3η εκπομπή μας για τη ραδιοφωνική ανάγνωση του θεατρικού δεκάπτυχου “Κρίσιμη Δεκαλογία”
με την αγαπημένη μου φίλη κι εξαίρετη ηθοποιό Χάριτα Συμεωνίδου…
Απόηχος και απολογισμός του περυσινού Παγκόσμιου Φεστιβάλ Ποίησης που έγινε στο Poznan της Πολωνίας.
Ευχαριστώ από καρδιάς όλους τους άξιους ποιητές που συμμετέχουν σε αυτό το σημαντικό διεθνές πολιτιστικό γεγονός.
Αγαπητοί μου διοργανωτές Danuta Bartosz
και Άρη Χατζηνικολάου,
με το καλό να ξαναϊδωθούμε και φέτος και να ζήσουμε μέσα στην ποίηση, από την Ποίηση, για την Ποίηση, μέχρι το τέλος του Χρόνου…
Σας αγαπώ όλους και προσεύχομαι καθημερινά να είστε πάντα καλά και δημιουργικοί…
Ο φίλος και συνοδοιπόρος σας στο Πνεύμα,
Κωνσταντίνος Μπούρας

2η εκπομπή στη σειρά διαβάζοντας την ΚΡΙΣΙΜΗ ΔΕΚΑΛΟΓΙΑ από τη φιλόξενη συχνότητα του radio-ygeia

Διαβάζοντας με την αγαπημένη μου ηθοποιό Χάρις (όνομα και πράμα!!!) Συμεωνίδου κομμάτια από την ΚΡΙΣΙΜΗ ΔΕΚΑΛΟΓΙΑ (θεατρικό δεκάπτυχο, εκδόσεις Τάδε Έφη) στη φιλόξενη συχνότητα του radio-ygeia χάρη στον φιλόξενο οικοδεσπότη Θοδωρή Μεσσήνη, τον διευθυντή του σταθμού Δημήτρη Στάμου και την εκπληκτική Ντορίτα Χωραφά στον κρυστάλλινο ήχο!!!
“Τα μαύρα φώτα” ποίημά μου στο Poeticanet
http://www.poeticanet.gr/kwnstantinos-mpoyras-a-1080.html?category_id=400

Διαβάζοντας την “Κρίσιμη Δεκαλογία” από το radio-ygeia, εκπομπή 1η

η καλύτερη μέχρι τώρα εκπομπή μας στην ΕΡΤ2 από τον ΣΕΚΒ για ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ με εκλεκτούς συνεργάτες, φίλους δια βίου, υψηλής αισθητικής κι απαράμιλλης ευγένειας, με αγάπη, αγάπη, αγάπη…
http://webtv.ert.gr/ert2/to-biblio/28ian2018-to-vivlio/
Παγκόσμιο Φεστιβάλ Ποίησης στο πολωνικό Πόζναν, Νοέμβριος του 2017,
μια υπέροχη εμπειρία με καταπληκτικούς λογοτέχνες, καλλιτέχνες και πνευματικούς ανθρώπους, ταγμένους στον Πολιτισμό και στις Πανανθρώπινες Αξίες της Ισότητας, της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, της Αδελφοσύνης όλων των επί γης ανθρώπων…
Ένας σύντομος απολογισμός από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Χάρη στη Danuta Bartosz 
και στον Άρη Χατζηνικολάου (γιο τού

αξέχαστου φίλου Νίκου Χατζηνικολάου)… χάρη σε όλους τους διοργανωτές, συμμετέχοντες, διευκολυντές και αρωγούς αυτής της φιλεκπαιδευτικής και φιλερεύνου πολιτισμικής προσπάθειας βρέθηκα κι εγώ για δεύτερη φορά (μετά το 1999) στο αγαπημένο μου, κουκλίστικο Πόζναν, που αντιπροσωπεύει για μένα πολλά από τον πολιτισμό και τη μακραίωνη μουσική και θεατρική παράδοση της Κεντρικής Ευρώπης, που αν και διαφέρει σε πολλά από το μεσογειακό κλίμα είναι τόσο κοντά μας στο ποιητικό βίωμα και στην προς τα έξω κοινωνική έκφρασή του….
Κατά τη διάρκεια των ολοήμερων πολυποίκιλων παράλληλων εκδηλώσεων δίδαξα στις 3 Νοεμβρίου σε ένα πολωνικό Λύκειο εντός Πόζναν κλασική ποίηση (αρχαία ελληνική και λατινική στα αγγλικά) και με εξέπληξε η επάρκεια και η ετοιμότητα, καθώς και το εύρος των γνώσεων των μαθητών. Βγήκα εξοντωμένος αλλά ευτυχής μετά από μια ολόκληρη ώρα αφού οι συνοδοιπόροι μου σε αυτή την ξενάγηση δεν ήθελαν να κάνουν χρήση του διαλείμματος. Ήταν τόση η μέθεξή μας και η αυθόρμητη συμμετοχή των νέων αλλά ώριμων συνομιλητών μου που δεν προλάβαμε να βγάλουμε ούτε φωτογραφίες, γιατί ήδη έμπαινε ο καθηγητής του επομένου μαθήματος!!! Αν κάποιος από τους παριστάμενους έβγαλε κάποια με το κινητό ή το tablet του παρακαλώ να μου τη στείλει. Θα την κρατήσω, ακριβό ενθύμιο, στο μέρος της καρδιάς…
Θα πρέπει να εξάρω ιδιαίτερα τη συμμετοχή της Πολωνικής Χορωδίας Ουκρανών Νεολαίων από το Zhytomyr («Polish chamber choir of Ukrainian youth from Zhytomyr (Ukraine)»). Πατριωτικά τραγούδια και πρόδηλη νοσταλγία για την παλαιά Πολωνία. Το Zhytomyr της σημερινής Ουκρανίας ανήκε στην Πολωνία πριν από την αλλαγή των συνόρων που επέφερε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, όταν οι λεγόμενες «Μεγάλες Δυνάμεις» άλλαξαν τον χάρτη του ευρω-ασιατικού χώρου.
