ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟ
Εισήγηση τού ποιητή, θεατρολόγου και κριτικού Κωνσταντίνου Μπούρα στο ΚΕΝΤΡΟ ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ την Παρασκευή 30 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2018.
Στα πλαίσια τού Φεστιβάλ Αθηνών 2017 παρακολουθήσαμε στο θέατρο Ολύμπια την αριστουργηματική παράσταση: Χέρμπερτ Φριτς, Murmel Murmel / Μουρμουρητό, του Ντίτερ Ροτ
Σύμφωνα με το Δελτίο Τύπου: «Ένα σχέδιο που κυοφορούνταν εδώ και καιρό στο μυαλό του Γερμανού σκηνοθέτη Herbert Fritsch (Χέρμπερτ Φριτς) ζωντανεύει. Πρόκειται για τη νουβέλα του Dieter Roth (Ντίτερ Ροτ) Μουρμουρητό, που κυκλοφόρησε το 1974 με αυτοέκδοση. Στις 178 σελίδες του βιβλίου, ενός λεπτού τόμου σχήματος octavo, επαναλαμβάνεται μία μόνο λέξη: «Murmel». Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Ροτ έδωσε την άδεια στον Φριτς να διασκευάσει το έργο του για το θέατρο. Το 2012 ο Φριτς εκπλήρωσε την υπόσχεσή του για πρώτη φορά. Από τους σημαντικότερους ηθοποιούς που συνδέθηκε με τη Φόλκσμπύνε, τα τελευταία χρόνια ο Φριτς έχει καθιερωθεί ως σκηνοθέτης με τις βραβευμένες μαύρες κωμωδίες του. Στην ξεκαρδιστική, θεοπάλαβη παράστασή του, δεκατέσσερις ηθοποιοί μουρμουρίζουν αδιαλείπτως τη μοναδική λέξη του βιβλίου και μεταμορφώνουν το κείμενο σε μια υπνωτιστική, ψυχεδελική εμπειρία που δικαιώνει τον εκλιπόντα πλέον Ροτ, πληθωρικό, πειραματικό καλλιτέχνη που το έργο του διακρίνεται για τη δεξιοτεχνία, την άγρια ενέργεια και τη σκοτεινή του αίσθηση.
Μουρμουρμουρμουρμουρμουρμουρ
μουρμουρμουρμουρμουρμουρμουρ
μουρμουρμουρμουρμουρμουρμουρ
μουρμουρμουρμουρμουρμουρμουρ
μουρμουρμουρμουρμουρμουρμουρ
μουρμουρμουρμουρμουρμουρμουρ
μουρμουρμουρ…»
Ας επιχειρήσουμε όμως έναν κριτικό σχολιασμό του όλου θεάματος, όπως αυτός δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό για τα Γράμματα και τις Τέχνες «γράφειν»
Χέρμπερτ Φριτς – Φόλκσμπύνε
Murmel Murmel – Μουρμουρητό / Ντίτερ Ροτ
Ή αλλιώς ένας σύγχρονος σχολιασμός πάνω στο σαιξπηρικό “words, words, words!!!” από τον μηδενιστή (;) υπαρξιακώς πάσχοντα αλλά πάντα κλασικό Άμλετ.
Από τον θεατρολόγο, ποιητή και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Αριστουργηματική παρωδία των προγλωσσικών κωδίκων όπως αναπτύχθηκαν από την αρχαία κωμωδία έως και τον βουβό κινηματογράφο. Επαναλαμβάνοντας μία και μόνη λέξη σε διάφορους τόνους, οι καλοί και άξιοι ηθοποιοί συνέχισαν επάξια την μακραίωνη παράδοση των μίμων και παντόμιμων, διασκέδασαν τον εμβρόντητο (στην αρχή) θεατή, κινήθηκαν μέσα σε έναν ρευστό, δυναμικό εικαστικό διάκοσμο, που θα μπορούσε να εκτεθεί ως αυτόνομο έργο Τέχνης, έμοιαζαν σα να αυτοσχεδιάζουν ενώ υπάκουαν πειθήνια σε μια απόλυτα ενορχηστρωμένη αρμονική χορογραφημένη κινησιολογία (αυτή είναι και η βασική διαφορά τους από ανάλογα νεοελληνικά σχήματα – μία άλλη βασική διαφορά είναι η ΠΑΙΔΕΙΑ, η ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΜΟΡΦΩΣΗ, η ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΑΓΩΓΗ και τέλος Η ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΗΘΙΚΗ – μάλιστα). Παρ’ όλο που ερωτοτρόπησαν συχνά με το κιτς δεν έπεσαν ποτέ στην παγίδα του κακόγουστου, όσο κι αν θεματολογικώς κινήθηκαν κάπου μεταξύ …Μπένυ Χιλ και Μάρκου Σεφερλή (του σύγχρονου… Αριστοφάνη όπως σχεδόν τον ανεκήρυξε επισταμένως σύγχρονος επίσημος νεοέλλην πρωτοκλασάτος κριτικός). Όμως οι υπέροχοι αυτοί καλλιτέχνες τής Volksbühne έδωσαν τα ρέστα τους και μας μάγεψαν ως εκ του αντιθέτου, χωρίς να χάνουν ούτε στιγμή τη μπάλα μήτε τη σκηνική λαμπαδηδοδρομία της μεταλαμπαδεύσεως μίας και μόνης λέξεως. Άξιος ο μισθός τους. Όσο κι αν πολλοί εξοργίστηκαν από την επαναλαμβανόμενη ρουτίνα «ατονίας», εγώ δεν την βρήκα καθόλου μονότονη. Αντιθέτως, μου φάνηκε πολυφωνική και πολυτονική.
