ένα καινούργιο βιβλίο είναι πάντα ναός-νηώς (πλοίο) που ταξιδεύει σε αλλοδιαστασιακά χωροχρονικά ύδατα…
ειδικά όταν ανήκει σε μια ιρανικής καταγωγής Ακαδημαϊκό τής Σουηδίας,
την εκπληκτική ποιήτρια και μαχόμενο Άνθρωπο

Γιλά Μοσαέντ.
Αριστοτεχνικά ποιήματα σε εξαιρετική μετάφραση από την Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη
με πρόλογο τής ταπεινότητάς μου.

Αναζητείστε το από τις πάντα προσανατολισμένες στην καλή ποίηση του εξωτερικού τής χώρας μας
εκδόσεις Βακχικόν.
Poznan-Kalisz 2021
Για πέμπτη φορά στο Πόζναν για το Διεθνές Ποιητικό Συνέδριο με αγαπητούς συναδέλφους λογοτέχνες απ’ όλο τον κόσμο. Μείναμε εκεί κατενθιουσιασμένοι κι εκστατικοί από τις 20 έως και τις 23 Οκτωβρίου.
Πήγαμε με την φίλη Πόπη Αρωνιάδα που τιμήθηκε με το βραβείο Νίκος Χατζηνικολάου, που το είχα πάρει κι εγώ το 2019. 
Εξαιρετική οικοδέσποινα η Danuta Bartosz. 
Φέτος συμμετείχαν εκτός Πόζναν οι:
Hassanal Abdullah, Konstantinos Bouras <kbouras8@gmail.com>, Popi Aroniada <aroniada.p@gmail.com>,
Dieter Krause, ‘dirk uwe becker, Leokadia k , kopecka vera, marwan makhoul, amiror10, Iryna Myronenko,
Теодозія Зарівна, svitlanabk1303, Anna Santoliquido, Agnieszka Laviolettee, nguyenchithuat, Marinos Stylianou (από Κύπρο).
Κορυφαίες στιγμές: στο Λύκειο του Πόζναν όπου φοίτησε η Μαρία Κιουρί,
στο Πανεπιστήμιο του Πόζναν,
στο Δημαρχείο του Πόζναν,
στο ιστορικό θέατρο του Kalisz,
στον καθεδρικό ναό του Kalisz όπου έπαιξαν ταυτόχρονα στο πιάνο ο Δρ Άρης Νικολάου Χατζηνικολάου και ο συνθέτης Νίκος Φυλακτός.