Απαγγείλαμε σε διάφορους δημόσιους χώρους (πανεπιστήμια, ωδεία, σχολεία, δημαρχιακά μέγαρα, ιστορικά κτήρια…) και νιώσαμε για άλλη μια φορά ακούγοντας τους θαυμάσιους Πολωνούς μεταφραστές μας να επιβεβαιώνουν πως δεν πήγε άδικα όλος αυτός ο κόπος, αυτές οι άπειρες ώρες σπουδής και ιερής μοναξιάς, ότι δεν πήγε στράφι τελικά ολόκληρη η ζωή μας. Τουναντίον…
Θα πρέπει επίσης, ως θεατρολόγος κι Αντιπρόεδρος πλέον της Ένωσης Κριτικών Θεάτρου Χορού και Μουσικής, να εξάρω την θεατρική μαθητική παράσταση που παρακολουθήσαμε στην πολωνική πόλη Słupca, με το έργο «Αδελφέ Άλμπερτ – Καλός σαν ψωμί», που βασιζόταν στη διδασκαλία και στα κηρύγματα αυτού του σύγχρονου αγίου, που διάλεξε το δρόμο της Αρετής κι αφιέρωσε τη ζωή του στην Καλοσύνη. Αν και ήταν διάσημος ζωγράφος, τα απαρνήθηκε όλα και πήγε να ζήσει με τους αστέγους. Ίδρυσε ένα άσυλο-καταφύγιο για όλους τους αδυνάμους και τους βοήθησε όσο μπορούσε μέχρι το τέλος της ζωής του. Όμως η θυσία του δεν πήγε χαμένη. Η σοφία του απέδωσε καρπούς. Ιδρύθηκαν εκατοντάδες παρόμοιες Εστίες, «δομές» όπως θα τις λέγαμε σήμερα, για τους φτωχούς, τους αναξιοπαθούντες, τους κατατρεγμένους, τους μη προνομιούχους και πάμπολλες παρόμοιες πρωτοβουλίες έλαβαν χώρα στην Πολωνία. Στη γραφική αυτή πόλη ανάμεσα σε ψιλόβροχο και διαλείμματα δειλής ηλιοφάνειας απολαύσαμε το υπέροχο γεύμα μας, λιτό αλλά γεμάτο αγάπη, γιατί ήταν στρωμένο ακριβώς μέσα σε ένα τέτοιο συσσίτιο για απόρους. Μετά την ωραία, συγκινητική κι ανυπέρβλητη παράσταση, τα παιδιά μας μοίρασαν συμβολικά φέτες ψωμιού, με την ευχή που ανάβλυσε από τα βάθη της καρδιάς μας κι έφτασε μέχρι τους ουρανούς: «είθε το ψωμάκι να μη λείψει ποτέ από κανένα ανθρώπινο ον!!!».
Ανυπομονώ να συμμετάσχω πάλι και φέτος με τα πενιχρά ποιήματά μου μεταφρασμένα από τον δίγλωσσο καθηγητή Μουσικής Άρη Χατζηνικολάου, δημοσιευμένα στην καλαίσθητη πολύγλωσση ανθολογία (γλώσσα πηγή η εκάστοτε μητρική του κάθε συμμετέχοντος ποιητή ή ποιήτριας και γλώσσα στόχος η πολωνική).
Χαίρομαι που η Ποίηση ταξιδεύει έξω από τα στενά χωρικά της ύδατα αποδεικνύοντας περίτρανα ότι δεν είναι τέχνη τού «εγώ» αλλά τού «εμείς».
Ο διαδικτυακός τόπος τών καταπληκτικών αυτών ανθρώπων, των Πολωνών φίλων μας, ποιητών κι ανθρώπων του Πνεύματος είναι: www.zlpwlkp.pl
Κωνσταντίνος Μπούρας
Σπύρος Στεργίου, ζωγραφική:
χώροι αναπεπταμένοι, κλουβιά και φυλακές, βραχογραφίες πατωμάτων οικιών δομημένων που νοσταλγούν την πολυχρωμία του γκρίζου ουρανού, όταν το φως κατεβαίνει λευκόχρυσο κι αναλύεται μέσα από τα μόρια του νερού σε χιλιάδες ίριδες…

Από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Ταξιδεύει το μάτια μέσα από το φαιοπράσινο και το καστανόφαιο προς τη νοσταλγία τού Λευκού, του άσπιλου, του άχρονου, ένθα ου θλίψις, ου αγωνία μηδέ άγχος για την καθημερινότητα. Τοίχοι και κάγκελα, δάπεδα και ταβάνια δυσθεώρητα σαν ασφυκτικά… ο Άνθρωπος στη μέγγενη του πολιτισμού. Ο δομημένος χώρος σαν «δωμάτιο πανικού» (panic room) για προνομιούχος που νομίζουν ότι ξόρκισαν το φόβο για το άγνωστο, για το ξένο, για το αύριο, για το ακατάληπτο, το παράλογο, εν τέλει την αγωνία για κάθε τι που υπερβαίνει τις αντιληπτικές δυνατότητας του ανθρωπίνου μυαλού… Κι εκεί μένει χώρος για τη Δι-αίσθηση για το Ά-λογο (που δεν είναι συνώνυμο του παρ-αλόγου), για το μεταφυσικό (που δεν είναι απαραιτήτως και μετά-φυσικό).
Βαθιά θρησκευτική η ζωγραφική του Σπύρου Στεργίου, θεοποιεί χωρίς και να δαιμονολογεί το Άρρητο, διακρίνεται από μια αισιόδοξη σκοτεινιά από ένα έρεβος που τείνει προς την χριστιανική χαρμολύπη, μα πάνω απ’ όλα είναι ζωγραφική ρομαντική. Αναζητεί την ευτοπία εκείνη όπου ο άνθρωπος μπορεί να ανασάνει αέρα καθαρό, όσο κι αν βουλιάζει σε μουχλιασμένα σπήλαια και τοίχους ενός καφκικού πύργου στα χρώματα της γης, της ελώδους, της λασπωμένης, από τα απορρίμματα και τις παντοειδείς τοξίνες του Πολιτισμού. «Κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα ρυπαίνει» κι η Τέχνη έρχεται να εξαγνίσει το ρυπαρό, να τετραγωνίσει το Χάος, να περιορίσει το λάθος, να αποφύγει την αστοχία, να μη συγκρουστεί ποτέ με το Απροσδόκητο.

