΡΕΚΑ ΤΟΥ ΈΡΓΟΥ. ΜΕ ΣΗΚΩΣΑΤΕ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟ ΈΤΣΙ ΘΕΛΩ. ΔΕΝ ΘΑ ΈΠΡΕΠΕ ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΕΤΕ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΛΛΑ ΣΕ ΡΩΜΑΪΚΕΣ ΑΡΕΝΕΣ, ΣΤΟ ΓΗΠΕΔΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΟΥΛΙΓΚΑΝΣ ΚΑΙ ΜΕ ΆΛΛΑ ΠΡΩΤΟΓΟΝΑ ΘΕΑΜΑΤΑ» (το απέναντι γήπεδο είχε αγώνα εκείνην ακριβώς την ώρα). Έφυγα πριν προλάβω να εισπράξω τις αντιδράσεις της. Δεν με ενδιέφεραν εξάλλου. Ανοϊκιές και πανομοιότυπες. Μπαίνοντας στο τραίνο με τσαλαπάτησαν φίλαθλοι και μη. Ξέρετε, σε αυτή την κρίσιμη πραγματικότητα που βιώνουμε καθημερινά εκόντες-άκοντες («μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά»), η ενσυναίσθηση (empathy) γίνεται συχνά εμπάθεια κι η εκτόνωση δεν περιορίζεται πάντα σε φραστικά-λεκτικά μέσα… Το θέατρο, από αυτή την άποψη, και η Τέχνη γενικότερα, είναι ένα πεδίο ασφαλούς, υγιούς κι εποικοδομητικής εκτονώσεως της διαμεσολαβημένης εμπειρίας. Προς γνώσιν και συμμόρφωσιν… Μάλιστα.
Ο Στέφανος Κακαβούλης είναι σημαντική μονάδα στη θεατρική μας πραγματικότητα. Μοναχική, ποιητική, ανέγγιχτη από τη μιζέρια του κόσμου και την αθλιότητα της εποχής. Αν δεν αυτοκαταστραφεί ή αν δεν καταποντιστεί από το τσουνάμι της κακογουστιάς των διαπλεκόμενων που μας κατακλύζει καθημερινώς, θα γίνει κάποτε κλασικός και θα δρέψει δάφνες, διεθνείς, στην τρίτη του ηλικία προφητεύω, γιατί εντός Ελλάδος τα φίλτρα, οι κρησάρες και τα «δίχτυα» απ’ όπου πρέπει να περάσεις ένα πολλά, συνυφασμένα, αλληλοδιαπλεκόμενα κι αμείλικτα για τους εισβολείς, για τους μεμονωμένους, για τους παρίες, γι’ αυτούς που δεν θα τα λέγαμε «δικά μας παιδιά», που όσο κι αν δεν είναι «επικίνδυνοι» για τους τα φαιά φορούντες, είναι σίγουρα απέναντί τους αφού δεν είναι «μαζί» τους.
Η «Γκρέκα Μάνα» του Στέφανου Κακαβούλη είναι από τα λίγα νεοελληνικά έργα που απεικονίζουν με τόσο μελανά και αληθινά χρώματα τη νοσούσα περιρρέουσα ατμόσφαιρα της Ελλάδας στα τσαλακωμένα χρόνια τής Κρίσης, ετούτης της Κρίσης, που δεν είναι ούτε η πρώτη και δεν θα είναι – αλίμονο – η τελευταία. Μια πραγματικότητα για γερά νεύρα. Μέσα όμως από παρόμοιες αντιξοότητες προέκυψε η περίφημη «γενιά του 1930» κι όλοι όσοι δόξασαν την Ελλάδα εκτός των συνόρων της.
Ο Στέφανος Κακαβούλης είναι ένας από τους μύθους του μέλλοντος. Για την ώρα είναι απλώς ήρωας, με πρώτο του μέλημα (αλλά όχι έσχατο) να επιβιώσει.
Εξαίρετοι όλοι οι συντελεστές αυτής της συνταρακτικής παράστασης:
Πρωτότυπη μουσική: Ηλίας Κουρτπαρασίδης,
Φωτογράφος: Άγγελος Μανιάτης,
Φωτισμοί: Σωκράτης Μπασιακούλης,
Ενδυματολόγος: Αναστασία Αβιώτη,
Βοηθός Ενδυματολόγου: Λιλί Πόνου.
Graphics: Σοφία Κακαβούλη.
Κωνσταντίνος Μπούρας
INFO:
http://www.zougla.gr/politismos/8eatro-politismos/article/greka-mana8eatro-kato-ap-ti-gefira
Προγραμματισμένη πρεμιέρα: Κυριακή 5 Φεβρουαρίου, στις 21.00
Το έργο του Στέφανου Κακαβούλη, Γκρέκα Μάνα («Μια Μάνα – Μια χώρα»), θα ανέβει σε δική του σκηνοθεσία στην κεντρική σκηνή του θεάτρου «Κάτω από τη Γέφυρα». Πρόκειται για ένα έργο που πρέπει όλες οι μανάδες -και κυρίως αυτές που έχουν γιους- να δουν.
Με αφορμή την Οιδιππόδεια, ερωτική και αφαιμακτική σχέση μιας μάνας με τον γιο της και την απόρριψη της σχέσης του με μια μεγαλύτερη του γυναίκα, περιγράφεται αλληγορικά η σημερινή Ελλάδα της κρίσης που καταπιέζει τα παιδιά της και τα διώχνει προς το εξωτερικό.
Η Αργυρώ, πρόσφατα συνταξιοδοτημένη από σούπερ μάρκετ, ζει με τον γιο της, Νίκο. Του έχει παθολογική αγάπη και τον θέλει κοντά της. Δεν εγκρίνει τη σχέση του με τη Γιάννα, μια μεγαλύτερη του γυναίκα που θέλει να τον πάρει μαζί της στην Αυστραλία μιας και εδώ είναι άνεργος. Η Αργυρώ προτιμά να ξαναδουλέψει και να ζει τον γιο της παρά να τον στερηθεί.
Συντελεστές
Συγγραφή-Σκηνοθεσία: Στέφανος Κακαβούλης
Παίζουν: Μαρία Χριστοδούλου, Γιάννης Βλάχος, Μαρία Γουλά
Τιμές εισιτηρίων:
Γενική είσοδος: 12 ευρώ
Άνεργοι, φοιτητές: 7 ευρώ
Προπώληση: 10 ευρώ
Θέατρο «Κάτω απ’ τη Γέφυρα»
Πλατεία ηλεκτρικού σταθμού Ν. Φαλήρου
Τηλ.: 210 4816200
Τηλ. & Φαξ: 210 4816207
E-mail: info@katoapotigefyra.gr
www.katoapotigefyra.gr
fb: Θέατρο Κάτω απ’ τη Γέφυρα
Τελευταία ενημέρωση: Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017, 14:35
http://katoapotigefyra.gr/%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BA%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B1/
Γκρέκα Μάνα
Συγγραφή-Σκηνοθεσία: Στέφανος Κακαβούλης
Μια Μάνα – Μια χώρα»
Το έργο του Στέφανου Κακαβούλη θα ανέβει σε δική του σκηνοθεσία στην κεντρική σκηνή του θεάτρου «Κάτω από τη Γέφυρα». Πρόκειται για ένα έργο που πρέπει όλες οι μανάδες και κυρίως αυτές που έχουν γιους να δουν.
Με αφορμή την Οιδιππόδεια, ερωτική και αφαιμακτική σχέση μιας μάνας με το γιο της και την απόρριψη της σχέσης του με μια μεγαλύτερη του γυναίκα, περιγράφεται αλληγορικά η σημερινή Ελλάδα της κρίσης που καταπιέζει τα παιδιά της και τα διώχνει προς το εξωτερικό.