Ακόμα μία διεθνής διάκριση για την ταπεινή ποιητική μου

Award ceremony on october, the 29th 2021 [Start at 5.30 PM] in Rome, Palazzo Firenze*
(Piazza Firenze, Rome)
ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ
ΔΡΑΜΑΤΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ
«Ποιητικότητα και θεατρικότητα»
Από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
(ομιλία στην ημερίδα της ΕΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΚΡΙΤΙΚΩΝ υπό την Αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, που έλαβε χώρα την Κυριακή 10 Οκρωβρίου 2021, στο ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΑΘΜΟΣ).
Αμφότεροι οι όροι «ποιητικότητα» και «θεατρικότητα» χρήζουν διευκρινίσεως, αν όχι και αναλυτικού ορισμού, κάτι ανέφικτο για την ώρα, όσο κι αν αναζητήσουμε σωτηρία στο Διαδίκτυο:
α. ποιητικότητα:
β. θεατρικότητα:
http://legacy.cup.gr/Files/files/chapters/chaniotis_ch1.pdf
http://ikee.lib.auth.gr/record/285119/files/GRI-2016-17453
http://politropi.greek-language.gr/keimeno/orismoi-theatro/
Το σίγουρο είναι πως στην μετανεωτερική εποχή και μετά την μεταμοντέρνα αποδόμηση των πάντων και την διαπίδυση των ειδών, ένα ανομοιογενές, άνισο κι ανομοιόμορφο αμάλγαμα δημιουργήθηκε με αποτέλεσμα να μην έχουν νόημα πλέον όρια και περιορισμοί, διαχωρισμοί και διακρίσεις του τύπου: πεζογραφία-ποίηση, μυθιστόρημα-σενάριο-θεατρική μεταφορά, αφού σε όλα αυτά κυριαρχεί και η δραματικότητα και η προφορικότητα (καλώς ή κακώς εννοουμένη).
Όλοι μονολογούν, πλαγίως, ευθέως, παραλλήλως, διαδοχικώς. Σε αυτή την παραληρηματική διάσταση του τυπωμένου και του εκφωνούμενου λόγου, δεν τίθενται πλέον θέμα ορισμών, αφού οι όποιες διαφοροποιητικές συνιστώσες είναι δευτερεύουσες και ποτέ ουσιαστικές.
Συνήθως, όταν αναλύουμε τα «κείμενα» επιχειρούμε σε τρία πεδία: θεματολογία, υφολογία-αισθητική, ρυθμολογία. Με άλλα λόγια: περιεχόμενο, μορφή, ρυθμός.
Ο ρυθμός συνέχει τα πάντα, ακόμα κι όταν δεν είναι αναγνωρίσιμος, όταν είναι ρηχός ή τετριμμένος, ειδικά όταν είναι καθημερινός και πολύμορφος. Το θέμα είναι ότι σύμφωνα με τις νευροεπιστήμες, ο ανθρώπινος εγκέφαλος αναγνωρίζει οικείες δομές, αφού δεν έχει πάντα ικανό χρόνο να δημιουργήσει καινούργιες συνάψεις (συνειρμικές ή μη) προκειμένου να αρχειοθετήσει, να αποκαταστήσει και να «ανά-γνωρίσει» το καινούργιο, το καινοφανές, το πρωτότυπο, το πρωτοποριακό.
Έτσι υπάρχει κάποιου είδους χρονοκαθυστέρηση: μελετούμε ακόμα την λογοτεχνική γενιά του 1930 ενώ πλησιάζουμε το 2030 και ξέρουμε σχεδόν τα πάντα για την γενιά του 1970, ενώ οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της, όσοι ζουν ακόμα, ερωτοτροπούν με την άνοια, ή με την επιλεκτική κρυπτομνησία.
Ο λόγος που χρησιμοποιώ προκλητικές διατυπώσεις (τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό μου λόγο) είναι γιατί έτσι διεγείρεται το ενδιαφέρον του ακροατή/αναγνώστη, οξύνονται οι αντιληπτικές του δυνατότητες και οι όποιες νευρωνικές διαδικασίες επιταχύνονται. Η «αντίθεσις», το οξύμωρο, η ανατροπή, το απρόβλεπτο, το αναπάντεχο, το «παράλογο», το σουρεαλιστικό, το απίθανο, η τερατολογία (καθώς και οι ασχυλικές «τερατείες»), η επιστράτευση φανταστικών όντων… όλ’ αυτά συμβάλλουν ακτινωτά ή μεμονωμένα στην απελπισμένη προσπάθεια των μηνυμάτων-σπερματοζωαρίων να εισέλθουν στην «μικρή περιοχή» του νοητικού γηπέδου και να το γονιμοποιήσουν.
Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η συνδημιουργική ιδιότητα του «επαρκούς αναγνώστη» και του μυημένου ακροατή είναι συστατικό κι αναπόσπαστο στοιχείο της όλης «θεατρικής» διαδικασίας, είτε είναι «σκηνική» (πραγματωμένη στον ίδιο χώρο και χρόνο), είτε «ραδιοφωνική» (ίδιος χρόνος, διαφορετικοί και απροσδιόριστοι χώροι), είτε διαδικτυακή – τηλεοπτική – βιντεοσκοπική (σύγχρονη ή ασύγχρονη).
Όταν επιχειρήσουμε να βιντεοσκοπήσουμε/κινηματογραφήσουμε μια ζωντανή παράσταση (με ή χωρίς θεατές, αλλά πάντα με το κοινό των τεχνικών), προσφιλής τεχνική στους μήνες της καραντίνας, αποτυγχάνουμε να μεταδώσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά του όλου θεάματος, γιατί προς τούτο θα απαιτηθούν: ικανός αριθμός καμερών, αισθητήρων (αδύνατον να μεταδοθεί η οσμή και η γεύση). Ταυτοχρόνως, όταν ο ηθοποιός/συντελεστής/συνδημιουργός ξέρει ότι καταγράφεται σε ένα μόνιμο κι ανεξίτηλο εν πολλοίς μέσον «ερμηνεύει» διαφορετικά (αυτό λέγεται στην θεωρία του θεάτρου «στούντιο εφέ»). Ακόμα όμως κι αν επιτύχουμε μία ομοιομορφία δια της αδιαφόρου ισορροπίας που διδασκόμασταν στη Φυσική, πάλι κάτι λείπει που διαφοροποιείται κάθε φορά και καθιστά ΚΑΘΕ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΗ: η συμμετοχή του κοινού (πολλές φορές και με τις απλές, ατομικές ή ομαδικές αλλαγές του ρυθμού τις αναπνοής του, με τον ιδρώτα, τον βήχα, το φτάρνισμα, το γέλιο, το κλάμα, το χειροκρότημα, το θεατρικό σκάνδαλο ή και με άλλες, περισσότερο εκλεπτυσμένες αντιδράσεις του).
Μιλάμε πάντα για δομημένα θεάματα και αποφεύγουμε γενικεύσεις τού είδους: «όλα είναι ποίηση», «όλα είναι θέατρο».
