ΦΑΙΔΡΑ …a la Racine
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Από τα μεταπτυχιακά φοιτητικά μου χρόνια στη Νέα Σορβόννη δεν θα λησμονήσω την υποδοχή με τις …λεμονόκουπες της «Φαίδρας» του Ρακίνα από μια τάξη γαλλικού σχολείου που πήγε να παρακολουθήσει ένα κλασικό ανέβασμα της «τραγωδίας» στην Κομεντί Φρανσαίζ. Τα παιδάκια κάθε που έσβηναν τα φώτα έκαναν καζούρα, με το που άναβαν έκαναν τις παναγίες, η πρωταγωνίστρια έπαθε νευρική κρίση κι εγκατέλειψε τη σκηνή κι ένας γιγαντιαίων διαστάσεων ηθοποιός τα έβαλε με το κοινό για την αγένειά του. Τελικά, είναι μουσειακό είδος αυτά τα φλύαρα (για τις ανάγκες της ταχείας σύγχρονης εποχής μας) έργα; Αποτελούν αντικείμενο μελέτης θεατρολόγων και πάσης φύσεως ερευνητών; Γιατί να μας ενδιαφέρουν σήμερα, όταν έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε τον ευριπίδειο «Ιππόλυτο» ή έστω την κινηματογραφική Φαίδρα με τη Μελίνα στην αθάνατη μουσική του Θεοδωράκη;
Με αυτές τις σκέψεις κατά νου, πήγαν μάλλον απρόθυμα – για να είμαι ειλικρινής, που πάντα είμαι – να δω την παράσταση στο beton 7 στον Βοτανικό. Δεν είχα διαβάσει τίποτα από πριν, για να μην επηρεαστώ. Όμως το (συμπτωματικά) ομοιόμορφα ντυμένο κοινό με τις πρωταγωνίστριες, μια μαχητική θεωρητική ατμόσφαιρα που ευωδίαζε …Σύριζα κι οι ευνοϊκές κουβέντες που έδιναν κι έπαιρναν πριν το τρίτο κουδούνι, με επηρέασαν μάλλον θετικά.
Όταν άρχισε η παράσταση, αμέσως κατάλαβα ότι θα δω κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Τα λιτά σκηνικά, οι διαχρονικές ενδυμασίες, ο χαμηλός τόνος, ο διακριτικός φωτισμός και η εκφορά ενός μάλλον δύσπλαστου κειμένου με την αληθοφάνεια της καθημερινής ανθρώπινης λαλιάς με βύθισαν σε έναν βαθύ θεατρικό και φιλοσοφικό διαλογισμό. Οι δραματικές εντάσεις αποδόθηκαν τέλεια από τις δύο ηθοποιούς. Η διαδραστική επαφή με το κοινό με εξέπληξε ευχάριστα. Η αιώνια αντιπαλότητα ηλίου-σελήνης, αρσενικού-θηλυκού, μέρας-νύχτας, ειλικρίνειας-κολακείας, αφοσίωσης-παρασιτισμού, γνησιότητας-πλαστότητας, αλήθειας-ψεύδους δόθηκαν με τόση ενάργεια από σκηνοθέτη και ηθοποιούς, που κανένα από τα σύγχρονα δραματοποιημένα ή δραματικά έργα που παρακολούθησα εσχάτως δεν έπιαναν τόσο πολλά και τόσο βαθιά υπαρξιακά ανθρώπινα προβλήματα.
Βεβαίως, η μεταδραματική χρήση του κειμένου, η αντιμετώπισή του ως υλικός παράστασης κι ο εμβόλιμος μεταμοντέρος σχολιασμός του, φυσικά και υπήρξαν – πώς αλλιώς θα εντασσόταν η παράσταση στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα; – όμως δεν αλλοίωσαν σχεδόν καθόλου το γράμμα και το θέμα του έργου, αντιθέτως λειτούργησαν ως ιντερμέδιο που αποφορτίζει συναισθηματικώς τον θεατή. Σωστή αναλογία, μέτρο, είναι η ένδειξη του καλόγουστου σοφού από τον άκριτο αποδομητή των πάντων. Αυτό το μέτρο είναι που λείπει από τα τωρινά θεατρικά μας πράγματα. Κι όπου το βρίσκω – ή νομίζω ότι το βρίσκω – οφείλω να το εντοπίζω και να το επαινώ. Αυτή άλλωστε δεν είναι η δουλειά του θεατρικού κριτικού: βλέπω-διακρίνω-ξεδιαλέγω-επισημαίνω-προτείνω;
Τελικά, μπορούμε να επανερχόμεθα και σε σκονισμένα από τον Χρόνο κείμενα, με τιμιότητα, ευθύτητα, επάρκεια, μελέτη, συστηματικότητα, εργατικότητα, δημιουργικότητα.
Το εύγε ανήκει σε όλους τους συντελεστές.
Πληροφορίες για την παράσταση:
Φεστιβάλ Θεατρικές Συνθέσεις ΙV: Πολύ αργά, Φαίδρα
Hμερομηνίες: 3, 4, 10, 11, 17, 18, 25 Δεκεμβρίου 2014 & 1 Ιανουαρίου 2015
Ώρα: 21:00
Διάρκεια: 65 λεπτά
Εισιτήριο: 10€ γενική είσοδος & 5€ Φοιτητικό, Ατέλειες και Ανέργων
Τι δηλητήριο σκοτεινό έχει σκορπίσει ο έρωτας…
Δυο γυναίκες στη σκηνή, με την ανάμνηση του Ιππόλυτου και την απειλή του Θησέα. Η Φαίδρα, θύτης και θύμα. Η Οινώνη, σύντροφος και συνομιλητής. Ποιες είναι αυτές οι δυο γυναίκες που ο λαβύρινθος του πάθους θα τις καταπιεί; Στην παράσταση που δημιουργούν η Μαριτίνα Πάσσαρη και η Εύρη Σωφρονιάδου, η Φαίδρα του Ρακίνα διασταυρώνεται και με άλλες εκδοχές του μύθου. Η ποίηση του λόγου συγκρούεται με τις συμπεριφορές του πάθους. Η σιωπή της λογικής διαρρηγνύεται. Η ομολογία του έρωτα οδηγεί στο θάνατο.
Συντελεστές
Δραματουργία, Σκηνοθεσία, Ερμηνεία: Μαριτίνα Πάσσαρη, Εύρη Σωφρονιάδου
Μετάφραση: Στρατής Πασχάλης (Ρακίνα/Φαίδρα), Θόδωρος Παπαγγελής (Οβιδίου/Επιστολή)
Κοστούμια, Χώρος, Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Ήχοι, Μουσική Επιμέλεια: Κώστας Σουρβάνος
Βοηθός σκηνοθέτη: Αναστασία Τζέλλου
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Παπαδόπουλος
What’s on @ Beton 7
Θεατρική παράσταση | Το ξενύχτι
Θεατρική παράσταση | Beat Generation
Έκθεση | +-
Έκθεση | Evocative Objects
Μουσική Παράσταση | Lifeline/Hymn to Gaia
Συναυλία | Η Ιστορία του Στρατιώτη
Προβολές | Swiss Documentaries
Προβολές | Ομάδα Χίμαιρες
Εκδήλωση | Festival of iDEAS
Ο Τσιμάρας Τζανάτος σε διαρκή… «Εκκρεμότητα»
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Στο θολό θεατρικό νεοελληνικό μας τοπίο, με τους …βουκόλους, τις ανιαρές τάχαμου πρωτοποριακές κλασικούρες, την πλήξη και τις αρπαχτές, την κακογουστιά και την αναγωγή του κιτς σε …υψηλή τέχνη, ξεχωρίζει η ποιητικότητα μερικών ανθρώπων που επιμένουν ποιοτικά. Όσο κι αν η τέχνη τους απέχει του διονυσιασμού, όσο κι αν προσκρούουν στα τείχη της βαθιά συντηρητικής και χωριατο-μικροαστικής ελληνικής κοινωνίας που δαιμονοποιεί κάθε τι διαφορετικό και του φοράει τα κουδούνια του μεσαιωνικού «σαλού», κάποιοι επιμένουν μετα-μοντερνιστικά, επιδίδονται σε αναγνώσεις δραματικών και μη κειμένων που βασίζονται στη μετατροπή κειμένου και εμψύχου ανθρώπινου δυναμικού σε «υλικό» παράστασης, οδηγώντας μας σε μια νέου τύπου σκηνική «δουλεία», όπου ο σαδομαζοχιστής δυνάστης, φεουδάρχης και τύραννος, βυσσοδομεί επί ηθοποιών και κοινού ενίοτε, με τη συγκατάθεση ή μη των άμοιρων θεατών και την αναγκαστική (;) συμμετοχή των ηθοποιών που κινούνται ανάμεσα σε δύο διελκυνστίδες: το φάσμα της ανεργίας και της απασχόλησης άνευ όρων και ορίων. Όπως και σε όλα τα επαγγέλματα, εφαρμόζεται η λογική του «ποδήλατου»: κάνεις πετάλ για να μην πέσεις κι ελπίζεις ότι το όχημά σου θα σε οδηγήσει σε φωτεινότερες περιοχές όσο κι αν δεν μπορείς να παραβλέψεις ότι βουλιάζεις ολοένα και περισσότερο στη λάσπη του βάλτου που έγινε η ζωή μας. Βεβαίως, ο χρόνος είναι κυκλικός και οι πολιτισμικές, οικονομικές ή πολιτειακές κρίσεις είναι περιοδικά φαινόμενα, άκρως εκμεταλλεύσιμα από τους καλλιτέχνες παντός είδους, τόσο που νομίζεις ότι λιμοκτονούν χωρίς αυτά. Σας παρέθεσα κάποιες γενικές σκέψεις πριν έρθουμε στο προκείμενο, γιατί βλέπω ότι από τις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα με αποκορύφωμα το μέσον του, κυριάρχησαν στη Δύση μια σειρά «πρωτοπορίες» και «-ισμοί» που άφησαν το ίχνος τους στην – ούτως ή άλλως – βραδέως εξελισσόμενη πολιτιστική μας ταυτότητα. Είναι δύσκολο να γράψεις ξανά «θέατρο του παράλογου», είναι δύσκολο να ξαναμοντερνίσεις, να ανατρέψεις το κατεστημένο κάνοντάς το «dad»… Όχι χωρίς να επαναληφθείς ή να κατηγορηθείς για έλλειψη πρωτοτυπίας.