Η Αργυρώ πρόσφατα συνταξιοδοτημένη από σούπερ μάρκετ ζει με τον γιο της, Νίκο.
‘Του έχει παθολογική αγάπη και τον θέλει κοντά της.’
Δεν εγκρίνει τη σχέση του με την Γιάννα, μια μεγαλύτερη του γυναίκα που θέλει να τον πάρει μαζί της στην Αυστραλία μιας κι εδώ είναι άνεργος. Η Αργυρώ προτιμά να ξαναδουλέψει και να ζει τον γιο της παρά να τον στερηθεί.
Πρεμιέρα 5 Φεβρουαρίου στις 21.00
Κάθε Κυριακή στις 21:00
Τιμές εισιτηρίων: 12 € γενική είσοδος, 7 € ανέργων, φοιτητών
Προπώληση : 10 €
ΘΕΑΤΡΟ «ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ»
Πλατεία ηλεκτρικού σταθμού Ν. Φαλήρου
Τηλέφωνο 210 4816200, τηλ.&φαξ 210 4816207
e-mail: info@katoapotigefyra.gr
Ο Φόβος τρώει τα σωθικά (διαχρονικός και πάντα επίκαιρος Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ)
«Ο Φόβος τρώει τα σωθικά» (Angst Essen Seele auf) του Rainer Werner Fassbinder στο «Υπόγειο» του Θεάτρου Τέχνης
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Η απόλυτη διαχρονικότητα του έργου του Φασμπίντερ έγκειται στην επικαιρότητα του αναδυόμενου καθημερινού φασισμού και στην ανάγκη διάδοσης του συμπαντικού αιτήματος της Αγάπης, χωρίς διακρίσεις, εξαιρέσεις κι αφορισμούς, στη βάση των ιδανικών της Γαλλικής Επανάστασης: ΙΣΟΤΗΤΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ-ΑΔΕΛΦΟΣΥΝΗ-ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ-ΙΣΟΝΟΜΙΑ. Η ανάγκη ενός σύγχρονου Διαφωτισμού στα τεχνολογικά σκοτάδια του υλιστικού Μεσαίωνα που διανύουμε είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ανατέλλουσα Αναγέννηση στην οποία προσβλέπουμε κι ελπίζουμε διακαώς.
![]()
Στο έργο τώρα: ο κινηματογραφιστής Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ στήνει ένα σύγχρονο δράμα αποκλεισμού και πτώσεως, αισιόδοξο εν τούτοις, ερευνώντας το λεγόμενο «περιθώριο», τις κατώτατες δηλαδή παρυφές της εργατικής τάξης, αυτού που λέμε «λούμπεν προλεταριάτο». Στις σύγχρονες Δυτικές δημοκρατίες δεν υπάρχουν πλέον τίτλοι τιμής κι εκφράζουμε απαξάπαντες (;) τον αποτροπιασμό μας για λέξεις που αναφέρονται σε ινδικές κάστες, σαφώς διαχωρισμένες κοινωνικές τάξης, ενώ στα σύγχρονα αμερικάνικα (τα μεσοαστικά αμερικάνικα) ο όρος «εργατική τάξη» έχει μπει στη μαύρη λίστα των απαγορευμένων από την πολιτική ορθότητα στην προφορική και γραπτή έκφραση. Όμως, όσο κι αν δεν είναι Political correct να θυμίζουμε στους άλλους την αθλιότητα και τη δουλεία που βιώνουν ως σκλαβιά, το γεγονός παραμένει: «ο φόβος τρώει τα σωθικά, ροκανίζει την ψυχή», δημιουργεί επαναλαμβανόμενα στομαχικά έλκη στους αγχωμένους και ξεζουμισμένους κολίγους μιας μετα-βιομηχανικής κοινωνικής που – εκτός από τους κανονικούς – έχει και τους ηλεκτρονικά αναλφάβητους και η απόχρωση του δέρματος, η καταγωγή, η σεξουαλική ιδιαιτερότητα παίζει σημαντικό ρόλο αν όχι στην κοινωνική άνοδο τουλάχιστον στην κοινωνική αποδοχή. Οι άνθρωποι που μειονεκτούν κι αδυνατούν να παίξουν αληθοφανώς τον κοινωνικό τους ρόλο, να δημιουργήσουν μια πειστική μάσκα που να τους πηγαίνει γάντι, οι άνθρωποι που αρνούνται να καταλάβουν το γιατί η Αγάπη είναι αμαρτία και το γιατί δύο άνθρωποι που αγαπιούνται θα πρέπει διαρκώς να λογοδοτούν στο μίζερο κι εξαθλιωμένο, απανθρωποποιημένο περιβάλλον τους, οι άνθρωποι που βιώνουν τον καθημερινό ρατσισμό στο πετσί τους, καταλήγουν ενίοτε στο πικρό συμπέρασμα ότι «Η αγάπη είναι πιο κρύα κι απ’ το θάνατο». Και τότε αυτοκτονούν ή αυτοκαταστρέφονται, επιδεικνύουν αντικοινωνική συμπεριφορά, καταλύουν θεσμούς κι απειλούν την ευνομία κι ευταξία κρατών, πολιτισμών και ηπείρων…
Όσο επιμένουμε να εθελοτυφλούμε και να μην θέλουμε να παραδεχτούμε ότι όλοι σε ένα καζάνι βράζουμε κι ότι είμαστε όλοι δημιουργικοί σπινθήρες τού ίδιου Θεού τόσο θα βιώνουμε διαρκώς στη ζωή μας τη βαριά μοίρα του αδήριτου νόμου της Νεμέσεως-Κάρμα-Αιτίας κι Αποτελέσματος. Στη σοφή αρχαία ελληνική μυθολογία, την Νέμεσιν εφοβούντο ακόμα κι οι Ολύμπιοι Θεοί. Κι η Δίκη, η Δικαιοσύνη ήταν στυγνή κι ανελέητη θεά για τους ορκοπάτες.
Ας μην αγνοούμε την ευτυχία του διπλανού, ας την ενισχύσουμε, γιατί μόνον έτσι μπορούμε να ευελπιστούμε σε «επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».
Στην παράσταση τώρα: εκπληκτικής λιτότητας η ερμηνεία της πρωταγωνίστριας Τάνιας Τσανακλίδου, χωρίς μελοδραματισμούς, με την αίσθηση του μέτρου, ενός μέτρου που έχει μάλλον χαθεί στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο τής μετανεωτερικής εκκεντρικότητας του ακαταλαβίστικου διανοουμενισμού και της καλοσερβιρισμένης αρλούμπας, που θυμίζει τα συμβολικά «ρούχα του βασιλιά» στο παραμύθι του Άντερσεν, εκείνου που περιφέρει τη γυμνότητά του ως βαρύγδουπο κοστούμι. Τουλάχιστον ας αποδεχτούμε τη φτώχεια, την πενία και την κακομοιριά μας, γιατί τότε μόνον η γυμνότητα μπορεί να γίνει τρόπαιο μιας λιτής κι ουσιαστικής ανθρώπινης ζωής.
