«Ζ», το απόλυτο πολιτικό θρίλερ στηριγμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα-ντοκουμέντο του Βασίλη Βασιλικού, μετά την επιτυχημένη και δημοφιλή ταινία του Κώστα Γαβρά, τώρα και στην όπερα!!! ΆΞΙΟΣ ΕΣΤΙ!!!!!!!
Όλοι οι συντελεστές αξιέπαινοι, παρ’ όλο που θα του ταίριαζε μια πλέον κλασικότροπη μουσική…
Η Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής μας κάνει θαύματα (παρά τις όποιες αισθητικές αντιρρήσεις και κριτικές επιφυλάξεις μας)…
Από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα…
Λατρεύω τους πνευματικούς ανθρώπους που παλεύουν με αντιξοότητες, αρθρώνουν τον δικό τους ελεύθερο λόγο σε δύσκολους καιρούς κι αγνοώντας την κρισιμότητα των καταστάσεων δεν λουφάζουν, δεν τηρούν ανύπαρκτες ισορροπίες, αλλά εκτίθενται, διακινδυνεύοντας και τη ζωή τους την ίδια θίγοντας τα «κακώς κείμενα» μιας περιφερειακής βαλκανικής χώρας που νοσεί κοινωνικώς ήδη από της ιδρύσεως του νέου ελληνικού κράτους. Ο εθνικισμός, ο φασισμός, ο απολυταρχισμός, η ημιμάθεια και η μισαλλοδοξία πηγαίνουν πάντα αντάμα με τον φανατισμό κι όταν στο μείγμα προστεθεί η ανεργία, η ύφεση, η μιζέρια, τότε κάθε λογής πιθανότητα είναι δυνατή, με ή χωρίς έξωθεν επιβουλή (τα καταφέρνουμε μια χαρά κι από μόνοι μας στο ευγενές σπορ της αλληλοεξοντώσεως).
Εκτός από τον Καζαντζάκη που έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του εκτός βεληνεκούς των ορκισμένων εχθρών του και ο πνευματικός άνθρωπος Βασίλης Βασιλικός αναγκάστηκε να εκπατριστεί για να αποφύγει όλους εκείνους που ξεμπρόστιασε με το τολμηρό πόνημά του «Ζ». Κι αν ο αείμνηστος εθνάρχης Κωνσταντίνος Καραμανλής απόρησε «μα εγώ κυβερνώ ή το παρακράτος;», άλλοι κατοπινότεροι κυβερνήτες δεν τόλμησαν καν να ξεστομίσουν αυτό το εύλογο αμλετικό ερώτημα.
Θαύμασα την προσπάθεια όλων των καλλιτεχνών να «μελοποιήσουν» ή «να ντύσουν με μουσική» ή να υπομνηματίσουν μουσικώς ένα λιμπρέτο που φιλοτέχνησε ο πολύς και δοκιμασμένος στον θεατρικό κώδικα Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, όμως αυτό το εγχείρημα ήταν καταδικασμένο εξαρχής σε μερική αποτυχία, δεδομένου ότι ακόμα κι ο Λέοναρντ Μπερνστάιν, ο Μίκης Θεοδωράκης ή ο Κουρτ Βάιλ είχαν να παλέψουν με περισσότερο λιτά έργα μυθοπλασίας χωρίς καμία ιστορική απαίτηση ακρίβειας, αφού επρόκειτο μάλλον για ποιητικά έργα και παραβολές παρά για κάτι τόσο πραγματικά απαιτητικό όσο ένα ντοκουμέντο που πρέπει να θυμίζει τα ιστορικά πρόσωπα.
Τιτάνιο το εγχείρημα λοιπόν, όμως το αποτέλεσμα ήταν κάτι παραπάνω από συμπαθητικό, αφού όσοι από εμάς – λόγω ηλικίας – είχαμε ζήσει τα γεγονότα ή τον απόηχό τους (μετά την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών), όσοι από εμάς είναι άνω των εξήντα, μπορούσαν να «επαληθεύσουν» από τις προσλαμβάνουσες εικόνες κι εμπειρίες τους την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» μιας μακρινής εποχής που όπως και να το κάνουμε απέχει παρασάγγας από τη δική μας, χωρίς να έχουν εξαφανιστεί βεβαίως τα εξωθεσμικά κέντρα τού παρακράτους (ή μήπως θα έπρεπε να πω «τών παρακρατών», αφού η Ελλάδα είναι σταυροδρόμι συναντήσεως πάσης φύσεως παραβατικών απανταχού της γης)…
Εκτός από τη μουσική που νεωτέριζε εκνευριστικά ή συριστικά ενοχλητική, όλα τα άλλα, εάν επρόκειτο για μια απλή θεατρική παράσταση θα ήταν τέλεια. Και μόνον στο δεύτερο μέρος εισήχθη κάποιος τόνος χιούμορ στον επί τούτου διακεκομμένο τονισμό της επικλήσεως «Αρχίδει-νόσαυρε»!!! Η οπερατική φόρμα (που δεν μπορούμε να την πούμε και λυρική, αφού δεν είχε σχεδόν τίποτα το μελωδικώς αρμονικόν) παρέσερνε το όλον θέαμα προς μία κωμική γραφικότητα, ένεκα της εγγενούς απλοϊκότητος του είδους κι ως εκ τούτου είδαμε μία γραφικώς κωμική (με την έννοια των graphics και comis) εικονογραφημένη εκδοχή του αθάνατου μυθιστορήματος-ντοκουμέντου που εκπόνησε και φιλοτέχνησε με αριστουργηματικά λιτό τρόπο ο Βασίλης Βασιλικός.