Κωνσταντίνος Μπούρας
Info:
http://greekfestival.gr/gr/press/view/xermpert-frits-%7C-murmel-murmel-mourmourito-tou-ntiter-rot
Με αφορμή αυτή την εξαίρετη παράσταση, που δεν είναι βεβαίως ο κανόνας αλλά η εξαίρεση (μακάρι να ήταν ο κανόνας!!!) έρχομαι σήμερα να αντιμετωπίσω και να καυτηριάσω ένα απεχθές για εμένα φαινόμενο των τελευταίων σαράντα ετών της μετανεωτερικότητας και του απόλυτου Χάους: την κυριαρχία της εικόνας έναντι του Λόγου στις τέχνες του θεάματος. Καταλήγουμε στον αυτισμό και στον ατταβισμό, στον προχωρημένο ατομοκεντρισμό, στην ανοησία της ανούσιας πλήξης, στον μηδενισμό και στην ελαχιστοποίηση του «πνευματικού» προς όφελος του «υλικού-υλιστικού-πραγματιστικού». Τώρα υπερισχύει το «δια ταύτα» κι ό,τι ΔΕΝ αποτιμάται σε χρήμα ΔΕΝ υπάρχει, μήτε καν ως προϊόν ενός τρέχοντος παρηκμασμένου πολιτισμού. Η λεγομένη «Παγκοσμιοποίηση» (αδόκιμος όρος, αφού και η Ελληνιστική Αρχαιότητα ήταν Παγκόσμια και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και άλλες μυθικές πραγματικότητες, όπως η Λεμουρία, η Ατλαντίδα και λοιπά)… η λεγομένη «Παγκοσμιοποίηση» είναι απλώς μία πρόφασις εν αμαρτίαις, μία θολούρα, ένα πέπλο καπνού για να κρύψουμε τον ωφελιμισμό, την ιδιοτέλεια, την ισοπέδωση των πάντων, το οριστικό διαζύγιο από την Φύση, την κατασπατάληση των φυσικών πόρων της γης, την κλιματική αλλαγή, τα αδιέξοδα του σύγχρονου μεταβιομηχανικού τεχνολογικού ανθρώπου με τον «άπειρο ελεύθερο χρόνο» (άλλη μία φενάκη του καιρού μας) και την υπερανάλυση των πάντων, ακόμα κι εκείνων που δεν επιδέχονται ουδεμίας αναλύσεως. Σε αντίδραση ο άνθρωπος συσπειρώνεται στο καβούκι του κι αρκείται στην ικανοποίηση των στοιχειωδών ενστίκτων επιβιώσεως πρωτίστως και αναπαραγωγής σε πολύ δεύτερο πλάνο πλέον… Αυτή η εσωστρέφεια που δεν είναι και ενδοστρέφεια δυστυχώς και δεν έχει να κάνει με την αναζήτηση της Γνώσης, ενώ το «γνώθι σαυτόν» απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο ως πιθανότητα ένεκα του «θορύβου» των εικόνων και των άρρυθμων ήχων που μας κατακλύζουν καθημερινώς διώχνοντας εκτός ακουστικού βεληνεκούς μας την Παγκόσμια Αρμονία που άκουγε ο Πυθαγόρας, ο Σαίξπηρ, οι ερωτευμένοι, οι ασκητές, οι σοφοί και οι ποιητές όλων των εποχών… Δυστυχώς καταλήξαμε στον βωβό κινηματογράφο. Με την κυκλικότητα του χρόνου και της ανθρωπίνης εξελίξεως γυρίσαμε τα ρολόγια μας έναν αιώνα πριν. Θεάματα σαν αυτό της Σάου-μπύνε είναι και εξαγώγιμα και καταναλώσιμα και ευπώλητα ανεξαρτήτως πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων. Είναι η εύκολη λύση πλέον: το video-art με τη συνέργεια του Διαδικτύου θα υποκαταστήσει ενδεχομένως το «μεγάλο μυθιστόρημα» του δέκατου ένατου αιώνα, τον κινηματογράφο, το θέατρο και την Ποίηση την ίδια, τη ζωγραφική σίγουρα, την εικαστική έκφραση ανυπερθέτως και τη μουσική εκδήλωση εξάπαντος. Τι μένει; Μα ΤΟ ποίημα, εκείνο που απευθύνεται τουλάχιστον σε έναν άλλον, ο μονόλογος του πονεμένου, παραλλήλως με δισεκατομμύρια άλλους μονολόγους που παραπέμπουν στον εφιαλτικό Πύργο της Βαβέλ που όλο γκρεμίζεται και δεν πέφτει. Φτάσαμε να υπνοβατούμε, να μονολογούμε, να νομίζουμε πως επικοινωνούμε, να περπατάμε και να μιλάμε στον αέρα, να σταματάμε απότομα στη μέση του δρόμου και να μιλάμε σε ένα μικρό μηχάνημα, να πατάμε τα πλήκτρα ή να σέρνουμε τα δάχτυλα πάνω στη φωτεινή οθόνη του, χωρίς να έχουμε συναίσθηση του κόσμου γύρω μας… Ακόμα κι όταν δεν προκαλούμε ατυχήματα χάνουμε τα σύννεφα, τα πουλιά, τα ηλιοβασιλέματα, τις εποχές, την ανθοφορία και τη φυλλοβολία, χάνουμε εν ολίγοις όλα εκείνα που ο προβιομηχανικός άνθρωπος απελάμβανε φυσικώ τω τρόπω. Δεν μιλάμε εδώ φυσικά για την επικοινωνία με τα πνεύματα και τον αλλοδιαστασιακό κόσμο των νεκρών αλλά με ένα ηφαιστειακό φαντασιακό που συμπλέκεται και διαπλέκεται πιο γρήγορα από την εξακτινωμένη ύλη στη χοάνη μιας συμπαντικής «μαύρης τρύπας»…
Κι εμείς, οι θεατρολόγοι, οι θεατράνθρωποι, οι θεωρητικοί και πρακτικοί του θεάτρου στεκόμαστε εμβρόντητοι μπροστά από μια «φυσική καταστροφή», επικαλούμεθα τη δικαιολογία κάποιας απροσδιόριστης «ανωτέρας βίας», στην καλύτερη περίπτωση παραμένουμε ενεοί, στη χειρότερη ιδεολογικοποιούμε το Χάος και την παντοκρατορία της πρωτογενούς, ακατέργαστης εικόνας εις βάρος του Λόγου, τον οποίον δυστυχώς απολέσαμε κι ελάχιστοι ασχολούνται ακόμα με την επανέρευσίν του.
Δεν έχω τίποτα με το λεγόμενο «θέατρο της εικόνας». Είναι πανάρχαιο. Από την εποχή του ασιατικού «θεάτρου σκιών» με τις εικόνες οι αλλόγλωσσοι άνθρωποι επικοινωνούσαν και γαλήνευαν. Απόδειξη η κριτική που σας προέταξα εδώ. Όμως υπάρχει τεράστια απόσταση από αυτού του σημείου μέχρι να προβούμε στην πλήρη κατεδάφιση του λεγομένου «θεάτρου του λόγου» (ούτε αυτός ο όρος ισχύει, γιατί εκτός παντομίμας και χοροθεάτρου, δεν υπάρχει θέατρο χωρίς λόγο)…
Μαθαίνω σήμερα πως ολόκληρα θεατρολογικά τμήματα, σχολές, κατευθύνσεις κι ομαδούλες κινούνται προς μια θεωρητικοποίηση της «σκηνικής αφασίας», υπέρ της επιστροφής στον ατταβισμό του κοπρολάγνου νηπίου που βιώνει μεν ένα είδος μακαριότητος, ας μην φτάσουμε όμως όλοι να ευελπιστούμε στο «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι». Είμαστε πολιτισμένα όντα, κληρονόμοι ενός ελληνορωμαϊκού Πολιτισμού που διακρίθηκε από τη βαρβαρότητα χάρη στην εκλεπτυσμένη και διαρκώς εξελισσόμενη γλώσσα και χάρη στον υψηλό ποιητικό λόγο, που ήταν και φιλοσοφικός και μελωδικός και δραματικός και χορευτικός και θεατρικός εν τέλει. Το θέατρο ως κώδικας εμπεριέχει όλες τις άλλες τέχνες, όμως χωρίς τη γλώσσα, χωρίς τα εκπεφρασμένα δια του λόγου νοήματα και διανοήματα δεν νοείται Τέχνη και μάλιστα υψηλή. Βεβαίως, στις αρχές του εικοστού αιώνα ο Πικάσσο και άλλοι αναζήτησαν, νοστάλγησαν και μιμήθηκαν τον ζωγραφικό αυθορμητισμό των παιδιών, βεβαίως η αναζήτηση του «εσωτερικού παιδιού» είναι ένα ζήτημα, φυσικά και δεν γίνεται Τέχνη χωρίς την προαπαιτούμενη παιδικότητα, διανύουμε όμως τεράστια, ανυπέρβλητη και περιττή από σταση από αυτού του σημείου μέχρι την απαίτηση να ξαναγυρίσουμε σε προγλωσσικούς κώδικες κι ατταβιστικές συμπεριφορές προκειμένου να ευνοήσουμε τον υπερκαταναλωτισμό των παγκοσμιοποιημένων πολυεθνικών γιγάντων που παραγάγουν και διαφημίζουν ό,τι περιττό ως απολύτως αναγκαίο και καθοριστικό του επιθυμητού κι ευκταίου κοινωνικού status…
Το θέατρο της «εικόνας» είναι καλό κι αγαθό όταν έχουμε να κάνουμε με τον Νιζίνσκυ, τη Σάου-Μπύνε, την Αμπράμοβιτς και άλλες ιδιοφυίες, ας προσέξουμε όμως εμείς οι ταπεινοί μην μας καταπιεί και καταστεί άλλοθι για την αφασική, νωθρή, νωχελική και δειλή μετριότητά μας. Κι ο συχωρεμένος Μπένι Χιλλ έκανε θέαμα και μάλιστα δημοφιλές, δεν θα το έλεγες όμως Τέχνη ούτε καν με τη διευρυμένη έννοια… Ένας μίμος ήταν ο άνθρωπος, απόγονος των βυζαντινών, των αρχαίων και των προϊστορικών μίμων που έβγαζαν το ψωμάκι τους πιθηκίζοντας και βάζοντας καθρέφτες μπροστά στους ανθρώπους τού καιρού τους για να χαζέψουν το είδωλό τους, όπως οι ιθαγενείς της Αμερικής θαμπώθηκαν τόσο με τα σκουριασμένα καθρεφτάκια του Κορτές που έχασαν και τα χρυσαφικά και τη ζωή και τον πολιτισμό τους, μέχρι που η ύπαρξή τους η ίδια έμεινε μια μαύρη κηλίδα στην Ιστορία τού Πολιτισμένου Ανθρώπου…
Αυτές τις λιγοστές επισημάνσεις ήθελα να θέσω μέσα από την εισήγησή μου κι εύχομαι να γίνουν αφορμές για περαιτέρω συζήτηση και γόνιμο διάλογο.