Δίπλα στην Τάνια Τσανακλίδου έλαμψαν με τις σεμνές, πρωτεϊκές, σχεδόν μπρεχτικές μεταμορφώσεις τους εξαίρετοι νέοι ηθοποιοί. Πιστοί στις σκηνοθετικές οδηγίες του Σίμου Κακάλα, μετατρέπονταν εναλλάξ σε θεατές, μάρτυρες, ενεργούντες κι ενεργούμενα, θύματα και συνένοχοι, δρώντες και δρώμενοι…
Άπαντες οι συντελεστές υπέροχοι:
Μετάφραση-Διασκευή – Σκηνοθεσία: Σίμος Κακάλας
Σκηνικό: Αντώνης Δαγκλίδης
Κοστούμια: Claire Bracewell
Φωτισμοί: Περικλής Μαθιέλλης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Δημήτρης Καλακίδης
Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου
Video Trailer: Μιχαήλ Μαυρομούστακος
Τάνια Τσανακλίδου: Έμμι
Κωστής Καλλιβρετάκης: Άλι, Γιολάντα
Δήμητρα Κούζα : Μπάρμπαρα, Κρίστα, Πάολα, Κα Κάργκες
Κωνσταντίνος Μωραϊτης: Κος Γκρούμπερ, Μπρούνο, Όιγκεν, Κος Ανγκερμάγερ, Φρίντα, Σερβιτόρος, Γιατρός
Ειρήνη Κότσιφα: Χέντβιχ, Κα Έλλις, Άλμπερτ, Κα Άνγκερμάγερ, Καταρίνα
Μια συμπαραγωγή του Θεάτρου Τέχνης με το Θέατρο του Νέου Κόσμου.
Ας είναι πάντα τόσο ευπρόσωπες, λειτουργικές κι ελπιδοφόρες όλες οι συμπαραγωγές ποιοτικών θεατρικών σχημάτων!!!
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
http://www.theatro-technis.gr/fovos-troi-sothika/
Ο Φόβος τρώει τα σωθικά (Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ)
«Ο Φόβος τρώει τα σωθικά» (Angst Essen Seele auf) του Rainer Werner Fassbinder στο «Υπόγειο» του Θεάτρου Τέχνης
Πρεμιέρα 26 Ιανουαρίου 2017
Το Θέατρο Τέχνης συμπράττοντας με το Θέατρο του Νέου Κόσμου, παρουσιάζει από τις 21 Ιανουαρίου στη σκηνή του Υπογείου τη θεατρική μεταφορά του θρυλικού έργου του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ «Ο φόβος τρώει τα σωθικά» σε διασκευή και σκηνοθεσία του Σίμου Κακάλα, με την Τάνια Τσανακλίδου στο ρόλο της Έμμι.
Η ιστορία της Έμμι και του Αλί που αφηγήθηκε το 1974 ο γερμανός δημιουργός στην ταινία ορόσημο της καριέρας του «Angst Essen Seele Auf» (Fear Eats The Soul) ζωντανεύει -για πρώτη φορά στην Ελλάδα- στη σκηνή του Υπογείου, μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του Σίμου Κακάλα.
Μια μοναχική γερμανίδα καθαρίστρια, χήρα με τρία μεγάλα παιδιά, ερωτεύεται τον κατά πολύ νεότερό της μετανάστη Αλί. Η Έμμι δε θα διστάσει να εναντιωθεί στο συντηρητικό και άκρως ξενοφοβικό περίγυρό της και θα παντρευτεί τον Αλί. Το φαινομενικά αταίριαστο ζευγάρι ζει πολύ ευτυχισμένα, όμως το μίσος και η άγρια περιφρόνηση που αντιμετωπίζουν και οι δύο καθημερινά, αρχίζουν να μολύνουν τον έρωτά τους. Ο φόβος –και ο ρατσισμός- τρώει τα σωθικά της Έμμι και του Αλί που καλούνται να αναμετρηθούν με τα όρια της αγάπης τους.
Μετάφραση-Διασκευή – Σκηνοθεσία: Σίμος Κακάλας
Σκηνικό: Αντώνης Δαγκλίδης
Κοστούμια: Claire Bracewell
Φωτισμοί: Περικλής Μαθιέλλης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Δημήτρης Καλακίδης
Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου
Video Trailer: Μιχαήλ Μαυρομούστακος
Τάνια Τσανακλίδου: Έμμι
Κωστής Καλλιβρετάκης: Άλι, Γιολάντα
Δήμητρα Κούζα : Μπάρμπαρα, Κρίστα, Πάολα, Κα Κάργκες
Κωνσταντίνος Μωραϊτης: Κος Γκρούμπερ, Μπρούνο, Όιγκεν, Κος Ανγκερμάγερ, Φρίντα, Σερβιτόρος, Γιατρός
Ειρήνη Κότσιφα: Χέντβιχ, Κα Έλλις, Άλμπερτ, Κα Άνγκερμάγερ, Καταρίνα
Παραστάσεις: 26 Ιανουαρίου – 12 Μαρτίου 2017
Ημέρες και ώρες:
Τετάρτη 20.00, Πέμπτη, Παρασκευή & Σάββατο 21.15, Κυριακή 19.00
Τιμές Εισιτηρίων:
Πέμπτη γενική είσοδος 10 €
Τετάρτη, Παρασκευή 15 € , 10 € μειωμένο, 8 € Ανεργίας
Σάββατο: 18 € . 12 € μειωμένο
Κυριακή 16 € ,12 € μειωμένο,
Διάρκεια παράστασης: 80 λεπτά
Μια συμπαραγωγή του Θεάτρου Τέχνης με το Θέατρο του Νέου Κόσμου
«Στα άκρα»,
παράσταση θριαμβική, κατισχύουσα της μιζέριας και του θανάτου, στο θέατρο «Πρόβα» με τους: Σ. Τσόγκα, Γ. Πεζοπούλου και τον Γ. Τριανταφύλλου, βασισμένη στα μονόπρακτα τής αείμνηστης Κωστούλας Μητροπούλου: «Τα παπούτσια» και «Με το νόμο».
Άνθρωποι στα σκουπίδια, παράπλευρες απώλειες του ασίγαστου πολέμου μεταξύ Φιλότητος και Νείκους και στο βάθος το διαρκές αίτημα της συμπαντικής Αγάπης, του ορφικού Έρωτος…
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
«Υπέρ αδυνάτου» ο λόγος των μεγάλων ποιητών, της σκηνής και της πλατείας. Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να υπερασπίσουν τον εαυτό τους, δεν κατέχουν τερτίπια, δεν έχουν τα μέσα και τα σολδία τους λείπουν, χρειάζονται εμάς, όλους εμάς, όχι σε μια φανφαρόνικη επίδειξη αλληλεγγύης, αλλά σε μια μεστή, σύννομη κι αγαστή συνεργασία με το Όλον, το Άπαν, στο οποίο ανήκουμε, από το οποίο κατερχόμεθα και εις το οποίο επιστρέφουμε νουνεχείς, πλούσιοι από τη θητεία μας στην Ύλη.
Το διαχρονικό, πανάρχαιο αίτημα της Αγάπης έχει γίνει εκμετάλλευσης από θρησκείες, πολιτικάντηδες και ρήτορες, οι «τα φαιά φορούντες» έστησαν πανηγύρι και φαγοπότι εις βάρος της, στον «Μυστικό Δείπνο» πάντα ο δέκατος τρίτος προδίδει. Κι εκπίπτουμε όλοι από την παραδείσια κατάσταση της εξ αποκαλύψεως Γνώσεως, αναζητώντας τα ψήγματά της με τον φακό σε ερειπωμένα κάστρα κι ανασκαφές ανύποπτων ερώτων.
Είδα για δεύτερη φορά την όχι και τόσο ακραία παράσταση του προσφιλούς μου «Θεάτρου Πρόβα», των αγαπητών μου Μαίρης Ραζή και Σωτήρη Τσόγκα. Παρακολουθώ τη δουλειά τους εδώ και 30 ολόκληρα χρόνια και τους εκτιμώ για το αθόρυβο της συστηματικότητάς τους.