Ενδεχομένως αν είχε χρησιμοποιεί περισσότερο η σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία εικόνας και ήχου (όπως κι αν λέγεται αυτό: video-art ή …), ενδεχομένως τότε να είχαμε ένα περισσότερο σύγχρονο μεταμοντέρνο θέαμα κι όχι την συμπαθητική απόπειρα μεταφοράς της αισθητικής των ταινιών του μεγάλου Θόδωρου Αγγελόπουλου με μια νότα ιαπωνικού μινιμαλισμού και κινεζικής αφαιρετικότητας σε έναν χώρο που μήτε ποιητικός μήτε περιγραφικός εν τέλει ήταν, αλλά βαρυφορτωμένος, μπαρόκ και – γιατί όχι; – μερικές φορές ακόμα και «βλαχομπαρόκ».
Είναι δύσκολο πράγμα το μουσικό θέατρο γιατί συνδυάζει όλες τις Τέχνες, αγγίζει το «Ολικό Καλλιτέχνημα» (Gesamtkunstwerk) και μόνον ένας ή πολλοί, μια ομάδα ιδιοφυών αναγεννησιακών ανθρώπων μπορούν να το οδηγήσουν στην παραγωγή ενός έστω αριστουργήματος, κάτι βεβαίως που δεν μπορεί να συμβαίνει κάθε μέρα.
Παρ’ όλες αυτές τις εκπεφρασθείσες επιφυλάξεις, κριτικές επισημάνσεις και προβληματισμούς που μου γέννησε αυτή η ενδιαφέρουσα παράσταση, οφείλω να παραδεχτώ πως η Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής μας, δημιουργεί πρωτότυπα «θαύματα» στον υπέροχο και φιλόξενο χώρο του «Ιδρύματος Νιάρχου». Όμως αυτή ακριβώς είναι η έννοια του πειραματισμού: μέσα από την έρευνα να διδασκόμεθα από τις αποτυχίες μας και να συμμετέχουμε στον δημιουργικό διάλογο που ως εκ τούτου δημιουργείται…
Κωνσταντίνος Μπούρας
INFO:
http://www.nationalopera.gr/gr/event/z-2018/
Εναλλακτική Σκηνή
Μηνάς Μπορμπουδάκης
Ζ
Όπερα
Μουσική διεύθυνση: Μηνάς Μπορμπουδάκης – Νίκος Βασιλείου
Λιμπρέτο: Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου
ΠΡΕΜΙΕΡΑ 2 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018
2, 3, 8, 10, 11, 15, 17, 18 Μαρτίου 2018
14, 15, 17, 18 Απριλίου 2018
Πρώτη παρουσίαση / Παραγγελία της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ
Εναλλακτική Σκηνή Εθνικής Λυρικής Σκηνής
Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος
Ώρα έναρξης: 20.30
Μουσική διεύθυνση: Μηνάς Μπορμπουδάκης (2, 3, 8, 10, 11, 15, 17, 18/3/2018) – Νίκος Βασιλείου (14, 15, 17, 18/4/2018)
Σκηνικό: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Φωτισμοί: Σίμος Σαρκετζής
Ζ: Δημήτρης Παπανικολάου
Γυναίκα / Ψυχή: Τζίνα Φωτεινοπούλου
Αρχιδεινόσαυρος: Γιάννης Γιαννίσης
Κάβουρας: Aρκάδιος Ρακόπουλος
Γρύλος: Χρήστος Κεχρής
Ανακριτής: Βαγγέλης Μανιάτης
Τίγρης: Διονύσης Τσαντίνης
Νικήτας: Γιώργος Παπαδημητρίου
Δημοσιογράφος: Βασίλης Δημακόπουλος
Ράφτης/Ιατροδικαστής: Μιχάλης Κατσούλης
Πτεροδάκτυλος: Ιωάννης Κάβουρας
Αδελφή Νικήτα: Διαμάντη Κριτσωτάκη/Αναστασία Κότσαλη
Μάνα Νικήτα: Βασιλική Κατσουπάκη/Όλγα Μπαλωμένου
Φωνητικό σύνολο: Διαμάντη Κριτσωτάκη, Αναστασία Κότσαλη, Βασιλική Κατσουπάκη, Όλγα Μπαλωμένου, Ιωάννης Κάβουρας, Νικόλας Μαραζιώτης, Βασίλης Δημακόπουλος, Μιχάλης Κατσούλης
Συμμετέχει το Ergon Ensemble
Τιμές εισιτηρίων 18, 25 € / Φοιτητικό, παιδι
Θεατρικό Απόσταγμα τής χειμερινής περιόδου 2017/2018 στην Αθήνα τής Κρίσης