Όχι, δεν είναι όλα ποιητικά μήτε θεατρικά, όπως κάθε πέτρα και κάθε βότσαλο δεν είναι γλυπτό, αλλά ενδεχόμενη πρώτη ύλη για έναν μελλοντικό υποτιθέμενο ή εκδηλωμένο γλύπτη.
Ο μεσαιωνικός εξομολόγος έδωσε την θέση του στον ψυχαναλυτή και σε περιπτώσεις ένδειας στην κουφή κατάκοιτη γιαγιά μας, στον ασθενή που ευρίσκεται ατυχώς σε κωματώδη κατάσταση, ή στην χειρότερη, στη χειρίστη περίπτωση σε έναν «συνομιλητή» που ακούει μόνον τις δικές του σκέψεις και κάνει δουλειές την ώρα που νομίζουμε πως συνδιαλεγόμαστε στο κινητό τηλέφωνο (ασύρματο ή ανοικτή ακρόαση, κατά προτίμησιν).
Όχι, δεν είναι όλα τα βιβλία που λαμβάνουμε ποιητικά, μήτε καν λογοτεχνικά, δεν είναι όλα τα θεατρικά έργα ευεπίφορα σε σκηνικό ανέβασμα και δεν είναι όλοι οι διηγηματογράφοι ή μυθιστοριογράφοι τυχεροί σαν τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό, τον Τσέχωφ ή τον Ντοστογιέφσκι να κάνουν θεατρική καριέρα εν αγνοία τους και χωρίς την ανάλογη πρόθεση.
Λαμβάνουμε συχνά με το ταχυδρομείο συλλογές ποιημάτων, διηγημάτων (η μικρή φόρμα έχει πάρει τα πάνω της λόγω των συντόμων αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης). Ανθούν τα εργαστήρια, τα σεμινάρια, οι σχολές δημιουργικής γραφής. Όμως δεν γίνεσαι συγγραφέας στα εβδομήντα σου με το εφάπαξ και την εθελουσία. Όχι πάντα. Δεν αρκούν τα πτυχία. Μπορείς όμως να συμμετάσχεις σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς (εγχώριους και διεθνείς) και να διακριθείς. Όταν μαζέψεις πάνω από τρεις (διάσπαρτες) επιβραβεύσεις της γραφής σου μπορείς να αρχίσεις να ανησυχείς μήπως έγινες …συγγραφέας, στις πέντε σιγουρεύεσαι, στις επτά δεν μπορείς να έχεις αμφιβολία, στις δέκα δεν δέχεσαι αντίρρηση (μα πάντα θα υπάρχει) και… τελικά… «ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνσιν από το νεκροταφείο/αποτεφρωτήριο». Γιατί ο τελικός Κριτής είναι ο αδέκαστος (απώτερος, απώτατος) Χρόνος, όταν δεν θα είμαστε πλέον εδώ για να δούμε τα χαΐρια μας και τις προκοπές μας ή …τα χάλια μας. Καλύτερα ας αγοράζαμε χαλιά, αντί να κόβουμε τα δεντράκια, να τα κάνουμε χαρτοπολτό για να τυπώνουμε τα φληναφήματά μας. Ακόμα και τα ηλεκτρόνια στο σύμπαν δεν είναι άπειρα αλλά πεπερασμένα. Η ανθρώπινη ανοησία/μωροφιλολοξία/ματαιοδοξία όμως δεν έχει όρια.
Καλόν είναι να διαγωνιζόμαστε χωρίς να διαγκωνιζόμαστε. Και για να ξαναγυρίσουμε στο θέμα μας, μετά τον λεγόμενο «ελεύθερο στίχο», που μόνον ελεύθερος δεν είναι, αφού πρέπει να έχει ρυθμό, έστω και μη αναγνωρίσιμο, εσωτερικό, μετά την λεγόμενη «αποδόμηση» και μετά την λεγόμενη παγκοσμιοποιημένη δημοκρατία του διαδικτύου η «Κοινωνία της Αφθονίας» μετατράπηκε σε μεταηλεκτρονική «Κοινωνία της Πληροφορίας» και το κρυπτονόμισμα του μέλλοντος με την μεγαλύτερη αξία θα είναι η Γνώση που δεν είναι συνώνυμη των γνώσεων, αν και ενίοτε τις προϋποθέτει.
Η ποίηση του μέλλοντος θα είναι διαδραστική.
Το θέατρο του μέλλοντος θα είναι διαδραστικό. Αλλιώτικα δεν θα επιβιώσει.
Η ποίηση και το θέατρο του μέλλοντος θα ενσωματώνουν και θα αξιοποιούν τις νέες τεχνολογίες.
Η ποίηση και το θέατρο του μέλλοντος θα παρακινούν και θα συνδεσμεύουν τον θεατή/αναγνώστη/ακροατή. Αλλιώτικα δεν θα αντέξουν τον ανταγωνισμό του Διαδικτύου.
Η ποίηση, το θέατρο και οι Τέχνες όλες θα ενοποιηθούν σε ένα καινούργιο κι απόλυτα δημοκρατικό «Ολικό Καλλιτέχνημα» (Gesamtkunstwerk), ακολουθώντας την ολιστική θεώρηση του Ανθρώπου κατ’ αρχήν και του Κόσμου δευτερευόντως.
Η απόλυτη εξειδίκευση που εντάθηκε από την πρώτη προς την δεύτερη και προς την βιομηχανική επανάσταση θα καταστεί περιττή, οχληρή, επικίνδυνη και μη λειτουργική μετά την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, όπου η Ρομποτική θα έχει ήδη αντικαταστήσει την χειρωνακτική αλλά και μεγάλο μέρος της νοητικής μηχανιστικής απασχόλησης του ανθρώπου.
Τα ρομπότ θα θυμούνται, θα ανακαλούν, θα αξιοποιούν και θα διαχειρίζονται υλικά και πληροφορίες με έναν τρόπο που κανένας Homo Sapiens σήμερα δεν μπορεί. Όχι με αυτή την ταχύτητα.
Και μέχρι να εμφανιστεί ο μεταλλαγμένος ή μετεξελιγμένος Homo Interneticus, τα πράγματα θα προχωρούν με τους συνήθεις αγχωτικούς τρόπους, θα ζούμε πάντα σε μεταβατικές και κρίσιμες εποχές, όμως η ποίηση καλά κρατεί και το θέατρο επιβιώνει ακόμα και σε ακραίες πολεμικές συνθήκες, σε αποφράδες εποχές ελλείψεως στοιχειωδών ζωτικών αγαθών (ειδικά τότε – όπως έγινε στην πανδημία, στρεφόμαστε προς την ποίηση και το θέατρο προκειμένου να πούμε τα τελευταία μας λόγια ή για να βρούμε λύσεις στα πρακτικά, καθημερινά προβλήματα που σχετίζονται με την επιβίωσή μας, ως άτομα, ομάδες και ως είδος εν τέλει).
Αυτό που συνδέει την ποιητικότητα και την θεατρικότητα στην μετανεωτερική εποχή μας είναι η ανάγκη της επικοινωνίας, της έκφρασης των μύχιων, των ιερών, των μυστηρίων της ψυχής μας και της συμπαντικής πανανθρώπινης ψυχής.
Ως εκ τούτου ουδείς φόβος, ουδεμία αγωνία για την εξαφάνισή τους. Όσο υπάρχουν άνθρωποι… Ακόμα κι αν όλοι μαζί «ξυπνήσουμε ανάμεσα στους νεκρούς».
«Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια», οι άνθρωποι όχι. Τραγουδούν, ερμηνεύουν, υποδύονται και υποκρίνονται μέχρι τελικής …επί-πτώσεως.