Η Γιούλη Πεζοπούλου, τραγική κλόουν, έφερε στο έπακρο το επαχθές φορτίο μιας κουρασμένης ύπαρξης, λυγισμένης από το βάρος της Σιωπής και της αγνόησής της από τους άλλους. Πόσες τέτοιες ψυχούλες δεν συνωστίζονται σε φυλακές κι αναμορφωτήρια κοιτώντας με απορία το Φως που περνάει μέσα από τα σιδερόφρακτα κάγκελα του παραθύρου τους. Όμως δεν μισούν το Φως και τον Θεό δεν τον εχθρεύονται. Τραγική φιγούρα η εξαϋλωμένη πόρνη, η εξαγνισμένη αλλά όχι ακόμα αγία.
Ο Σωτήρης Τσόγκας, που σκηνοθετεί αυτή την παράσταση, υποδύεται και τον ντοστογιεφσκικό (ή μήπως τσεχωφικό;) ήρωα που δανείστηκε από άλλες εποχές κι άλλα ήθη η Κωστούλα Μητροπούλου για να αναδείξει την διαχρονικότητα της κοινωνικής αδικίας και της κακοποίησης ανθρώπων και ζώων. Ο άνθρωπος ως άστεγος, αδέσποτος σκύλος, κοιμάται γύρω μας στα πάρκα κι εμείς κοιμούμαστε τον ύπνο του αδίκου στα παραφουσκωμένα μαξιλάρια της ψευδαισθητικής Αφθονίας μας, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι όλοι σε ένα καζάνι βράζουμε κι ότι όταν ένας κλαίει, πεινάει, πονάει, διψάει, παραπονιέται, συστρέφεται βασανιζόμενη η Πανανθρώπινη Ψυχή του Κόσμου.
Αυτά για την ώρα. Θα μπορούσα να δω αυτή την παράσταση πολλές φορές, γιατί είναι κλασική, διαχρονική κι επίκαιρη. Κωστούλα Μητροπούλου σε τιμάμε, πολλά χρόνια μετά το θάνατό σου, γιατί άφησες ένα συμπαθητικό στίγμα στη γη, χωρίς διανοουμενισμούς και δήθεν κουλτουριάρικα καμώματα. Το μέτρο είναι πάντα ο άνθρωπος κι εσύ τον ΆΝΘΡΩΠΟ υπηρέτησες. Άξιος ο βίος σου! Κι η πολιτεία σου αξιομνημόνευτη.
Κωνσταντίνος Μπούρας
www.konstantinosbouras.gr
«HAPPY ΝΤΕΘ DAY». Μα τι προσλαμβάνουσες έχει αυτή η νέα ελπιδοφόρα γενιά τής πολλαπλής Κρίσης;
Μια αριστουργηματική, ζωντανή, διαδραστική, χιουμοριστική παράσταση στο πάντα ατμοσφαιρικό θέατρο “Altera Pars”, όπου ανεβαίνουν μόνο επιτυχίες και θεάματα που θα συζητηθούν!!!
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Καλό το διαδραστικό θέατρο. Οι νέοι σήμερα, μαθημένοι από το διαδίκτυο, απαιτούν να βάλουν και τον εαυτό τους στο κάδρο. Selfie κι ατομικισμός. Εγωκεντρισμός και ναρκισσισμός στον μέγιστο βαθμό. Αλλά και συμμετοχικότητα. Δημοκρατία. Διάδραση-ανάδραση. Δράση-αντίδραση. Instant karma. Και τα παγκοσμιοποιημένα αγγλικά, τα λατινικά του μέλλοντος, ίσως. Εκτός κι αν οι γιγαντιαίοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές που δεν θα λειτουργούν πια με 0-1 (μηδέν-ένα, άσπρο-μαύρο) επιβάλλουν την μαθηματική πολυπλοκότητα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και το δεκατριαδικό σύστημα (0-1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12).

Αυτές οι σκέψεις τριβέλιζαν το μυαλό μου βλέποντας την άκρως ενδιαφέρουσα παράσταση μαύρης φαρσοκωμωδίας με κομπέρ (φωνή παντεπόπτη θεού από μεγάφωνο)… Μικρή παρατήρηση: ενώ η από μεγαφώνου παρουσία απαιτούσε τη συμμετοχή των θεατών κι έψεξε μία που τόλμησε να χαρακτηρίσει έναν από τους πρωταγωνιστές gay, στο έργο τώρα, οι πάντες «μωρή» τον ανέβαζαν, «μωρή» τον κατέβαζαν και του απευθύνονταν ρατσιστικά με το θηλυκό άρθρο. Φαίνεται ότι αυτή η έρμη ελληνική κοινωνία είναι βαθιά αναχρονιστική, θεοκρατούμενη και μεσαιωνική, αφού μπορεί να βγάζει σέλφι, να χρησιμοποιεί ειδικά …μπαστούνια για αυτό, να το παίζει εκσυγχρονισμένη και προοδευτική (βεβαίως), όμως βαθιά μέσα της κρύβει την αρχοντοχωριατιά, τον νεοπλουτισμό και τον υποκριτικό φασισμό.
Αν το κείμενο δεν είχε λογικές ασυνέχειες, άτεχνα σουρεαλιστικά χάσματα και παράλογα κενά που δεν εντάσσονταν με τίποτα στο λεγόμενο «θέατρο του παράλογου» θα μιλούσαμε για τομή στα νεοελληνικά μας πράγματα.
Όμως ακόμα κι έτσι ήταν ζωντανή, νεανική, προσβλέπουσα με αισιοδοξία στο μέλλον.
Όσο για τον ταλαίπωρο «κόσμο των πνευμάτων» (νεκρών, ζωντανών και νεκροζώντανων) έχει υποστεί ως φαίνεται τηλεοπτική υπερεκμετάλλευση κι ο αγγλοσαξωνικός πουριτανισμός καλά θριαμβεύει πάνω στον μεσογειακό πανερωτισμό, όμως τα θεμέλια του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού είναι στο ερωτικό σώμα κι όχι στην θεοκρατούμενη, αυτοενοχοποιημένη, θεοκρατούμενη ψυχή.
Ήταν όλοι τους υπέροχοι. Κι οι θεατές επίσης με τις υπέροχες σέλφι τους με φόντο το σκηνικό. Κι η οικοδέσποινα Μίνα Χειμώνα, άψογη. Όπως πάντα. Σαν τη μπρεχτική «Μάνα Κουράγιο»…
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΠΑΝΗΓΥΡΙΟΥ:
Σενάριο-Σκηνοθεσία: Στράτος Λύκος
Σκηνικά-Κοστούμια: Εμμανουέλα Αλφιέρη
Πρωτότυπη μουσική: Βασίλης Τσεντούρος
Φωτισμοί: Στράτος Λύκος
Βοηθός σκηνοθέτη: Εβίτα Συρίγου
Φωτογραφίες: Νίκος Καρανικόλας
Σχεδιασμός logo-προγράμματος: Χρήστος Λιακάκος
Πότε; Δευτέρα και Τρίτη στις 9.15 μ.μ.
Πού; Altera Pars. Μ. Αλεξάνδρου 123,Κεραμεικός.
Παραγωγή: Από Το Πουθενά
Ηθοποιοί: Έλενα Γραψοπούλου, Ανάργυρος Βαζαίος, Στράτος Λύκος, Εβίτα Συρίγου, Διονύσης Μπάστας, Γιάννης Παπαευθυμίου.
Κωνσταντίνος Μπούρας
"10 ΜΙΚΡΟΙ ΤΣΕΧΟΦ", ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΡΥΟΝΕΡΙΟΥ ΑΠΟ 20 ΕΩΣ ΚΑΙ 31 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ
ΑΠΟ ΤΟ ΘΙΑΣΟ “ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ“, ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΚΑΠΗ ΚΡΥΟΝΕΡΙΟΥ.