Από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Ο Κωνσταντίνος Μπούρας γεννήθηκε το 1962. Διπλ. μηχανολόγος μηχανικός του Ε.Μ.Π. (1985), αριστούχος διπλωματούχος του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών (1994), μεταπτυχιακά θεατρολογίας στη Νέα Σορβόννη (D.E.A. Paris III La nouvelle Sorbonne, 1997). Συγγραφέας 31 βιβλίων, κριτικός Λογοτεχνίας και Θεάτρου, παραγωγικότατος δημοσιογράφος…
Η Αθήνα της Κρίσης, πρόσφορο έδαφος για πειραματισμούς, για επιστροφή στην παράδοση, για εισαγόμενες ληγμένες πρωτοπορίες προηγουμένων δεκαετιών, αλλά και για μια ζέουσα πρωτότυπη δραματική παραγωγή εκατοντάδων έργων που άλλα τυπώνονται κι ελάχιστα βρίσκουν το δρόμο τους προς τη σκηνή. Οι λογοτεχνικοί διαγωνισμοί ανθούν, και γίνεται συχνά λόγος για το θέατρο που δεν χρειάζεται το γραπτό κείμενο ή για την πρωτοκαθεδρία του σώματος στο τελικό παραστασιακό αποτέλεσμα. Το θέαμα αναλαμβάνει συχνά τα ηνία εις βάρος του κοινωνούμενου νοήματος, όσο κι αν σπανίζουν πια οι ιδέες και τα «μηνύματα» που αξίζει να διαδοθούν ή να μετά-δοθούν. Επιστροφή στο παρακμιακό μεσαιωνικό ευρείας λαϊκής κατανάλωσης θέατρο που βασίζεται στη μιμική και παντομιμική. Εν τούτοις παρατηρούμε και την ακριβώς αντίθετη ροπή ή τάση: παραδοσιακά κείμενα όπως η ποιητική «Βοσκοπούλα» να ανεβαίνει με μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Σαν βγαλμένο από τη μακραίωνη περιπέτεια της ελληνικής γλώσσας, αυτό το λογοτεχνικό μνημείο που καταγράφηκε στην Κρήτη του 16ου αιώνα, μου θυμίζει τα δημοτικά τραγούδια και τις παραλογές, που είναι τόσο στρογγυλεμένα και τόσο συνεπή από ρυθμολογικής πλευράς που καμία «ποιητικά άδεια» δεν χρειάζεται για γλωσσικές ή μετρικές παραβάσεις. Έντεχνος λόγος όπως οι γνωστές μυθιστορίες «Βέλθανδρος και Χρυσάντζα», «Καλλίμαχος και Χρυσορρόη»… αγγίζει τον ερωτικό πόνο με λαϊκό αυθορμητισμό που μόνον οι άνθρωποι που ζουν στην ύπαιθρο και κοντά στη Φύση μπορούν να επιδείξουν με τόση άδολη αγνότητα.

Αλλά κι ο έμπειρος σκηνοθέτης Δήμος Αβδελιώδης δουλεύει πάνω σε λογοτεχνικά κείμενα που έχουν γράψει ιστορία και καταδεικνύει την διαχρονική σημασία τους δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στην προσωδία της κοινής νεοελληνικής γλώσσας που απειλείται από τα παρά-μορφωμένα νέα παιδιά που μιλούν τόσες πολλές γλώσσες έτσι ώστε να τις μπερδεύουν και να απαλείφουν κάθε τονικό ή άλλο χαρακτηριστικό τους χωρίς όμως και να σχηματίζουν μία «εσπεράντο» του εικοστού πρώτου αιώνα. «Ο Επιτάφιος» του Περικλή, «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» του Βιζυηνού ήταν δύο μόνον από τα πρόσφατα θαύματα αυτού του σύγχρονου δασκάλου θεατρικού ήθους και σκηνικής αποτελεσματικότητας.

Όμως η παράσταση της χρονιάς, η αρτιότερη ίσως των δύο τελευταίων ετών κατά την ταπεινή μου άποψη, ήταν η Έντα Γκάμπλερ στο αναστημένο ξενοδοχείον Μπάγκειον της πλατείας Ομονοίας, όπου η Άντζελα Μπρούσκου έστησε ένα αριστούργημα με πρωταγωνίστρια την Παρθενόπη Μπουζούρη στον επώνυμο τιτάνιο ρόλο.