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας
ΈΝΑ ΘΑΥΜΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΘΕΑΤΡΙΚΟ
Το κάλεσμα του Προμηθέα – 1821
Χριστόφορος Χριστοφής

Στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
Για τρεις μόνον παραστάσεις
Διθυραμβική κριτική από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Η μετανεωτερικότητα συναντάει το «μεγάλο θέατρο» (μεταφορικώς και κυριολεκτικώς).
Όπως με το «μεγάλο μυθιστόρημα» του δέκατου ένατου αιώνα, που σήμερα το υπηρετούν λίγοι και άριστοι λογοτέχνες ανά τον κόσμο, έτσι και το θέατρο υπέστη καθοριστικής σημασίας πλήγματα από τις τέσσερις βιομηχανικές επαναστάσεις που μετράμε από τώρα, από τους ολοένα κι επιταχυνόμενους ρυθμούς μεταδόσεις της Πληροφορίας (ήχου & εικόνα), από τις ολοένα κι αυξανόμενες απαιτήσεις (σε φρενιτικούς ρυθμούς) των χρηστών (και αλκοολικών) του Διαδικτύου.
Έτσι, εκτός από το απαραίτητο πλέον video–art στο «βάθος» της σκηνικής δράσης, περιμένουμε πλέον γρήγορη εναλλαγή των σκηνών, ελλειπτικό λόγο, ταχέως εναλλασσόμενες εικόνες.
Ο Χριστόφορος Χριστοφής έστησε μια αριστουργηματική παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (δυστυχώς μόνον για τρεις μέρες – πρόλαβε να κόψει όμως δύο χιλιάδες, ναι, 2.000 εισιτήρια)… μία παράσταση βασισμένη στο συμβολικό, μεταφυσικό, μεταμοντέρνο έργο του «Το κάλεσμα του Προμηθέα» που συμπεριλαμβάνεται στον δεύτερο τόμο των θεατρικών απάντων του («Ευριπίδης Μαινόμενος», εκδόσεις Νίκας, https://grafei.wordpress.com/2021/06/29/%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%83-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%B7%CF%83-%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%B9%CE%B4%CE%B7%CF%83-%CE%BC%CE%B1%CE%B9/).
Όμως, εκτός από τον εμβληματικό λόγο και τα βαθυστόχαστα νοήματα, εδώ είχαμε τη συμβολή όλων των Τεχνών και την καθοριστικής σημασίας συνδημιουργικότητα διασήμων και τελείων καλλιτεχνών, ΑΡΙΣΤΟΤΕΧΝΩΝ ΣΤΟ ΕΙΔΟΣ ΤΟΥΣ, ο κάθε ένας και η κάθε μία.
Και ξεκινώ με την απαρίθμηση όλων των συντελεστών αυτής της καταπληκτικής, μοναδικής κι ανεπανάληπτης παράστασης:
Κείμενο – Σκηνοθεσία
Χριστόφορος Χριστοφής
Μουσική σύνθεση – Διεύθυνση ορχήστρας
Νίκος Ξανθούλης
Χορογραφία
Έρση Πήττα
Σκηνικά
Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Κοστούμια
Εριέττα Βορδώνη
Σχεδιασμός φωτισμού
Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Σχεδιασμός ήχου
Βαγγέλης Κουλούρης
Βιντεοπροβολές
Χρήστος Μαγγανάς
Βοηθοί σκηνοθέτη
Κωνσταντίνα Ψωμά, Μάνος Σπιταλάς
Διανομή (με σειρά εμφάνισης)
Γκαίτε: Γιώργος Χριστοδούλου
Μεφίστο: Στάθης Κόικας
Άγνωστος: Αλμπέρτο Φάις
Λόρδος Βύρων: Σπύρος Σταμούλης
Ξάνθος: Παναγιώτης Γεωργούλας
Καποδίστριας: Μάξιμος Μουμούρης
Στον ρόλο του Ναπολέοντα ο Δημήτρης Πιατάς
Χορεύουν (με αλφαβητική σειρά)
Ελισάβετ Δελακά, Δήμητρα Κόκκορη, Ασπασία Λαιμού
Βοηθητικοί ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά)
Αντώνης Βούλτσος
Θωμάς Θάνος
Ιωάννα Καλλιτσάντση
Φιλήμων Ορκόπουλος
Χαρούλα Παναγοπούλου
Θωμάς Σιδέρης
τραγούδι
Θεοδώρα Μπάκα
ΔΕΝ ΈΧΕΙ ΓΙΝΕΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΞΑΝΑΓΙΝΕΙ ΤΕΤΟΙΟ ΥΠΕΡΘΕΑΜΑ ΣΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΗΝΗ. Η ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΠΕΤΕΙΟΥ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΣΙΩΝ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΔΙΑΣΤΕΛΛΕΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΛΥΠΤΕΙ ΆΛΛΑ ΧΩΡΟΧΡΟΝΙΚΑ ΣΥΝΕΧΗ, ΓΙΝΕΤΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ, ΚΛΑΣΙΚΗ, ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΟΤΥΠΑ.
Ο ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΏΡΙΜΟΣ ΠΛΕΟΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ. ΤΑ ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΤΟΥ ΈΡΓΑ ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΑΥΤΟΤΕΛΩΣ ΩΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΗΔΟΝΗ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΖΕΤΑΙ ΑΠΛΩΣ ΕΔΩ, ΣΤΗΝ ΣΚΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟΦΥΗ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΓΛΩΣΣΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΛΩΣΣΙΚΩΝ ΚΩΔΙΚΩΝ ΜΕ ΈΝΑΝ ΤΡΟΠΟ ΌΧΙ ΑΠΛΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ, ΑΛΛΑ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟ, αφού η πρωτότυπη μουσική (ζωντανή ορχήστρα), ο χορός, τα εναλλασσόμενα σκηνικά, η χρήση και αξιοποίηση σκηνικών μηχανών που μόνον σε κλασικές παραστάσεις όπερας έχουμε συνηθίσει, σε συνδυασμό με τις περιγραφικές (κι άλλοτε αφαιρετικές) βιντεοπροβολές, που δεν λειτουργούν απλώς ως «χαλί» ή ως συμπλήρωμα του σκηνικού, αλλά είναι αυθύπαρκτες, διδάσκουν αυτοτελώς ύφος και ήθος.
