Η λογοτεχνική κριτική στους «Βατράχους» του Αριστοφάνη και στην «Ποιητική» τού Αριστοτέλη σε σχέση με τη σύγχρονη μετανεωτερική προσέγγιση τού αρχαίου δράματος.
Οι αριστοφανικοί «Βάτραχοι» διδάχτηκαν στα Λήναια το 405 π.Χ., έναν χρόνο μετά τον θάνατο τού αυτοεξόριστου Ευριπίδη στην Πέλλα, όπου ζήτησε καταφύγιο – ως πολιτιστικός πρόσφυγας – από τον βασιλιά Αρχέλαο, παππού τού Μεγάλου Αλεξάνδρου. Εκεί, στη σύντομη παραμονή του, έγραψε το εθνικών προεκτάσεων δράμα «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι», μία χαμένη τραγωδία με τίτλο «Αρχέλαος» (που προφανώς δόξαζε τον οικοδεσπότη του και την γενιά του) και τις μυστηριώδεις, θεολογίζουσες μα όχι και θεολογικές (με τη σημερινή έννοια) «Βάκχες» (γράφτηκαν το 407 π.Χ. και διδάχθηκε μάλλον από τον ομώνυμο γιο του το 406 π.Χ. στην Αθήνα. Ο Πλούταρχος ιστορεί πως η τραγωδία αυτή πρωτοανέβηκε στην αυλή τού βασιλέα των Πάρθων.
Ας υπενθυμίσουμε ότι σε αυτή την κρυπτική, μυστηριακή, πολυσήμαντη κωμωδία τού Αριστοφάνη (με έντονο το τραγικό στοιχείο) ο βασικός «αγώνας λόγων» μεταξύ Αισχύλου και Ευριπίδη καλύπτει ένα ευρύ πεδίο λογοτεχνικής αλλά και καλλιτεχνικής κριτικής.
Όταν έγραφε ο Αριστοτέλης (φιλόσοφος διδάσκαλος τού Μεγάλου Αλεξάνδρου, βλέπε τούς «Βίους Παράλληλους» τού Πλουτάρχου) την «Ποιητική» του εν έτει 335 π.Χ. περίπου, το αρχαίο δράμα είχε ήδη παρακμάσει, αφού δεν υφίστατο πλέον ως θεσμός οι διάφοροι επίσημοι δραματικοί αγώνες.
Φυσικά και δεν υπήρχε τότε (στην Κλασική Αρχαιότητα) μήτε παρθενογένεση μήτε ανάγκη πρωτοτυπίας μήτε «πνευματική ιδιοκτησία» (τουλάχιστον με τη σημερινή της έννοια). Η διακειμενικότητα είναι τόσο έντονη και πρόδηλη που ένα μεγάλο επιστημονικό πρόβλημα τής Παπυρολογίας είναι η ακρίβεια των αντιγράφων. Πολλά έργα αποδίδονται σε άλλους δραματικούς ποιητές, όπως – παραδείγματος χάριν – ο αινιγματικός, ατελέσφορος από αφηγηματικής πλευράς και κατώτερος από τεχνικής ή αισθητικής πλευράς “Ρήσος”, που αποδίδεται μεν στον Ευριπίδη, πολλοί όμως ερευνητές διατείνονται – χωρίς να μπορούν να το αποδείξουν, βέβαια – ότι μπορεί να ήταν έργο τού πολυβραβευμένου Αγάθωνα (κέρδισε το πρώτο βραβείο με την πρώτη εμφάνισή του στους δραματικούς αγώνες σε πολύ τρυφερή νεανική ηλικία). Εκτός από τον Αγάθωνα όμως, που τον διακωμωδεί ο Αριστοφάνης στις «Θεσμοφοριάζουσες» υπήρχε ακόμα μία εκατοντάδα ποιητών που δρούσαν σε όλη τη διάρκεια τού πέμπου «χρυσού» αιώνα (προ Κοινής Εποχής), των οποίων αγνοούμε την εργοβιογραφία, ακόμα και τα ονόματά τους κι ελάχιστοι «αδέσποτοι» στίχοι τους έχουν σωθεί.