Η παραγωγή αυτή διαθέτει τρία σημαντικά πλεονεκτήματα. Πρώτον, αξιοποίηση ενός παρατημένου ξενοδοχείο στο κέντρο του αστικού ιστού της πρωτεύουσας, δεύτερον, προϋποθέτει γενναιότητα εκ μέρους των συντελεστών και του κοινού και, τρίτον, αποτελεί επιτέλους μία πλήρη πρόταση (αισθητική, υφολογική, ρυθμολογική, γλωσσική) για ένα συνολικό θεατρικό καλλιτέχνημα που ξεφεύγει από τον σύγχρονο μεταμοντέρνο χυλό των θολών ληγμένων πρωτοποριών του περασμένου αιώνα κι αρθρώνει λόγο εικαστικό, ηχητικό, οπτικό ΚΑΙ γλωσσικό σε ισότιμους όρους. Κουραστήκαμε πια με παγκοσμιοποιημένες παντομίμες που βασίζονται στον αυτισμό και στα ζωώδη ορμέφυτα του ανθρώπινου είδους, σε αταβιστικές κινήσεις και ήχους. Βαρεθήκαμε με τις ατέλειωτες παρωχημένες διαμάχες των ξενοσπουδαγμένων θεωρητικών εισαγωγέων παρωχημένων πειραματισμών…διαμάχες για το εάν το θέατρο είναι πρωτίστως εικόνα ή λόγος… ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ, αγαπητά μου παιδιά. Ας θυμηθούμε τις «τερατείες» του Αισχύλου. Όμως πρέπει να υπάρχει και λόγος, ποίηση, αποχρών λόγος, δράση, ιστορία, μύθος, παραμύθι, δόλωμα για να διατηρήσεις την προσοχή του θεατή. Δεν φτάνουν εικόνες και ήχοι ατάκτως ερριμμένοι. Όσο κι αν έχει εξελιχθεί ο παραζαλισμένος αφιονισμένος εγκέφαλος του συγχρόνου Homo Interneticus, δεν έχουμε – δυστυχώς – ακόμα περάσει στο επόμενο είδος νοημόνων όντων που θα κατακυριεύσουν την ταλαίπωρη γη. Ακόμα ζούμε στη χαραυγή του εικοστού πρώτου αιώνα και παίζουμε έργα από τη χαραυγή του προηγούμενου εικοστού αιώνα, χωρίς να έχουμε προοδεύσει καθόλου, αφού η φύση μας μοιάζει κολλημένη στα σπήλαια κι αναμασάμε όλο τα ίδια και τα ίδια πρότυπα, παίζουμε ανύποπτοι (;) κι ανυποψίαστοι τους ίδιους ρόλους, γελάμε και συγκινούμαστε στις ίδιες ατάκες, προβληματιζόμαστε πάνω σε μονοπάτια που έχουν διατρέξει φωτισμένοι νόες εδώ κι αιώνες. Όσο προτιμούμε να ανεβάζουμε Ίψεν κι Ευριπίδη και Σαίξπηρ και Μπέκετ και Στρίντμπεργκ και Μολιέρο, όσο δεν αναπτύσσουμε τη δική μας σύγχρονη πρωτοποριακή δραματουργία που βασίζεται στον έναρθρο Λόγο (προφορικό ή και γραπτό, αυτοσχεδιαστικό ή και διαδραστικό), τότε δεν μπορούμε να μιλούμε για χαοτικές καταστάσεις που απευθύνονται και προέρχονται από συγχυσμένα όντα, που όχι μόνον δεν διαθέτουν το «γνώθι σαυτόν», αλλά δεν ξέρουν ούτε πού πατούν ούτε πού πηγαίνουν.
Όμως αυτή δεν είναι η περίπτωση της Άντζελας Μπρούσκου που διαθέτει και γνώση κι άποψη και θυμό αρκετό για να είναι και σύγχρονη και δοκιμασμένη από το χρόνο, χωρίς να φοβάται να υποκύψει σε νοσταλγίες του «παλιού καλού καιρού», κάτι που συμβολίζει εξάλλου και το ερειπωμένο σήμερα και ρημαγμένο «Ξενοδοχείον Μπάγκειον», σωστά φωτισμένο και σκηνογραφημένο για τις ανάγκες αυτού του ιψενικού αριστουργήματος, που λιθοβολήθηκε στην εποχή του γιατί χτυπάει την κοινωνική υποκρισία τών «δήθεν». Ακριβώς όπως αυτή η παράσταση είναι γροθιά στο υπογάστριο όλων αυτών των δοκησίσοφων και αλαζονικών καθυστερημένων «νεωτεριστών» που μας κουράζουν συχνά-πυκνά με τις κενές, ναρκισσιστικές, ομφαλοσκοπικές κι ανούσιες νοητικές κατασκευές τους.
