από την
Αγγελική Κομποχόλη,
Φιλόλογο-Δρ. Λαογραφίας.

Η μικρή μας πόλη

Θα τολμούσα να χρησιμοποιήσω τον όρο «απόκεντρο» αναφερόμενη σε έργα και παραστάσεις που ανεβαίνουν σε θέατρα στην περιφέρεια της Αθήνας (και του Πειραιά, ο οποίος για λόγους οικονομίας συμπεριλαμβάνεται στον χαρακτηρισμό «αθηναϊκό αστικό θέατρο»), ή τουλάχιστον σε θεατρικούς χώρους αρκετά απομακρυσμένους από αυτό που θα αποκαλούσαμε «θεατρική πιάτσα»-κι είναι γεγονός ότι μία πληθώρα σκηνών και χώρων που πειραματίζονται με νέα είδη θεάτρου (και παράλληλα φιλοξενούν σεμινάρια, ομιλίες, εικαστικές εκθέσεις, μουσικές παραστάσεις κ.α.) έχουν διαφοροποιήσει σημαντικά το θεατρικό τοπίο, της Αθήνας τουλάχιστον, με πολύ ενδιαφέρουσες εναλλακτικές προτάσεις. Η ξαφνική και απρόβλεπτη οικονομική κρίση του 2009 σαφώς κι επηρέασε τη θεατρική αγορά, ωθώντας το ελληνικό θέατρο σε μία περίοδο αποτίμησης και επαναπροσδιορισμού της δικής του φυσιογνωμίας, με το μοντέλο των μεγαλεπήβολων θεατρικών παραγωγών να καταρρέει και αυτό των μικρών θεατρικών πολυχώρων να ανθίζει, κατακτώντας τα τελευταία χρόνια με συνεχώς αυξανόμενες τάσεις τη θεατρική αγορά. Παραστάσεις χαμηλού οικονομικού προϋπολογισμού νεοσύστατων θεατρικών ομάδων που απαρτίζονται κατά κύριο λόγο από νέα παιδιά , τα οποία επιδίδονται σε καινοτόμες και ενδιαφέρουσες πειραματικές προσπάθειες, προσελκύουν το ενδιαφέρον του θεατρόφιλου αθηναϊκού κοινού που τις ενισχύει και τις επιβραβεύει. Και όχι άδικα. Σε πολλές περιπτώσεις οι μικρές αυτές περιφερειακές παραστάσεις απαλλαγμένες από το θεατρικό βάρος του ονόματος των «μεγάλων και διάσημων πρωταγωνιστών», «των μεγάλων και διάσημων σκηνοθετών», «των μεγάλων και διάσημων παραγωγών», με τη σεμνότητα στην πρόθεση και την καλλιτεχνική καθαρότητα στην προσέγγιση, μας δίνουν διαμάντια θεατρικού λόγου και χαρά στην απόλαυση της θεατρικής δράσης. Και θα μνημονεύσω ενδεικτικά τρεις τέτοιες παραστάσεις, που τις παρακολουθήσαμε μέσα στον Ιούλιο και πραγματικά εμπλούτισαν τη θεατρική μας παιδεία. Κι αναφέρομαι στις «Σχέσεις στΟργής», στο θέατρο Διθύραμβος (Μαρούσι) από τη θεατρική ομάδα Ανοικτίρμονες, σε σκηνοθεσία Έφης Νιχωρίτη, στη «Μικρή μας πόλη» του Θόρντον Ουάιλντερ, στο μεγάλο θέατρο της Ελληνογαλλικής Σχολής ZEANNE D’ ARC, ανεβασμένο από τη Φιλολογική Στέγη του Πειραιά σε σκηνοθεσία Μάνου Χατζηγεωργίου και στο «Τι κάνω εγώ εδώ;», της Ε. Μπουρκέν στο Θέατρο της οδού Καυκατζόγλου (Πατήσια), από τη θεατρική ομάδα ΕΚΣΤΑΝ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Σταματίου. Και οι τρεις αυτές θεατρικές παραστάσεις ασχολούνται με τις ανθρώπινες σχέσεις, σε ένα βιωματικό κλίμα υψηλής συναισθηματικής έντασης, που επιτρέπει στους σκηνικούς ήρωες να παρουσιάζονται με τρόπο ευθύβολο στην καρδιά του θεατή, άμεσο και εύστοχο. Και οι τρεις, με την ισόρροπη ενεργοποίηση των ρυθμών της κίνησης και των ήχων, κατορθώνουν να δώσουν μία ολοκληρωμένη σκηνοθετική πρόταση που δένει τις ερμηνείες των ηθοποιών σε ένα