Και τα θεατρικά έργα της Μαρίας Λαϊνά και το πρόσφατα ανεβασθέν έργο του Τσιμάρα Τζανάτου με τον διακριτικό τίτλο «Εκκρεμότητα – Suspense» πάσχουν ακριβώς ως προς αυτό. Ουδέν μετα-μπεκετικόν μετά τον Μπέκετ. Όπως ουδέν τραγικόν μετά τον Ευριπίδη. Είτε το θέλουμε είτε όχι πρέπει να επινοήσουμε άλλους κώδικες, να επανεφεύρουμε την σκηνική (και όχι μόνο) γλώσσα μας, να λογοτεχνίσουμε χωρίς να τραφούμε με τα ψίχουλα από το τραπέζι των προκατόχων μας, να αντιμετωπίσουμε το κοινωνούμενο μήνυμα ως αυτοσκοπό κι όχι ως πρόφαση, να επιλέξουμε να συνδιαλαγγούμε με τους άλλους επί της ουσίας, ενώπιος-ενωπίω, χωρίς τα επτά πέπλα της Σαλώμης. Και το γυμνό, το επί σκηνής γυμνό, καταλλήλως φωτισμένο, είναι ένα ακόμα φίλτρο, ένα πέπλο, που απομακρύνει τον θεατή από το δρώμενο και γαργαλάει τις γεννετήσιες ορμές του. Όχι πάντα, βεβαίως, αλλά στις πλείστες όσες των περιπτώσεων.
Όπως και στην ποίηση και στη σύγχρονη μετα-μοντέρνα πεζογραφία, απαξιώθηκε η ειλικρινής σχέση κι επαφή δημιουργού-συνδημιουργού αποδέκτη. Ο καθείς και το παραλήρημά του. Ενδιαφέρον βεβαίως από κοινωνιολογικής πλευράς και θησαυρός για τους ερευνητές του μέλλοντος, όπως πότε θα «ξαναπούμε τα λιγοστά μας λόγια, γιατί αύριο η ψυχή μας κάνει πανιά;», πόθε θα ξαναπούμε «τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη»; Πότε θα τολμήσουμε να είμαστε εμείς γυμνοί απέναντι στις ανεπάρκειές μας; Πότε θα γράψουμε αυτά που δεν θα τολμούσαμε ούτε να εξομολογηθούμε;
Ο Τσιμάρας Τζανάτος είναι από αυτούς τους τολμηρούς νέους ανθρώπους που μιλάει για το τώρα μέσα από το τώρα. Δεν βαυκαλίζεται, δεν ασχημονεί απέναντι στην Αλήθεια, δεν αφορίζει. Μια ολόκληρη γενιά, τα «παιδιά Indigo», που βάφονται και ντύνονται σαν “imo” έρχονται να μας καταθέσουν θεατρικώς την άποψή τους για τον διεφθαρμένον κόσμο που τους παραδώσαμε. Άγγελοι με τομάρια λύκων κι αμνοί σε σώματα ανθρώπων. Δεν καταλαβαίνουν, δεν μπορούν να προσαρμοστούν, δεν μπορούν να συγκεντρώσουν την προσοχή τους στην ψευδαισθητική αντίληψή μας για την πραγματικότητα. Διακρίνονται από υπερκινητικότητα, σύνδρομο αδυναμίας συγκεντρώσεως, κρίσεις καταθλίψεως κι απάθεια, υπαρξιακό κενό κι αυτοκαταστροφικές τάσεις. Με λίγα λόγια, αποτύχαμε σύγχρονοι μεσήλικες. Ο κόσμος που παραδώσαμε στους τριαντάρηδες όζει πανταχόθεν. Τα «παιδιά» θα μείνει αιωνίως προστατευόμενο είδος υπό εξαφάνισιν, μέχρι να φέρουν – κι αρχίζουν να φέρνουν – τα δικά τους «παιδιά των παιδιών», που ελπίζουμε να είναι πιο δραστικά και βιτριολικά από τους «μωβ» γονείς τους. Κάποιοι μιλάνε για τα «crystal children» (που γεννήθηκαν μεταξύ 2000 και 2012) κι άλλοι για τα παιδιά με βαθιά μπλε αύρα, που γεννιούνται από το 2013 και μετά. Τόσες μεγάλες αλλαγές μέσα σε λίγες δεκαετίες! Μήπως περνάμε από τον Homo erectus στον Homo sapiens πάρα πολύ γρήγορα; Vertigo. Ναυτία. Αηδία. Απραξία. Αμηχανία.
Αυτές οι σκέψεις μου γεννήθηκαν στο μυαλό παρακολουθώντας το ενδιαφέρον έργο του Τσιμάρα Τζανάτου, δια σκηνοθετικής αιρετικής χειρός Βασίλη Νούλα (τι όνομα κι αυτό! Μηδενιστικό!!!) και με εξαίρετους ηθοποιούς σε γυμνές φωνητικές και εικαστικές επιδόσεις. Όσο για την υποκριτική, μακράν της αστικής απαίτησης για άκριτη ταύτιση θεατή-πρωταγωνιστή, υπηρέτησε το όραμα συγγραφέα-σκηνοθέτη με τον πλέον συνδημιουργικό τρόπο. Κάτι αλλάζει στο θεατρικό τοπίο της Ελλάδας. Το μέλλον μοιάζει με το παρελθόν, κι όμως κάτι κινείται – έστω κι ανεπαίσθητα. Κρατήστε το όνομα Τσιμάρας Τζανάτος. Κινείται με ευκολία αίλουρου – έτσι αδύνατος και γυμνασμένος που είναι – μεταξύ υποκριτικής-σκηνοθεσίας-συγγραφής-social media-διαδικτυακής ποίησης χωρίς (;) βλέψεις εγγραφής υποθηκών στην αιωνιότητα (ή μήπως όχι; – ποιος ξέρει; Ίδωμεν).
Πληροφορίες παράστασης:
Στα πλαίσια του φεστιβάλ «Έξι Εγκλήματα ζητούν Συγγραφέα…», το Αγγέλων Βήμα παρουσιάζει το 2ο Έγκλημα με τίτλο «Η Εκκρεμότητα»του Τσιμάρα Τζανάτου από 17 Νοεμβρίου έως 23 Δεκεμβρίου 2014.
H Εκκρεμότητα είναι η περιπέτεια της ανακάλυψης της πολλαπλότητας του εγώ μέσα από την ποίηση. Μιαπαράσταση που φωτίζει το εγγενές suspense της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ένας άντρας αποκλεισμένος από τον κόσμο αφηγείται τη σκοτεινή συνάντηση με τον εαυτό του. Μια εκτός χρόνου ενηλικίωση που μετατρέπεται σε ιστορία νουάρ. Μια αλλόκοτη γυναικεία παρουσία δίπλα του τον βοηθάει να θυμηθεί. Όσα ξέχασε. Όσα δεν άντεξε. Μια αναδρομή-αναπαράσταση που εγείρει ερωτήματα. Και ερωτηματικά.