Από αυτή την άποψη η τέχνη του εικαστικού Σπύρου Στεργίου είναι και διαχρονική και άχρονη, διαπολιτισμική και διαφυλετική, διαθρησκευτική και διεθνής… Είναι πάνω απ’ όλα τέχνη ποιητική, τέχνη τελετουργική, χωρίς να παραπέμπει απαραιτήτως σε συγκεκριμένα λαϊκά δρώμενα και λαογραφικό couleur locale. Σε αυτές τις καλοζωγραφισμένες επιφάνειες όπου το κάθε χρώμα αναλύεται σα να περνάει μέσα από αδιόρατους μικροκρυστάλλους σε άπειρα Terrapixels τόσο που κάθε «τεταρτημόριο» του οπτικού πεδίου του συνδημιουργού θεατή-αναγνώστη να μετατρέπεται σε οθόνη προβολής, σε λευκό σεντόνι, σε άγραφη πλάκα (tabula rasa) όπου ο καθένας μπορεί, δύναται και καλείται να προβάλλει το δικό του ατομικό όραμα για τον κόσμο, να αναζητήσει διαφυγές από τα προσωπικά του αδιέξοδα, να βιώσει εικονοποιημένο το ψυχόδραμά του προκειμένου να λυτρωθεί, να απελευθερωθεί και να πετάξει στον ουρανό της λύτρωσής του, μακριά από αυτή την Κοιλάδα των Δακρύων, όπου φαίνεται πως κινούνται σαν ασπόνδυλα σε ενυδρείο απαξάπασες οι βασανισμένες ψυχές μας. Αυτό είναι και το ιδεολογικό και το αισθητικό υπόβαθρο κάτω από τη θεματική της εικαστικής ανάπτυξης ενός από τους πλέον επίμονους, χαμηλόφωνους κι εργατικούς καλλιτέχνες της εποχής μας.

Οι πίνακες του Σπύρου Στεργίου είναι ανεκτίμητης αξίας, για τρεις κατά την επιστημονική μου γνώμη λόγους: πρώτον, ξέρει να ζωγραφίζει το λευκό, κατέχει την πανάρχαια τέχνη των μαστόρων του χρώματος· δεύτερον, είναι μαέστρος κι ενορχηστρωτής όγκων, γραμμών, επιπέδων και χρωματικών επιχωματώσεων [ας τις πούμε έτσι ποιητική αδεία]· και τρίτον, είναι τόσο τελετουργικά δραματικός ο ζωγραφισμένος χώρος και η υποψία της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα σ’ αυτόν, έτσι ώστε αποκτά μια τραγική και μια ειρωνική διάσταση ταυτόχρονα, όπως τα ιστορικά, υπαρξιακά και φιλοσοφία έργα του Σαίξπηρ, η «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, οι τραγικωμωδίες του Ευριπίδη και τόσες άλλες υπερβάσεις του Επιστητού με υπεραιώνιο κι αναλλοίωτο τρόπο.

Επιμένω στη δραματικότητα της εικαστικής πρωτοτυπίας του Σπύρου Στεργίου όχι μόνον γιατί είμαι θεατρολόγος και κριτικός, αλλά για να σας υποδείξω πλαγίως ακριβώς αυτή τη μυστικιστική λειτουργικότητα της «λευκής οθόνης» που φιλοτεχνεί, όπου ο καθένας προβάλλει το δικό του έργο, όχι σε καθρέφτη, χωρίς ναρκισσιστικά κάτοπτρα αλλά μα την ελευθερία που κάθε σημαντικό έργο Τέχνης μπορεί και πρέπει να δίνει στον αποδέκτη του. Αυτή η «προοπτική» είναι και «δια-οπτική» [ας μου επιτραπεί και πάλι αυτός ο νεολογισμός, το ανάλογον της δι-αισθήσεως]. Εξηγούμαι: αν είσαι αποκρυφιστής μπορείς να βρεις αποκρυφιστικά στοιχεία στο έργο του, αν είσαι υλιστής το ίδιο, αν είσαι ρομαντικός χαίρεσαι, αν είσαι κλασικιστής ενθουσιάζεσαι, αν είσαι κυβιστής, φουτουριστής, σουρεαλιστής, «φωβ-ιστής»… κι ό,τιδήποτε άλλο σε «-ιστής» νιώθεις σα να κολυμπάς πάντα στα νερά σου. Αποκτάς αυτή την αυτόματη εξ-οικείωση με τους ζωγραφισμένους από τον Σπύρο Στεργίου χώρους, σα να ήταν το σπίτι σου, ανέκαθεν… Αυτό κι αν είναι επιτυχία! Όχι μόνον καλλιτεχνική αλλά κι εμπορική, αφού σε κάθε τοίχο σπιτιού ή μεγάρου, χώρου συναθροίσεως κοινού ή αυστηρώς ιδιωτικού χώρου το κρεμασμένο αριστούργημα ταιριάζει τόσο που θαρρείς πως απεικονίζει μία κάποια (αθέατη, ονειρική, ερεβώδη και φωτεινή) πλευρά αυτού του δωματίου. Το μέρος αντί του όλου και το όλον ως μέρος ενός απείρου χώρου ανεπτυγμένου στο άπειρον, αντί να προκαλεί ναυτία επιτυγχάνει ακριβώς το αντίθετο και οδηγεί τον αναγνώστη-θεατή-ακροατή του εικαστικού παλμού ενός μεγάλου σύγχρονου καλλιτέχνη… τον οδηγεί έξω από την αποφορά του ζόφου που βιώνει σε αυτό το γλυκοχάραμα της καινούργιας Αναγέννησης, λίγο πριν τα πιο μαύρα σκοτάδια του απερχομένου Μεσαίωνα αποσύρουν δια πάντως τα φάσματα και τις σκιές τους προκειμένου να λάμψει αιώνια η Ανατολή πάνω από το χρυσό βουνό που ατενίζουμε μόνο στα όνειρά μας.

Σπύρος Στεργίου, ένας σημαντικός καλλιτέχνης, ένας μεγάλος ζωγράφος ζει ανάμεσά μας. Ανακαλύψτε τον πριν γίνει κλασικός κι απλησίαστος, αφού απρόσιτος δεν είναι.
Κωνσταντίνος Μπούρας
“Η φόνισσα” του Παπαδιαμάντη στα χνάρια των αρχαίων τραγικών ποιητών
Ομιλία τού Κωνσταντίνου Μπούρα σε εκδήλωση της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών αφιερωμένης στον ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ την Τετάρτη 10/1/2018 στις 7μμ.

Παπαδιαμάντης: γραφομανία, μετάθεση ερωτικού ενστίκτου, εξιδανίκευση επιθυμίας. Το μεγαλείο προέρχεται από την Πτώση. Στη «Φόνισσα» συλλαμβάνει και υλοποιεί την υπαρξιακή τραγικωμωδία και το αδιέξοδο τής ανθρώπινης κατάστασης, μακριά ή μέσα στην πίστη για την ύπαρξη ενός θεού τιμωρού-πατέρα αφέντη. Η Φραγκογιαννού είναι η πρώτη τραγική ύπαρξη στην ελληνική λογοτεχνία μετά την Κλασική Αρχαιότητα….
«Αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις». Παραφράζοντάς το θα πω «αρχή σοφίας η των κειμένων επί-σκέψις»!!! Κι αυτό το λέγω ως κριτικός Λογοτεχνίας έχω διαβάσει ανάμεσα στις συστάδες των βιβλίων που κατατρύχουν τον ύπνον και τον ξύπνιο μου εκατοντάδες βιβλίων, μεταξύ των οποίων και το «Πως να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει», του Pierre Bayard, (εκδόσεις Πατάκης). Το ίδιο συμβαίνει και με τις ταινίες, τις θεατρικές παραστάσεις, τις εκθέσεις ζωγραφικής… Για να μην κάνουμε λοιπόν κι εμείς σήμερα αυτά που κοροϊδεύουμε, θα σας διαβάσω με κριτικό και θεατρικό συνάμα τρόπο την αρχή και το τέλος της θρυλικής πλέον «Φόνισσας», της κορωνίδας του λογοτεχνικού σταδίου που διήνυσε αυτός ο φωτο-πρόδρομος, προφήτης και μάγος τού λόγου Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, που πολλοί τον παρεξήγησαν προβάλλοντας πάνω τα δικά τους ιδεολογήματα κι ερμηνεύοντάς τον κατά το δοκούν («τα καλά και συμφέροντα ταις επιδιώξεις υμών»). Μέχρι κι ότι δεν ξέρει καλά ελληνικά τον κατηγόρησαν οι «τα φαιά φορούντες» της εποχής του!!! Έλεος, έλεος Χριστιανοί!!! Τι άλλο θα ακούσουμε σε αυτόν τον κακοπαθημένο τόπο; Μάλλον τίποτα, γιατί τα έχουμε ακούσει ήδη όλα. Αυτά συμβαίνουν και σε καλύτερους από εμάς… και ειδικά στους βέλτιστους. Ο φθόνος, ενδημική χολέρα και πανούκλα, λιμός και λοιμός [και με γιώτα και με όμικρον-γιώτα].
Ας αρχίσουμε λοιπόν την προσεκτική ανάγνωση του πρώτου κεφαλαίου της «Φόνισσας», όπου θα ανακαλύψουμε μία παγανιστική οπτική, αντίθετη ή και συμπληρωματική ίσως της χριστιανικής χαρμολύπης με την οποία επικάλυψαν κάποιοι σχολιαστές αυτό το έργο, που θα μπορούσε να σταθεί σε οποιοδήποτε θρησκευτικό ή πολιτισμικό περιβάλλον, για τον απλούστατο λόγο ότι ο χειρισμός των προσώπων κι ο τρόπος της αφήγησης είναι σχεδόν αρχετυπικός, ενέχει μία εγγενή στην ανθρώπινη φύση και στην κυριολεκτική καταγραφή της ανθρώπινης εσωτερικής κατάστασης δραματικότητα. Εξηγούμαι για να μην παρεξηγηθώ: ο λόγος που ο «χρονικογράφος της Ιστορίας» Καβάφης [έτσι τον αποκάλεσαν κάποιοι ανταγωνιστές του], ο λόγος που ο Βιζυηνός, ο Παπαδιαμάντης και ο Ντοστογιέφσκι, ο Γκόρκι, ο Τσέχωφ και ο Τολστόι, ο Ουγκώ, ο Σταντάλ κι άλλοι πεζογράφοι ανεβαίνουν πιο συχνά σήμερα στο θέατρο, απείρως συχνότερα κι από τους συγχρόνους τους (και συγχρόνους μας) θεατρικούς συγγραφείς, ο λόγος που επισκιάζουν κάθε τι λιγότερο και κατώτερο που τους πλησιάζει είναι απλός: γράφουν με τον ενστικτώδη τρόπο τού ζώου που επιδιώκει να επιβιώσει πάση θυσία κι αυτό θα φανεί ιδιαίτερα στο τέλος τού πρώτου κεφαλαίου όπου η νεαρή τότε μάγισσα μάνα της Φραγκογιαννούς ξεφεύγει από τους διώκτες της με τη βοήθεια τών …Ναϊάδων!!!
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
ΗΦόνισσα
Α’
Μισοπλαγιασμένη κοντά εις την εστίαν, με σφαλιστά τα όμματα, την κεφαλήν ακουμβώσα εις το κράσπεδον της εστίας, το λεγόμενον «φουγοπόδαρο», η θεια-Χαδούλα, η κοινώς Γιαννού η Φράγκισσα, δεν εκοιμάτο, αλλ’ εθυσίαζε τον ύπνο πλησίον εις το λίκνον της ασθενούσης μικράς εγγονής της. Όσον διά την λεχώ, την μητέρα του πάσχοντος βρέφους, αύτη προ ολίγου είχεν αποκοιμηθή επί της χθαμαλής, πενιχράς κλίνης της.
Ο μικρός λύχνος, κρεμαστός, ετρεμόσβηνε κάτω του φατνώματος της εστίας. Έρριπτε σκιάν αντί φωτός εις τα ολίγα πενιχρά έπιπλα, τα οποία εφαίνοντο καθαριώτερα και κοσμιώτερα την νύκτα. Οι τρεις μισοκαυμένοι δαυλοί, και το μέγα ορθόν κούτσουρον της εστίας, έρριπτον πολλήν στάκτην, ολίγην ανθρακιάν και σπανίως βρέμουσαν φλόγα, κάμνουσαν την γραίαν να ενθυμήται μέσα εις την νύσταν της την απούσαν μικροτέραν κόρην της, την Κρινιώ, ήτις αν ευρίσκετο τώρα εντός του δωματίου, θα υπεψιθύριζε με τόνον λογαοιδικόν: «Αν είναι φίλος, να χαρή, αν είν’ εχθρός, να σκάση…»
Η Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα, ή άλλως Φραγκογιαννού, ήτο γυνή σχεδόν εξηκοντούτις, καλοκαμωμένη, με αδρούς χαρακτήρας, με ήθος ανδρικόν, και με δύο μικράς άκρας μύστακος άνω των χειλέων της.
Εις τους λογισμούς της, συγκεφαλαιούσα όλην την ζωήν της, έβλεπεν ότι ποτέ δεν είχε κάμει άλλο τίποτε ειμή να υπηρετή τους άλλους. Όταν ήτο παιδίσκη, υπηρέτει τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβα του συζύγου της – και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτού· όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της· όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγόνων της.