Η όλη αισθητική αυτού του υπερθεάματος συνάδει με τον αισθητισμό, τον εκλεκτικισμό και τον επικούρειο υπερθεματισμό του πασιφανούς από το ουσιώδες ρευστό μιας ηρακλείτειας ποιητικής παράδοσης, έτσι όπως θεωρητικοποιήθηκε και οριστικοποιήθηκε από Πλάτωνα κι Αριστοτέλη.
Εξηγούμαι: ο Χριστόφορος Χριστοφής είναι πιο κοντά (με αυτό το έργο του) στον Γερμανικό Ρομαντισμό, στο θυελλώδες ποιητικό και καλλιτεχνικό κίνημα Sturm und Drang, αλλά ρέπει και προς τον Κλασικισμό και προς τον Υπαρξισμό ίσοις όροις. Δεν είναι όμως μηδενιστής μήτε πεσσιμιστής. Η οργιαστική αντίληψη τής παγανιστικής Μεσογείου για την ηφαιστειώδη αντίληψη τής ζωής ως διαρκούς εναλλαγής και αστείρευτης πηγής πολλαπλών εκπλήξεων / εκρήξεων, υπερκεράζει την τελεολογία πρόσφατων σχετικά θρησκειών μονοθεϊστικού τύπου.
Η σκέψη του είναι Πυθαγόρεια και η πρακτική του ελληνική.
Η όποια μεταφυσική είναι διακριτική και υπονοουμένη. Τίποτα κραυγαλέο. Κανείς ήρωάς του δεν μπορεί να μας πείσει για κάτι απόλυτο. Όλα είναι σχετικά και ρευστά, όμως το μαγνητικό ρευστό που οι ορφικοί ονόμασαν «κοσμικό έρωτα» και όλα διαπνέονται από τον Πόθο για το Άλλο, το Έτερον, το Διαρκές και Αιώνιον, που δεν είναι όμως αναλλοίωτο και τείνει προς το άπειρον τής νοητικής Τελειότητος.
Ο Χριστόφορος Χριστοφής καταβάλλεται από την καθημερινή πραγματικότητα. Δεν την αντέχει. Μοιάζει σαν να μην είναι πλάσμα του κόσμου τούτου. Είναι υπέροχος κι αισθαντικός. Ευαίσθητη κεραία τού καιρού του, όπως όλοι οι ποιητές του θεάτρου οφείλουν να είναι. Γιατί το θέατρο είναι απείκασμα και κάτοπτρον των κοινωνικών μεταβολών, αλλαγών, μετασχηματισμών, ιριδισμών εις την επιφάνειαν πομφόλυγος τινός.
Ο λόγος του Χριστόφορου Χριστοφή δεν γίνεται ποτέ καθημερινός, απλός, μονοδιάστατος. Έτσι είναι και η αισθητική του. Το ύφος του μετρημένο, ισορροπεί μεταξύ των αντιθέτων με την δεξιοτεχνία των αναγεννησιακών jogulatores.
Είναι μοναδικός, μοναχικός, ιδιοφυής. Ανακαλύψτε τον, όπως οι δύο χιλιάδες θεατές του Μεγάρου.
ΑΥΤΗ Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΑΝΑΛΗΦΘΕΙ, ΣΥΝΤΟΜΑ, ΤΑΧΙΣΤΑ, για να προλάβουμε να την δούμε και να την ξαναδούμε, ΝΑ ΤΗΝ ΑΝΑΛΥΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΑΠΟΛΑΥΣΟΥΜΕ, ΝΑ ΤΗΝ ΑΠΑΘΑΝΑΤΙΣΟΥΜΕ στις ευαίσθητες ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΨΥΧΕΣ μας.
ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΤΟΥ ΜΕΓΑΡΟΥ, ΘΕΣΜΟΙ, ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟ ΘΕΑΤΡΟΦΙΛΟ ΚΟΙΝΟ, με ακούτε;
Μετά Λόγου Γνώσεως και Αγωνίας υπαρξιακής-καλλιτεχνικής,
Δρ. Κωνσταντίνος Μπούρας, Επισκέπτης Καθηγητής Θεατρικής Κριτικής στο ΕΚΠΑ
info:
https://www.megaron.gr/event/to-kalesma-tou-promithea-xristoforos-xristofis/
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ
Μέσα από το βλέμμα των Ελλήνων της Διασποράς, ένα μουσικό ιστορικό δράμα που αναφέρεται στο θέμα της εθνικής παλιγγενεσίας 1821-1827, μιας εποχής τόσο σημαντικής για τη διαμόρφωση νέων ιδεών. Από τους φοιτητές της εποχής, τους καλλιτέχνες, τους συγγραφείς, τους πολιτικούς και τους διπλωμάτες –με αναφορές στον Φιλικό Ξάνθο, τον πρίγκιπα Υψηλάντη, τον γάλλο ζωγράφο Ντελακρουά, τον γερμανό συγγραφέα Γκαίτε… τον Ναπολέοντα– μεταφερόμαστε στο ξεκίνημα της επανάστασης, στη σφαγή της Χίου, την πολιορκία του Μεσολογγίου, στο θάνατο του λόρδου Βύρωνα, μέχρι τη δολοφονία του Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Όλα τους πολύ σημαντικά γεγονότα, που υπήρξαν πηγή έμπνευσης του Ρομαντικού κινήματος και καθόρισαν, εν πολλοίς, την ευρωπαϊκή ιστορία γενικότερα.
Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ευχαριστεί την Εθνική Λυρική Σκηνή για την παραχώρηση κοστουμιών και το εργαστήριο παραδοσιακών φορεσιών “Ζωή Στέλιου” στο Μεσολόγγι για τ
Ειρήνη Αντωνάκη, Παναγιώτης Παπαϊωάννου… η οικογένειά μου
Λεύκωμα οικογενειακόν
Κρυπτομνησία
Μεταισθησία
Αναστεναγμός τού βράχου
Που έπεσε απ’ τ’ ουρανού
Τα βάθη
Μετεωρίτης ζοφερός
Απ’ τού πυρός τα πάθη
Λυτρωμένος
Λευτερωμένος
Από τη σάρκα που έγινε
Πυρκαγιά σβησμένα,
Βάλτος μουχλιασμένος
Υπερτροφικά τα νούφαρα
Κι οι γλυσίνες αγουρογερασμένες
Το αλέτρι αργό,
Το χωράφι ανόργωτο
Και τον νεκρό ζώνουνε φίδια
Σκελετός θράψαλα…
*
Νεοπαγανισμός
Εναντίον ορθοδοξίας,
Ανά, κατά, δια μετά παρά
Αντί, περί αμφί από υπό υπέρ…
Η μνήμη διατρέχει
Κρυφά μονοπάτια,
Μυστικά θεμελιωμένα
Στον πόνο
Που έγινε φόβος
Επ-ανά-λήψεως,
Αναλήψεως,
Αποσβέσεως.
*