Αυτό που συνδέει Αισχύλο και Ευριπίδη ως ιστορικά πρόσωπα είναι το γεγονός ότι και οι δύο βρήκαν τραγικώς οδυνηρό θάνατο εξόριστοι εκτός Αττικής. Ο Αισχύλος πέθανε το 456 π.Χ. στη Γέλα τής Μεγάλης Ελλάδας, επειδή – λέει – ότι κάποιος αετός στόχευσε την ακάλυπτη κεφαλή του και τον σκότωσε με μία χελώνα που είχε αρπάξει στα γαμψά νύχια του, απλώς χαλαρώνοντας. Αφ’ ετέρου ο Ευριπίδης λέγεται πως κατασπαράχθηκε από κάποια πεινασμένα σκυλιά (τού οικοδεσπότη του ή μήπως αδέσποτα) βρίσκοντας μαρτυρικό θάνατο, παρόμοιο με τού Πενθέα στις «Βάκχες» του, που τελειώνουν με το δίστιχο «αυτά που περιμέναμε δεν γίνανε και για το απρόοπτο βρήκε δρόμο ο θεός» [σε δική μου απόδοση]. Όμως ποιος θεός είναι αυτός που επικαλείται ένας κατηγορούμενος ως άθεος, όπως και οι λοιποί σοφιστές με κορυφαίο τον φιλόσοφο Σωκράτη, ουδείς μπορεί να εικάσει μετά βεβαιότητος.
Από δική μου έρευνα, πιστεύω ότι στην τότε Μακεδονία ο φυγάς Ευριπίδης εισήχθη (ή έγινε δεκτός) στα Μυστήρια τής Ίσιδας και τού Όσιρι, σύμφωνα με τα οποία ο διαμελισμένος από τον κακό Σεθ Όσιρις ανασυντίθεται και «ανασταίνεται» από την αδελφή του Ίσιδα, η οποία μάλιστα αντικαθιστά τον φαγωμένο από έναν οξύρρυγχο ιχθύ φαλλό του με έναν τεχνητό (!!! Πολλά θαυμαστικά!!!) και μαζί του γεννάει τον Horus/Ώρο. Αυτός ο πρωταρχικός φόνος που μοιάζει με την βιβλικά αδελφοκτονία τού Άβελ από τον Κάϊν πυροδοτεί την αντίστροφη μέτρηση τού χρόνου στο Κολαστήριο Γαία, αφού η έξοδος από την παραδείσια Εδέμ/Εδέντια [κατ’ άλλους] έχει ήδη επιτευχθεί με συλλογικώς τραυματικό τρόπο. Τη θεωρία μου αυτή αναπτύσσω κι εφαρμόζω με αφηγηματικό τρόπο στην νουβέλα (στον δραματικό μονόλογο) που έγραψα το 1999 με τίτλο «Ο Θάνατος τού Ευριπίδη» και ανέβηκε το 2002 στο Δημοτικό Θέατρο Βορείου Αιγαίου στη Χίο, σε σκηνοθεσία τού αείμνηστου διδασκάλου Κωνσταντίνου Μάριου).

Οι (παραμυθικές) ομοιότητες όμως δεν σταματούν εδώ, γιατί ο κατά πάσαν πιθανότητα βυζαντινός (μοναχός) αντιγραφέας τού μοναδικού χειρογράφου που έφτασε έως εμάς και βρέθηκε – συμπτωματικά – σε μια τοποθεσία τής Αιγύπτου που λέγεται Οξύρρυγχος, αφαίρεσε – ως φαίνεται – το παρεξηγήσιμο τέλος τής δραματικής ανάστασης τού αρχαίου μυθικού βασιλέα τής Θήβας και το μπόλιασε (με την τεχνική τού «κέντρωνα») σε άλλους χριστιανικούς ύμνους, τροπάρια ή και λειτουργικά κείμενα. Ουδείς εισέτι γνωρίζει.
Πάντως το τέλος τού χειρογράφου που έφτασε έως εμάς είναι αποσπασματικό, ελλειμματικό, ακατάληπτο κι – εν πολλοίς – αντιφατικό, τόσο που ψυχαναλυτές μεταφραστές, όπως ο Γιώργος Χειμωνάς, το παραλείπουν παντελώς στις δικές τους διασκευές.