Το νεογνόν είχε γεννηθή προ δύο εβδομάδων. Η μητέρα του είχε κάμει βαριά λεχωσιά. Ήτο αύτη η κοιμωμένη επί της κλίνης, η πρωτότοκος κόρη της Φραγκογιαννούς, η Δελχαρώ η Τραχήλαινα. Είχαν βιασθή να το βαπτίσουν την δεκάτην ημέραν επειδή έπασχε δεινώς· είχε κακόν βήχα, κοκκίτην, συνοδευόμενον με σπασμωδικά σχεδόν συμπτώματα. Καθώς εβαπτίσθη, το νήπιον εφάνη να καλυτερεύει ολίγον, την πρώτην βραδιάν, και ο βήχας εκόπασεν επ’ ολίγον. Επί πολλάς νύκτας, η Φραγκογιαννού δεν είχε δώσει ύπνον εις του οφθαλμούς της, ουδέ εις τα βλέφαρά της νυσταγμόν, αγρυπνούσα πλησίον του μικρού πλάσματος, το οποίον ουδ’ εφαντάζετο ποίους κόπους επροξένει εις τους άλλους, ουδέ πόσα βάσανα έμελλε να υποφέρη, εάν επέζη, και αυτό. Και δεν ήτο ικανόν να αισθανθή καν την απορίαν, την οποίαν μόνη η μάμμη διετύπωνε κρυφίως μέσα της: «Θε μου, γιατί να έλθη στον κόσμο κι αυτό;»
Η γραία το ενανούριζε, και θα ήτον ικανή να είπη «τα πάθη της τραγούδια» αποπάνω από την κούνιαν του μικρού. Κατά τας προλαβούσας νύκτας, πράγματι, είχε «παραλογίσει» αναπολούσα όλ’ αυτά τα πάθη της εις το πεζόν. Εις εικόνας, εις σκηνάς και εις οράματα, της είχεν επανέλθει εις τον νουν όλος ο βίος της, ο ανωφελής και μάταιος και βαρύς.
Ο πατήρ της ήτον οικονόμος και εργατικός και φρόνιμος. Η μάννα της ήτον κακή, βλάσφημος και φθονερά. Ήτον μία από τας στρίγλας της εποχής της. Ήξευρε μάγια. Την είχαν κυνηγήσει δύο-τρεις φοράς οι κλέφτες, τα παλληκάρια του Καρατάσου και του Γάτσου και των άλλων οπλαρχηγών της Μακεδονίας. Έπραξαν τούτο διά να την εκδικηθούν, επειδή τους είχε κάμει μάγια, και δεν επήγαιναν καλά οι δουλειές των.
Επί τρεις μήνας εσχόλαζον εν αργία, και δεν ημπόρεσαν να κάμουν τίποτε πλιάτσικο, ούτε από Τούρκους, ούτε από χριστιανούς. Ούτε η Κυβέρνησις της Κορίνθου τους είχε στείλει κανέν βοήθημα.
Την είχαν κυνηγήσει τον κατήφορον, από την κορυφήν τ’ Αϊ-Θανασού, εις το οροπέδιον του Προφήτου Ηλία, με τας πελωρίας πλατάνους και την πλουσίαν βρύσιν, κ’ εκείθεν εις το Μεροβίλι, στο πλάγι του βουνού, ανάμεσα εις τα ορμάνια και τους λόγγους. Αυτή εδοκίμασε να κρυφθή εις μίαν λόχμην βαθείαν, πλην εκείνοι δεν εγελάσθησαν. Ο θρους των φύλλων και των κλάδων, ο ίδιος τρόμος της, όστις μετέδιδε τρομώδη κίνησιν εις κλώνας και θάμνους, την επρόδωκεν. Ήκουσε τότε αγρίαν φωνήν:
— Αχ! μωρή τσούπα, και σ’ επιάσαμε!
Αυτή ανεπήδησε τότε μέσ’ από τους θάμνους, κ’ έτρεξεν ως
φοβισμένη τρυγών με το πτερύγισμα των λευκών πλατειών χειρίδων της. Δεν ήτο πλέον ελπίς να γλυτώση. Άλλοτε, την πρώτην φοράν ότε την είχον κυνηγήσει, είχε κατορθώσει να κρυφθή, κάτω εις το Πυργί, επειδή το μέρος εκείνο είχε πολλά μονοπάτια. Εδώ, στο Μεροβίλι, δεν υπήρχον δρομίσκοι και λαβύρινθοι, αλλά μόνον συστάδες δένδρων και λόχμαι απάτητοι. Η τότε νεαρά Δελχαρώ, η μήτηρ της Φραγκογιαννούς, επήδα ως δορκάς από θάμνου εις θάμνον, ανυπόδητος, επειδή προ πολλού είχε πετάξει τας εμβάδας της από τους πόδας, όπισθεν της, – την μίαν των οποίων είχεν αναλάβει ως λάφυρον ο εις εκ των διωκτών– και τ’ αγκάθια εχώνοντο εις τας πτέρνας της, της έσχιζον κ’ αιμάτωνον τους αστραγάλους και ταρσούς. Τότε, εν τη απελπισία, της ήλθε μια έμπνευσις.
Εκείθεν του λόγγου, εις το πλάγι του βουνού, ήτον εις και μόνος καλλιεργημένος ελαιών, καλούμενος ο Πεύκος του Μωραΐτη. Ο γερο-Μωραΐτης, ο πάππος του κτήτορος, είχε μεταναστεύσει από τον Μιστράν εις τον τόπον αυτόν, περί τα τέλη του άλλου αιώνος – κατά την εποχήν της Αικατερίνης και του Ορλώφ. Ο φημισμένος πεύκος ίστατο εις το μέσον των ελαιών, ως γίγας μεταξύ νάνων. Το χιλιετές δένδρον ήτον σκαφιδιασμένον κοντά εις την ρίζαν, κάτω, εις τον γιγαντιαίον κορμόν, τον οποίον δεν ημπορούσαν ν’ αγκαλιάσουν πέντε άνδρες. Οι βοσκοί και οι αλιείς τον είχαν σκαφιδιάσει, του είχαν σκάψει την καρδίαν, του είχαν κοιλάνει τα έγκατα, διά να λάβωσιν εκείθεν άφθονον δάδα. Και με την φοβεράν πληγήν εις τα ίνας, εις τα σπλάγχνα του, ο πεύκος επέζησεν άλλα τρία τέταρτα αιώνος, μέχρι του 1871. Κατά Ιούλιον του έτους εκείνου, μέγαν τοπικόν σεισμόν ησθάνθησαν οι κατοικούντες, εις απόστασιν μιλίων, κάτω εις την παραθαλασσίαν. Την νύκτα εκείνην κατέρρευσεν ο γίγας.
Εις το κοίλωμα εκείνο, εντός του οποίου ηδύναντο να καθίσωσιν ανέτως δύο άνθρωποι, έτρεξε να κρυβή η τότε νεόνυμφος Δελχαρώ, η μήτηρ της σημερινής Φραγκογιαννούς. Το μέσον ήτο άπελπι, και σχεδόν παιδαριώδες. Εκεί δεν εκρύπτετο άλλως, ειμή κατά φαντασίαν, με παιδικόν τρόπον, όπως παίζουσι τον κρυφτόν. Οι διώκται βεβαίως θα την έβλεπον, θ’ ανεκάλυπτον το καταφύγιόν της. Μόνον εκ των νώτων ήτο αόρατος, αλλ’ όχι κατά πρόσωπον. Άμα οι τρεις κλέφται έφθανον πέραν του πεύκου, θα την έβλεπον ως καρφωμένην εκεί.