Κωνσταντίνος Μπούρας
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ για Παρασκευή 7/12/2018, 8μμ στο ατμοσφαιρικό Polis Art Cafe
Οι εκδόσεις Αγγελάκη παρουσιάζουν το 33ο βιβλίο του Κωνσταντίνου Μπούρα 25 Προσευχές αδύναμων όντων (το καθένα προς το δικό του “θεό”) την Παρασκευή, 7η Δεκεμβρίου 2018, 20:00, στην Αθήνα στο Polis Art Café (Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς Βιβλίου, τηλ. 210 3249587, 2103249588). Θα μιλήσουν: η Δρ Ανθούλα Δανιήλ, η ποιήτρια-κριτικός Άννα Αφεντουλίδου, ο Δρ Μιχάλης Πατρώνης, η βραβευμένη μεταφράστρια κι εκπρόσωπος του Premio Nosside στην Ελλάδα Τζίνα Καρβουνάκη κι ο ίδιος ο ποιητής. Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει ο ηθοποιός Μάνος Χατζηγεωργίου. Θα επακολουθήσει συζήτηση. Την εκδήλωση συντονίζει ο Κωνσταντίνος Μπούρας.

Πάπυρος Παλίμψηστος, εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ

Σήμερα, αυτή την Τρίτη και 13!!!
ΤΡΙΤΗ 13 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΙΣ 9 ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΙ
ΣΑΒΒΑΤΟ 17 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΙΣ 2 ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ
ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Η ΕΚΠΟΜΠΗ ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
http://www.fm100.gr
ΣΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΣΤΕΛΙΟ ΛΟΥΚΑ ΜΙΛΟΥΝ:
1.Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΡΟΥΛΗΣ , Καθηγητής ιστορίας και θεωρίας της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Παντείου Πανεπιστημίου για τον νέο τόμο με τον τίτλο “Κ.Γ.ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ Ποιήματα και Πεζά” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις GUTENBERG.
2.Ο ΠΑΥΛΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ , Συγγραφέας , για το βιβλίο του “Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στη δίνη του Ψυχρού Πολέμου” , Η εκλογή του Πατριάρχη Αθηναγόρα (1948) , κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΑΚΗΣ.
3.Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ , Ποιητής, μιλά για το νέο βιβλίο της Ζωής Σαμαρά “Πριν ακόμα γεννηθείς”, προτείνει αναγνώσεις νέων αξιοπρόσεκτων βιβλίων , ενώ μιλά και για το δικό του βιβλίο “Παλίμψηστος Πάπυρος” (εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ).
4.Ο ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ , Συγγραφέας , μιλά για το μυθιστόρημά του “ΜΟΤΕΛ ΜΟΡΕΝΑ” ( εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ).
“ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ”
Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΚΠΟΜΠΗ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΤΗ ΦΙΛΑΝΑΓΝΩΣΙΑ.
Η ΕΚΠΟΜΠΗ ΠΟΥ ΠΡΟΒΑΛΛΕΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΩΣ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΩΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΝΑΓΚΗ ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΨΩΜΙ ΚΑΙ ΤΟ ΓΑΛΑ!
Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2018, 8μμ στο Polis Art Cafe η παρουσίαση τού 33ου βιβλίου μου

Οι εκδόσεις Αγγελάκη παρουσιάζουν το 33ο βιβλίο του Κωνσταντίνου Μπούρα 25 Προσευχές αδύναμων όντων (το καθένα προς το δικό του “θεό”) την Παρασκευή, 7η Δεκεμβρίου 2018, 20:00, στην Αθήνα στο Polis Art Café (Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς Βιβλίου, τηλ. 210 3249587, 2103249588). Θα μιλήσουν: η Δρ Ανθούλα Δανιήλ, ο Δρ Παναγιώτης Βούζης, η ποιήτρια-κριτικός Άννα Αφεντουλίδου, ο Δρ Μιχάλης Πατρώνης, η βραβευμένη μεταφράστρια κι εκπρόσωπος του Premio Nosside στην Ελλάδα Τζίνα Καρβουνάκη κι ο ίδιος ο ποιητής. Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσουν οι ηθοποιοί: Μάνος Χατζηγεωργίου, Φιλιώ Τριανταφυλλίδου. Θα επακολουθήσει συζήτηση. Την εκδήλωση συντονίζει ο Κωνσταντίνος Μπούρας.
Η δίγλωσση αυτή έκδοση (ελληνικά-ισπανικά) περιλαμβάνει 25 πρωτότυπα δραματικά ποιήματα, μεταφρασμένα στην ισπανική γλώσσα από τον Καθηγητή και βραβευμένο ποιητή Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο, ο οποίος γράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου:
Είκοσι και πέντε “προσευχές” ταπεινών και αδύναμων όντων (το καθένα προς τον δικό του “θεό”)
Veinticinco “oraciones” de seres humildes y débiles (cada uno a su propio dios)
Σ’ αυτόν τον σύντομο τόμο, ο Κωνσταντίνος Μπούρας καταγράφει ένα ακόμη ποιητικό κατόρθωμα – θυσία για τις εποχές που θα έρθουν και θα υπάρξουν ελλείψεις σε νερό, φρούτα της Γης και σε ανεκτικότητα απέναντι στην χωρίς όρια έρευνα της Αλήθειας. Όπου ο σεβασμός χάνεται και η Ελευθερία ποδοπατιέται, το άτομο καταφεύγει στο «θεό» του και προσεύχεται ζητώντας σωτηρία κι απελευθέρωση από τις αλυσίδες του.
Το «μυστικό» αυτού του βιβλίου είναι απλό: όλοι είμαστε Ένα, σταγόνα νερού στον Ωκεανό κι όλοι βράζουμε στο ίδιο καζάνι, ευθυτενείς κάτω από τα αστέρια, κάποιοι με τη συνείδηση της Ενότητας κι άλλοι με την ψευδαίσθηση της μοναξιάς.