Ποιος είναι αυτός; Ποια είναι εκείνη; Εμείς- ποιοί είμαστε;
Εκτός Κόσμου- είμαστε; Κι αυτό που “είμαστε”- πώς “έγινε”;
Οι απαντήσεις εκκρεμούν. Ανυπόφορα…
Συντελεστές παράστασης
Παίζουν: Βίκυ Κυριακουλάκου, Γιάννης Μπόγρης, Δέσποινα Χατζηπαυλίδου
Κείμενο: Τσιμάρας Τζανάτος
Σκηνοθεσία: Βασίλης Νούλας
Σκηνικά-κοστούμια: Σοφία Σιμάκη
Φωτισμοί: Βαλεντίνα Ταμιωλάκη
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελισάβετ Ξανθοπούλου
Ένας Θεόφιλος σοφός μάστορας σε φελινική «Πρόβα Ορχήστρας»
από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Ο Γιάννης Σολδάτος είναι σπουδαίος κινηματογραφιστής, ευέλικτος συνεντευξιαστής, έμπειρος εκδότης και μορφωμένος συγγραφέας, που ξέρει να στήνει πλοκή, να πλάθει ή αναδημιουργεί μύθους, να πολιτικολογεί χωρίς να κομματίζεται και να χρησμοδοτεί χωρίς να εκστασιάζεται, να διδάσκει χωρίς να κομπορημονεύεται και να υπάρχει χωρίς να καταβάλλεται. Όχι και λίγα, δε νομίζετε;
Είδα με πολύ ενδιαφέρον στο «Θέατρο Τέσσερις Εποχές» σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόρτζου τη θεατρική μεταφορά του έργου του Γιάννη Σολδάτου «Όταν ο Θεόφιλος συνάντησε την ερωτευμένη απελπισθείσα» και προβληματίστηκα, ακριβώς όπως τότε (το μακρινό και ξέγνοιαστο 1978) είχα δει σε πρώτη προβολή την «Πρόβα ορχήστρας» του Φελίνι. Το πρόβλημα της αυθεντίας και του αρμονικού δικαιώματος του μαέστρου να επιβάλλεται στα όργανα της ορχήστρας, όπως και το δικαίωμα του μάστορα Θεόφιλου να έχει λόγο για την ακίνητη αθανασία των ζωγραφισμένων μοντέλων του, καθώς επίσης και τα «Έξι πρόσωπα που ζητούν συγγραφέα» στο έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο, με είχαν απασχολήσει προ πολλού κι επί πολύ, από τη φιλοσοφική πλευρά της Ισότητας, της Ελευθερίας, αλλά και της Δικαιοσύνης. Είμαστε όλοι ίσα κι όμοια; Συνεισφέρουμε όλοι το ίδιο στην ευημερία του Κόσμου; Η Δικαιοσύνη δεν απαιτεί και δεν δικαιολογεί την διαφοροποίηση των τιμών και των απολαβών που εισπράττουμε ανάλογα με τους κόπους μας, αλλά και με την αποτελεσματικότητα των ενεργειών και των επιλογών μας; Μεγάλο φιλοσοφικό ζήτημα αγγίξαμε ακροθιγώς σήμερα φίλοι μου. Ποιος είναι ο αρχηγός και πώς αναγνωρίζεται; Ποιος έχει το αλάθητο κι από πού το προσπορίζεται; Ποιος είναι ο μαέστρος και ποιοι οι εργάτες; Γιατί η βασίλισσα μέλισσα τρώει βασιλικό πολτό και γεννοβολά ατέλειωτα, ενώ οι εργάτριες κουράζονται να πετούν πέρα-δώθε κουβαλώντας γύρη και νέκταρ, αλλά δεν κοιλοπονάνε; Κι όταν η βασίλισσα μέλισσα πεθάνει, οι εργάτριες πέφτουν σε βαθιά αναστάτωση και για να αποφύγουν το χάος εκλέγουν (ή μήπως τους επιβάλλεται;) μία από τις όμοιές τους, την τρέφουν συστηματικά με βασιλικό πολτό μέχρι εκείνη να μεταλλαχθεί, να γίνει ογκωδέστερη, γονιμότερη, δυνατότερη, ισχυρότερη και να τους αποδώσει τους καρπούς της παραφορτωμένης κοιλιάς της. Όπως καταλαβαίνετε, το πρόβλημα της Ισότητας άπτεται της Δημοκρατίας, της Δικαιοσύνης σχετίζεται με την Ισονομία και ούτω καθεξής.
Βεβαίως, αυτά τα προβλήματα δεν έχουν μονοδιάστατη απάντηση. Η κάθε εποχή δίνει τις δικές της. Κι ο κάθε από σκηνής (ή από χάρτου) φιλόσοφος παίρνει θέση στο ακανθώδες αυτό ερώτημα. Ο Γιάννης Σολδάτος στο πόνημά του αυτό, που συνιστά ευθεία θεατρική παρέμβαση στα καλλιτεχνικά αλλά και στα πολιτικά μας πράγματα φαίνεται σα να διακατέχεται από μια «αριστοκρατική» αντίληψη του λαϊκού, αφού ο αυτοδίδακτος, πτωχός και πένης λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος ανακηρύσσεται μάγος, προφήτης και «μάστορας», με δικαίωμα ζωής κι αθανασίας πάνω στα μοντέλα του. Πολύ καλό το εύρημα κι ενδιαφέρουσα η απόδοσή του από τον ιδιαίτερα έμπειρο Γιάννη Μόρτζο στον επώνυμο ρόλο.
Πρωταγωνιστούν:
Μέλανι Μαρχάινε
Αγγελική Παρδαλίδου
Μύρια Δημητροπούλου
Τιτίκα Μαρίνου
Ελισάβετ Δημητρίου
Συντελεστές:
Μουσική : Μάριος Στρόφαλης
Σκηνικά κοστούμια: Λαμπρινή Καρδαρά
Χορογραφία: Σίμων Πάτροκλος
Φωτισμοί: Τάκης Ποδαρόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Θοδωρής Σκαρής
Πρόγραμμα Παραστάσεων:
Δευτέρα: 9.30
Τρίτη : 9.30
Τετάρτη: 7.30
Κάθε Πέμπτη Παρασκευή Σάββατο και Κυριακή στο Θέατρο Τέσσερις Εποχές παρουσιάζεται η παράσταση «Εγώ η Μάρθα Φρόυντ» της Φωτεινής Τσαλίκογλου σε διασκευή και σκηνοθεσία της Γιούλης Ζήκου
ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ «Μικρές Ευτοπίες» στο χώρο Τέχνης ΊΡΙΣ.
aπό τον κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Το πρόθεμα «ευ» ταιριάζει – ως άσκηση αισιοδοξίας σ’ εποχές Κρίσης. Είναι το αντίστοιχο – σε καλύτερη εκδοχή – του αρνητικού «ου», του πρώτου συνθετικού της λέξης «ου-τοπία». Όχι, μπορούμε να πλάσουμε τους τόπους ανα-ψυχής, ειδικά όταν ο βάλτος της καθημερινότητας με τις αποπνικτικές αναθυμιάσεις του μας επιβάλλει την παρουσία του επί δικαίων και αδίκων. Οι ψυχολόγοι λένε ότι σε μεταβατικές εποχές, όπου το πλοίο φαίνεται σα να βουλιάζει, οι άνθρωποι αντιδρούν σαν τα λυσσασμένα ποντίκια που δαγκώνουν τους πάντες γύρω τους, στην απελπισία τους να ξεφύγουν. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ενεργοποιεί το παρασυμπαθητικό σύστημα στην σπονδυλική στήλη του ανθρώπινου όντος, η περίφημη ενέργεια της «κουνταλίνι» ανεβοκατεβαίνει ως διπλούν ερπετό του κηρυκείου ενός Ερμού («είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά, τη μοίρα μας», λέει ο Γιώργος Σεφέρης). Τότε είναι που οι λίγοι (καλλιτέχνες, λογοτέχνες, φιλόσοφοι, Ποιητές) βάζουν τα δυνατά τους να σχηματίσουν την κρίσιμη εκείνη μάζα που θα εξασφαλίσει το «ποιοτικό άλμα» (Σόρεν Κίρκεγκωρ) για όλη την ανθρωπότητα. «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται» (από τους μακαρισμούς). Ο Γιώργος Τσάτσος είναι ένας από αυτούς. Μετά από μια ταραχώδη επαγγελματική ζωή στα προκεχωρημένα φυλάκια της ελληνικής βιομηχανίας (που κάποιοι αποδυνάμωσαν σκόπιμα για να παραδώσουν τη χώρα μου ως αμνόν επί του θυσιαστηρίου σε κάποιες ξένες δυνάμεις που επιβουλεύτηκαν το καλύτερο οικόπεδο του πλανήτη), ο Γιώργος Τσάτσος γνωρίζει πολύ καλά την αδικία και την απρόκλητη επίθεση του φθόνου των άλλων για τις επιχειρηματικές επιτυχίες του. Όμως δεν έκλινε το γόνυ σε δυνάστες. Επιβίωσε, έγινε σοφότερος και τώρα μας παραδίδει το πνευματικό του έργο, το ζωγραφικό. Εδώ βλέπουμε με έκπληξη και παρατηρούμε έκθαμβοι μιαν αναδίπλωση της ψυχικής ενέργειας προς κόσμους φωτεινότερους, δομημένους ωστόσο και με όρια διακριτά. Οι γραμμές οι διαχωριστικές είναι bold. Ο ιμπρεσσιονισμός δεν έχει καμία θέση εδώ. Πρόκειται για έναν ανα-δομημένο εξπρεσσιονισμό με καταβολές στη γερμανική κουλτούρα και με βαθύ φιλοσοφικό ινδουιστικό υπόβαθρο. Ο κόσμος πλάστηκε σε κεχωρισμένες τάξεις, που μόνον κατόπιν κοινωφελούς υπηρεσίας επιτρέπεται η ανάρρησις (ουχί αναρρίχησις) εις ανώτερα κοινωνικά και πνευματικά στρώματα. Δια του έργου απελευθερωνόμεθα και το έργο μας δικαιώνει αφ’ εαυτού.
Θυμίζει βεβαίως πολλά ρεύματα του εικοστού αιώνα η ζωγραφική του Γιώργου Τσάτσου, είναι όμως πρωτότυπη και μοναδική γιατί αγνοεί επιδεικτικά το “artistical correct”, είναι αν-αρχική στην αντι-συμβατικότητά της και πασιφανώς αυτοδίδακτη κι αυτάρκης, ποτέ όμως ναρκισσιστική. Η πρεσβυωπική ματιά βλέπει μακριά και το Όλον παγιδεύει την όραση του καλλιτέχνη. Φανταστικές αστροπολιτείες και κωμικά διαστημόπλοια, η επίγεια ζωή ως τσίρκο, κουκλοθέατρο και θέατρο σκιών, με το στερέωμα να βαραίνει απειλητικά ή λυτρωτικά πάνω από τα ταλαίπωρα έμβια όντα.
Ο Γιώργος Τσάτσος ποιεί εν έργον εν εξελίξει. Δεν αντιγράφει τον εαυτό του, δεν επαναλαμβάνεται. Στην πρόσφατη δουλειά του που εκθέτει στην γκαλερί Ίρις, επιτείνει το στοιχείο των κόμικς, δυναμώνει την αναδυόμενη χαρά της ζωής, επιβάλλει τη χαρωπή αποδοχή του θανάτου, όχι ως καταστροφέα αλλά ως αναδημιουργού. Ο Σίβα δεν τον φοβίζει και η Κρίση που διανύουμε φαντάζει ως ψηφίδα μελανή στο χαρούμενο ψηφιδωτό του βίου.
Μακάρι να πληθαίνουν οι γαλήνιες ειρηνοποιές ματιές στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Το χρειαζόμαστε όλοι για να αποφορτίσουμε το βαρύ κλίμα που μας πνίγει, εκόντες άκοντες.
Κωνσταντίνος Μπούρας
ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ…ΠΡΟΒΑ… ΣΤΑ ΆΚΡΑ
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Συγκινούμαι ιδιαίτερα γιατί ο δραματικός λόγος μιας γνήσιας κι αυθεντικής πεζογράφου, καταξιωμένης στα μάτια του κοινού, που είχε χτυπηθεί όσο καμία άλλη από τους επίσημους κριτικούς θεάτρου, επιβιώνει μέσα στην Κρίση με την διαχρονική αλήθεια του λόγου της. Τελικά, και τα βραβεία και η αναγνώριση και τα χειροκροτήματα, πρέπει να εκλαμβάνονται ως ατύχημα όσο είμαστε ζωντανοί κι η αντοχή στο Χρόνο ως ευλογημένη βροχούλα μετά την απομάκρυνσίν μας από τα φώτα του προσκηνίου προκειμένου να καθήσουμε στους σκοτεινούς (ή μήπως ολοφώτεινους;) εξώστες με τους άσαρκους.
Δύο μονόπρακτα της Κωστούλας Μητροπούλου (“Τα παπούτσια” και “Με το νόμο”), ερμηνευμένα μοναδικά (θα έλεγα ότι πρόκειται για «συλλεκτική» θεατρική μυσταγωγία) αποδεικνύουν ότι ο καλός συγγραφέας είναι μάρτυρας της ανθρώπινης κατάστασης, αυτοδύτης στο βαθύ συλλογικό ασυνείδητο, «άγιος» αμαρτωλός και ήρωας. Στα “Παπούτσια” ο γερασμένος ηθοποιός που τον πετάνε σα στυμμένη λεμονόκουπα έξω από το θέατρο για να σαπίσει ως άστεγος, αλκοολικός και παραληρών, ενώ “Με το Νόμο” η παραμελημένη περιθωριοποιημένη πόρνη καίει τα 40 διαμερίσματα της πολυκατοικίας της επειδή κανείς δεν της λέει καλημέρα και «Καλά Χριστούγεννα» προκειμένου να βρει την ασφάλεια της ισόβιας φυλακής της, εκεί που ο κάθε ομοιοπαθής (θύτης και θύμα) την αποκαλεί με το όνομά της και την κάνει να νιώθει …αξιοπρεπής… Αυτοί οι δύο ρόλοι, που ερμηνεύονται δεξιοτεχνικά από τον Σωτήρη Τσόγκα και την Γιούλη Πεζοπούλου, θα μπορούσαν να είχαν γραφτεί και σήμερα. Όταν με καλούν σε πρεμιέρες οι ποιοτικοί θίασοι δεν ρωτάω ποτέ ούτε τον τίτλο του έργου ούτε το όνομα του συγγραφέα. Δεν ανοίγω το πρόγραμμα, δεν διαβάζω το εξώφυλλό του. Θέλω να είμαι παρθένος και αθώος στην διονυσιακή τελετουργία. Όταν λοιπόν βγήκα από την πρεμιέρα του θεάτρου «Πρόβα» ρώτησα τη Μαίρη Ραζή ποιος σύγχρονος συγγραφέας έγγραψε αυτά τα κείμενα. Και μου απάντησε με έκπληξη για την άγνοιά μου: «Μα, η Κωστούλα Μητροπούλου!».
Η σύνθεση των κειμένων συμπεριλαμβάνει στο ρόλο του Αφηγητή μία νεαρά πλανόδια ακορντεονίστα, που την υποδύεται η Νάντια Αντωνίου, ενώ η αδελφή της Ειρήνη Αντωνίου παίζει off-stage πιάνο.
Αυτό το κουκλίστικο θεατράκι δωματίου, που εμψυχώνουν και διευθύνουν με πίστη γενναιότητα και μεράκι η Μαίρη Ραζή κι ο Σωτήρης Τσόγκας, μας πηγαίνει πίσω στις απαρχές του «αστικού θεάτρου», που έλκει την καταγωγή του από τις ιδιωτικές παραστάσεις των μίμων, των μιμάδων και των χορευτών ή μονωδών στα αρχαία συμπόσια. Σου δίνει μια αίσθηση οικειότητας, ακούς την αναπνοή των θεατών κι ακούνε την ανάσα σου. Είσαι αναγκαστικά προσηλωμένος γιατί η παραμικρή κίνηση καταγράφεται κι η κάθε αντίδραση – όσο ανεπαίσθητη κι αν είναι – ακούγεται σαν κανονιά.
«Η πρόβα» είναι ένας μη κερδοσκοπικός πολιτιστικός οργανισμός με τρεις σκηνές και σχολή θεάτρου. Στηρίξτε τους! Το αξίζουν. Τα Δευτερότριτα εισήγαγαν την εθελοντική συνεισφορά αντί εισιτηρίου στις παραστάσεις τους αναγνωρίζοντας έτσι το δικαίωμα των μη προνομιούχων να συμμετάσχουν στη θεατρική ευωχία. Μακάρι το παράδειγμά τους να βρει μιμητές. Σε όλες τις πολιτισμένες χώρες του κόσμου, δίδονται κονσέρτα, ρεσιτάλ, παραστάσεις, θέατρο του δρόμου, για όλους εκείνους που έχουν ή δεν έχουν να πληρώσουν κι αυτή είναι η πιο άμεση δημοκρατία που έγινε ποτέ: η δημοκρατία της ψυχ-αγωγίας.
Για λόγους δικαιοσύνης και με άπειρο σεβασμό, παραθέτω το Δελτίο Τύπου της Ομάδας με όλους τους συντελεστές:
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ «ΟΙ ΜΥΣΤΕΣ»
«ΣΤΑ ΑΚΡΑ» της Κωστούλας Μητροπούλου
ΠΡΕΜΙΕΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ 28 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ στις 9μμ
Τη φετινή χειμερινή περίοδο 2014-2015, η Πειραματική Σκηνή του Θεάτρου Πρόβα παρουσιάζει το έργο «ΣΤΑ ΑΚΡΑ» βασισμένο σε δύο μονολόγους της Κωστούλας Μητροπούλου, μια απο τις πιο σημαντικές συγγραφείς της εποχής μας.
«ΣΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ» ο Σωτήρης Τσόγκας υποδύεται έναν ήρωα που πέρασε όλη του τη ζωή ως ηθοποιός του θεάτρου και τώρα που μεγάλωσε δεν μπορεί να πιστέψει ότι τελείωσε η καριέρα του. Στο μονόλογο «ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ» η Γιούλη Πεζοπούλου παίζει την Ευαγγελίτσα μία πόρνη που επειδή οι γείτονες της, την έχουν βάλει στο περιθώριο, τους εκδικείται βάζοντας φωτιά στην πολυκατοικία και γι’αυτό το λόγο φυλακίζεται. Οι δύο ήρωες του έργου εξακολουθούν να σκέφτονται, να αισθάνονται, να αντιστέκονται όταν γύρω τους η κοινωνία των σύγχρονων δούλων και καταναλωτών μοιάζει με ζαλισμένο κοπάδι, που παραπαίει αποχαυνωμένο, ευνουχισμένο, παράλυτο.
Το κοινό σημείο των ηρώων είναι η «αποτυχία» τους να συμβιβαστούν με την ηθική της υποκρισίας και του μικροαστισμού.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: ΣΩΤΗΡΗΣ ΤΣΟΓΚΑΣ
Εικαστική επιμέλεια: ΜΑΙΡΗ ΡΑΖΗ
Μουσική: ΝΙΚΟΣ ΧΑΡΙΖΑΝΟΣ
Σχεδιασμός φωτισμών: ΣΩΤΗΡΗΣ ΤΣΟΓΚΑΣ
Εκτέλεση φωτισμών: ΡΙΖΟΣ ΤΣΙΓΑΡΗΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ
Βοηθός σκηνοθέτη: ΕΙΡΗΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
Καλλιτεχνική επιμέλεια παράστασης: ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΟΥΡΟΥΝΑΚΗΣ
Επιμέλεια προγράμματος: ΕΙΡΗΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
Φωτογραφίες: ΣΠΥΡΟΣ ΠΕΡΔΙΟΥ
Αφίσα: ΔΑΝΙΗΛ ΠΟΛΛΑΤΑΚΗΣ
Χειριστής φωτισμού και ήχου: ΑΚΗΣ ΣΑΜΩΛΗΣ
Ηθοποιοί
«Τα παπούτσια» ερμηνεύει ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΤΣΟΓΚΑΣ
«Με το νόμο» ερμηνεύει η ΓΙΟΥΛΗ ΠΕΖΟΠΟΥΛΟΥ
Στον ρόλο του Αφηγητή με συνοδεία ακορντεόν η ΝΑΝΤΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
Στο πιάνο η ΕΙΡΗΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
Πρόγραμμα Παραστάσεων
Παραστάσεις: Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00.
Διάρκεια Παράστασης: 70 λεπτά χωρίς Διάλλειμα
Τιμή Εισιτηρίου: Προαιρετική συνεισφορά
Στη Δεινοκράτους 103 στον ατμοσφαιρικό θεατρικό χώρο «Προσωρινός» «Περιμένοντας τη βροχή»
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Το «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» σε σύγχρονη – γαλλική – ανεπτυγμένη εκδοχή, με ποιητική έκθεση συναισθημάτων κι αδιέξοδων καταστάσεων που εκπηγάζουν από την αρχετυπική σύγκρουση για την εξουσία μεταξύ αρσενικού και θηλυκού. Στα απομονωμένα χωριά, στις κλειστές αγροτικές κοινωνίες, ο «πατέρας-αφέντης» (για να θυμηθούμε την ταινία των αδελφών Ταβιάννι), αυτή η αποτροπαϊκή κι αποτροπιαστική θεοποιημένη φιγούρα, καταδυναστεύει τα θηλυκά, αλλά και τον αρσενικό γιο που κινείται στο ίδιο «κοτέτσι». Οι γυναίκες είναι σαστισμένες ανάμεσα σε αυτούς τους δύο ισχυρούς πόλους που μονοπωλούν το ενδιαφέρον τους. «Ο παλιός είν’ αλλιώς αλλά ο νέος είν’ ωραίος», όπως λέγαμε και στο στρατό. Το ερωτικό ενδιαφέρον αγγίζει και ξεπερνά τα όρια της αιμομειξίας. Τα παιχνίδια εξουσίας καταλήγουν στην επιβολή του δικαίου του ισχυροτέρου πάντα. Κι όπως τα αιλουροειδή στη ζούγκλα μαρκάρουν την περιοχή τους και τη διεκδικούν με μονομαχίες αρσενικών, έτσι κι ο ασθενέστερος γιος αναγκάζεται να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία. Είναι τόσο θυμωμένος που δεν πηγαίνει ούτε στην κηδεία του πατέρα του. Κόβει κάθε επαφή, κάνει – κάπου μακριά – τη ζωή του, δεν δίνει σημεία ζωής, αλλά γυρίζει εκεί για να πεθάνει, σαν πληγωμένο λιοντάρι, όπως κάνει ο νεαρός κύριος Άλβινγκ στους «Βρικόλακες» του Ίψεν. Κι οι γυναίκες του παραστέκουν, με προεξάρχουσα τη μάννα, που όλα τα έβλεπε αλλά όλα τα κουκούλωνε…
Πολύ ενδιαφέρον στόρι, δεν νομίζετε; Και τόσο αρχετυπικό. Ο γάλλος εκλιπών (σε ηλικία μόλις 38 χρονών) «ολικός» άνθρωπος του Θεάτρου, ο Ζαν Λυκ Λαγκάρς καταφέρνει το ακατόρθωτο: να γίνει κλασικός σε τόσο μικρή ηλικία και ν’ αποχωρήσει από τον μάταιο τούτο κόσμο αφήνοντας – όπως ο Κολτές – το ανεξίτηλο στίγμα του. Δεν είναι και λίγο αυτό. Ύψιστο κατόρθωμα. Δεν θα εξετάσουμε εδώ τα εργοβιογραφικά του στοιχεία. Στα κριτικά μου σημειώματα υπάρχει το θεατρικό γεγονός αυτό καθ’ εαυτό κι ο ανεμοστρόβιλος που γεννά στην ψυχή του επαρκούς θεατή.
Ε, λοιπόν, στον ατμοσφαιρικό χώρο του θεάτρου με το χαρακτηριστικό όνομα «Προσωρινός» καθισμένοι σαν σε σαλόνι αρχοντικού χωριάτικου σπιτιού απολαμβάνουμε μια σύγχρονη τραγωδία και την υπέρβασή της. Άθλος, μεγάλος άθλος. Και πρώτα-πρώτα ξεκινάμε με την μετάφραση. Ο καθηγητής και ιδιαίτερα έμπειρος στα μεταφραστικά θέματα, καθηγητής του Ιονίου Πανεπιστημίου, έπλασε ένα νέο κείμενο, πιστό στο πρωτότυπο αλλά πρωτογενώς εναργές και δυναμικό. Λόγος ποιητικός και δραματικός, υπερβατικός αλλά και ρεαλιστικός, ονειρικός αλλά κι αλληθοφανής, συνειρμικός αλλά και κινηματογραφικά συνεπής με τα εσωτερικά τοπία που περιγράφονται κι αναπτύσσονται δια του λόγου και των παραγλωσσικών σημείων. Θα περιμένω να δω κι αρχαία τραγωδία μεταφρασμένη από τον εμβριθή καθηγητή και γνώστη της θεατρικής γλώσσας.
Η σκηνοθέτις Εστέρ Αντρέ Γκονζάλες με βοηθό τον Γρηγόρη Δροσίδη έκανε θαύματα! Δεν είναι εύκολο πράγμα να ανα-στήσεις θεατρικά έναν ποιητικό λόγο και το σύγχρονο γαλλικό θέατρο διακρίνεται για την πληθωρικότητα της γλωσσικής έκφρασης. Ελάχιστα υπονοούνται ή παραλείπονται. Το νυστέρι του συγγραφέα μεταφράζει σε λόγια το Άρρητο. Αυτό το υλικό πρέπει να το επαναδραματοποιήσεις, να του προσδώσεις τη σωματικότητα που απαιτεί η θεατρική πράξη, να ψηλαφήσεις τις ρωγμές και τις υποστρώσεις του. Το αποτέλεσμα δικαίωσε την σκηνοθέτιδα. Οι πέντε ηθοποιές ήταν άψογες, με μέτρο, ρυθμό κι αρμονική συνύπαρξη. Εύγε τους. Καμία δεν υπερκάλυψε τις άλλες κι η κάθε μία ήταν αναγνωρίσιμη ως μονάδα. Σημειώστε τα ονόματά τους γιατί θα τις ξαναδούμε και σε άλλες επιτυχίες: Άννα Αναστασιάδου, Χρυσούλα Ζαχαριάδη, Ευαγγελία Καμπερίδου, Όλγα Κωνσταντοπούλου, Βιβή Σμέτη.
Μην χάσετε αυτό το “off–Broadway” σημαντικό θεατρικό γεγονός!!!
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
Θεατρικός χώρος «Προσωρινός»
Δεινοκράτους 103,Κολωνάκι (πίσω από το Ναυτικό Νοσοκομείο), +30 6932500545,
Δευτέρα & Τρίτη στις 21:00
Τηλ. κρατήσεων: +306943564344
Διάρκεια: 80’
Είσοδος 10 ευρώ
Συντελεστές:
Μετάφραση: Δημήτρης Φίλιας
Σκηνοθεσία – Κίνηση: Εστέρ Αντρέ Γκονζάλες
Σκηνικά – Κοστούμια: Χρήστος Κωνσταντέλλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Γρηγόρης Δροσίδης
Διδασκαλία φωνητικής: Κώστας Χατζηδημητρίου
Φωτογραφίες: Λευτέρης Εφραίμης
Teaser – Trailer: Πέτρος Γκίκας
Radio spot: Νέστορας Κοψιδάς
Παίζουν: Άννα Αναστασιάδου, Χρυσούλα Ζαχαριάδη, Ευαγγελία Καμπερίδου, Όλγα Κωνσταντοπούλου, Βιβή Σμέτη
Θέατρο 104. Πατρίτσια Χάισμιθ… ή το έξυπνο πουλί από τα …τέσσερα πιάνεται
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Ο Παναγιώτης Χριστόπουλος, που γεννήθηκε στην Καλαμάτα πριν από 34 χρόνια, μπορεί να ξέρει καλά την τέχνη του κινηματογράφου, στο θέατρο όμως έπλασε μια γρήγορη φάρσα (που φιλοδοξεί να είναι μαύρη κωμωδία). Σχηματικοί χαρακτήρες, αμηχανία κι επαναληπτικότητα. Ουδέν το νεώτερον, πλην της αισθητικής των κώμικς, των γκανγκ του βωβού κινηματογράφου και της βιασύνης των νέων να πάνε στο «δια ταύτα». Έτσι χάνεται η αισθητική ηδονή του συνδημιουργού θεατή κι οι ηθοποιοί δεν προλαβαίνουν ν’ ανασάνουν, αφού το να δώσουν σάρκα κι οστά στο ρόλο τους δεν είναι το ζητούμενο, αλλά μια αποστασιοποίηση νοητικού είδους, που οφείλεται ίσως στην υπερκόπωση του αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου (για τους δεξιόχειρες), ως παρενέργεια του κατακλυσμού από ψηφιακές εικόνες υψηλής φωτεινότητας και μεγάλης ταχύτητας. Εξηγούμαι. Έχουμε κι εδώ την περίπτωση «υλικό Πατρίτσια Χάϊσμιθ», ή πώς το μεταμοντέρνο ασελγεί κλασικίζοντας πάνω σε πεθαμένους συγγραφείς. Η ίδια η Πατρίτσια Χάισμιθ θα είχε φρικάρει με την επί σκηνής γελοιογραφία της ή θα είχε διασκεδάσει ασύλληπτα. Ένα από τα δύο. Ή και τα δύο μαζί, έτσι πολύπλευρη και αμφίπλευρη που ήταν. Εν τη ενώσει των αντιθέτων η ισχύς. Έμεινε στην Ιστορία της Λογοτεχνίας, όχι ως πολυβραβευμένη αλλά ως εστέτ. Αυτό σημαίνει ή ότι δεν ήταν φιλοχρήματη, ή ήταν τόσο που δεν την ένοιαζε η …δόξα. Ή (στην ενδιαφέρουσα περίπτωσή της) και τα δύο μαζί. Τελικά, μερικοί συγγραφείς, εκτός από ένα ή δύο (στην καλύτερη περίπτωση έργα τους) μένουν στο Χρόνο με την μυθιστορηματικότητα της αντιφατικής προσωπικότητάς τους. Αυτό είναι που προσπαθούν να οικοδομήσουν αποδομώντας το συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιοί. Το αν το επιτυγχάνουν ή όχι, το κρίνει κάθε θεατής-συνδημιουργός από μόνος του. Ο κριτικός-θεός-αυθεντία-αλάθητος-πάπας πέθανε προ πολλού. Τώρα ο κάθε επαρκής και καταρτισμένος αναγνώστης που πάει να δει ποιοτικό θέατρο (του Ρουβά εξαιρουμένου) έχει την ευκαιρία να ανταλλάσσει διαξιφισμούς και άλλα …όργανα με τους συν-θεατές του (επί σκηνής και επί πλατείας).
Η δική μου άποψη είναι ότι είδα κάτι σχηματικό, καλοδουλεμένο και κακόγουστο. Ναι, κακόγουστο. Δεν μπορείς να υποτιμάς μια τόσο μεγάλη συγγραφέα και να την απεικονίζεις σαν γελοιογραφία! Σαν τους πλανόδιους ζωγράφους στα τουριστικά μέρη που σε τρία λεπτά σου φτιάχνουν το «πορτραίτο»! Πρέπει να έχεις βαθιά κατάθλιψη για να γελάσεις με την βαριά παραμόρφωση του ειδώλου σου. Πόσω μάλλον να ψυχαγωγηθείς ή να προβληματιστείς.
Και τι να σου κάνουν οι καλοί ηθοποιοί όταν οι πολυτάλαντοι και φερέλπιδες συγγραφέας και σκηνοθέτης τους θέτουν προ του διλήμματος: «ή σχηματικά και γρήγορα ή τίποτα;». Φαίνεται πως η κρίση στο Ελληνικό Θέατρο είχε πολλές παρενέργειες. Αρπαχτές, «οργισμένες» καταγγελτικές παραστάσεις, χαβαλές, αναρχικός εστετισμός του προχείρου, ευκολίες και μανιέρες παντός είδους. Ούτως ή άλλως με την κατευθυνόμενη προβολή των media, με τους στημένους καυγάδες και τα αλληλοβρισίδια το κοινό καταθέτει τον πενιχρό οβολό του και οι καινούργιοι «σταρ» χαίρονται την πρόσκαιρη δόξα τους. «Μετά την απομάκρυνσιν από το ταμείον ουδέν λάθος αναγνωρίζεται». Φαίνεται ότι γερνάω, ότι έχω ζήσει πάνω από πέντε δεκαετίες, γιατί νοσταλγώ την τελειομανία και την ποιητικότητα του υπογείου του Κουν, την εξωστρέφεια του Αλέξη Σολωμού, την καλοδουλεμένη προπέτεια του Αλέξη Μινωτή. Τώρα περίσσεψε το θράσος κι η δοκησισοφία. Σημεία των καιρών.
Κατά τα άλλα, μετά από αυτές τις γενικές επισημάνσεις, θαύμασα την Ρούλα Πατεράκη, αυτή την πρωτεϊκή γυναίκα που μπορεί να υποδυθεί αληθοφανώς ακόμα και τον …Πάπα (οποιονδήποτε πάπα, εν γένει). Ξέρει τη δουλειά της, είναι μεγάλη δασκάλα υποκριτικής, είναι αριστοκράτισσα και δουλεύει για το χαβιάρι το επιούσιον (αστειεύομαι), αγνοεί τις αντιδράσεις του κοινού, ερωτοτροπεί επί σκηνής με τον Ρουβά και τον Λιγνάδη (παλιότερα με τον Αλέκο Συσσοβίτη, αλλά αυτός μάλλον παραμεγάλωσε κι εξέπεσεν του θρόνου του βασιλικού)… Η αιωνία νεότης, από την Αλίκη (που είχε σκηνοθετήσει η Πατεράκη στην τελευταία απονεννοημένη “ποιοτική” θεατρική απόπειρα τής απαστράπτουσας σταρ με τη «Μελωδία της Ευτυχίας»), στον «πλαστικό» Ρουβά με τους άψογους κοιλιακούς και στον “ποιοτικό” λάτρη της υψηλής …κουλτούρας και πολυάσχολο Δημήτρη Λιγνάδη χωρίς …κοιλιακούς, είναι ίσως το υποσυνειδήτως ζητούμενο μιας σκηνοθέτιδος και ηθοποιού (πρωτίστως) που είναι η ίδια μυθιστορηματικό πρόσωπο κι εύχομαι κάποτε κάποιος να την περιποιηθεί εις την αιωνιότητα, όπως οι τελετάρχες των Φαραώ ή των βασιλιάδων των Μυκηνών φιλοτεχνούσαν την επιτάφια χρυσή προσωπίδα. Ουδείς ψόγος στα λεγόμενά μου, ουδεμία ειρωνείς. Θαυμάζω τους πολυποίκιλους κι αντιφατικούς ανθρώπους. Είναι ζωντανοί κι αληθινοί. Εισπράττουν εκμεταλλευόμενοι τις αδυναμίες τους. Λάμπουν με τη σκοτεινιά τους και κρύβουν το φως τους κάτω από επιφανειακή σκληρότητα και κυνικότητα. Δηλώνω θαυμαστής της Ρούλας Πατεράκη, ακόμα και στα λάθη της. Ειδικά σ’ ετούτα…
Για τον σκηνοθέτη τώρα. Τι να πω; Έκανε ο άνθρωπος τη δουλειά του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, με γνώση, επαγγελματισμό κι επάρκεια. Τόνισε τις ατάκες, όξυνε τις διαθέσεις, δημιούργησε συγκρούσεις κι εντάσεις, ακόμα κι εκεί που ήταν όλα αναμενόμενα. Του εύχομαι να έχει καλύτερη τύχη με τα κείμενα. Ιωσήφ Βαρδάκης το όνομά του.
Όσο για τους άλλους τρεις δευτεραγωνιστές; Ήταν όλοι τους κινηματογραφικά υπέροχοι κι αληθοφανώς πιστευτοί. Ουδέν έτερον. Ταλέντο, γνώση, επάρκεια και φιλομάθεια, θα τους εξασφαλίσουν μια λαμπρά θεατρική-κινηματογραφική-τηλεοπτική-ψηφιακή πορεία: Μαρκέλλα Γιαννάτου, Ευθύμης Γεωργόπουλος, Νίκος Μαυράκης
Δείτε την παράσταση. Δεν θα πλήξετε. Είναι μια ευκαιρία να αναζητήσετε τις ταινίες και τα βιβλία της Πατρίτσια Χάισμιθ.
Κωνσταντίνος Μπούρας
Μαριέττα Πεπελάση, Δίδυμες Ακτίνες, εκδόσεις Ιανός, σ. 48, 7,00 €.
Από τον κριτικό λογοτεχνίας Κωνσταντίνο Μπούρα
Ποιητικώς σκέπτεσθαι, ποιητικώς εκφράζεσθαι. Είναι η δική μας απάντηση στη σύγχρονη πολιτισμική κρίση που μας ταλανίζει διεθνώς και πανανθρωπίνως. Η Ελλάδα είχε πάντα το προνόμιο να γεννάει ελεύθερους ανθρώπους που σκέφτονται κι εκφράζονται με τιμιότητα. Η πνευματική ζωή του τόπου μας κατατρύχεται από παρασιτικά και διαγκωνιστικά φαινόμενα που δεν συνάδουν ούτε με την γλώσσα που έχουμε το προνόμιο να ομιλούμε ούτε με τον πολιτισμό που κληρονομήσαμε ούτε με το ήπιο ελληνικό κλίμα που μας καθιστά περισσότερον πραείς κι ανεκτικούς. Οι αληθώς οραματιζόμενοι άνθρωποι υποτιμώνται και παραγκωνίζονται σε αυτό το περιβάλλον. Η Ποίηση έχει προ πολλού καταστεί ένα τελείως περιθωριακό φαινόμενο που αφορά μια χούφτα ανθρώπους, αφού έχει χάσει προ πολλού την πολιτική (και την κομματική της) ταυτότητα. Η αυτοψυχανάλυση, ο αυτό-οίκτος και η αυτό-εξορία σε εσωτερικά βασίλεια αυτοκτονικής μοναξιάς κι υπαρξιακών αδιεξόδων έχουν συμβάλλει στο διαζύγιο ποιητή κι αναγνώστη. Περισσότεροι οι γράφοντες από τους αναγιγνώσκοντες ποίησιν. Και μέχρι εδώ όλα καλά. Ποιητικός λαός είμαστε, γλωσσικούς θησαυρούς διαχειριζόμεθα και κατέχουμε. Γιατί όχι; Φτάνει όμως να είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε τα επιτεύγματα, το ήθος και το έργο των άλλων. Όμως τέτοια γενναιοψυχία σπανίζει, είναι αλήθεια, στους χαλεπούς καιρούς μας. Όλοι νομίζουν ότι μπορούν να δρέψουν δάφνες με ένα λιγοστό, ολιγάριθμο κι ολιγοσέλιδο έργο (λακωνικότητος ένεκα… όσα δεν φτάνει η αλεπού, ορμάει και τα φτάνει). Όμως δεν είναι έτσι. Η συνέπεια, ο χρόνος κι η δυσεύρετη ποιότητα είναι αυτά που καταδεικνύουν την αντικειμενική αξία της όποιας ποιητικής γραφής. Όλα τα άλλα κουρνιαχτός, σποδός, κόκκοι άμμου θαλάσσης.
Ευτυχώς μέσα σε αυτή την πολυάνθρωπη και φλύαρη δυστοκία, υπάρχουν άνθρωποι σαν τη Μαριέττα Πεπελάση, που ανθούν, θάλλουν κι υψώνουν το ανάστημά τους στη φτήνεια, στη φαυλότητα, στην προχειρότητα και στις εκπτώσεις παντός είδους.
«Δίδυμες Ακτίνες» τιτλοφορείται το καινούργιο ποιητικό της βιβλίο, που κυκλοφορεί σε καιρούς χαλεπούς, κατάλληλους όμως για ενδοσκόπηση, ενσυναίσθηση, αλληλεγγύη, ενδυνάμωση των υγιών στοιχείων μέσα μας κι έξω μας. Μιλάει για το ιδεατό με ρεαλιστικούς όρους, αγκαλιάζει το ατομικό με συμπαντική απλότητα, αντέχει το υψιπετές χωρίς τη ναυτία των χαμερπών, βουτάει στη λάσπη της καθημερινότητας με τη λευκότητα του κύκνου που είναι αλεξίκακος.
Αυτή η ηθική διάσταση της ποίησής της σε συνδυασμό με την υψηλή ποιητική της τέχνη, την άρτια γνώση της ελληνικής γλώσσας, την εικονοπλαστική της δεινότητα, τον αρχέγονο βηματισμό της προς το ουσιώδες, παρακάμπτοντας κι αγνοώντας κάθε τι φτηνό και λίγο, προσδίδουν στο μέχρι τώρα έργο της μια αξιοζήλευτη και ποθητή διαχρονικότητα. Το καλλιτεχνικό έργο της Μαριέττας Πεπελάση είναι πέρα από εποχές κι επικαιρότητες. Ήδη ο πίνακάς της που κοσμεί το εξώφυλλο, όπως και οι άλλοι που εικονοποιούν εσωτερικώς την ποίησή της, διακρίνονται από τον ρομαντικό ιμπρεσσιονισμό του Odillon Redon, την ρομαντική ουτοπία και τον άκρατο ιδεαλισμό, σε συνδυασμό με την ορμητικότητα του κινήματος «Θύελλα και Ορμή» (Sturm und Drag). Οι πίνακες της Μαριέττας Πεπελάση, όπως και οι στίχοι της, καθώς κι η μουσική που συνθέτει θα μπορούσαν να έχουν φιλοτεχνηθεί οποτεδήποτε. Είναι ά-χρονοι και δια-χρονικοί. Είναι άνευ ασφυκτικής συνδέσεως με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αλλά υγιώς ενταγμένη σ’ αυτήν. Αγαπώ τον τρόπο που σκέφτεται, δρα κι εκφράζεται. Τη θαυμάζω για την αμεσότητα και την ειλικρίνειά της. Η γνησιότητά της με συναρπάζει. Είναι το ιδανικό μου. Χωρίς συμπλέγματα, χωρίς τη διάθεση να πείσει ή να πιέσει κανέναν για ο,τιδήποτε τραγουδά όπως τα ωδικά πτηνά στα καμμένα δάση, πετάει όπως οι πεταλούδες που θα ζήσουν μόνο μία μέρα, ελπίζει με την απελπισία των ανθρώπων που έχουν ζήσει και γνωρίζουν πολύ καλά τα όρια της ουτοπίας… Είναι ένα φαινόμενο η Μαριέττα Πεπελάση και χαίρομαι που συνυπάρχω αρμονικώς μαζί της στον ίδιο ά-χρονο χώρο της αληθούς Ποιήσεως.
Κωνσταντίνος Μπούρας
ΚΡΙΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ …ΤΖΟΝ ΦΟΡΝΤ
Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Το μετα-μοντέρνο έχει κάνει πολύ ζημιά στο ελληνικό θέατρο. Τα πάντα ισοπεδώνονται, τα θεατρικά έργα αντιμετωπίζονται ασεβώς ως «υλικό παράστασης», ο καθένας κάνει ό,τι του καπνίσει κι ο απλός λαός θα έλεγε «ό,τι του φανεί του λωλο-Στεφανή». Κι όταν μεν πρόκειται για ιδιωτικές μη επιδοτούμενες από τον ισχνό κρατικό κορβανά παραστάσεις, ουδέν πρόβλημα. «Μετά την απομάκρυνσιν από το ταμείον ουδέν λάθος αναγνωρίζεται κι ο θεατής …ας πρόσεχε». Εν πάση περιπτώσει μπορεί να ζητήσει τα λεφτά του πίσω ή να ρίξει ζαρζαβατικά επί σκηνής.
Όταν όμως οι μεγαλεπήβολες κρατικές μας σκηνές αφήνουν τον κάθε έναν (που έχει πρόσβαση) να αλωνίσει επί σκηνής και κειμένου, τότε τα πράγματα γίνονται σοβαρότερα.
Εξηγούμαι, για να μην παρεξηγηθώ. Παρακολούθησα την πρεμιέρα του έργου του Τζον Φορντ «Κρίμα που είναι πόρνη». Στο διάλειμμα άκουσα ένα μέλος του Δ.Σ. του Εθνικού μας Θεάτρου (και καταξιωμένον συγγραφέα, που θα δει συντόμως ένα καλό έργο του να ανεβαίνει προσεχώς στην ίδια σκηνή) να λέει φωναχτά «ΜΑ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΈΡΓΟ ΤΟΥ ΤΖΟΝ ΦΟΡΝΤ!!!». Και φυσικά δεν ήταν. Αφού οι ηθοποιοί είχαν διδαχθεί να διαβάζουν το έργο σαν θρησκευτικό δρώμενο σε διαχρονική εκκλησία, με έντονα στοιχεία μπρεχτικής αποστασιοποιήσεως και χωρίς καμία οικονομία ή πίστη στο πρωτότυπο. Εντάξει, μέχρι εδώ. Αν και περάσαμε από την εποχή του σκηνοθετισμού ανεπιστρεπτί, και οι κάθε είδους υπερβάσεις-παραβιάσεις-αυθαιρεσίες δικαιολογούνται μόνο για τα ιερά τέρατα της Τέχνης και σίγουρα για αυτούς που έχουν γνώση-ταλέντο-όραμα-επάρκεια-καταξίωση-αναγνώριση (εκτός των συνόρων της χώρας τους), εδώ είδαμε απλώς μια επίδειξη δύναμης. Γιατί δεν έβαζε ο καλός σκηνοθέτης τον όρο “διασκευή” στον τίτλο ή – έστω – στο πρόγραμμα της παράστασής του; Γιατί δεν έγραψε ένα δικό του έργο βασισμένο στο κείμενο του αποθανόντος; Γιατί στερέψαμε τόσο πολύ από ιδέες κι αισθητική που πρέπει να αναμασάμε διαρκώς ξένα ληγμένα πρότυπα; Ποιος χειροκροτεί ποιον και ποιος αναγνωρίζει ποιον σε αυτή την πολύπαθη χώρα; Κρίση, ναι. Υπάρχει κι αλλού. Όμως εκεί δεν επικρατεί η ακρισία και το δίκαιο του ισχυρότερου, εκεί λειτουργούν οι θεσμοί και προστατεύουν το δίκαιο του θεατή στην ποιότητα. Εδώ μοιάζουν όλα αυτά ψιλά γράμματα. Μας μένει μόνο το αναφαίρετο δικαίωμα να εκφράζουμε τη γνώμη μας, χωρίς φόβο και πάθος, αλλά με σεβασμό στην Αλήθεια.
Δεν θα πω τίποτα άλλο. Δεν θα αναφέρω ούτε καν ονόματα. Ουδέν προσωπικόν. Μόνο η απορία ενός επαρκούς θεατή που αγαπάει το θέατρο: γιατί βρε παιδιά; Προς τι όλ’ αυτά; Δεν υπάρχουν έξω τόσοι νέοι άνθρωποι, με σκέψεις, ιδέες, γνώσεις, πτυχία, μεταπτυχιακά, ταλέντο, πρωτοτυπία για να μας μεταδώσουν καλλιτεχνικώς τον προβληματισμό τους για την πολιτιστική κρίση που βιώνουμε διεθνώς; Φυσικά και υπάρχουν. Κι ασφυκτιούν και δεν βρίσκουν βήμα έκφρασης.
Ας πρυτανεύσει κάποτε η Λογική κι ας δούμε όλοι μας τα λάθη μας, από καταβολής του νέου ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα. Κατά τα άλλα, όλα καλά (τρόπος του λέγειν). Υγεία και δύναμη στους αναξιοπαθούντες. Για τους άλλους, φροντίζουν οι …ίδιοι.
Κρίμα δεν είναι πόρνη. Θα είχε τουλάχιστον ένα …άλλοθι.
Πολύ κακό για το τίποτα.
Ταμείου αγώνας άγονος.
“Η Αλήθεια θα μας λυτρώσει”.
Όσο για την τέχνη του Θεάτρου, ο ευρών…αμειφθήσεται.
Φιλικά και με εκτίμηση, με σεβασμό και πίστη στις υγιείς δυνάμεις του Θεάτρου.
Κωνσταντίνος Μπούρας
"LA STRADA" στο Θέατρο Βικτώρια.
Γράφει ο Χρήστος Ναούμ
Strada στα Ιταλικά σημαίνει δρόμος. Θα έλεγα ο δρόμος της σκληρής επιβίωσης σε μια μακρινή εποχή, που συνάμα είναι τόσο σύγχρονη. Η ταινία γυρίστηκε το 1954 από τον Φελίνι. Μην έχοντας δει το φιλμ αποφάσισα ένα Κυριακάτικο βράδυ να δω την παράσταση στο Θέατρο Βικτώρια. Σε ένα αφαιρετικό, μαύρο σκηνικό οι «πλανόδιοι» καλλιτέχνες άρχισαν να ξεδιπλώνουν ευλαβικά το έργο τους. Ο Τζαμπανό- ένας σωματώδης λαϊκός τύπος- επιβιώνει κάνοντας επίδειξη της δύναμής του. Στην εναγώνια αναζήτηση για τον επιούσιο, αγοράζει την Τζελσομίνα-μια αμόρφωτη, χαμηλής νόησης, κοπέλα- η οποία τον βοηθάει στα διάφορα νούμερα, με τα οποία επιδεικνύεται στον κόσμο. Κατά την διάρκεια της παράστασης, εμφανίζονται διάφοροι σαλτιμπάγκοι, αρτίστες, ακροβάτες οι οποίοι μοχθούν για την επιβίωσή τους. Η παράσταση συνοδεύεται από ζωντανή μουσική, έχει ρυθμό χωρίς να κάνει κενά και παρακολουθείται ευχάριστα. Η λιτή σκηνοθεσία και το άψογο υποκριτικό ταλέντο όλων των συντελεστών δημιουργούν μια ικανοποίηση στον θεατή, χωρίς να τον απομακρύνουν από το δραματικό μοτίβο, μέσα στο οποίο κινείται το έργο. Πρόκειται για μια παράσταση, που αν μη τι άλλο, θα σας συγκινήσει.
«Το “LA STRADA” του Φελλίνι, θεατρική διασκευή βασισμένη στην ομώνυμη ταινία., θα παρουσιαστεί στην Κεντρική Σκηνή του THEATROVICTORIA, από τη Τετάρτη 5 Νοεμβρίου, σε σκηνοθεσία του Βασίλη Νικολαΐδη με τους Κάτια Γέρου, Θανάση Κουρλαμπά και Νίκο Νίκα στους βασικούς ρόλους. Η παράσταση θα παίζεται κάθε Τετάρτη στις 7:30, Πέμπτη έως Σάββατο στις 9:00μμ και Κυριακή στις 8:00μμ.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ:
Σκηνοθεσία: Βασίλης Νικολαϊδης
Σκηνικός χώρος – Κοστουμια: Γιάννης Μετζικώφ
Επιμέλεια κίνησης- Χορογραφία: Κωνσταντίνος Μίχος
Μουσική: Λεωνίδας Μαριδάκης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ευγενία Μαραγκού
Visuals: Aνδρέας Τρούσσας
Φωτισμοί: Βαγγέλης Κάνδιας
Φωτογραφίες: Γεωργία Σιέττου, Στέλιος Δανιήλ
Σχεδιασμός αφίσσας και προγράμματος:Κωνσταντίνος Γεωργαντάς
Επιμέλεια Παραγωγής: Δημήτρης Κομνηνός
ΠΑΙΖΟΥΝ:
Κάτια Γέρου, Θανάσης Κουρλαμπάς, Νίκος Νίκας, Έφη Κόντα, Μέλιος Κατσαμάκης, Ευγενία Μαραγκού, Λεωνίδας Μαριδάκης, Κίμων Παντερής.
Τηλ. Κρατήσεων: 210 – 8233125





