Οι τρεις άνδρες έτρεξαν, το επροσπέρασαν, κ’ εξηκολούθησαν να τρέχουν. Οι δύο εξ αυτών ουδ’ εστράφησαν οπίσω να ιδούν. Εφαντάζοντο ότι η «τσούπα» έτρεχεν εμπρός. Μόνον την τελευταίαν στιγμήν, ο τρίτος εστράφη, οπωσούν σκοτισμένος, προς τα οπίσω, και εκοίταξε παντού αλλού, όχι όμως εις τον κορμόν του πεύκου. Έβλεπε και τον πεύκον συλλήβδην, με τ’ άλλ’ αντικείμενα, χωρίς να φαντάζεται ότι ο κορμός του είχεν κοιλίαν, και ότι εντός της κοιλίας εκρύπτετο άνθρωπος. Και αν εγνώριζε, και αν ηγνόει το κοίλωμα του γιγαντιαίου κορμού, εκείνην την στιγμήν δεν επέρασεν από τον νουν του. Εκοίταζε να ιδή μη ανακάλυψη που το χάσμα της γης, το οποίον θα την είχε καταπίει εξ άπαντος – διότι καμμία πτυχή γης ορατή δεν υπήρχεν όπου να κρυβή τις. Αι Δρυάδες, αι νύμφαι των δασών, τας οποίας αυτή ίσως επεκαλείτο εις τας μαγείας της, την επροστάτευσαν, ετύφλωσαν τους διώκτας της, έρριψαν πρασινωπήν αχλύν, χλοερόν σκότος, εις τους οφθαλμούς των – και δεν την είδον.
Η νεαρά γυνή εσώθη από τους όνυχας των. Και όλον τον καιρόν ύστερον εξηκολούθησε να κάμνη μάγια, μάγια εναντίον των κλεφτών, και να φέρνη εις αυτούς πολλά «κεσάτια», ώστε πουθενά πλέον δεν υπήρχε πλιάτσικο – εωσότου, έδωκεν ο Θεός και ησύχασαν τα πράγματα, και ο Σουλτάνος Μαχμούτ εχάρισε, καθώς λέγουν, τα «Διαβολονήσια» εις την Ελλάδα, κ’ έκτοτε έπαυσαν να είναι ασύδοτα. Την πλιατσικολογίαν διεδέχθη η φορολογία, και έκτοτε όλος ο περιούσιος λαός εξακολουθεί να δουλεύη διά την μεγάλην κεντρικήν γαστέρα, την «ώτα ουκ έχουσαν».
Εδώ είναι σαφές ότι το παρασυμπαθητικό σύστημα του αναγνώστη (εκείνο που είναι επιφορτισμένο εκ φυσικής κατασκευής με το να φροντίζει την άνευ όρων και πάση θυσία επιβίωσή του) ενεργοποιείται με αποτέλεσμα οι εικόνες να αναπλάθονται ζωηρές στον εγκέφαλό του (τη συνεργεία των ενδοκρινών αδένων διαχειρίσεως φόβου και θυμού) με αποτέλεσμα να επιτυγχάνεται το μέγιστον δυνατόν συνδημιουργικόν προσληπτικόν του κειμένου αποτέλεσμα. Αυτό είναι μυστικό που το κατέχουν τεχνηέντως οι μεγάλοι λογοτέχνες, οι οποίοι γνωρίζουν καλώς κι εμπράκτως ότι ο άνθρωπος είναι μια ενιαία ψυχοσωματική πνευματική οντότητα και μόνον δια της συνολικής του διεγέρσεως και της αυτοβούλου αναγκαστικής συμμετοχής μπορεί να ολοκληρωθεί ο στόχος του πεζογράφου (ιδιαιτέρως του πεζογράφου και του θεατρικού συγγραφέα, γιατί ο ποιητής κι ο δοκιμιογράφος απευθύνονται σε άλλα συναισθηματικά ή νοητικά μέρη της ανθρωπίνης υποστάσεως). Στην περίπτωση του πεζογράφου, αν δεν κινητοποιηθούν ταυτοχρόνως η διαδοχικώς ή δίκην ενορχηστρωμένη συλλειτουργίας μουσικών οργάνων οι διάφορες ανθρώπινες λειτουργίες, το αποτέλεσμα είναι και χωλόν και χλωμόν. Εδώ παρατηρούμε τον αριστοτεχνικό, σχεδόν κινηματογραφικό και λιτό τρόπο, με φειδώ στη χρήση επιθέτων και περιττών νεορομαντικών περιγραφών της Φύσεως, με τον οποίον ο Παπαδιαμάντης μέσα σε λίγες μόλις σελίδες σαν ετοιμοθάνατος που βιάζεται να πει «τα λιγοστά του λόγια, γιατί αύριο η ψυχή μας [όλων μας] κάνει πανιά»… Αυτό είναι και το μεγαλείο, η μεταδοτικότητα, η θεατρική προφορικότητα, οι αληθοφανείς διάλογοι, που όσο κι αν δεν είναι αντιγεγραμμένοι «εκ του φυσικού», προσδίδουν στο λογοτεχνικό κείμενο μια τέτοια δραματικότητα που δεν είναι απορίας άξιον που ανεβαίνουν χωρίς καμία επεξεργασία κατευθείαν στη σκηνή των θεάτρων.
Όμως ας διαβάσουμε με αυτή την «υπόθεση εργασίας» κι από τη συγκεκριμένη οπτική γωνία το τελευταίο δέκατο έβδομο κεφάλαιο κι ας σκεφτούμε πως αυτό που για τον σύγχρονο «επαγγελματία» και ευρωβόρρο πεζογράφο θα γινόταν ένα τούβλο πεντακοσίων ή οκτακοσίων σελίδων, στην περίπτωση του Σκιαθίτη κοσμοκαλόγερου αρκούν μόνον εκατόν τριάντα (έτσι που να κατατάσσεται στο είδος της νουβέλας, ή του εκτεταμένου διηγήματος, λες και οι παρόμοιες απόπειρες κατηγοριοποιήσεως έχουν ουσιώδην τινά σημασίαν…).