Στη σχολαστική ανάγνωση αυτού του βιβλίου, μοναχικά ή σε ομάδες, είναι καλό να αφεθούμε στον αυτοσχεδιασμό, στο τραγούδι, στο χορό, στη μίμηση εκείνων των ταπεινών κι ανυπεράσπιστων όντων και να θεραπευτούμε από το δράμα, που είναι η καλύτερη κι ασφαλέστερη μέθοδος, δεδομένου ότι δεν προβλέπει ερμητικότητες και χρησμούς. Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που εξαφανίστηκαν οι εαυτών εξοχότητες. Τώρα έχει έρθει η ώρα να κοιτάξουμε μέσα από την ομίχλη της νέας Αναγέννησης που έρχεται και ν’ αφήσουμε πίσω το Σκότος της Άγνοιας, της Αμορφωσιάς, της Δεισιδαιμονίας, του φανατισμού και των προκαταλήψεων, με μόνο μας όπλο, την Ενσυναίσθηση, που οδηγεί στην κατανόηση όλων, στη συμπόνια, στην Αγάπη και στη συγχώρεση.

Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο / José Antonio Moreno Jurado
(και τώρα λίγα λόγια για τον ποιητή Κωνσταντίνο Μπούρα)

Ο Κωνσταντίνος Μπούρας γεννήθηκε το 1962 στην Καλαμάτα κι από το 1977 ζει στην Αθήνα. Συγγραφέας 34 εκδοθέντων βιβλίων, κριτικός θεάτρου και βιβλιοκριτικός. Είναι διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανικός τού Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (1985), αριστούχος τού Τμήματος Θεατρικών Σπουδών τού Πανεπιστημίου Αθηνών (1994) και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος θεατρολογίας τού γαλλικού Πανεπιστημίου Paris III – La nouvelle Sorbonne (D.E.A. Etudes Théâtrales). Θεατρικά του έργα με αρχαιοελληνικά θέματα έχουν παρασταθεί σε θέατρα τής Ελλάδας και του εξωτερικού. Είναι δάσκαλος τού ρέικι και εισηγητής μιας καινούργιας μεθόδου αρχαιολογικού ρέικι με τίτλο “Αφθονία Μπουρέικ – Bhureik Abundance” (κυκλοφορεί και σε βιβλίο από τις εκδόσεις Momentum). Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Συμμετέχει στην τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ-2 «Το βιβλίο» και έχει εκπομπή με τίτλο «Θεατροποιούμεν άνευ ευτελείας» στο www.radio-ygeia.com
E-mail: kbouras8@gmail.com
Η διαπίδυση της ποίησης στην πεζογραφία από το 1980 έως το 2018
Σε μια πρώτη προσέγγιση και χωρίς να διαθέτουμε ακόμα πλήρη στατιστικά στοιχεία, είναι σαφές από τη μελέτη των κριτικών κειμένων και σημειωμάτων που έχουν γραφτεί για τη νεοελληνική λογοτεχνία τα τελευταία σαράντα χρόνια πως έχουν δημιουργηθεί υβριδικά είδη ημι-πεζογραφικό-ποιητικό-δραματικά. Συγκεκριμένα η πεζογραφία έχει διαπιδύσει στη σύγχρονη ποίηση από τη γενιά του 1980 και μετά καθιστώντας την εν πολλοίς άρρυθμη. Αντιθέτως η κακώς εννοούμενη «ποίηση» γίνει μια ψευδοποιητική χροιά σε πολλά πεζογραφήματα που γράφονται από το 1990 και μετά, με την δικαιολογία της «αποδόμησης» και κάτω από την ομπρέλα του «μετά-μοντέρνου» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό). Πολλοί μίλησαν – και ομιλούν – για την μετά το μεταμοντέρνο εποχή σηματοδοτώντας την με την επιστροφή κάποιων ολίγων ποιητών σε παραδοσιακές φόρμες και ρυθμούς και την επιστροφή των μυθιστοριογράφων στην γραμμική αφήγηση. Ακόμα και «μεγάλα μυθιστορήματα» γράφονται ακόμα (κυρίως ιστορικά, αλλά όχι μόνον) στα ίχνη του πάλαι ποτέ (;) μεγάλου μυθιστορήματος του 19ου αιώνα που γνώρισε παρακμή στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού. Όσο για το θέατρο, αυτό φαίνεται πως είναι “desideratum” και «σκοτεινό αντικείμενο του πόθου» τόσο των ποιητών όσο και των πεζογράφων, αφού δίνουν εσκεμμένα στα γραπτά τους μονολογική δραματική μορφή ή ακόμα και μορφή κινηματογραφικού σεναρίου (όπως π.χ. το άρτι εκδοθέν βιβλίο της φιλολόγου Κυρίας Ευαγγελίας Τζουτζάρη με τίτλο «Πορφύρα, μετάξι και αίμα» και υπότιτλο «Ιστορικό μυθιστόρημα με μορφή σεναρίου ή Σενάριο σε καμβά ιστορικού μυθιστορήματος», που κυκλοφόρησε από τις «Εκδόσεις Γρηγόρη» το 2015). Έτσι λοιπόν ποιητές, διηγηματογράφοι και μυθιστοριογράφοι, δοκιμιογράφοι, δημοσιογράφοι και κριτικοί συναγωνίζονται όχι μόνον στη μετάφραση θεατρικών έργων αλλά και στην διασκευή και στο σκηνικό ανέβασμα των δικών τους πρωτότυπων (;) κειμένων. Αυτή η «διαπίδυσις» (όρος δανεισμένος από την επιστήμη της Χημείας) υπήρχε βεβαίως πάντα, διεθνώς. Δεν υπάρχουν στεγανά ανάμεσα στα είδη, όσο κι αν η επιστημονική κατάταξη των λογοτεχνημάτων διευκολύνει την μελέτη και την έρευνα. Ο Σάμιουελ Μπέκετ, παραδείγματος χάριν, ως γραμματέας του Τζέϊμς Τζόϋς κινήθηκε σε όλη τη ζωή του ανάμεσα στην πεζογραφία και υβριδικές θεατρικές μορφές, που άλλοτε ερωτοτροπούσαν με την παντομίμα («Πράξη χωρίς λόγια»), άλλοτε με παραθεατρικές μορφές (στα ταχυδράματά του), ακόμα και με το τσίρκο ή με τα πανάρχαια μπουλούκια (στο «Περιμένοντας τον Γκοντό»). Η τριλογία «Μολλόϋ» “Ο Μαλόν πεθαίνει”, “Ο ακατανόμαστος” αλλά και τα λοιπά πεζά του (“Πρώτος έρωτας”, “Φαντασία νεκρή φαντάσου”, “Ο ερημωτής”). ήταν ενδεχομένως μια λογοτεχνική αφορμή