Ειρήνη Αντωνάκη,
Το γελαστό χάος,
Η ευφρόσυνη χαρμολύπη
Ο αναπεταγμός τής ψυχής
Κάτω από τον πολικό αστέρα,
Η άνοδος προς το φως
Αρχετυπικά και τετριμμένη
Πορφυρωμένη
Από αίματα
Βυσσινάδας το «γλυκύπικρον
Αμάχανον όρπετον»…
*

Παναγιώτης Παπαϊωάννου:
Η αθωότητα τού παιδιού
Που επιμένει
Να φέρει τον κόσμο
Στην αστρική καταγωγή
Των πόθων
Πριν γίνουν πάθη
Και κυλάνε σαν νερό
Στην κοίτη τού Ηράκλειτου
Την φλεγομένη
Από αγάπη για τη ζωή,
Δίψα Δικαιοσύνης
*
Το κυπαρίσσι και το παιδί του
Στέκουν περήφανα
Σαν να ποζάρουνε
Για φωτογραφία αόρατη
Πλανόδιου ποετάστρου.
Ποίησις εν εξελίξει…
Παλαιό Πανεπιστήμιο

8 μι
Ύδωρ και μέλι
Υδρόμελι
Τής ζωής μας
Η μυρωδιά νυχτολούλουδου
Με γιασεμί
Συμ-φυλλιωμένη.
*
Γράφεις κάθε μέρα,
Σαν τον Ρίτσο,
Για ν’ ανασάνεις
Καθαρόν αιθέρα.
*
Ευσταλής σαν κυπαρίσσι.
Έτσι θα ήθελα να με θάψουν:
Όρθιον!!!
Θόλου 7, Πλάκα, 22/09/2021
Ως απάντησις… σε χτυπήματα ανόητα, απρόκλητα, ανεδαφικά, ανερμάτιστα, ανυπόστατα, ανήκουστα από ανάξιους ανθρωποειδείς… άφες αυτοίς αν και οίδασιν τι ποιούσιν…
Αστοί αστείοι και χωριάτες
(σαν παραπομπή στο Ανώτατο Δικαστήριο τού Άγραφου Συμπαντικού Νόμου…)
Θα προτιμούσα να έχω γεννηθεί σε ένα νεολιθικό χωριό χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και με άφθονα υδάτινα ρεύματα για να μπορώ να αφουγκράζομαι τις αναπνοές της Φύσης και τον αρχετυπικό Ρυθμό των κοσμικών δινών/δικών του Ηράκλειτου.
Η Δίκη-Νέμεσις πάντα μού παραστέκει κι εγώ σε αυτήν προστρέχω όταν της Ύλης πυρετός με καταβάλλει κι ο φθόνος ομοτέχνων/αλλοτέχνων…
Θα προτιμούσα να είχα γεννηθεί σε χωριό νεολιθικό, με άφθονα νερά, τρεχούμενα… Για να παρακολουθώ τις δίκες/δίνες τού Ηράκλειτου.

Αντ’ αυτού γεννήθηκα σε ένα εμπορικό λιμάνι περιτριγυρισμένος από αστούς εξαχρειωμένους, εξαθλιωμένους από τις προαιώνιες συναλλαγές. Η μόνη μου παρηγοριά ένας χείμαρρος που κατέβαζε λιωμένα χιόνια από τον Ταΰγετο. Τον κάλυψε αργότερα ο επιτυχημένος δήμαρχος για να σταθμεύουν τα οχήματά τους αστοί αστείοι, νεόπλουτοι από τα ζωντανά, από τα δικαστήρια, από τη ρίγανη, από τα ναρκωτικά και από τη μαστροπεία βεβαίως.
Θα ήθελα να είχα γεννηθεί στα σπήλαια, γιατί έτσι θα ένιωθα πιο κοντά στη Γη και θα γινόμουνα ίσως καλύτερος ποιητής.
Ας είναι. Μερικές φορές θαρρώ πως διέτρεξα μέσα σε έξι δεκαετίες ανυπολόγιστη απόσταση από τον homo sapiens στον homo interneticus…

Οι επικριτές μου μπορούν να μου καταλογίσουν τα πάντα. Ελεύθερα!!! Ένας-ένας, μία-μία, παιδιά, και μην σπρώχνεστε!!! Όλοι θα πάρετε. Είμαι προστατευμένος, καλυμμένος με καθρέφτες. Αντανακλώ, αντικατοπτρίζω την αρχοντοχωριατιά των δοκησισόφων/σοφολογιοτάτων (ανδρών τε) γυναικών, εκείνων ντε που έκανε ρεζίλι στην αιωνιότητα ο Μολιέρος..
Επιφυλάσσομαι για τα ανάλογα… μηδέποτε το μέτρο υπερβαίνων.