Κωνσταντίνος Μπούρας
«ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ»

Μιλώντας για ένα τόσο ακανθώδες κι επίκαιρο θέμα με τόσο λεπτές πτυχές που συναγωνίζονται τα επτά πέπλα της Σαλώμης ή Ίσιδος, κινδυνεύει κανείς να χαθεί σε άσκοπες πολιτικολογίες, αστικούς μύθους και συνομωσιολογίες γελοίου είδους…
Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Όταν διάσημοι γλωσσολόγοι και κοινωνιολόγοι, εικαστικοί και λογοτέχνες διεθνώς επιχειρούν να αναστήσουν «νεκρές γλώσσες», ιδιώματα και διαλέκτους, αφού έχει αποβιώσει ο τελευταίος φυσικός φορέας που τις ομιλούσε ως «μητρική» του λαλιά, εμείς ως Έλληνες κινδυνεύουμε να αφανιστούμε γλωσσικώς, όχι μόνον τώρα καταιγισμένοι από τη λαίλαπα των greeklich και τη σκοπούμενη ηλεκτρονική αγλωσσία/αφασία, αλλά τέσσερις δεκαετίες πριν, όταν αποφασίστηκε ξαφνικά πως οι ελληνιστικοί τόνοι μας περισσεύουν, τα νι είναι τρισκατάρατα, τα διπλά σύμφωνα εξοβελιστέα κι αφαιρέσαμε όχι μόνον τη δασεία και την οξεία από το ύψιλον αλλά και την υπογεγραμμένη κάτω από το ωμέγα, το ήττα (βιώνοντας μία γλωσσική ήττα που μπροστά της η Μικρασιατική Καταστροφή κι η τουρκική εισβολή στην Κύπρο ωχριούν). Ενόσω άλλοι λαοί της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (τότε Ε.Ο.Κ.) υπεραμύνθηκαν της ιστορικής τους ορθογραφίας και της μουσικότητος της καθομιλουμένης τους, εμείς φτάσαμε σε μια εθελοδουλεία πνευματική και πολιτιστική, αφού παραδώσαμε από μόνοι μας «γην και ύδωρ» στους καβαφικούς βαρβάρους που δεν ήρθαν ποτέ στην «πόλη-κράτος» μας και δεν μας ζήτησε ουδέποτε τέτοιες θυσίες. Πρόκειται για ανατολίτικη τεμπελιά, συνωμοσία των αγραμμάτων, αναστάτωση που προκάλεσε μία δραξ ανορθογράφων; Ή απλώς μια σκόπιμη πολιτική πράξη που στόχευε κατευθείαν στην καρδιά της Ελληνικής Σκέψης, που είναι ανθρωποκεντρική, ανθρωπομετρική, δημοκρατική και τείνουσα προς την Ελευθερίαν όλων των νοημόνων όντων επί γης.
Η Ποίηση είναι το τελευταίο μας καταφύγιο απέναντι στην παγκοσμιοποιημένη «σούπα» που επιχειρείται από μεγάλες πολυεθνικές όπως ονομάζονται εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο χώρο της Πληροφορικής και προσπαθούν να απαλείψουν κάθε δυσχέρεια που προκύπτει κατά την αυτόματη μηχανική «μετάφραση» που θα τελείται από τις ρομποτοειδείς μηχανές του αμέσου μέλλοντος.
Όμως κι η Ποίηση η ίδια, η μόνη διασώζουσα τον ρυθμό της ζωντανής λαλιάς, η μόνη αναρχική μορφή τέχνης του Λόγου που μπορεί να διασχίσει τα σκότη του ρασιοναλισμού και να διαπεράσει τα επτά πέπλα της Ίσιδας προκειμένου να μας ξεναγήσει στο Άρρητο, Άφατο κι Ασύλληπτο Μυστήριο του Σύμπαντος Κόσμου, ακόμα κι αυτή η κατ’ εξοχήν τέχνη της παραπλανήσεως του ορθολογισμού, έγινε λεία κι Ιφιγένεια των πάσης φύσεως μωροφιλόδοξων Αγαμεμνόνων, ιμπεριαλιστών του πνεύματος, οι οποίοι τη μετέτρεψαν σε ένα υβρίδιο, πτωχή συγγενή της δοκιμιογραφίας, υποδεέστερη της διηγηματογραφίας κι εν τέλει παντελώς ανυπόληπτη στη συνείδηση του ευρέος αναγνωστικού κοινού.