για να δημιουργήσει την αντισυμβατική περσόνα του, μάσκα πίσω από την οποία κρύβονται διάφορες αλληγορίες και μύθοι για τον φρικιαστικό εικοστό αιώνα με τους δύο παγκόσμιους πολέμους και τις δίδυμες ατομικές βόμβες (Χιροσίμα και Ναγκασάκι). Αντίθετα, στην Ελλάδα από τις χρυσές δεκαετίες του 1980 και 1990 με την ψευδαισθητική «Κοινωνία της Αφθονίας» που απομυθοποιήθηκε απότομα με την πτώση του Χρηματιστηρίου το 1999, ανέκαμψε προσωρινώς με την Ολυμπιάδα του 2004 για να ξαναβυθιστεί πάλι σε μια βαθιά πολιτισμική κρίση που φτάνει μέχρι σήμερα τουλάχιστον, το διακύβευμα λογοτεχνών και καλλιτεχνών ήταν οι «ατομικοί, προσωποκεντρικοί παράδεισοι» και η φυγή σε ναρκισσιστικά χωροχρονικά συνεχή ή (α-συνεχή, για να αναφερθώ πάλι στη Θεωρητική Φυσική και στην Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας). Αυτή η ομφαλοσκοπική διάθεση που οδήγησε ανθρώπους κατά τα άλλα σοβαρούς να γράφουν τα δεινά που υπέστησαν στην πολυθρόνα του …οδοντιάτρου τους οδήγησαν σε μια αυτοψυχαναλυτική καταγραφή απολύτως αδιάφορων ιδιωτικών στιγμών με αποτέλεσμα να πηγαίνουν όλοι ευκολότερα στον τυπογράφο παρά στον ψυχαναλυτή ή στον εξομολόγο (όπως παρετήρησεν ειρωνικώς ο ιδιοφυής Βασίλης Βασιλικός). Αυτή η «αυτιστική» αντιμετώπιση του γραπτού λόγου απομάκρυνε ένα μεγάλο μέρος του «λαϊκού» κοινού από την Ποίηση και τη νεοελληνική πεζογραφία, συγκέντρωσε όμως ένα άλλο πλήθος-όχλο των «μορφωμένων» ή «παρά-μορφωμένων», οι οποίοι δημιούργησαν ασυνείδητα ένα άλλο υβρίδιο: κάτι σαν “Literatura Erudita” με άπειρες διακειμενικές αναφορές αν όχι ΚΑΙ ευθείες παραπομπές. Το “campus novel” δεν άνθισε στην Ελλάδα (με ελάχιστες μεμονωμένες εξαιρέσεις) γιατί δεν υπάρχει η αντίστοιχη πολύωρη και πολυήμερη τριβή σε πανεπιστημιακούς χώρους περιφραγμένους κι απομονωμένους από την υπόλοιπη κοινωνία. Όμως ολοένα και περισσότερο σήμερα διαβάζουμε στα βιογραφικά που κοσμούν το «αυτί» των βιβλίων τόσα πτυχιακά και μεταπτυχιακά, ξένες γλώσσες και εξειδικεύσεις (σε διαφορετικά γνωστικά πεδία πολλές φορές) που δημιουργούν την εντύπωση μιας κάποιας καινοφανούς νεοελληνικής Αναγέννησης με ανθρώπους πολυπράγμονες, οι οποίοι αρνούνται την άκρα εξειδίκευση που επέβαλε η Βιομηχανική Επανάσταση και η Τεχνολογική Κοινωνία κι επιμένουν στον ολοένα και περισσότερο αυξημένο ελεύθερο χρόνο τους (υποβοηθούσης της ανεργίας ή της υπό-απασχόλησης)… επιμένουν να καταγίνονται και με τη συγγραφή και με το θέατρο και με άλλα παρεμφερή καλλιτεχνικά ή παρακαλλιτεχνικά επαγγέλματα… Μπορεί ίσως κάποτε, κοιτώντας την εποχή μας από απόσταση ασφαλείας τουλάχιστον μισού αιώνα να εκτιμήσουμε διαφορετικά τα πράγματα και να ανιχνεύσουμε τα επιτεύγματα μιας κάποιας «γενιάς της Αφθονίας και της φυγής σε εσωτερικούς παραδείσους» (1980-1999) και μιας άλλης «γενιάς της Κρίσης» (1999-2019 τουλάχιστον). Για την ώρα όμως δεν έχουμε διαπιστώσει, αναγνωρίσει, μελετήσει και κατατάξει υψηλές κορυφές, μορφές σαν τις εμβληματικές της περίφημης «γενιάς του 1930». Ακόμα και η περίφημη «γενιά της Αμφισβήτησης» που τοποθετείται χρονολογικά από το 1970 έως το 1980 κι αφορά κυρίως τους σημερινούς εβδομηντάρηδες, ακόμα κι εκείνη, παρ’ ότι έχει μελετηθεί μάλλον επαρκώς – ή σε ικανοποιητικό βαθμό τουλάχιστον – ακόμα κι αυτή η περίφημη «γενιά του Πολυτεχνείου» δεν έχει αφήσει πίσω της κάποιο «μεγάλο», διεθνούς βεληνεκούς ποιητικό ή πεζογραφικό έργο (είναι στην πλειονότητά τους ποιητές). Μήπως τελικά η αναζήτηση του επόμενου νεοέλληνα νομπελίστα εκτός από ομαδική ψύχωση είναι ακόμα μια «Μεγάλη Ιδέα» για τον εαυτό τους (εκ μέρους πολλών αυτοδιαφημιζομένων ως αιωνίως υποψηφίων της υψίστης μέχρι τώρα παγκοσμίου λογοτεχνικής διακρίσεως); Μήπως μετά τον «Μάη του 1968» η Αμφισβήτηση κι η αποδόμηση των πάντων δεν άφησε αλώβητο μήτε και τον μύθο του «μεγάλου λογοτέχνη», πνευματικού οδηγού και ταγού; Σήμερα δεν υπάρχουν Ιδεολογίες, εκτός από τον επικρατούντα Υλισμό και τον άκρατο ευδαιμονισμό άνευ όρων και ορίων. Ίσως η προηγούμενη βράβευση ενός τραγουδοποιού από την διαλυμένη εφέτος και παραιτημένη-τραυματισμένη επιτροπή της Σουηδικής Ακαδημίας να δείχνει με τον πλέον γλαφυρό τρόπο μια ιστορική καμπή στην οποία ευρίσκεται τόσο η Ποίηση όσο και η Πεζογραφία. Προκειμένου να μην διαλυθούν και να αντέξουν στην μετά-τεχνολογική λαίλαπα πρέπει να ξαναγυρίσουν ίσως στο ανθρώπινο σώμα και στους ρυθμούς του, στις παραδοσιακές καταβολές γλωσσικών ιδιωμάτων και πολιτισμικών μορφωμάτων προκειμένου να ανασύρουν τα ξεχασμένα αρχέτυπα και χρησιμοποιώντας φυσικά τις ψηφιακές ή μετά-ψηφιακές τεχνολογίες που μας παρέχει η Τεχνολογία και το άϋλο βιβλίο (e-book) να οδηγήσει σε καινούργιες, απροσδόκητες οπτικοακουστικές φόρμες που θα λειτουργήσουν και πάλι υβριδικά συναιρώντας κι όχι διαχωρίζοντας είδη.