Ακούμε λοιπόν την απόκρυφη μυστηριακή φωνή του «παντογνώστη αφηγητή», βλέποντας τα τυπωμένα σημάδια στο χαρτί:
ΙΖ’
Ύστερον απ’ ολίγων λεπτών της ώρας κυνηγητόν, η Φραγκογιαννού έφθασεν εις την τοποθεσίαν, την οποία ο Καμπαναχμάκης είχεν ονομάσει «το Μονοπάτι στο Κλήμα». Ήτον βράχος εισέχων αποτόμως προς τα έσω, σχηματίζων μικρόν ζύγωμα, κάτωθεν του οποίου έχασκεν η άβυσσος, η θάλασσα. Άνω του ζυγώματος τούτου υπήρχε πάτημα ημισείας παλάμης το πλάτος, όλον δεν το πέραμα ήτο τριών ή τεσσάρων βημάτων. Όπως το διέλθη τις, έπρεπε να πιασθή από τον άνω βράχον, βλέπων προς την θάλασσαν, να πατή με την πτέρναν, και να βαδίζη εκ δεξιών προς τα αριστερά. Η ζωή του εκρέματο εις μίαν τρίχα.
Η Φραγκογιαννού έκαμε τον σταυρόν της και δεν εδίστασε. Ούτε υπήρχεν άλλη αίρεσις ή προσφυγή. Δρυμός άλλος δεν υπήρχεν επάνω του βράχου. Η γυνή επήρε το καλάθι της εις τους οδόντας, επήδησεν αποφασιστικώς, και διέβη αισίως το φοβερόν πέραμα.
Έφθασαν κατόπιν ασθμαίνοντες οι δύο νομάτοι. Ο χωροφύλαξ είδε το πέραμα κ’ εστάθη.
— Σου βαστά η καρδιά σου; είπε με κρυφήν χαιρεκακίαν ο σύντροφός του.
— Δεν είναι άλλος δρόμος;
— Δεν είναι.
— Εσύ θα το ‘χης περάσει πολλές φορές, είπεν ο στρατιώτης.
— Εγώ, όχι! ηρνήθη ο αγροφύλαξ.
— Δεν ήσουν τσομπάνης;
— Εγώ έβοσκα πρόβατα στον κάμπο.
Ο χωροφύλαξ εδίστασεν ακόμη.
— Και να μας ρίξη κάτω μία γυναίκα! είπε.
— Δεν προφτάσαμε να την ιδούμε τη στιγμή που περνούσε, είπεν είρων ο δραγάτης. Αν την έβλεπες, θα σου ‘κανε καρδιά.
— Αληθινά;
— Δεν ξέρεις πόσες φορές δίνουν το παράδειγμα οι γυναίκες! είπεν ο αγροφύλαξ. Σε κάμποσα πράγματα, δείχνουν πολύ κουράγιο.
— Κ’ εγώ θα περάσω! είπεν ο χωροφύλαξ.
— Εμπρός!
Ο χωροφύλαξ έβγαλε το αμπέχονόν του, και το έτεινεν εις τον σύντροφόν του, μείνας με το υποκάμισον. Έκαμε το σημείον του Σταυρού.
— Αν περάσω πέρα, μου το ρίχνεις, είπε.
Εδοκίμασε να πατήση επί του στενού, επιάσθη από τον βράχον. Μετά εν βήμα ωπισθοδρόμησε.
— Μ’ έπιασε ζαλάδα, είπεν.
Εν τω μεταξύ η Φραγκογιαννού, τρέχουσα, είχεν ανηφορίσει, και ανήρχετο υψηλότερα εις την ακτήν. Αποκαμωμένη, ήσθμαινεν, εφύσα.
Επήγαινε, κ’ εστέκετο επί μίαν ανεπαίσθητον στιγμήν, κ’ έτεινε τα ώτα ακροωμένη. Ήθελε να βεβαιωθή αν θα διέβαινον το πέραμα οι δύο διώκται της. Αλλά δεν ήκουε τίποτε. Από την βραδύτητα αυτήν εσυμπέρανεν ότι οι δύο «νομάτοι» εδίσταζον πολύ να περάσουν το μονοπάτι.
Τέλος, έφθασεν εις του Πουλιού την Βρύση, όπως την είχεν ονομάσει ο Καμπαναχμάκης. Ήτο μια πηγή επάνω εις υψηλόν βράχον, επί του οποίου εσχηματίζετο μικρόν ολισθηρόν οροπέδιον από χώμα, γεμάτον από βρύα και άλλα υγρά χόρτα, τα οποία εφαίνοντο ως να έπλεον εις το νερόν. Η Φραγκογιαννού επάτει καλά διά να μη γλιστρήση και πέση.
Από την βρύσιν εκείνην, πράγματι, μόνον τα πετεινά τ’ ουρανού ηδύνατο να πίνουν. Η Χαδούλα έκυψε κ’ έπιε…
— Αχ! καθώς πίνω απ’ τη βρυσούλα σας, πουλάκια μου, είπε, δώστε μου και την χάρη σας, να πετάξω!…
Κ’ εγέλασε μοναχή της, απορούσα πού εύρε τον αστεϊσμόν αυτόν εις τοιαύτην ώραν. Αλλά τα πουλιά, όταν την είδαν, είχαν αγριεύσει, κ’ επέταξαν έντρομα…
Εκάθισε, δίπλα εις του Πουλιού την Βρύση, διά να ξαποστάση και πάρη τον ανασασμόν της. Σχεδόν είχε βεβαιωθή πλέον ότι οι δύο «νομάτοι» δεν είχαν κατορθώσει να διαβώσι το Μονοπάτι στο Κλήμα.
Αλλά δεν ησθάνετο ασφάλειαν, η δύστηνος, καθημένη εκεί. Όθεν, μετ’ ολίγα λεπτά εσηκώθη, επήρε το καλάθι της, κ’ έτρεξεν τον κατήφορον.
Τώρα πλέον επήγαινεν αποφασιστικώς εις τον Άι-Σώστην, εις το Ερημητήριον. Καιρός ήτο, αν εγλύτωνε, να εξαγορευθή τα κρίματά της εις τον γέροντα, τον ασκητήν.
Εις ολίγα λεπτά της ώρας κατήλθε την ακτήν, κ’ έφθασεν εις τα χαλίκια του αιγιαλού, εις την άμμον. Αντίκρυσε τον αλίκτυπον βράχον, επάνω εις τον οποίον εφαίνετο ο παλαιός ναΐσκος του Αγίου Σώζοντος.