Κωνσταντίνος Μπούρας ταπεινός μεν, ατρόμητος δε.
Δημιουργική οργή…
Αρχαίο θέατρο, πλαστογραφίες, ελευθερίες και ελευθεριότητες παντός είδους…

Πρωτοδημοσιευμένο δοκίμιο από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΣΤΗΝ ΔΡ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΕΞΟΔΙΚΕΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΘΕΑΤΡΟΛΟΓΙΚΕΣ, ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΠΑΝΤΑ, ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΜΑΣ.
Όταν ο Ευγένιος Ο’Νηλ γράφει «Το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα», όταν ο Ζαν Ανούιγ γράφει την «Αντιγόνη» του και ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ τις «Μύγες» (Ερινύες), δεν διανοούνται να προτάξουν (και να καπηλευτούν) τα ονόματα των τριών αρχαίων τραγικών που διασώθηκαν και έφτασε κουτσουρεμένο και πολύ-αντιγεγραμμένο το έργο τους έως εμάς για να μπορούμε να το κακομεταχειριζόμαστε κατά το δοκούν.
Όταν ανεβάζουμε διασκευές των αρχαίων τραγωδιών ως αστικά δράματα, που δεν ταιριάζουν καθόλου με το κοίλον των αρχαίων θεάτρων, πρέπει να έχουμε την παρρησίαν και την τόλμην να μην χρησιμοποιούμε ως «κράχτη» (κατά το κοινώς λεγόμενον) τα ονόματα των: Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευριπίδη… γιατί έτσι κινδυνεύουμε να κατηγορηθούμε ότι «πουλάμε φύκια για μεταξωτές κορδέλες».
Εξ όσων γνωρίζω, η πλαστοπροσωπία καθ’ έξιν, κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν, με σκοπό το κέρδος (οικονομικό και ηθικό και αισθητικό) είναι ποινικό αδίκημα και (πρέπει να) τιμωρείται.
Τόσον ανεκτικοί γίναμε λοιπόν, τόσο παράνομοι, τόσο ψυχεδελικοί, έτσι ώστε να ανεβάζουμε ανοσιουργήματα δηλώνοντας (ανευθύνως) ψευδώς πως πρόκειται για σοβαρές απόπειρες ερμηνείας των αρχαίων δραμάτων; Ούτως ή άλλως ο όρος «αναβίωση του αρχαίου δράματος» έχει εγκαταλειφθεί προ πολλού.
Στην Αμερική για μία ψευδή υπεύθυνη δήλωση μπαίνεις φυλακή.
Στη Γαλλία μπορείς να μηνύσεις έναν σκηνοθέτη ή καλλιτεχνικό διευθυντή για βλάβη και προσβολή της αισθητικής σου.
Στην Ελλάδα, «μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δώσετε» και την Επίδαυρο σας χαρίζουμε και τα σάλια μας τρέχουνε και τα βρακιά μας ανεβοκατεβάζουμε προκειμένου να σταθούμε αντάξιοι στο ύψος του μολιερικού «Αρχοντοχωριάτη» και των «Σοφολογιωτάτων»… Ουδείς «Μισάνθρωπος». Έχουν μεταναστεύσει προ πολλού και κατά κύματα σε περισσότερον ευνομούμενες κοινωνίες.

Βεβαίως, έχω δει και στο Εθνικό Θέατρο του Ελσίνκι την Μήδεια ως μικροαστή νοικοκυρά να ψήνει τα παιδιά της στον φούρνο με πατάτες, αλλά σε κλειστό χώρο, σε σκηνή ιταλικού τύπου και στο όνομα του πειραματισμού που εισαγάγουμε στην Ελλάδα με χρονοκαθυστέρηση δύο ή τριών δεκαετιών (όπως τα χαλασμένα και άδεια χρηματοκιβώτια).
Φυσικά και οι αρχαίοι δραματικοί ποιητές αντέγραφαν τους προγόνους και τους συγχρόνους, ενέπνεαν τους απογόνους κι ελληνομαθείς αποδέκτες τους, για τον απλούστατο λόγο ότι κολυμπούσαν στα ίδια πολιτισμικά συμφραζόμενα και ανέπνεαν στην ίδια περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Σήμερα έχουμε χάσει ένα μεγάλο μέρος του μυθολογικού, του τελεστικού, του τελετουργικού, του μυστηριακού, του κοινωνιολογικού, του πολιτικού, του ιστορικού υποβάθρου της αρχαίας τραγωδίας. Μπορούμε και δικαιούμαστε να δηλώσουμε άγνοια…
Όμως, όταν ο κάθε ένας και η κάθε μία τυχάρπαστη, ημιμαθής, δοκησίσοφος, γνωμοδοτεί υπέρ του ενός και κατά του άλλου θεατρικού σχήματος, θα πρέπει κάποιος να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί, κάποια Αρχή να επιληφθεί, κάποιοι να τιμωρηθούν εν τέλει…
Αναπόφευκτα, θα εμπνεόμαστε εσαεί από το αρχαίο δράμα, ακριβώς όπως οι αρχαίοι «τρέφονταν με ψίχουλα από το τραπέζι του Ομήρου», καθώς εκείνος αρύει τα νάματά του από μια αρχαιότερη παράδοση και πατάει στο «Έπος του Γκίλγκαμες» από τα βάθη (της όχι και τόσο μακρινής) Μεσοποταμίας.
Αφού η διαπίδυση αυτή (όπως λέμε στην Χημεία) είναι αναπόφευκτη, ας επιληφθούν οι θεσμοί έτσι ώστε να μην βάζουμε το πρόσκαιρο ονοματάκι μας δίπλα στου Σοφοκλή, να μην κακοποιούμε τον Ευριπίδη, να μην απλοποιούμε τον μέγιστο Αισχύλο, να μην πηδάμε ό,τι δεν καταλαβαίνουμε, να μην στρουθοκαμηλίζουμε αντί να σκάβουμε στο Συλλογικό Ασυνείδητο.
Η εποχή του Διαδικτύου είναι και εποχή της ευκολίας. Ο όγκος και η ροή της συσσωρευμένης πληροφορίας δεν είναι ταυτόσημη με την Γνώση, αν δεν συνοδεύεται από κριτικό πνεύμα.
Ευτυχώς, υπάρχουν οι θεσμοί και λειτουργούν: η ακαδημαϊκή κοινότητα, τα πλούσιο λογοτεχνικό και δυναμικό του τόπου. Ας γίνει κάτι πριν αναγκαστούν και πάλι να πάρουν των ομματιών τους και να θριαμβεύσουν στην Αλλοδαπή γυρνώντας στην Ελλάδα ως …εισαγόμενοι. Μα τόση ξενομανία πια, τόσος επαρχιωτισμός, τόσα συμπλέγματα κατωτερότητας, τόσα παραφουσκωμένα εγώ, τόση υπεραναπλήρωση… πώς χωράνε σε αυτόν το στενόμακρο τόπο;
Η αρχή τραγωδία είναι ΚΑΙ λόγος, είναι πρωτίστως λόγος. Έτσι έφτασε έως εμάς, μερικώς ή ολικώς παραποιημένος από τους αλλόθρησκους. Αυτός δεν είναι λόγος όμως για να τα ακυρώνουμε αυτά τα κείμενα τελείως.
Ικανή και αναγκαία συνθήκη για να σταθούμε στο ύψος των προκλητικών, μεταβατικών και μεταιχμιακών καιρών μας είναι να αναμετρηθούμε με την αρχαία μας κληρονομιά χωρίς να την ξεπουλάμε, να την σπαταλάμε, να την κακομεταχειριζόμαστε.
Οι σύγχρονοι μεγάλοι ποιητές όλου του κόσμου μαθαίνουν αρχαία ελληνικά για να σκύψουν πάνω στα πρωτότυπα κείμενα κι εμείς, μοιραίοι και τραγικοί, γελοίοι κλόουν, τα ξεσκίζουμε και στολίζουμε με τα κουρέλια τους την περικεφαλαία μας;
Αστείοι αστοί είμεθα αν επιχειρούμε να σμικρύνουμε το αρχαίο δράμα στους τρεις τοίχους του μίζερου, πρόσκαιρου και συγχρονικού αστικού δράματος.
Θα μας ξεχάσουν, γιατί δεν σταθήκαμε στο ύψος των περιστάσεων και δεν βάλαμε το παλιό καλό κρασί σε μοσχομυριστά δρύινα βαρέλια, αλλά σε πλαστικά της μιας χρήσεως…
Τώρα όμως ποιος νοιάζεται για όλα αυτά με τα οποία θα ασχοληθεί η μακρινή Ιστορία; «Μετά την απομάκρυνσιν από το ταμείον ουδέν λάθος αναγνωρίζεται».
Και εις υγείαν των κορόϊδων! Ας πρόσεχαν. Δεν ήξεραν, δεν ρώταγαν. Ας διάβαζαν. Ας μελετούσαν καλύτερα το μάθημά τους. Ας έσκυβαν με αγάπη πάνω σε αυτή την πλούσια γλώσσα με την οποία διατυπώθηκαν ανεξίτηλα οι πρώτες μεγάλες ιδέες της γνωστής Ανθρωπότητας. Η ελληνική γλώσσα είναι τα ασημικά που ξεπουλάμε πρώτα. Όμως (για να παραφράσω την «Κοντέσα Βαλέραινα» του Ξενόπουλου), «όταν πέφτουν τα δαχτυλίδια ξεπέφτουν και τα δάχτυλα», παρεκτός κι αν ξέρουν, αν θέλουν, αν επιμένουν να καλλιεργούν την τέχνη του Λόγου με αυτοθυσία, με παρρησία, με αρετή, με ανιδιοτέλεια.
Είναι δύσκολο πράγμα η Ελευθερία. Η ελευθεριότητα, αντιθέτως, πουλιέται στα περίπτερα, πιο φτηνή κι από τα τσιγάρα…
Η Κρίση του Θεάτρου δεν είναι αποτέλεσμα της ανηθικότητας μερικών προσώπων. Τα πρόσωπα είναι σημάδια της ανεπάρκειας ορισμένων ιθυνόντων. Οι πολιτισμικοί (κι ενίοτε «πολιτιστικοί») οργανισμοί πρέπει να έχουν επικεφαλής, στυλίτες, μοναχούς, ερημίτες, σαν τον Άγιο Παπαδιαμάντη, τον Άγιο Καβάφη, τον Άγιο Νεκτάριο (απαξάπαντες παραγνωρισμένοι, παρεξηγημένοι και κυνηγημένοι στην εποχή τους). «Οι τα φαιά φορούντες» θα τα φορούν πάντα, γιατί κάθε άλλο χρώμα τους προσβάλλει, όπως η ωραιότητα του Κάσιου προκαλεί τα κατώτερα ένστικτα του χαμερπούς Ιάγου…