Η νεοελληνική λογοτεχνία έχει συνήθως μια «χρονοκαθυστέρηση» 10, 20 ή και 30 ετών στην εισαγωγή καινοτομιών, ρευμάτων και – ισμών από την Αλλοδαπή. Είμαστε – είτε το θέλουμε είτε όχι – μια πολιτισμική επαρχία της Δύσης και στα όρια της Ανατολής, που μας αφήνει σχεδόν ανεπηρέαστους. Αυτό σημαίνει ότι η όποια «πρωτοπορία» είναι «εμπορική αντιπροσωπεία» μάλλον παρά ευρεσιτεχνία. Απόδειξη πως όταν και όποτε μεταφράζονται τα πεζογραφήματα των διακεκριμένων και βραβευμένων στην Ελλάδα λογοτεχνών μας περνούν σχεδόν απαρατήρητα στο εξωτερικό (με ελάχιστες εξαιρέσεις – από τους ζώντες – που ανήκουν σε προγενέστερες γενιές: Βασίλης Βασιλικός, Πέτρος Μάρκαρης και μερικοί άλλοι). Αντιθέτως, κατισχύουν ο Καβάφης κι ο Καζαντζάκης σε όλες τις χώρες του κόσμου, ακόμα και σε πτωχικά χαρτοπωλεία απομακρυσμένων κωμοπόλεων. Αυτό σημαίνει κάτι: πως τα τελευταία σαράντα χρόνια δεν καταφέραμε να ολοκληρώσουμε την ομφαλοσκόπησή μας και να εξαγάγουμε ακόμα και την Κρίση μας, με τρόπο που να ενδιαφέρει μαζικά και άλλες εθνότητες ή πολιτισμούς. Η υπερκατανάλωση βραβείων και επαίνων, τιμητικών διπλωμάτων κι εγχωρίων διακρίσεων ίσως λειτούργησε ως ανασχετική δικλείδα, αφού η όποια προσωρινή ικανοποίηση που επιφέρει τροφοδοτεί αισθήματα εφησυχασμού κι επαναπαύσεως. Ίσως πάλι να βρισκόμαστε στην αρχή ενός καινούργιου αιώνα όπου όλα θα είναι μαζικά, ομαδικά, παγκόσμια ενδεχομένως, έτσι που κανένα άτομο ή προσωπικό έργο δεν θα εξαίρεται πάνω από την ομοιογενή ή ομογενοποιημένη μάζα. Το σίγουρο είναι πως η Λογοτεχνία και η Τέχνη γενικότερα είναι καθρέφτης των κοινωνικών αλλά και των κοσμογονικών αλλαγών που συντελούνται τώρα κι επιφέρουν τρομακτικές, ταχύτατες αλλαγές και διαφοροποιήσεις σε όλες τις αξίες, ακυρώνοντας τα μέχρι πρότινος μέτρα και σταθμά. Εξάλλου, όπως λέει η παλαιά κινεζική παροιμία: «είναι κατάρα να ζεις σε ενδιαφέροντες καιρούς». Εμείς όμως οι λογοτέχνες, οι κριτικοί και οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και καθ-ηγητές οφείλουμε – εξ ορισμού του λειτουργήματός μας – να μεταβολίσουμε αυτό το χάος και να το οδηγήσουμε σε μια νέα (πρόσκαιρη όμως κι αυτή) αισθητική ανακρυστάλλωση, που θα δώσει κι αυτή τη θέση της στο επόμενο περιστασιακό χάος και ούτω καθεξής, αφού όπως σοφά είπε ο παππούς Ηράκλειτος «τα πάντα ρει». Ακόμα κι αν τον είπαν σκοτεινό, ήταν ο πρώτος διαλεκτικός φιλόσοφος που ανακάλυψε και διατύπωσε τη συμπαντική αναγκαιότητα της εξέλιξης κι αναμόρφωσης των πάντων, εσαεί…
Οι λογοτέχνες σήμερα είναι τυχεροί, γιατί κάθε φορά που επιτυγχάνουν λειτουργούν κυριολεκτικώς ως «δημιουργοί» δίνοντας μορφή σε ένα χάος που κοχλάζει πολύ πάνω από το σημείον ζέσεώς του (για να καταφύγουμε και πάλι στην ορολογία τής Χημείας).
Στα πλαίσια αυτής της σύντομης εισήγησης-ομιλίας μου απέφυγα τόσο την ονοματολογία όσο και τις εκτενείς αναφορές ή τις απαραίτητες σημειώσεις. Επιφυλάσσομαι να το πράξω σε κάποια προσεχή επιστημονική εργασία μου. Τα επιμέρους μελετήματα συνιστούν νύξεις και ψηφίδες για τον σχηματισμό της «μεγάλης εικόνας» που ακόμα μας διαφεύγει, αφού αποτελούμε συνιστώσα του προβλήματος και μέρος της λύσης τους ενδεχομένως. Όσο είμαστε μέσα σε έναν οργανισμό που εξελίσσεται δεν μπορούμε να κάνουμε και ανατομία στο νεκρό του σώμα. Όλες οι διαπιστώσεις μας υπόκεινται στη σχετικότητα μιας υποκειμενικής θεωρήσεων των πάντων, με τις αναπόφευκτες προβολές μας στην οθόνη του κόσμου. Με αυτές τις μεθοδολογικές κι επιστημολογικές επισημάνσεις επιλέγω να κλείσω την ομιλία μου αλλά όχι και την συζήτηση που θα επακολουθήσει κι η οποία θα παραμείνει ενεργή για πολλές δεκαετίες ακόμα.
Κωνσταντίνος Μπούρας

Ελένη Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου, ποιήτρια πρώτου βεληνεκούς.

Από το 1994 μέχρι σήμερα κρατάει σταθερά τον τίτλο της αθόρυβης σημαντικής κυρίας των Ελληνικών μας Γραμμάτων.
Από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα
Ήδη από την πρώτη της ποιητική συλλογή «Έξοδος από τη νηνεμία» (1994), στο παρθενικό της πέταγμα στα αχανή και μέλανα λογοτεχνικά μας νερά, η Ελένη Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου με το διπλό διττώς συμβολικό επώνυμο και ηλιογέννητη και ζαχαροπλασμένη, αν και Ελένη δεν επιδεικνύει ουδεμίαν ναρκισσιστικήν ωραιοπάθειαν αλλά μιλά πάντα για το Άλλο, εκείνο που αναζητούν όλοι οι αυθεντικοί ποιητές, εκείνο το κλειδί που θα τους βυθίσει για πάντα στο «ωκεάνιο συναίσθημα» και θα τους επιτρέψει να επιστρέψουν στη συμπαντική «εστία» τους, στη μυθική «Ιθάκη».
Από αυτό το «πρωτόλειο» διαλέγω το ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Συμβολισμός» (από τη σελ. 14):
Συμβολισμός
Εσύ κι εγώ,
που αγαπηθήκαμε την Άνοιξη
ημέρα των Παθών,
ξανανταμώσαμε Φθινόπωρο,
σ’ όρκο παντοτεινό.
Τώρα, υπάρχω στο χειμώνα
ένας άνθρωπος μόνος,
που τον βαραίνει αδάκρυτη σιωπή.
Μείνε κοντά μου·
έχω μέσα στη θύελλα χαθεί.
Στη σκοτεινιά του στήθους μου,
θ’ αναγνωρίσεις το καρφί,
από το βάθος της πληγής,
θα νιώσεις πόσο έχω ηττηθεί.
Τίποτα πια δεν μούχει μείνει·
Όλα έχουν αθόρυβα χαθεί.
Αυτή η διπλή επανάληψη του ρήματος «χαθεί» [σε συνδυασμό με το ουσιαστικό «καρφί» με το ρήμα «ηττηθεί»] στο τέλος του στίχου δείχνουν πως καθόλου πρωτόλεια δεν μοιάζει αυτή η γραφή που ξεκινάει αμέσως με την ομολογία της μη παραίτησης από την καθομολογούμενη κι αναπότρεπτη ίσως ήττα. Οι άνθρωποι πάντα ηττώνται ερωτικώς, κανείς δεν έχει επιτύχει να παγώσει τη στιγμή κι οι όρκοι οι παντοτεινοί [με έψιλον γιώτα το –τι – από το ρήμα «τείνω» ενδεχομένως]… κι οι όρκοι οι παντοτινοί, λέγω, γίνονται καρφιά στο κεφάλι του ματαιωμένου.
Συνεχίζω αυτήν την μελισσουργικών απαιτήσεων περιπλάνησίν μου σε ένα ποιητικό σύμπαν τόσο πλούσιο που αδυνατώ να το εξαντλήσω μήτε σε μια σύντομη εισήγηση μήτε – φυσικά – σε ένα αναγκαστικώς πεπερασμένο σημείωμα… συνεχίζω με ένα ποίημα από την αμέσως επόμενη συλλογή της Ελένης Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου και την πρώτη από τις πάντα επιμελημένες κι άριστες αισθητικώς «Εκδόσεις των Φίλων». Από την «Αμοιβαία Μετάθεση» (ποιήματα σε δεύτερη έκδοση) οι ποιητικές μου κεραίες επιλέγουν να προσθαλασσωθώ στο ποίημα με τίτλο «Νίπτω τας χείρας» (από την σελίδα 25):
«Νίπτω τας χείρας»
Προφανώς ήταν μια έντιμη κατάθεση,
ή αποποίηση ευθυνών έναντι της ιστορίας,
ίσως κι ένα τελεσίγραφο.
Πριν λίγο, Του είχε δηλώσει με έξαψη:
«Εμοί ου λαλείς;
Ουκ οίδας ότι εξουσίαν έχω
σταυρώσαι ή απολύσαι σε;»
και η ιστορία τον είχε ακούσει…
Βέβαια, ξέρω πώς καίγονται τα δευτερόλεπτα –
βλέπω μέσ’ στον καθρέφτη την αιθάλη –
και πως δεν θα υπάρξει χώρος μετά το χρόνο
για το άρωμα των γιασεμιών,
για το άγγιγμα του ρόδου·
για τόσα συνωστισμένα συναισθήματα.
Κορώνα-γράμματα λοιπόν!
Κέρμα στριφτό στον άνεμο
η τύχη του μέλλοντος
και του συντελεσμένου χρόνου.
Αρκεί κάποια στιγμή
ν’ απουσιάσει η ευθύνη…
Και πως δεν θα υπάρξει χώρος μετά το χρόνο…Τι υπέροχος στίχος!!! Καίριος, αποτελεσματικός, εύστοχος, από εκείνους που δικαιώνουν τους πραγματικούς ποιητές. Εδώ δεν μιλάμε πια για πρωτόλειο αλλά για λεπταίσθητη παρηχητική ακροστιχίδα [συγχωρέστε μου τον νεολογισμό].
Και πάμε στο τρίτο της έκθεμα [και δεύτερο στην Βιβλιοθήκη που φιλοτεχνούν σαν μεταξοσκώληκες «Οι Εκδόσεις των Φίλων»]. Από το «Υφαίνοντας τον άνεμο» (Ποιήματα, δεύτερη έκδοση, Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών 2005) επιλέγουμε δύο δείγματα, αφού πλησιάζουμε πια στην πλήρη ωριμότητα.
Το πέταλο (σελ. 25)
Είναι ένα πέταλο
κρεμασμένο στον τοίχο.
Θυμίζει δρόμο, καλπασμό,
τη μουσική αρμονία της κίνησης.
Σχήμα υποσχόμενο, κι ελλειπτικό·
ανοιχτό στις εκδοχές…
Ασυναίσθητα προσπαθείς να το στρογγυλέψεις·
επιμένεις να το επινοείς
στην τελειότητα του κύκλου.
Είναι που αρνείσαι τα λειψά σχήματα,
τα σήματα που εύκολα υπόσχονται,
το ανέξοδο αναλγητικό της ελπίδας.
Είναι που θέλεις ν’ αγνοείς,
στην έλλειψη το αγώνισμα·
στη στέρηση την προοπτική
της αγιότητας·
την απλότητα, που ευτυχεί στον μύθο.
Είναι που πάλεψες πολύ
στο σκληρό λόγο της γης,
για να δεχτείς
τον κύκλο, και το πέταλο και το μύθο.
Ποίηση καθαρά φιλοσοφική, σχεδόν μαθηματική, νοητικό επίτευγμα από τα λίγα, αφού μέσα στον γεωμετρημένο λόγο δεν παρεισφρέει καμία εκπαγλότητα, ουδεμία διαταραχή ή ανισορροπία. Όλα σοφά ζυγιασμένα και μελετημένα, ΔΟΜΗΜΕΝΑ [αυτή είναι η λέξη] ενάντια στις ευκολίες των μετανεωτερικών καιρών…
Από την ίδια συλλογή το ποίημα με τίτλο «Των ανέμων» (από τη σελ. 28):
Των ανέμων
Θα σε θυμάμαι
ράγισμα φθινοπωρινό
στο υγρό πλακόστρωτο.
Θα σε θυμάμαι.
Έτσι καθώς έρχονται οι βροχές,
ο άνεμος κάποτε παίρνει τις στέγες…
Στη θύελλα τότε
αναζητούσα μια στέγη.
Βρεγμένη ώς το κόκκαλο
ντυνόμουν τα λασπωμένα φύλλα.
Μια επινόηση γιορτής
σημάδευε το κενό,
σχηματοποιούσε το ανύπαρκτο –
σκηνικό τής παραίσθησης.
Στο παλιό υπόστεγο
η φθορά τών ανέμων·
ερημία υγρή στα λόγια τής θολής βροχής.
Μια επινόηση γιορτής…
Στη θύελλα τότε
ζητούσα
μοναχά μια σκεπή·
το ρίγος μου
ένα στεγνό πουκάμισο.
Θα έλεγες πως η ποιήτρια ερωτοτροπεί με τον Ρομαντισμό, όμως όχι! Ακολουθεί τα χνάρια και τους δρόμους της παλαιάς ποιήσεως για να μιλήσει για νωπούς καϋμούς με έναν τρόπο σχεδόν διαχρονικό κι ανεξάντλητο. Και τι πιο πρόσφορο από την ίδια την Φύση που προσφέρει τις εικόνες εκείνες και τα στοιχεία που γίνονται στοιχειά και βρικολακιάζουν στις αποκαρωμένες ψυχές, στις αποκαμωμένες από τη χαρμολύπη της ζωής και την αναζωογονητική αγωνία της ύπαρξης;
Ας πλεύσουμε τώρα στο τέταρτο πόνημά της με τίτλο «Χρόνος που επιστρέφει» και το οποίο παραπέμπει στην ορφική αντίληψη για την κυκλικότητα τού Χρόνου. Ας καταδυθούμε στο ποίημα «Εικόνες ακήρατες» από τη σελίδα 21:
Εικόνες ακήρατες
Το σπίτι του παλιού καιρού,
στον ίδιο τόπο ριζωμένο,
σνάστροφα σε συναντά μες στον καιρό.
Σου δείχνει την καρδιά του,
την υγρασία στους τοίχους –
δάκρυ απουσίας.
Τα σπίτια τα παλιά,
σφραγίδα μες στο χρόνο,
γίνονται ξωτικά και σε γητεύουν·
ανασταίνουν τις μητέρες,
τ’ αφανισμένα δέντρα τού κήπου,
τα ξάστερα γέλια τών παιδιών·
χρόνια απ’ την αρχή,
οριστικά τετελεσμένα εκεί,
στην αργή μεταλλαγή,
στο αβυσσαλέο βάθος τής ζωής.
Το σπίτι τού παλιού καιρού
μυστικά σού έγνεφε τότε:
«φύλαξε αυτή την ομορφιά
για τ’ άλλα χρόνια·
θησαύρισε όλο το θάμβος μες στο βλέμμα·
για να τη ζεις την ομορφιά
και μέσα στο σκοτάδι.
Ν’ αντέχεις τη ζωή, να γαληνεύεις.
Κι εκστατικά να φεύγεις».