ομόκεντρο σχήμα, δίνοντας ρυθμό στην ροή των δραματικών πράξεων και διείσδυση στον χαρακτήρα των ηρώων που ζωντανεύουν στη σκηνή. Αποτέλεσμα; Μία γνήσια αισθητική συγκίνηση για τον θεατή, μακριά την μανιέρα και την υπερβολή των «μεγαλόσχημων» ηθοποιών, των «μεγαλόσχημων» θεατρικών παραστάσεων που συχνά παγιδεύονται στη δύναμη της φήμης τους, ακριβώς γιατί σε αυτήν επαναπαύονται. Και στις τρεις παραστάσεις απολαύσαμε-ανέλπιστα-υποκριτές με ευδιάκριτες (ή επιδέξια καλλιεργημένες) τις θεατρικές τους ικανότητες, και λέω ανέλπιστα, γιατί σε κάποιες περιπτώσεις μιλάμε για ερασιτέχνες ηθοποιούς που συμμετέχουν δημιουργικά σε καλλιτεχνικές ομάδες, όπως συνέβη με τη θεατρική ομάδα της Φιλολογικής Στέγης του Πειραιά, που όμως η σωστή σκηνοθετική καθοδήγηση και η αξιοποίηση του υλικού των ηθοποιών είχε ως αποτέλεσμα μία θαυμάσια υποκριτική προσαρμογή στις ανάγκες και το νόημα του θεατρικού κειμένου. Η διαπίστωση αυτή αφορά και τις τρεις θεατρικές παραστάσεις, οι οποίες αξιοποιώντας την έντονη αντιθετικότητα των πράξεων ζωής στη θεατρική δημιουργία, πέτυχαν να τις μετατρέψουν σε δρώμενα με υψηλές αποκορυφώσεις θεατρικής έντασης και συγκινησιακού λυρισμού: Στις Σχέσεις στΟργής μέσα από ένα αρχέτυπο αποθησαύρισμα σχέσεων και συγκρούσεων (οικογενειακών, φιλικών, ερωτικών, συζυγικών), με μία έξοχη θεματική ύφους και πάθους, αναδεικνύεται η αναγκαιότητα και η δύναμη του Έρωτα στη δημιουργία και στην αντίσταση-κι η αντίσταση ως πράξη διαμαρτυρίας στο πρόσκαιρο, στο φθαρτό και στο μοναχικό με τον Έρωτα να αναβαπτίζεται στην αρχεγονική του σημασία και να γίνεται αισιόδοξη κι ελπιδοφόρα ένωση του «εδώ και τώρα» με το «παντού και πάντα». Η
ίδια συγκινησιακή ανάταση επικρατεί και στη «Μικρή μας πόλη», ειδικά στη σκηνή του νεκροταφείου στην οποία επιτυγχάνεται ένα άλμα στη αισθητική του θεατρικού κοινού, καθώς κίνηση, εκφορά λέξης και δραματική έκφραση, αρμονικά συνταιριασμένες, λειτουργούν με υποκριτική γνώση και εμβάθυνση, σε μία ευφυή σύλληψη του σκηνοθέτη που αναμορφώνει το δραματικό περιεχόμενο. Σε αντίθεση με τα θεατρικά παραδεδομένα, εδώ οι νεκροί συνομιλούν με τους ζωντανούς όρθιοι (κι όχι καθισμένοι σε καρέκλες, όπως συνηθιζόταν μέχρι τώρα σκηνογραφικά), γιατί η ψυχή στη νεωτερική τούτη σκηνοθετική ματιά δε νοείται με κανένα τρόπο εγκλωβισμένη κι οι ηθοποιοί της παράστασης, έξοχα, πειθαρχώντας στην λυρική αυτή εκδοχή στέκονται ανάλαφροι, σαν να υπερίπτανται, αποδίδοντας μοναδικά την εξώκοσμη αίσθηση του Άλλου Κόσμου. Τέλος, στο «Τι κάνω εγώ εδώ;» μας αποκαλύπτεται ένα ρεσιτάλ υποκριτικής ερμηνείας από τη κεντρική ηρωίδα του έργου που υποδύεται η Λαμπρινή Λίβα, παλαίμαχη ηθοποιός του ΚΘΒΕ, η οποία στην κυριολεξία καθηλώνει τον θεατή σε μία σκηνική ερμηνεία με υποκριτικό βάθος, ένταση κι αίσθηση σιωπής, σε μία απερίγραπτη κλίμακα εκφραστικής δεινότητας που λειτουργεί με ακρίβεια υψηλής απόδοσης. Ποιος είπε ότι η Τέχνη δεν ανθίζει στα πιο απρόσμενα μέρη, στις πιο δύσβατες εποχές;