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Απολαμβάνω κυριολεκτικά τους ερασιτέχνες στο θέατρο γιατί δίνουν και την ψυχούλα τους. Ακόμα και τσάι μέσα από σαμοβάρι κέρασαν τους τυχερούς θεατές της παράστασης. Υπεύθυνη γι’ αυτό η παχουλούλα καλλίφωνος ερασιτέχνης ηθοποιός που έμοιαζε με τη σοπράνο Σόνια Θεοδωρίδου. [Συγγνώμη, αλλά όταν δεν υπάρχει αναλυτικό πρόγραμμα, με φωτογραφίες στα βιογραφικά ή εξαντλητική διανομή, αδυνατώ να γνωρίζω σε ποιον πρέπει να απονείμω τα εύσημα – όσοι όμως είδαν την παράσταση καταλαβαίνουν].
Ξεχώρισα κάποιους από αυτούς τους εραστές της Τέχνης του Διονύσου, όμως για λόγους δεοντολογικούς και τεχνικούς δεν θα τους κατονομάσω.
Το γενικό σύνολο ήταν εξόχως παιδαγωγικό. Είναι ασύλληπτο πώς μας ενδιαφέρουν τα τσεχωφικά σκαριφήματα έναν και πλέον αιώνα μετά από τη συγγραφή τους υπό διηγηματικήν μορφήν. Αυτός ο γιατρός ήταν ανεξάντλητος μάρτυρας του καιρού του, επαγγελματίας παρατηρητής, ωτακουστής, ηδονοβλεψίας των γελοίων και τραγικών πόθων των ανθρώπων της εποχής του. Μόνο η δική του αποχή από τις ερωτικές χαρές θα δικαιολογούσε μια τέτοια επίμονη προσοχή, σχεδόν διαλογιστική, στις πράξεις και στις μύχιες σκέψεις των άλλων. Ο Τεννεσσή Ουίλλιαμας – κρίνοντας ίσως εξ ιδίων – υπαινίχθηκε μία λανθάνουσα κι ανεκπλήρωτη «αιρετική» για την εποχή σεξουαλικότητα του πολυγράφου ιατροφιλοσόφου με το κατά κόσμον όνομα Άντον Τσέχωφ. Όπως και να έχει όμως το πράγμα, ο ερωτικός διάκοσμος του εσωτερικού τοπίου του δραματικού πεζογράφου ελάχιστα μας αφορά, παρά μόνον στο βαθμό που φωτίζει ανεκδήλωτες πτυχές του έργου του.
Σε αυτή λοιπόν την παράσταση, όπως συμβαίνει και με τα έργα του Σαίξπηρ, του Ίψεν, του Στρίντμπεργκ, του Ευριπίδη, του Μολιέρου και του Γκολντόνι, η σχηματικότητα στο παίξιμο και η όποια Mise-en-place ρίχνει το βάρος στο κείμενο, φωτίζοντάς το με μια ρουστίκ, σχεδόν ναΐφ απλοϊκότητα, που του χαρίζει όμως μιαν άλλην απλοσύνη κι έτσι παίρνει διαστάσεις πρωτο-ειδωμένες για τον λόγιο που το έχει μελετήσει κατά γράμμα.
Αγαπώ τον Τσέχωφ, γιατί ο λόγος του είναι απλός, αφκιασίδωτος, γιατί κοροϊδεύει και περιγελά τον Τουργκένιεφ και τις άλλες «χρυσές μετριότητες» της εποχής τους, τους καλλιεπείς, τους …political correct που το νου τους έχουν στο ταμείο και στους ποδόγυρους ανήλικων κοριτσιών. Φυσικά και ξέρουν ότι το ταλέντο κι οι επιδόσεις τους δεν αντέχουν στο Χρόνο. Όμως τι τους νοιάζει; Δεν τους μέλλει καθόλου, φτάνει να εισπράττουν υλικά, υλικότατα αγαθά. «Το χρήμα είναι το κ…λοδάχτυλο» έλεγε γνωστός μετριότατος ζωγράφος των βορείων προαστίων που μυθοποιήθηκε για την αριστοφανική τόλμη παρά για την τέχνη …του μπογιατζή! [Κακίες!!!].
Ο Τσέχωφ είναι διαχρονικός, γιατί δεν τους είχε ανάγκη. Δεν χάιδεψε τα αυτιά των ισχυρών της εποχής του. Δούλεψε ηρωικά σαν γιατρός, υπηρετώντας τους φτωχούς μουζίκους. Ήλθεν, είδεν, έγραψεν, απήλθεν. Κι αν δεν ήταν ο Στανισλάβσκι, μπορεί να μην τον ήξερε κανείς σήμερα ως έναν από τους μεγαλειώδεις θεατρικούς συγγραφείς τού Κόσμου.
Για όλους αυτούς τους λόγους απόλαυσα ιδιαίτερα την ευρηματική παράσταση “10 ΜΙΚΡΟΙ ΤΣΕΧΟΦ”, ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΡΥΟΝΕΡΙΟΥ ΑΠΟ 20 ΕΩΣ ΚΑΙ 31 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΘΙΑΣΟ “ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ”, ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΚΑΠΗ ΚΡΥΟΝΕΡΙΟΥ.
Εξαίρετοι όλοι οι συντελεστές:
ΤΟ ΕΡΓΟ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΣΕ:
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:ΕΥΧΑΡΙΣ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ
ΣΚΗΝΙΚΑ ΚΟΣΤΟΥΜΙΑ: ΝΑΣΙ ΔΡΑΚΑΚΗ – ΚΟΖΑΚΛΗ
ΠΑΙΖΟΥΝ ΣΕ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗ ΣΕΙΡΑ:
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΡΓΥΡΙΟΥ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΤΣΟΣ
ΜΑΡΙΛΙΑ ΘΑΝΟΥ
ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΘΑΝΟΥ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΜΝΗΝΑΚΗΣ
ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΛΗΤΟΥ
ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΓΑΛΑΚΑΚΗΣ
ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΜΗΛΑ
ΣΠΥΡΟΣ ΣΙΔΕΡΗΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΥΡΙΔΗΣ
Ευχαριστώ τον καλό φίλο κι αδελφό ΧΡΗΣΤΟ ΓΟΥΤΣΟ που μου μίλησε γι’ αυτή την υπέροχη παράσταση και με συνόδεψε με χαρά, ξαναβλέποντάς την διασκεδάζοντας με την ψυχή του για δεύτερη φορά!