Μέσα σε αυτό το τετράστιχο συνοψίζεται ολάκερη η ποιητική φιλοσοφία της Ελένης Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου:
χρόνια απ’ την αρχή,
οριστικά τετελεσμένα εκεί,
στην αργή μεταλλαγή,
στο αβυσσαλέο βάθος τής ζωής.
Η λογοτέχνις αναζητά στην Ποίηση της στερέωση και παγίωση τού βιώματος, την εξασφάλιση της Μνημοσύνης, παρ’ όλο που καλώς γνωρίζει πως κάτι τέτοιο είναι και ανέφικτο κι ανεπιθύμητο μέσα στην αέναη ροή τού Χρόνου. Παρ’ όλα αυτά όμως προσπαθεί και συγκατανεύει στο ανεκλάλητο αρνούμενη να αποδεχθεί το μοιραίο. Κι αυτός ακριβώς ο τρόπος ζωής είναι εξ ορισμού και κατ’ αρχήν ποιητικός.

Και φτάνουμε στο πλέον πρόσφατο αλλά όχι και στο στερνό ελπίζω πόνημά της. «Βεβαιότητες που λιγοστεύουν» ο σαφής κι εύγλωττος τίτλος αυτής της πέμπτης κατά σειράν συλλογής. Διαλέγω «Το Γλυπτό» από τη σελίδα 21:
Το γλυπτό
Επιστρέφεις
αργή προσαρμογή
στην «Ανάγκη».
Λάφυρο ισχνό,
της γης που αμφισβητείς,
πεινασμένος γι’ αλήθεια
υπάρχεις.
Σκύλος αποστεωμένος –
γλυπτό του Giacometti –
βαδίζεις σκυφτός,
χαμένος στο δρόμο.
Υπάρχεις.
Φθορά, φθορά –
αξόδευτο παράπονο τής γης –
Οι απουσίες πληθαίνουν.
Πάντα κάτι να μας πληγώνει.
Κι εσύ
άνοιξη οργιαστική
«πού πας με τόση ομορφιά».
Η Ελένη Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου είναι σαν τις αρχαίες ποιήτριες: ιδιωτική και αυτάρκης στην παγκοσμιότητά της, πλήρης (όχι ακόμα ημερών) αλλά αισθήσεων, εμπειριών, βιωμάτων, αποθησαυρισμένων στιγμών, παγιωμένων αιτημάτων για αιώνια ευτυχία στο ακατάλυτο βασίλειο τών λέξεων. Την τιμούμε και την προσκυνούμε ευλαβικώς, ακήρατοι εμείς, ακήρατος κι αυτή, ως εικόνα από άλλους καιρούς, άλλα μήκη και πλάτη, εκεί όπου η ευγένεια σήμαινε κάτι ακόμα…
Κωνσταντίνος Μπούρας
info:
Παρουσίαση του ποιητικού έργου της Ελένης Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου στο Σπίτι της Κύπρου

Την Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2018 και ώρα 19:00 θα πραγματοποιηθεί στο Σπίτι της Κύπρου, Ξενοφώντος 2Α, Σύνταγμα, η παρουσίαση του ποιητικού έργου της Ελένης Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου.
Για το ποιητικό έργο θα μιλήσουν η κ. Ανθούλα Δανιήλ, Καθηγήτρια, διδάκτωρ Φιλολογίας, κριτικός λογοτεχνίας, η κ. Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου, ποιήτρια, δοκιμιογράφος, οικονομολόγος και ο κ. Κωνσταντίνος Μπούρας Μηχανολόγος Μηχανικός Ε.Μ.Π. θεατρολόγος, ποιητής, συγγραφέας, βιβλιοκριτικός.
Στο πιάνο ο κ. Νίκος Νικητόπουλος, Καθηγητής Μουσικής και συνθέτης.
Θα απαγγείλει η κ. Μάρθα Παπαδοπούλου, Καθηγήτρια Φιλόλογος, ποιήτρια, ηθοποιός.
Θα ακολουθήσει αντιφώνηση από την ποιήτρια

Η Ελένη Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Τριπόλεως. Γράφει ποίηση και δοκίμιο. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, του PEN CLUB και του Κύκλου των Ποιητών.
Βραβεύσεις: Υφαίνοντας Άνεμο, Ποιήματα, «Οι Εκδόσεις των Φίλων 2004», Β΄ έκδοση 2008, Βραβείο «Ακαδημίας Αθηνών», 2005, Αμοιβαία Μετάθεση, Ποιήματα, «Οι Εκδόσεις των Φίλων 1999», Β΄ Έκδοση 2007, Βραβείο «Ελληνικής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων», Έξοδος από τη Νηνεμία, Ποιήματα 1994, Βραβείο Γαλλικής Ακαδημίας «Académie Internationale de Lutèce», 1995, Δίπλωμα τιμής «Γραμμάτων Ολυμπιάδα» 2004, Υπουργείο Πολιτισμού, Τα χθεσινά λόγια, Premio internazionale di poesia delia – citta’ di bova marina, italiano, Η Κερκόπορτα, Α΄ Βραβείο Στ΄ Παγκόσμιου Ποιητικού Διαγωνισμού 2017, «Αμφικτυονία Ελληνισμού», The Best Poet of the Year 2006, The International Poetry Translation and Research Centre, Helen Heliopoulou-Zaxaropoulou (Greece), Diploma Doctor of Literature (Litt.D.), The International Poetry Translation and Research Centre 2006, (United States of America and Republic of China), Helen Heliopoulou-Zaxaropoulou, «as a Great Woman of the 21st Century» lyric poetry 2006, American Biographical Institute.
Ποιητικές μεταφράσεις: Izbire, Μετάφραση ποιημάτων της «Αμοιβαίας μετάθεσης» στη Σλοβενική γλώσσα από τον Gorazd Kocijancic (Ελληνιστής, Καθηγητής Φιλοσοφίας, Θεολόγος, ποιητής), «Οι Εκδόσεις των Φίλων», 2009, Έξοδος από τη Νηνεμία, Επιλογή, περ. Connaissance Hellenique «Λύχνος». Μετάφραση στη γαλλική, René Jacquin (Τευχ. 93, 2002). Επιλογή, τόμος «Poeti Greci-Contemporanei», μετάφραση στην ιταλική γλώσσα (Σύγχρονοι Έλληνες Ποιητές), Μελετήματα-Στοχασμοί πάνω σε κείμενα, Επιλογή, μετάφραση στη γαλλική, René Jacquin (Τευχ. 94, 2003, σελ. 46-47), Selected Poems: Υφαίνοντας Άνεμο (Wind-weaving) και Βεβαιότητες που λιγοστεύουν (Certainties Dinimishing), μετάφραση στην αγγλική γλώσσα (Γιάννης Γκούμας), «Εκδόσεις Φοίνικας», 2016.
29 Οκτωβρίου 2018
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
τον ευχαριστώ ιδιαίτερα για την πνευματικότητα και το κύρος του. Είναι μεγάλη τιμή να επικοινωνώ με φίλους λογοτέχνες ανιδιοτελείς, που ξεχωρίζουν για την ανωτερότητα και το ήθος τους. Αυτό σημαίνει επίπεδο και περιρρέουσα ατμόσφαιρα που αξίζει να κολυμπά και να δημιουργεί μέσα της ο αυθεντικός και γνήσιος ποιητής.

ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΕ ΙΝΤΖΕΜΠΕΛΗ είσαι μια όαση ευγένειας και εμβρίθειας στα λογοτεχνικά μας πράγματα… Σε ευγνωμονώ.