Είναι ούτως ή άλλως εφιαλτικό για σκηνοθέτη και ερμηνευτή τού ρόλου τής Αγαύης, αλλά και τού Κάδμου, και τού ίδιου τού «από μηχανής θεού» Διονύσου, που μέχρι τότε εμφανιζόταν κατά βούλησιν κυρίως ως Βάκχος, μιλώντας για τον θεό τού κρασιού σε τρίτο πρόσωπο!!! Πολλά τα μυστήρια… Ίσως, με τη βοήθεια τής Ρομποτικής, των κβαντομηχανικών ηλεκτρονικών υπολογιστών και κατόπιν ανευρέσεως τουλάχιστον ενός επιπλέον χειρογράφου, να είμαστε μελλοντικώς – ως επιστημονική κοινότητα – εις θέσιν να απαντήσουμε επ’ αυτού τού ακανθώδους ερωτήματος.
Για την ώρα, για να επανέλθουμε στους αριστοφανικούς «Βατράχους», δεν κονταροχτυπιούνται απλώς δύο τραγικοί ποιητές για τα πρωτεία (με έπαθλο την ανάστασή τους) αλλά δύο εποχές τής Αθήνας: η ηρωική εποχή των νικηφόρων Περσικών Πολέμων και η εποχή τής παρακμής, η εποχή τού εμφύλιου Πελοποννησιακού Πολέμου. Πρόκειται στην ουσία για το χάσμα γενεών και για την πολιτισμική σύγκρουση θεοκρατικής Ανατολής και δημοκρατικής Δύσεως.
Μέσα σε δύο γενιές, από τους μαραθωνομάχους και σαλαμινομάχους παππούδες μέχρι τους δήθεν διανοουμένους, σοφολογιότατους, κουλτουριάρηδες εγγονούς τους, από την αρχή μέχρι το τέλος τού πέμπτου προ Χριστού αιώνα, ό,τι δεν κατάφεραν οι Μήδοι το επέτυχαν – όπως πάντα – οι Έλληνες μεταξύ τους: με την φιλονικία και τον πατροπαράδοτο φθόνο (που μαζί με τη γλώσσα) είναι οι ακράδαντες αποδείξεις τής πολιτισμικής μας συνέχειας εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια τουλάχιστον.
Χαρακτηριστικόν είναι ότι ο Αισχύλος είχε αφήσει – όπως προκύπτει εκ τού αποτελέσματος – εντολή να γράψουν στην ταφόπλακά του ότι πολέμησε τους Πέρσες κι όχι ότι ήταν ποιητής (έστω και δραματικός).
Ο Διόνυσος στις αριστοφανικές «Βάκχες» επιλέγει να αναστήσει τον μαραθωνομάχο Αισχύλο κι όχι τον σοφιστή πολιτιστικό πρόσφυγα Ευριπίδη.
Πριν όμως από το θεϊκό veto, παρακολουθούμε ενεοί την πρώτη συγκριτική λογοτεχνική κριτική σε θεατρικότατη αντιδικία – δίκην μονομαχίας – που επικράτησε να λέγεται με τον τεχνικό όρο «αγώνας λόγων» (όπως στα δικαστήρια, με την κλεψύδρα τής εποχής εκείνης να εξασφαλίζει ίσους χρόνους εις τους αντιδίκους).
Από γλωσσολογικής, υφολογικής, ρυθμολογικής, αισθητικής πλευράς, ο Αισχύλος είναι περισσότερον επικός και βαρύγδουπος (κυρίως ως προς την γλωσσοπλαστική του δεινότητα) ενόσω ο μεταγενέστερος Ευριπίδης είναι κατά το μάλλον ή ήττον απομυθοποιητικός, τουτέστιν ρεαλιστής (με τα σημερινά μέτρα και σταθμά), αφού ανέβασε στη σκηνή καθημερινά άτομα από την κατώτερες κοινωνικές τάξεις τής τότε αστικής ζωής. Ο «γιος τής λαχανοπώλισσας», ο καινοτόμος Ευριπίδης, προσομοιάζει με τον «γιο τής δούλας» Αύγουστο Στρίντμπεργκ. Κι οι δύο θριάμβευσαν σε κάτι που μοιάζει με τραγωδία είναι όμως τόσο τραγικωμικό που θεωρείται σήμερα «αστικό δράμα». Φυσικά και δεν πρέπει να ακροβατούμε πάνω από τους αιώνες με αφορμή συμβατικούς ειδολογικούς όρους και σχηματικές κατατάξεις, όμως εδώ ο πειρασμός τής αναλογικής σκέψης είναι πραγματικά μεγάλος.