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
http://www.edionysos.gr/2017/01/10-20-31.html
"Ο σάτυρος του δάσους της Κομπιένης" στο Θέατρο Ελπίδας
Μια ανεκδιήγητη φαρσοκωμωδία στο Θέατρο Ελπίδας μόνον για βαριά κατεθλιμμένους και άτομα χρήζοντα γελωτοθεραπείας επειγούσης

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Εντάξει, είπαμε φαρσοκωμωδία, με άριστους ηθοποιούς, με εξαίρετο σκηνοθέτη, με αυτοσχεδιασμούς κάπου μεταξύ του παλαιού καλού ελληνικού σινεμά και των νούτικων ηθοποιών της αθηναϊκής επιθεωρήσεως, αλλά υπό έναν όρον: ότι θα υπάρχει μια λογική συνέχεια και δεν θα στηρίζεται στα γκανγκ τής στιγμής. Τελικά, δεν καταλάβαμε ποιο ήταν το ακριβές επάγγελμα του εισβολέα και ποιαν «αποστολή» εκτελούσε. Το καλοφτιαγμένο κείμενο “Ο σάτυρος του δάσους της Κομπιένης”, πρόκειται για μια ξεκαρδιστική κωμωδία – φάρσα, του Κλώντ Μανιέ σε σκηνοθεσία του Γιάννη Μόρτζου, κάπου χάθηκε στη μετάφραση-διασκευή και στους ξεκαρδιστικούς αυτοσχεδιασμούς μεταξύ Οδυσσέα Σταμούλη (τι εξαίρετος ηθοποιός!) και τού περί πολλοίς έμπειρου Μανώλη Δεστούνη. Σε συνδυασμό με την αιώνια ενζενούλα Νίτα Παγώνη, καλύτερη διανομή δεν θα μπορούσε να γίνει. Ειλικρινά! Όμως αυτό το παράλογο των αλλεπάλληλων μεταμορφώσεων του περίεργου παρ’ ολίγον εραστή, οι αδικαιολόγητες ευγένειες του ευγενικού συζύγου έδιναν ένα συνεχές ράπισμα στη λογική του μέσου θεατή, που ναι μεν γελούσε με την ψυχή του, αλλά στο τέλος δεν καταλάβαινε γιατί γελούσε και γελούσε με τον εαυτό του κι οι ηθοποιοί γελούσαν με το γέλιο των θεατών και με τον εαυτό τους… Μύλος, δηλαδή, εν ολίγοις. Καλά περάσαμε. Πάντως δεν μπορείς (και να θέλεις, όση κούραση κι αν κουβαλάς) σε αυτό το συμπαθητικό θεατράκι της Βικτώριας, με το συμβολικό όνομα «Ελπίδα», εκεί που νιώθεις ότι έχεις μπει απρόσκλητος σε μικροαστικό σαλόνι απροσδιορίστου εποχής και στήνεις ευήκοον ους στα βάσανα και στις αδέξιες τρυφηλότητες τού πλησίον. Κάτι σα να κρυφακούς από φωταγωγό, αλλά στο πιο …αναπαυτικό του. Μην το χάσετε. Το γέλιο σας θα εκληφθεί σοβαρά από τους δρώντες επί σκηνής. Έτσι θα γίνετε κι εσείς συνδημιουργοί μιας γελωτοθεραπείας. Λίγο το έχετε αυτό στις μέρες που διανύουμε και στους χαλεπούς καιρούς τών δύσκολων, μεταβατικών εποχών μας;

Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
http://theatroelpidas.blogspot.gr/
http://www.athinorama.gr/theatre/performance/o_saturos_tou_dasous_tis_kompienis-10054902.html
Θέατρο Ελπίδας
Αριστοτέλους 53 & Σμύρνης,Πλ. Βικτωρίας
Τηλ.: 2108816780
Η νέα θεατρική παράσταση που ξεκινά στο Θέατρο ΕΛΠΙΔΑΣ “Ο σάτυρος του δάσους της Κομπιένης”, πρόκειται για μια ξεκαρδιστική κωμωδία – φάρσα, του Κλώντ Μανιέ σε σκηνοθεσία του Γιάννη Μόρτζου.
Παίζεται από 21 Δεκεμβρίου κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 8:00 μ.μ. με εξαιρετικούς πρωταγωνιστές τους: Νίτα Παγώνη, Οδυσσέα Σταμούλη και τον Μανώλη Δεστούνη.
« Έξι ποιήματα του Νάσου Βαγενά στα γαλλικά »
Αγγελική Σιδηροπούλου, Ερευνήτρια – Μεταφράστρια, υποψήφια διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου :
Προσπαθώντας να απαντήσω στο ερώτημα γιατί κάποιος ασχολείται με τη μετάφραση της ποίησης, κατέληξα στην εξής απάντηση. Ίσως γιατί θέλουμε να βρούμε ένα αντικλείδι για να μπούμε στων «Ιδεών την Πόλι». Ο μεταφραστής της ποίησης είναι στ’ αλήθεια ένας συμπρωταγωνιστής, ένας συμμέτοχος με τον ποιητή. Από την άλλη, μπορεί και να είναι ένας φοβισμένος ή ένας εκκολαπτόμενος ποιητής, ένας ποιητής που δεν τολμά ακόμη να αρθρώσει την δική του ποιητική φωνή αλλά με εφαλτήριο το κείμενο ενός άλλου, επιζητά ένα μικρό κομμάτι από τη δόξα του πρώτου. Διστάζει δηλαδή να εκθέσει στα μάτια του αναγνωστικού κοινού τον δικό του ποιητικό λόγο και δανείζεται την ποιητική φωνή ενός άλλου. Βεβαίως, ακόμα και αυτή η διεργασία, η μετάφραση της ποίησης, δεν είναι τόσο αθώα και ακίνδυνη. Ακόμα και μέσω αυτής της διεργασίας, ο μεταφραστής της ποίησης διατρέχει τον κίνδυνο να κριθεί αρνητικά. Με τα λόγια του Dryden: «Δούλοι είμαστε, και μοχθούμε στα χωράφια κάποιου άλλου˙ καλλιεργούμε το αμπέλι μα το κρασί είναι του ιδιοκτήτη. Εάν η γη τύχει να’ ναι στέρφα, εμάς θα μαστιγώσουν. Εάν είναι καρπερή και η φροντίδα μας πετύχει, δεν μας ευχαριστούν, γιατί ο αγέρωχος αναγνώστης θα πει μονάχα πως ο κακομοίρης έκανε το καθήκον του.»
Με την ελπίδα να κριθώ με επιείκεια από τον γαλλομαθή αναγνώστη, παραθέτω στο εξής τρία ποιήματα από την πρώτη ποιητική συλλογή του Βαγενά «Πεδίον Άρεως» (1974). Για την ακρίβεια, προέρχονται από την ενότητα που ανοίγει τη συλλογή και έχει ως τίτλο «Θάνατος στα Εξάρχεια». Ήδη από τον τίτλο της ενότητας, διαφαίνεται ο ανατρεπτικός της χαρακτήρας και το αίσθημα κοινωνικής κριτικής που επιχειρεί να μεταφέρει. Επίσης, χαρακτηρίζεται από έναν πεζολογικό τόνο καθώς και από μία πεισιθάνατη διάθεση, που θυμίζει ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Μεταξύ των ποιημάτων, ξεχωρίζει το ποίημα «Θα’ ρθει ο θάνατος» το οποίο φέρει εμφανείς επιρροές από το ποίημα «Verrà la morte» του Cesare Pavese.
ΤΟ ΒΑΣΑΝΟ
Λάθεψα πάλι στις μεταφορές μου.
Οι λέξεις μου ξεφεύγουν. Πέφτουν
σαν αργυρά νομίσματα της προδοσίας.
Οι στίχοι μου μ’ εκθέτουν.
Κάνουν του κεφαλιού τους.
Διαστρεβλώνουν το προσωπικό μου όραμα.
Θυμίζουν ασύστολα ποιητές της παρακμής.
Κι όμως οι πρώτες λέξεις ήταν σωστές.
Ο πρώτος στίχος έξοχος
στην έκφραση των αισθημάτων.
Μα γρήγορα
νοθεύτηκε απ’ τη μνήμη
κάποιων απαίσιων ξένων
ποιημάτων.
LE TOURMENT
Je me suis trompé de nouveau dans mes métaphores.
Les mots m’échappent. Ils tombent
comme pièces d’argent de trahison.
Mes vers m’exposent.
Ils en font à leur tête.
Ils déforment ma vision personnelle.
Ils rappellent effrontément des poètes de la décadence.
Pourtant les premiers mots étaient justes.
Le premier vers sublime
à l’expression des sentiments.
Mais après coup
il a été frelaté par le souvenir
de quelques poèmes étrangers
répugnants.
Ο ΤΥΦΛΟΣ
Σταμάτα να ‘ρχεσαι κάθε πρωί.
Οι πεθαμένοι φεύγουνε πριν ξημερώσει.
Οι πεθαμένοι έρχονται το βράδι.
Πηδούν στον κήπο. Ανεβαίνουν στα παράθυρα.
Κρύβονται μες στα φύλλα. Ή σκαρφαλώνουν
στα δέντρα για να βλέπουν μες στο σπίτι.
Άλλοτε έρχεσαι σα χωροφύλακας.
Άλλοτε έρχεσαι σα γυρολόγος.
Κι άλλοτε παλιατζής χτυπάς την πόρτα.
και με ρωτάς αν έχω τίποτα να δώσω.
Όμως τις πιο πολλές φορές έρχεσαι σαν ζητιάνος.
Τυφλός. Αλλάζεις τη φωνή και μου ζητάς ελεημοσύνη.
Μα εγώ κάτω απ’ τα ρούχα βλέπω την πληγή.
Βλέπω στο στήθος το λοξό μαχαίρι.
Βλέπω τα μάτια σου κάτω απ’ τα ματογυάλια
να με κοιτούν μ’ όλο το θάνατό τους.
Και στ’ ανοιχτό σου χέρι το απλωμένο
βλέπω το μέλλον μου ολόκληρο και το παρόν μου.
L’AVEUGLE
Arrête de venir chaque matin.
Les morts partent avant le point du jour.
Les morts viennent le soir.
Ils sautent dans le jardin. Ils montent sur les fenêtres.
Ils se cachent dans les feuilles. Ou ils grimpent
aux arbres pour regarder dans la maison.
Parfois tu viens comme un gendarme.
Parfois tu viens comme un colporteur.
Et parfois un brocanteur tu frappes à la porte
et tu me demandes si j’ai quelque chose à donner.
Mais le plus souvent tu viens comme un mendiant.
Aveugle. Tu changes ta voix et tu me demandes l’aumône.
Mais moi sous les vêtements je vois la plaie.
Je vois le couteau oblique dans la poitrine
Je vois tes yeux sous les lunettes
me regarder avec tout leur mort.
Et dans ta main ouverte étendue
je vois mon avenir entier et mon présent.
ΘΑ ‘ΡΘΕΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
Θα’ ρθει ο θάνατος και θα με βρει αναπάντεχα.
Αυτός ο θάνατος που με συντροφεύει
απ’ το πρωί ως το βράδι.
Κρύβεται μες στα ρούχα μου και στα μαλλιά μου.
Βγαίνει σαν ξαφνικός λεκές στον ουρανίσκο.
Ή σαν μικρό ανατρίχιασμα μετατοπίζεται
πάνω στο δέρμα.
Εσύ θα κοιμάσαι ανύποπτη. Όμως τα στήθια σου
θα στέκονται τρομαγμένα μες στο σκοτάδι.
Θ’ αφουγκράζονται τα βήματα στα σκαλοπάτια.
Το τρίξιμο της πόρτας. Θα κοιτούν
τις σκιές στα παράθυρα όλη νύχτα.
Δε θα ‘χω ούτε τελειώσει αυτό το ποίημα.
LA MORT VIENDRA
La mort viendra et me trouvera inopinément.
Cette mort qui m’accompagne
du matin au soir.
Elle se cache dans mes habits et me cheveux
elle apparaît comme une tache imprévue sur ma chemise.
Elle colle comme une miette sur le palais.
Ou comme un léger frissonnement elle se déplace
sur la peau.
Toi, tu dormiras sans méfiance. Mais tes seins
se tiendront effrayés dans le noir.
Ils prêteront l’oreille aux pas sur les marches.
Au grincement de la porte. Ils regarderont
les ombres aux fenêtres toute la nuit.
Je n’aurai même pas fini ce poème.
Επιπροσθέτως, στη συνέχεια παραθέτουμε τρία ποιήματα από την αγαπημένη μας συλλογή «Βάρβαρες Ωδές» (1992) πάλι σε γαλλική μετάφραση. Τα ποιήματα της συλλογής διακρίνονται για τον αισθησιακό χαρακτήρα τους, ενώ από μορφολογικής άποψης εντάσσονται στην κατηγορία της ψευδοαναβίωσης αρχαίων μέτρων, ήτοι παραπέμπουν στη σαπφική ποίηση η οποία δομείται από τετράστιχες στροφές με τρεις μεγάλους και έναν μικρότερο στίχο.
ΒΑΡΒΑΡΕΣ ΩΔΕΣ
ΙΙ
Να με πάλι στην άκρη της πραγματικότητας
σαράντα χιλιόμετρα έξω από το Ρέθυμνο
με τους αστράγαλους στο Λιβυκό.
Στριφογυρίζω
Ανάμεσα σε βράχια που αχνίζουν
αλέθοντας αλύπητα τον ήλιο.
Αγγίζω τα μαλλιά σου που υφαίνουν
το λευκό σκοτάδι
της μέρας. (Οι ανεμώνες
βαθειές ενστάσεις αλλεπάλληλες
της αιωνιότητας απορρίπτονται
κάθε τόσο).
Αγγίζω το στήθος σου που νέμεται
τη θάλασσα. Το σκοτεινό
σώμα σου αποτελεί αναπόσπαστο
τμήμα της αλήθειας.
II
Et me voilà de nouveau au bord de la réalité
quarante kilomètres hors du Réthymnon
aux chevilles dans la mer Libyenne.
Je tourne
parmi les roches qui fument
en moulant sans pitié le soleil.
Je touche tes cheveux qui tissent
les ténèbres blanches
du jour. (Les anémones
profondes constantes objections
à l’éternité sont rejetées
de temps à autre.)
Je touche ta poitrine qui jouit
de la mer. Ton corps
sombre constitue une partie
intégrante de la vérité.
ΙΙΙ
Ζεστός σαν Αύγουστος, ζεστότερος από Αύγουστο
Ο αέρας έχει κάτι από τα μαλλιά σου.
Αγγίζει απαλά το πρόσωπό μου.
Ξενυχτώ
Εκτίοντας τον έρωτα. Κι εσύ σελήνη
Πανάκριβη εταίρα που δεν σε φτάνουν τα περιπολικά
Ανεβαίνεις αργά, προκλητικά, τροποποιώντας
Συνεχώς τον ίσκιο μου.
Γιατί βέβαια κανείς δεν ξέρει πότε
Τα μυτερά τακούνια σου θα περάσουν από πάνω του.
Ανοιξιάτικος θάνατος γυροφέρνει
αμίλητος. Μελετά
Το σώμα μου καθορίζοντας τις προτεραιότητες.
Απλώνει πάχνη πάνω στις κιθάρες
Με σιδερένια δάχτυλα που αγγίζουν
Πυρωμένες χορδές.
ΙΙΙ
Chaud comme l’août, plus chaud d’août
le vent a quelque chose de tes cheveux.
Il touche doucement mon visage.
Je veille
en purgeant l’amour. Et toi, lune,
hétaïre très chère que tu échappes des voitures de patrouille,
tu montes lentement, de façon provocante, en modifiant
continuellement mon ombre.
Car, certes, personne ne sait quand
tes talons pointus lui passeront dessus.
Une mort vernale rôde
silencieuse. Elle étudie
mon corps en déterminant les priorités.
elle étend de la grive sur les guitares
aux doigts de fer qui touchent
des cordes embrasées.
VII
Ω εσύ που θερμαίνεις με το πρόσωπό σου
τον κρύο χειμωνιάτικο αέρα.
Που μόνο (και σοφό) βιβλίο σου είναι
το βαθύ σκοτάδι.
Τα τριαντάφυλλα φουσκώνουν στα βήματά σου.
Ο θάνατος σε κοιτάζει υπνωτισμένος.
Οι ακακίες ρίχνουν άστρα. Σκεπάζουν μ’ ένα άσπρο νόημα
τις τέντες των φορτηγών.
Άχρονη μητέρα με τις χρυσές πλεξίδες
και το άσπιλο κοριτσίστικο στήθος.
Πώς γίνεται και δίνεις τις πορφυρές σου ρόγες
στον πρώτο περαστικό;
VII
Oh, toi qui chauffes de ton visage
l’air hivernal froid.
Qui as comme livre unique (et savant)
les ténèbres profondes.
Les roses croissent à ton passage.
La mort te regarde éblouie.
Les acacias tombent des étoiles. Ils recouvrent d’un sens blanc
les velums des camions.
Mère éternelle avec les nattes d’or
et la poitrine de jeune fille immaculée.
Comment peux-tu donner tes mamelons pourpres
au premier passant?
Αγγελική Β. Σιδηροπούλου
Ερευνήτρια- Μεταφράστρια
Υποψ. Διδάκτωρ Ιονίου Παν/μίου
Αγγλοσαξωνικών ενοχών «Στρίψιμο της βίδας» στο θέατρο Άνεσις
![]()
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Όταν μία πουριτανή, καταπιεσμένων ορμεφύτων κόρη πάστορα συναντά τον απροκάλυπτο πανερωτισμό της αγγλικής αριστοκρατίας, μόνο κακό μπορεί να βγει. Κι αν όχι θάνατος, τουλάχιστον τρέλα. Ή άτακτη υποχώρηση στα εσκαμμένα, στα κεκτημένα, στα γνωστά… Αυτή η επίφαση καθωσπρεπισμού πάνω από ένα ηφαίστειο που βράζει κι έχει γνωρίσει πολλές εκτονωτικές εκρήξεις στο παρελθόν είναι σα λούστρο πάνω σε σκουριά. Κάποια στιγμή θα σκάσει, με μαθηματική ακρίβεια. Θλιβερή κατάσταση, ούτως ή άλλως…
Φαίνεται ότι η λιτότητα και μια κάποια σκηνοθετική άποψη επέβαλε σε έναν ηθοποιό να παίξει τρεις ρόλους, με τον τέταρτο αόρατο. Αντιθέτως, η ηθοποιός που εκλήθη να υποδυθεί την γκουβερνάντα έπαιξε μόνον έναν ρόλο, άντε και το ρόλο του φαντάσματος της προκατόχου της άμα λάχει. Απευθύνθηκε στην υποτιθέμενη μικρή, ενόσω εκείνη ήταν αόρατη.
Αμφότεροι οι ηθοποιοί τράβηξαν κουρτίνες και πέπλα (που δεν ήταν ούτε της Σαλώμης ούτε της Ίσιδας) άναψαν κεριά, έσβησαν κεριά, έπαιξαν το κρυφτούλι, αλλά όχι και την τυφλόμυγα. Όμως η ατμόσφαιρα μυστηρίου δεν επετεύχθη (κατά την ταπεινή μου άποψη) και το θρίλερ ήταν αλλού…
Κρίμα. Γιατί οι προθέσεις ήταν καλές. Κι όλοι οι συντελεστές επαγγελματίες.
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
ΤΟ ΣΤΡΙΨΙΜΟ ΤΗΣ ΒΙΔΑΣ
Το Στρίψιμο της βίδας
του Χένρι Τζέιμς
σε θεατρική διασκευή από τον Τζέφρι Χάτσερ
Το Άνεσις υποδέχεται το Δημοσθένη Παπαδόπουλο που από τον Ιανουάριο του 2017 θα υπογράφει τη σκηνοθεσία στο έργο του Τζέφρι ΧάτσερΤο στρίψιμο της βίδας.
ΤΟ ΣΤΡΙΨΙΜΟ ΤΗΣ ΒΙΔΑΣ
Ένας ελεύθερος συνειρμός πάνω στο έργο του Χένρι Τζέημς
από το Δημοσθένη Παπαδόπουλο
Το Άνεσις υποδέχεται το Δημοσθένη Παπαδόπουλο που από τις 10 Ιανουαρίου του 2017 θα υπογράφει τη σκηνοθεσία στο αριστουργηματικό μυθιστόρημα τρόμου Το στρίψιμο της βίδας του Χένρι Τζέιμς, με τους Θάλεια Ματίκα και Ιάσονα Παπαματθαίου σε μια παράσταση για δύο πρόσωπα ανάμεσα στο πραγματικό και το υπερπραγματικό, την αίσθηση και την παραίσθηση, την αγωνία, την υπαινικτικότητα και τον ίδιο τον φόβο του θανάτου…
Λίγα λόγια για το έργο
Η γκουβερνάντα, φτωχή κόρη ενός πάστορα, διαβάζοντας μια αγγελία έρχεται σ’ επικοινωνία με το μελλοντικό αφεντικό της και σύντομα αναλαμβάνει χρέη παιδαγωγού. Ο γοητευτικός κύριός της, της έθεσε έναν όρο ̇ να μην τον ενοχλήσει ποτέ. Η κοπέλα καταφθάνει στο εξοχικό σπίτι, γοητεύεται από τη γνωριμία με τη μικρή της μαθήτρια ενώ ύστερα από δύο μέρες γνωρίζει και τον νεαρό μαθητή της ο οποίος επιστρέφει από το σχολείο στο οποίο φοιτούσε, αποβεβλημένος εξαιτίας της διαγωγής του.
Σταδιακά, η γκουβερνάντα αρχίζει να βλέπει φασματικές παρουσίες που δεν γνωρίζει και καταλήγουν να γίνουν για την ίδια εμμονή. Εγκλωβισμένη σε ένα παιχνίδι νοητικών παραδοξοτήτων, μυστηριωδών σκιών και μεταφυσικής ατμόσφαιρας παρακολουθεί το φανταστικό να εισβάλλει στην καθημερινότητα και να της επιβάλλεται ως μία πιθανή εκδοχή της πραγματικότητας.
«Το σημαντικό», έγραφε ο Henry James στα Σημειωματάριά του, «είναι να παρουσιάσει κανείς το θαυμαστό και το παράξενο περιοριζόμενος σχεδόν αποκλειστικά στο να δείξει την αντανάκλασή τους πάνω σε μιαν ευαισθησία, αναγνωρίζοντας ότι το κυριότερο στοιχείο συνίσταται σε κάποια δυνατή εντύπωση που προκαλούν και η οποία γίνεται έντονα αισθητή».
Από τις 10 Ιανουαρίου, κάθε Δευτέρα και Τρίτη, τα βράδια μας στο Άνεσις θα γίνουν πιο μυστηριώδη και σκοτεινά…
[..] έμπηξε μια στριγγλιά σαν να γκρεμιζόταν σε άβυσσο, κι έτσι που τον άδραξα, ήταν σαν να τον έπιασα την ώρα που έπεφτε. Τον έπιασα, ναι, τον κρατούσα: [..] μα ύστερα από ένα λεπτό άρχισα να νιώθω τι ήταν πραγματικά αυτό που κρατούσα. Ήμασταν μονάχοι με τη γαλήνια μέρα, και η καρδούλα του, στερεμένη, είχε σταματήσει.
(Τζέιμς Χένρι, Το στρίψιμο της βίδας, μτφ. Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Άγρα, σελ.203)