Ο λαιμός της άμμου, ο ενώνων τον μικρόν βράχον με την στερεάν, μόλις ανείχεν ένα δάκτυλον υπεράνω του κύματος. Τώρα ήρχιζε να γίνεται πλημμύρα. Η Φραγκογιαννού εστάθη κ’ εδίστασε. «Τάχα δεν θα … ξαναγίνη ρήχησε λίγη ώρα; είπε. Γιατί να βιαστώ τώρα, να γίνω μούσκεμα;»
Αλλά την ιδίαν στιγμήν ήκουσε θόρυβον όχι μικρόν επί του κρημνού. Δύο άνδρες, ο εις στρατιωτικός, ο άλλος πολίτης, με δύο τουφέκια επ’ ώμου, κατήρχοντο τρέχοντες τον κατήφορον. Ο πολίτης δεν ήτον ο δραγάτης τον οποίον είχεν αφήσει οπίσω, με τον ένα χωροφύλακα, ήτον άλλος, κ’ εφόρει φράγκικα. Αυτή λοιπόν ήτο η ενέδρα, την οποίαν είχεν υποπτεύσει ευλόγως αυτή, με την οποίαν ηθέλησαν να την βάλουν εις τα στενά; Ιδού ότι τώρα την έφθαναν.
Η Φραγκογιαννού έτρεξεν, έκαμε τον σταυρόν της, κ’ επάτησεν επάνω εις το πέραμα της άμμου. Η άμμος ήτον ολισθηρά. Το κύμα ανήρχετο, εφούσκωνε. Η γυνή δεν ωπισθοδρόμησε. Δεν είχεν άλλην σανίδα σωτηρίας. Ούτε αυτήν, την παρούσαν, μάλιστα δεν είχε.
Το κύμα ανέβαινεν, ανέβαινε. Η Φραγκογιαννού επάτει. Η άμμος ενέδιδε. Οι πόδες της εγλιστρούσαν.
Ο βράχος του Αγίου Σώζοντος απείχε περί τας δώδεκα οργυιάς από την ακτήν. Ο λαιμός της άμμου, το πέραμα, θα ήτο πλέον ή πεντήκοντα βημάτων το μήκος.
Το κύμα την έφθασεν έως το γόνυ, είτα ως την μέσην. Η άμμος εγλιστρούσε. Εγίνετο βάλτος, λάκκος. Το κύμα ανήλθεν έως το στέρνον της.
Οι δύο άνδρες, οίτινες την εκυνήγουν, έρριψαν μίαν τουφεκιάν διά να την πτοήσουν. Είτα ηκούσθησαν αι φωναί των, φωναί αλαλαγμού και βεβαίας νίκης.
Η Φραγκογιαννού απείχεν ακόμη ως δέκα βήματα από τον Αϊ-Σώστην.
Δεν είχε πλέον έδαφος να πατήση· εγονάτισεν. Εις το στόμα της εισήρχετο το αλμυρόν και πικρόν ύδωρ.
Τα κύματα εφούσκωσαν αγρίως, ως να είχον πάθος. Εκάλυψαν τους μυκτήρας και τα ώτα της. Την στιγμήν εκείνην το βλέμμα τής Φραγκογιαννούς αντίκρυσε το Μποστάνι, την έρημον βορειοδυτικήν ακτήν, όπου της είχον δώσει ως προίκα ένα αγρόν, όταν νεανίδα την υπάνδρευσαν και την εκουκούλωσαν, και την έκαμαν νύφην οι γονείς της.
— Ω! να το προικιό μου! είπε.
Αυταί υπήρξαν αι τελευταίαι λέξεις της. Η γραία Χαδούλα εύρε τον θάνατο εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης.
Ας προσέξουμε την κυκλική δομή με την οποία αρχιτεκτονεί το αθάνατο δημιούργημά του ο μέγας δραματικός ποιητής Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: με ένα κυνηγητό ξεκινάει (μισό δίκαιο και μισό άδικο), με τον ίδιο τρόπο τελειώνει. Ο αναγνώστης καθίσταται ένορκος στο αόρατο κακουργιοδικείο του Γαλαξία.
Αυτή η τελευταία παράγραφος τής “Φόνισσας” καθαγιάζει τον μεγάλο διανοητή, φιλόσοφο και ποιητή της αφήγησης Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, γιατί ενώ πλάθει σφιχτοδεμένες δομές, αφήνει ανοικτό εδώ το τέλος, μετέωρο, στη διακριτική ευχέρεια του αναγνώστη, όστις – αναλόγως της πίστεως και των πεποιθήσεών του – συνεχίζει το δημιούργημα εν τη εαυτού συνειδήσει, ουδέν συναντών εμπόδιον…
Ακριβώς όπως και οι μεγάλοι αρχαίοι τραγικοί, όπως ο Σοφοκλής στην «Αντιγόνη» ορθώς ο Παπαδιαμάντης διακρίνει δύο επίπεδα Δικαιοσύνης: τη γήινη (κομμένη και ραμμένη στα μέτρα και στα συμφέροντα των ανθρώπων) και την συμπαντικώς κοσμική, εκεί όπου ακόμα κι οι θεοί τρέμουν την Νέμεσιν και φοβούνται να διαταράξουν τις ουράνιες ισορροπίες. Αυτό ακριβώς το μετέωρο τέλος κι η αποφυγή της καταδίκης τής ηρωίδας του από τον ίδιον τον δημιουργό συγγραφέα της συνυποδηλώνει πως – αναλογικώς – κι ο Δημιουργός των Πάντων είναι ένας πανάγαθος και φιλεύσπλαχνος θεός ή… ένα ον πέρα από κάθε προσληπτική και νοητική μας ικανότητα, επομένως δεν μπορούμε να εικάσουμε καν την ετυμηγορία του στο Φοβερό Βήμα της Τελικής Κρίσεως νεκρών και ζωντανών και νεκροζώντανων, γιατί ακριβώς αυτό ήτο κι η Φραγκογιαννού του Παπαδιαμάντη: ένα τελώνιο, ένα ξωτικό, ένα δαιμόνιο κάπου μεταξύ των γνωστών κι αγνώστων κόσμων. Κι εδώ θα ξαναθυμηθώ πάλι τον Σεφέρη (μεταγράφοντας την ευριπίδεια ρήση): «τι είναι θεός τι μη θεός και τι το ανάμεσό τους;». Τι είναι δίκαιο και τι άστοχο, τι αμαρτία και τι ευποιΐα, τι ευλογία και τι κατάρα; Αυτά τα ερωτήματα θέτουν οι μεγάλοι συγγραφείς κι είναι εν πολλοίς αναπάντητα, αφού κάθε εποχή κρίνει ανάλογα με τις εμμονές και τις προκαταλήψεις της, κάθε άτομο ανάλογα με τα συμφέροντά του… Και μέχρι να καταστεί η Λογοτεχνία περιττή θα απορούμε καθημερινά για το θαύμα του κόσμου που μας περιβάλλει και που εσωκλείουμε…
Κωνσταντίνος Μπούρας