Εξηγούμαι: όταν αφαιρέσεις από τον ποιητικό λόγο τον χορευτικό ρυθμό του, όταν τον μετατρέψεις σε μια απλή α-τονική κι άνευρη μηχανή παραγωγής, αναπαραγωγής, αναμασήματος κι αναχαράξεως νοημάτων, πολυχρησιμοποιημένων θεωριών και τσιτάτων, όταν την καταντήσεις φαιδρό ή πεισιθάνατο αυτό-ψυχαναλυτικό εγωκεντρικό αυτοαναφορικό ναρκισσιστικό λόγο, όταν ταυτίζεται με τις μεσαιωνικές εξομολογήσεις έμπροσθεν δικτυωτού που κρύβει τον καθολικό ιερέα, όταν είναι εφάμιλλη και ισότιμη των αμπελοφιλοσοφιών του καφενείου ή τελείως ακατάληπτη, όπως μας έδωσαν το δικαίωμα οι διάφοροι –ισμοί του πολύπαθου εικοστού αιώνα… τότε η Ποίηση μετατρέπεται σε συνταγή, παραλήρημα, άλογη έκφραση του εγγενούς υπαρξιακού τρόμου απέναντι στο κενό και τότε η «λευκή σελίδα» γίνεται ένα πεδίο μάχης για κακομαθημένα νήπια που πριν μάθουν να χτίζουν και να δομούν επιδίδονται αυθορμήτως και με την πατρική νουθέτηση κάποιων δήθεν «κριτικών», πανεπιστημιακών δασκάλων της συμφοράς κι θεσμικών εκπροσώπων της αντιπαροχής και των αντισταθμιστικών οφελών, που θα μπορούσαν να ονομάζονται και Ηρόστρατοι, τότε πια δεν μένει φίλοι μου κι αγαπητοί συνάδελφοι καμία ελπίδα, παρά να συνθηκολογήσουμε αμέσως, να θεσπίσουμε την αγγλική, τη γαλλική και γερμανική γλώσσα ως επίσημες του ελληνικού κράτους, να περιορίσουμε την οποιαδήποτε άλλη γλώσσα σε μικροπολιτικές συναλλαγές με τα κατώτερα λαϊκά στρώματα και να νιώσουμε πια κι εμείς ως ισάξιοι και ισότιμοι των «ξένων» ομοτέχνων μας, αφού κακά τα ψέματα, ακόμα λειτουργεί ένας μολιερικός «Αρχοντοχωριάτης» κάτω από τα γελοία πιθηκίσια καμώματά μας κι υβρίζουμε την «ψωροκώσταινα» που μας φιλοξενεί και μεμψιμοιρούμε που δεν έχουμε την αγγλικήν ως μητρική μας γλώσσα, οπότε θα ήμασταν, όλοι ανεξαιρέτως, δισεκατομμυριούχοι, τόσο μεγάλη ιδέαν τρέφουμε περί του εαυτού μας και του ανυπέρβλητου ταλέντου μας… όταν μεγάλοι ποιητές, όπως ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Καβάφης, ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Καζαντζάκης, ο Βάρναλης, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος και τόσοι άλλοι που διαμόρφωσαν κι εμπλούτισαν τη σύγχρονη νεοελληνική γλώσσα έστηναν ευήκοον ους εις τους απλούς, καθημερινούς, αγράμματους ανθρώπους…
Σήμερα, εν έτει 2018, οι μόνοι που ομιλούν ορθώς και χρησιμοποιούν ακόμη την αρχαία ελληνική προσωδία (την διαδοχή μακρών και βραχέων φωνηέντων, τονούμενων ή μη) είναι οι ζητιάνοι και οι μικροπωλητές, οι επαίτες και οι μανάβηδες στις λαϊκές αγορές, οι λιμενεργάτες και οι φορτωτές, οι γέροι και οι γριές σε απάτητα χωριά που ο δρόμος και το ηλεκτρικό φως έφτασαν στο τέλος της δεκαετίας του 1960. Όλοι οι άλλοι μιλάμε α-τονικά, όπως και οι περισσότεροι σύγχρονοι ηθοποιοί, εκφωνητές ειδήσεων και διάφοροι ταγοί που ευελπιστούν να μετατραπούν εις πρότυπα μιμήσεως των ιθαγενών πιθηκοειδών (τόσο κακή ιδέα έχουν για τους αποδέκτες τους).
Επειδή όμως δεν είμαστε όλοι πρόβατα, μήτε αργυρώνητοι φυσικά κι επειδή πιστεύω ότι ο μιμητισμός είναι χειρότερος εχθρός από τον ύπουλο κατακτητή-παγκοσμιοποιητή μας, εγώ προσωπικά πιστεύω στην ενότητα του ελλόγου ανθρωπίνου είδους, την ένωση όλων των λαών, των εθνών και των μειονοτήτων σε ένα σύνολο, ειρηνικό κι αλληλέγγυο, που θα πρεσβεύει την Ελευθερία, την Ισότητα, τη Δικαιοσύνη και την Αδελφοσύνη όλων, φρονώ και θέτω σήμερα προς συζήτησιν πως μόνον η πολυφωνία, η πολυχρωμία, η πολυμορφία και η ελευθερία εκφράσεως που μας χαρίζει η αληθινή, η γνήσια, η αυθεντική Ποίηση, είναι οι ασφαλιστικές δικλείδες προκειμένου να μεταβώμεν ομαλώς στην επόμενη Αναγέννηση που υπόσχεται η Τεχνολογία, μέσα από την ελεύθερη διάχυση κι ανταλλαγή της Πληροφορίας.
Η Ποίηση δεν είναι πια μήτε υψηλή μήτε χαμηλή, προκειμένου να μην καταστεί όμως τελείως αναξιοπρεπής κι αναξιόπιστη οφείλει να στραφεί εκ νέου στη μουσική, στο ρυθμό, στις παρηχήσεις και συνηχήσεις της πλούσιας ελληνικής γλώσσας κι έτσι θα αναδείξει και τα νοήματα, που χωρίς τον σωματικό διονυσιακό ρυθμό δεν θα γίνουν ποτέ απολλώνια. Μπορεί οι «ομιλούσες κεφαλές» να είναι καλές για την επιστήμη των Μαθηματικών (αν κι ούτε αυτό πιστεύω), όμως, αγαπητοί συνάδελφοι, ας εγκαταλείψουμε το προληπτικό κατηγορούμενο των προτομών μας κι ας ξαναγίνουμε ζωντανοί άνθρωποι με τις αρμονικές διακυμάνσεις και τις αντιφάσεις μας. Άλλως πως, δεν θα ήθελα να ακούσω ξανά για ποιητές και ποιήματα. Οι δοκιμιογράφοι και οι πανεπιστημιακοί καθηγητές είναι απείρως προτιμότεροι, γιατί αυτή τουλάχιστον έχουν έναν μπούσουλα, τεχνική και κανόνες και δεν μας φτύνουν κατάμουτρα με νηπιακή αναίδεια τη δοκησισοφία τους.
Η Σουηδική Ακαδημία διάλεξε να βραβεύσει με την υψίστη λογοτεχνική παγκόσμια διάκριση έναν τραγουδοποιό, απόγονοι των παλαιών τροβαδούρων, απλώς και μόνον – κατά τη γνώμη μου – για να μας δώσει ένα ηχηρό μήνυμα: να πάψουμε να μωρολογούμε παραθέτοντας διανοουμενίστικες ανοησίες νομίζοντας πως γράφουμε ποίηση χωρίς καν να στιχουργούμε. Τις τελευταίες δεκαετίες νομίζει ο κόσμος πως η ποίηση είναι ένα εύκολο πράγμα που μπορεί να γράψει ο κάθε εις και η πάσα μία. Ακόμα όμως κι αν ο Ρίτσος στο «Καπνισμένο τσουκάλι» ευαγγελίζεται κάτι τέτοιο, ακόμα δεν έχει επιτευχθεί, γιατί «η γυναίκα που καθαρίζει φρέσκα φασολάκια στην δροσερήν αυλόπορτα» χρησιμοποιεί ακόμα τα νί και το δίγαμα όταν μιλάει, τσακώνεται, ερωτεύεται, θυμώνει… ειδικά όταν δεν έχει περάσει από πανεπιστημιακά θρανία κι έδρανα, τότε ενδέχεται να πλάθει καθημερινώς μια ποίηση απείρως ανωτέρα των τυπωμένων πονημάτων κάποιων ματαιοκαμάτων. Κι εδώ σταματώ. Ο λόγος σ’ εσάς…

Κωνσταντίνος Μπούρας
Επανεκδίδεται και παρουσιάζεται η «Σημειωτική του ολικού θεατρικού λόγου» της Μαρίκας Θωμαδάκη

Αυτή την Παρασκευή, 30– 3 – 2018, θα πραγματοποιηθεί παρουσίαση του βιβλίου «Σημειωτική του ολικού θεατρικού λόγου» της Μαρίκας Θωμαδάκη, Καθηγήτριας θεωρίας και σημειολογίας του θεάτρου, τ. Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η θεμελιώδης μελέτη επανεκδίδεται και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Liberal Books.
Χαιρετισμό θα απευθύνουν ο Δημήτρης Ι. Καραμβάλης, δοκιμιογράφος, και ο Κωνσταντίνος Μπούρας, λογοτέχνης.
Για το βιβλίο θα μιλήσει η Δρ. Ελένη Γκίνη, διδάσκουσα θεωρίας του θεάτρου στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου.
Αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσει η ποιήτρια Μαριάννα Ι. Βλάχου – Καραμβάλη.
Χώρος: Νομική Σχολή, αίθουσα Β Μαθηματικών
(είσοδος από την οδό Σόλωνος)
Ώρα: 19.00 – 21.00
Είσοδος ελεύθερη
Απόψε, Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018, στις 8μμ στο ΦΙΛΙΟΝ θα διαβάσουμε από ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ 2016

ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης κι εγώ ανθολογήσαμε από τις ποιητικές συλλογές που κυκλοφόρησαν το 2016 τα ποιήματα των σημαντικών σύγχρονων φωνών:
Γιάννης Αγγελετόπουλος
Γιώργος Αγγελόπουλος
Κατερίνα Αγυιώτη
Μαρία Αθανασοπούλου
Δημήτρης Αθηνάκης
Ελένη Αλεξίου
Μαριγώ Αλεξοπούλου
Ζ. Δ. Αϊναλής
Αθανάσιος Αλεξανδρίδης
Βαγγέλης Αλεξόπουλος
Γιώργος Αλισάνογλου
Χρήστος Αναγνωστόπουλος
Γιώργος Ανδρέου
Ανδρέας Αντωνίου
Παναγιώτης Αρβανίτης
Πόπη Αρωνιάδα
Κατερίνα Ασημακοπούλου
Νάσος Βαγενάς
Ειρήνη Βακαλοπούλου
Γιώργος Βασιλείου
Φωτεινή Βασιλοπούλου
Μαρία Βαχλιώτη
Γιώργος Βέης
Γιώργος Γάββαρης
Λεωνίδας Γαλάζης
Παναγιώτης Γαλανόπουλος
Αλεξάνδρα Γαλανού
Τάσος Γαλάτης
Άντζελα Γεωργότα
Γιώργος Γεωργούσης
Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος
Σοφία Γιοβανόγλου
Πηνελόπη Γιώσα
Πόπη Γκερούση
Ελένη Γκίκα
Γιοβάννα
Σωτήρης Γουνελάς
Ανδρονίκη Γωγοπούλου
Δημήτρης Δερζέκος
Δημήτριος Δημητριάδης
Κική Δημουλά
Τζίμης Ευθυμίου
Γιώργος Ν. Ευσταθίου
Λένια Ζαφειροπούλου
Ιωάννης Π. Α. Ιωαννίδης
Παναγιώτης Ιωαννίδης
Ειρήνη Ιωαννίδου
Χάρης Ιωσήφ
Γιώργος Κακουλίδης
Λένα Καλλέργη
Σάββας Καράμπελας
Δήμητρα Κατιώνη
Aντιγόνη Κατσαδήμα
Αργυρώ Κεφάλα
Ηλίας Κεφάλας
Πατρίτσια Κολαΐτη
Μάγια Κολτσίδα
Αντώνης Α. Κολλιντζογιαννάκης
Βασιλική Κοντογιάννη
Έλσα Κορνέτη
Αγγελική Κορρέ
Ελένη Κοσμά
Μίμης Κούρτης
Βιβή Κοψιδά-Βρεττού
Χλόη Κουτσουμπέλη
Χρίστος Σ. Κρεμνιώτης
Πάνος Κυπαρίσσης
Νίκος Λαμπρόπουλος
Μάριος Λεβέντης
Νίκος Λεβέντης
Δημήτρης Λεοντζάκος
Ματίνα Μάμαλη
Λάνα Μανδύλα
Πάρις Ματαγός
Κώστας Μαρδάς
Χάρης Μελιτάς
Μάρκος Μέσκος
Μαριάνθη Ε. Μεσσήνη-
Μπούρα
Μαργαρίτα Μηλιώνη
Πέτρος Μητρόπουλος
Μάριος Μιχαηλίδης
Νίκος Μοσχοβάκος
Κώστας Μπουρναζάκης
Άγης Μπράτσος
Χριστίνα Οικονομίδου
Κώστας Παπαγεωργίου
Γιώργος Α. Παπαδάκης
Μιχάλης Παπαδόπουλος
Ειρήνη Παραδεισανού
Δήμητρα Παυλάκου
Παύλος Δ. Πέζαρος
Αντρέας Πολυκάρπου
Βάλτερ Πούχνερ
Κώστας Θ. Ριζάκης
Σοφία Σακελαρίου
Βάγγιους Σιάνο
Ελένη Σιγαλού
Αγγελική Σιδηρά
Αντώνης Δ. Σκιαθάς
Γιάννης Σκληβανιώτης
Μαρία Σκουρολιάκου
Νίκος Σκούτας
Βασίλης Στάμος
Σταύρος Σταμπόγλης
Σταύρος Σταυρόπουλος
Γιάννης Δ. Στεφανάκις
Μαρία Στρίγκου
Γιάννης Στρούμπας
Στυλιανός Στυλιανού
Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου
Μιράντα Τερζοπούλου
Σπύρος Τζουβέλης
Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου
Μάξιμος Τρεκλίδης
Βασίλης Ν. Τριανταφυλλίδης
Σωτήρης Τριβιζάς
Αλήτις Τσαλαχούρη
Χρήστος Τσιάμης
Ιωάννης Τσιβουράκης
Δημήτρης Φύσσας
Κυριάκος Χαρίτος
Γεώργιος Χαριτωνίδης
Γιώργος Χριστοδουλίδης
Βαγγέλης Χρόνης