Το σίγουρον είναι ότι ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους» είναι ο πρώτος κριτικός Λογοτεχνίας τε και Θεάτρου, τουλάχιστον πριν τον θεωρητικό Αριστοτέλη. Εδώ η συγκριτική φιλολογία-θεατρολογία είναι συνδημιουργική και έμπρακτη. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο επιλέξαμε φέτος να μελετήσουμε διαδοχικά τις «Βάκχες» αμέσως μετά τούς «Βατράχους» και να αναζητήσουμε διαφορές ή κοινά στοιχεία.
Το σίγουρον είναι ότι – κατά την πάγια τακτική του κι ενόψει ανυπαρξίας τυπογραφίας ή διαδικτύου – ενδέχεται ο Αριστοφάνης (με την μέθοδο τής στενογραφίας ή αξιοποιώντας το καλό μνημονικό του) να διέσωσε κάποιους από τους χαμένους στίχους των ευριπίδειων «Βακχών» ή λανθανόντων-αγνώστων έργων τού Αισχύλου. Σίγουρα κάπως έτσι δούλευε, διακωμωδώντας «εκ του φυσικού» (όπως λέμε στη ζωγραφική) πρόσωπα και πράγματα τού καιρού του.
Κι εδώ σταματά ετούτη η – αναγκαστικά – σύντομη εισαγωγή.

Για καθαρά πληροφοριακούς λόγους, αναφέρουμε ότι το ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ συνεχίζεται για τρίτη συνεχή ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΤΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ με θέμα «Βάτραχοι» του Αριστοφάνη και «Βάκχες» τού Ευριπίδη
Διαρκής δια βίου θεατρική παιδεία σε μορφή διαδραστικού εργαστηρίου με την ελεύθερη συμμετοχή όλων.
Συνεχίζεται για τρίτη ακαδημαϊκή χρονιά φέτος το ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΤΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ ΠΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΕΙ Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ με θέμα «Βάτραχοι» του Αριστοφάνη και «Βάκχες» τού Ευριπίδη (σε ερμηνεία, ελεύθερη σύνθεση και αναδημιουργική διασκευή από τον Διδάκτορα Κωνσταντίνο Μπούρα).
Μετά τον «Ίωνα» τού Ευριπίδη, και την Ανδρομάχη» τού Ευριπίδη και τού Ρακίνα, συνεχίζεται η δια βίου θεατρική παιδεία και μάθηση από τον εμψυχωτή και συντονιστή τού Εργαστηρίου Κριτικής Θεατρικής Σκέψης Διδάκτορα Κωνσταντίνο Μπούρα, ποιητή-θεατρολόγο-μεταφρασεολόγο και κριτικό.
Έναρξη: Παρασκευή 17 Οκτωβρίου, 6-8μμ στην αίθουσα τού Διοικητικού Συμβουλίου τού ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ.
Διάρκεια: Δύο Παρασκευές τον μήνα από τον Οκτώβριο τού 2025 έως και τον Ιούνιο τού 2026, οπότε και θα παρουσιαστεί το αποτέλεσμα τής ανοικτής διαδραστικής εκπαιδευτικής διαδικασίας ως ΑΝΟΙΚΤΟ ΔΙΑΔΡΑΣΤΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΜΕ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ, όπως έγινε και τους δύο προηγούμενους Ιουνίους 2024 και 2025.
Συγκεκριμένα, οι ημερομηνίες διεξαγωγής τού ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ είναι: 17/10/2025, 31/10/2025, 14/11/2025, 28/11/2025, 5/12/2025, 19/12/2025, 9/1/2026, 23/1/2026, 6/2/2026, 27/2/2026,
6/3/2026, 27/3/2026, 22/5/2026, 29/5/2026, 5/6/2026, 12/6/2026,
19/6/2025 (ΚΑΤΑΛΗΚΤΗΡΙΑ ΑΝΟΙΚΤΗ ΔΙΑΔΡΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ στην ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ).
ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΜΕ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΟΙ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΘΕΑΤΡΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ.

Για περισσότερες πληροφορίες:
Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας