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας, Επισκέπτης Καθηγητής Θεατρικής Κριτικής στο ΕΚΠΑ
Ένας ποιητής στη Θάσο, έμπλεος μουσικότητος…
Γιατί υπάρχουν γνήσιοι πνευματικοί άνθρωποι σήμερα!!!
Άγγελος Ζαγοριανός: ένας αυθεντικός καλλιτέχνης, ποιητής πανελλήνιας απήχησης, με το δικό του Θασιώτικο κοινό, έλκει ακροατές και αναγνώστες ψαγμένους, που αναζητούν την ποιότητα σε ό,τι κι αν καταπιάνονται.

Και δεν πρόκειται περί τελειομανίας, τελειοθηρίας, αλλά για γήινους αγγέλους, που σκοό έχουν να ανεβάσουν την δόνηση του πλανήτη σε υψηλότερα επίπεδα, στην αγνότητα του πρωταρχικού αιθέρα.
Τον συνάντησα από κοντά και τον γνώρισα σε μια παράσταση στο ανοικτό θέατρο Κομοτηνής, φέτος το καλοκαίρι, τις μέρες που μαίνονταν 600 πυρκαγιές σε όλη την κατακαημένη Ελλάδα. Εκεί όμως λίγο πριν την ανεπανάληπτη ευωχία έβρεξε. Μια ψιλή, ευεργετική, ποτιστική βροχούλα, που απάλυνε τους τρόπους και γαλήνεψε τις ψυχές μας. Στο βάθος η θάλασσα λασποκίτρινη ξέβραζε φύκια και ναυάγια ιδεών.
Δεν μου αρέσουν οι μεγαλοστομίες, αλλά πώς να ξεχωρίσεις τους μέτριους από τους άριστους, τους αυθεντικούς από τους δήθεν, την ήρα από το σιτάρι. Δουλειά του κριτικού είναι να βλέπει πίσω και πέρα από τα πράγματα, στις ψυχές των ανθρώπων και να αφουγκράζεται τον βουβό πόνο των φυτών, των ζώων και των πετρωμάτων ακόμα, πνεύματα που ασφυκτιούν στο φριχτό μαγγανοπήγαδο τής Ύλης, εκεί όπου όλα είναι γοητευτικά κι ασταθή συνάμα. Οι μεγάλοι τραγικοί ποιητές ανέδειξαν στο έπακρο αυτή την πολύπλοκη απλότητα, την διαρκή σύγκρουση του εξελισσόμενου είναι με το πρωτεϊκό φαίνεσθαι, ιριδισμοί στην αενάως παλλομένη επιφάνειας της πομφόλυγος που είναι το τοπικό μας «σύμπαν».
Στους ατομικούς παραδείσους μας κλεισμένοι, στα ιδιωτικά σπήλαια, σε κανάλια και υδροφόρους ορίζοντες που ποτίζονται από την Τύχη και την Αναγκαιότητα, έχουμε μερικές φορές την τύχη, δοκιμάζουμε την ευχάριστη έκπληξη να συναντιόμαστε με ανθρώπους που σε κοιτάνε μέσα στα μάτια και μεταγγίζουν την ποίηση της ψυχής τους αφειδώλευτα, χωρίς υπολογισμούς και δεύτερες σκέψεις.
Εκεί αναγνωρίζεις την παραδείσια ανάμνηση των αγγέλων πριν την πτώση τους, την κατάσταση Αφθονίας που απολαμβάνουν οι χορτάτες ψυχές και τα φιλέρευνα πνεύματα. Εκεί αναθυμάσαι την Εστία και συγκινείσαι στην πιο βαθιά χορδή της ύπαρξης, εκείνη που πάλλεται μια φορά στα εκατό χρόνια. Και αν…
Τον άκουσα πρώτα να μιλάει, μετά να κοιτάει, μετά να ακούει τον σκηνοθέτη της βραδιάς παλαίμαχο καραγκιοζοπαίχτη Γιάννη Βουλτσίδη, τον άκουσα να παίζει μουσική σαν να συμμετέχει σε ιεροτελεστία και τέλος… διάβασα την ποίησή του, τους στίχους του, τις σκέψεις του για την σύγχρονη Τέχνη, για το ξεπούλημα και για τα τεχνητά αδιέξοδά της, ενώ εκεί έξω το κοινό διψάει για το αληθινό, όπως η κεκαυμένη γη για την ζωοποιό, ευεργετική βροχούλα.
Εκστασιάστηκα, ξετινάχτηκα, ξεβολεύτηκα από την αστική πολυάσχολη ραστώνη μου.
Μεταβλήθηκα αίφνης σε κάτι ελατό και όλκιμο (που λέγαμε στην «Αντοχή Υλικών» του Πολυτεχνείου).
Ανυπομονώ να πάω στη Θάσο να συμμετέχω στις μυστηριακές ποιητικές βραδιές… και δειλινά… και πρωίες του.
Τελικά, αρκεί ένας πνευματικός άνθρωπος για να στηρίξει ένα ολόκληρο νησί;
Σύγχρονοι άγιοι. Αναζητείστε τους. Για δικό σας όφελος. Εκείνοι δεν έχουν να χάσουν τίποτα. Τα έχουν αφιερώσει όλα στο Φως. Κι από το Φάος τρέφονται, ολιγαρκείς.
Όμως ευτυχείς εμείς που τους συναντήσαμε, ευλογημένη η εποχή που τους τροφοδοτεί με απελπισία. Αν δεν απελπιστείς δεν πηδάς στο κενό. Κι η Τέχνη θέλει αυτοθυσία, γενναιότητα, τόλμη προκειμένου να επιτευχθεί η πολυπόθητη υπέρβαση του Επιστητού κι η απελευθέρωση από την σκλαβιά τής Ύλης.
Κωνσταντίνος Μπούρας ταπεινώς έγραψεν.
Info:
https://sparmatseto.gr/2021/06/03/aggelos-zagorianos-melwdies-alliws/
Κυκλοφόρησε η καινούργια δουλειά του Άγγελου Ζαγοριανού με τίτλο, «ΜΕΛΩΔΙΕΣ ΑΛΛΙΩΣ»
από Αντώνιος Βαρβατσούλιας3 Ιουνίου 2021
Μέσα σ’ αυτό το μικρό δημιούργημα υπάρχουν κάποιες σκέψεις , λίγα ποιήματα, δύο δοκίμια, ένα παραμύθι μπλεγμένο με ιστορία, αποτυπώματα εικαστικών έργων, λόγια από τα δύο τραγούδια , παρτιτούρα από το τρίτο (καθότι ορχηστρικό), μερικές φωτογραφίες, έξι ελάχιστες ιστορίες, κι ένα δισκάκι με παλιά και καινούργια τραγούδια…
Σε μια απόπειρα να φανεί η συνάφεια και η επικοινωνία των τεχνών, συνυπάρχουν διαφορετικά είδη τέχνης όπως λόγος, ποίηση, εικαστικά, μουσική, τραγούδι, φωτο…
Κι όλα αυτά προσπαθώντας η οποιαδήποτε αντίθεση να μην δημιουργεί σύγκρουση, αλλά σύνθεση… Μια σύνθεση που ακουμπά στην έμπνευση, την δημιουργία, την ουσία και την αλληλοπεριχώρηση…
Ο Άγγελος Ζαγοριανός γεννήθηκε το 1958 στα Λιμενάρια της Θάσου.
- Το 1977 εισάγεται με υποτροφία στην Ανώτερη Σχολή Γραφικών και Διακοσμητικών Τεχνών Αθηνών, από όπου παίρνει πτυχίο το 1981.
- Το 1977 γράφεται στο «Ελληνικό Ωδείο Περιστερίου» και εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Αφορμές».
- Από το 1984 εγκαθίσταται οριστικά στη Θάσο και αρχίζει τη μελέτη και τη καταγραφή της Θασίτικης μουσικής παράδοσης.
- Το 1985 ιδρύει στα Λιμενάρια Μουσική Σχολή με επίκεντρο το ελληνικό τραγούδι.
- Το 1991 πρωτοστατεί για την ίδρυση μουσικής ομάδας – χορωδίας ενηλίκων, στα πλαίσια του Πολιτιστικού Συλλόγου Λιμεναρίων Θάσου, «Το Κάστρο».
- Το 1997 εκλέγεται πρόεδρος στο «Μουσικό Εργαστήρι Θάσου».
- Το 1999 εκδίδει τη ποιητική συλλογή «Εν Λιμεναρίοις».
- Από το 2004 είναι γραμμένος στο μητρώο εκπαιδευτών του Ε.ΚΕ.ΠΙΣ. και διδάσκει παραδοσιακά μουσικά όργανα.
- Το 2009 ολοκληρώνει τον πρώτο του δίσκο με τίτλο «ΕΝ ΑΙΘΡΙΑ».
- Το 2010 παρουσιάζει το δίσκο «ΓΙΑ ΜΙΚΡΟΥΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥΣ με αγάπη από τη Θάσο».
- Το 2011 εκδίδει την τρίτη του ποιητική συλλογή «ΕΝΤΡΟΠΙΑ». Το 2011 διοργανώνει και παρουσιάζει έκθεση με πρωτότυπες κατασκευές έργων του, εικαστικού περιεχομένου. Το 2012 συμμετέχει στη «Θεατρική Σκηνή Λιμεναρίων»
- Από το 2013 αποτελεί ιδρυτικό μέλος του Θεατρικού Αναλόγιου Θάσου».
- Το 2014 εκδίδει το βιβλίο «Από θέμα σε θέμα».
- Το 2018 εκδίδει την ποιητική του συλλογή «ΑΝΑΦΑΝΔΟΝ».
- Οι εκπομπές του για το ελληνικό τραγούδι στην Ε.Ρ.Α. Καβάλας, έχουν μεταδοθεί σε πανελλήνια εμβέλεια. Έχει διοργανώσει μέχρι σήμερα, πάνω από 500 συναυλίες και πλήθος πολιτιστικών εκδηλώσεων, ενώ παρουσιάζει σε σχολεία και συλλόγους, αρχαία και παραδοσιακά ελληνικά μουσικά όργανα.
- Ζει μόνιμα στα Λιμενάρια, όπου συνεχίζει να διδάσκει, να γράφει και να συνθέτει.
