Σκέψεις

Από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Κάποτε τα είδη ήταν διακριτά και η ταξινόμησή τους εφικτή. Ο μοντερνισμός των αρχών του αιώνα κι η λεγομένη «απελευθέρωση του στίχου» έφερε το πρώτο πλήγμα εισαγάγοντας την αυτοψυχαναλυτική τεχνική του συνειρμού, που δεν παρέπεμπε σε όνειρο αλλά μάλλον σε εφιάλτη.

Η «μετανεωτερικότητα» αφαίρεσε και τα τελευταία στεγανά όρια μεταξύ κατηγοριών, ειδών, υποειδών και διαφορετικών λογοτεχνικών, καλλιτεχνικών εκφράσεων δημιουργώντας ένα παγκοσμιοποιημένο αμάλγαμα (για να μην πω «σούπα») και επέτρεψε ακόμα και την δραματοποίηση του τηλεφωνικού καταλόγου, αν όχι και του καταλόγου με τα ψώνια της λαϊκής. Έτσι κάθε τι θεωρείται πρόσφορο υλικό για δραματοποίηση, ακόμα και τα μοναχικά παραληρήματα σε τηλέφωνα (σήματα μονοσήμαντα εκπεμπόμενα αλλά μη λαμβανόμενα – πρώτος το παρώδησε αυτό ο Κοκτώ στην «Ανθρώπινη Φωνή»).

Θαρρείς κι η Ανθρωπότητα ολάκερη παραληρεί ασύστολα στον καθρέφτη του Νάρκισσου, χωρίς να έχει τουλάχιστον το διακριτικό κιγκλίδωμα του μεσαιωνικού εξομολογητάριου ή – έστω – το ντιβάνι του σύγχρονου ψυχαναλυτή, που υποκατέστησε σε πολλές περιπτώσεις και τον παπά και τον διάκο.

Τώρα όλα θεωρούνται ποίηση, τέχνη (χωρίς πλέον το ταυ το κεφαλαίο). Απαγορεύτηκαν ως μη πολιτικώς ορθές οι λέξεις: έμπνευση, χάρισμα, ταλέντο, εκλεκτός/εκλεκτή των Μουσών, ποιητής-προφήτης, θεόπνευστος ποιητής διαχρονικός, αιώνιος, αθάνατος… κι απέμειναν οι φτωχές, πλην όμως ουχί απαραιτήτως και …τίμιες λέξεις-έννοιες-επίθετα, που λειτουργούν και ως προφάσεις εν αμαρτίαις: πρωτοπόρος, πειραματικός, μεταμοντέρνος, συγχρονικός και τα λοιπά. Και τα λοιπά.

Οι ποιητές πεζολογούν, οι πεζογράφοι ποιητικολογούν (χωρίς να χρειάζεται πια καν να δηλώνουν πως επιδίδονται σε μία ιδιότυπη «ποιητική πρόζα»). Η «μικρή φόρμα» θριαμβεύει κολακεύοντας και υποθάλποντας την βιαστική και επιπόλαια νοητική οκνηρία μας. Και, όλα είναι θέατρο. Μόνον που κάτι τέτοιο δεν λειτουργεί πάντα ευφημιστικά και δεν ακούγεται πάντα κολακευτικά.

Και μόνον ότι διαλύσαμε την πανάρχαια γλώσσα μας κι αποδομήσαμε σύνταξη, γραμματική και ορθογραφία, μας καθιστά άμουσους και απαίδευτους, αδιαμόρφωτους κι αμόρφωτους, όσο κι αν θεωρούμε τους εαυτούς μας σπουδαγμένους και μάλιστα πολύ-σπουδαγμένος. Καταντήσαμε στον «Αρχοντοχωριάτη» και τις «Σοφολογιώτατες» του Μολιέρου και δυστυχώς δεν απέμεινε κάποιος «Μισάνθρωπος» για να μας ξεφωνήσει και να εκφωνήσει τον επικήδειό μας.

Πέθανε όμως η Τέχνη και η Λογοτεχνία σήμερα; Καρκινοβατεί το θέατρο; Δεν υπάρχουν πια «μεγάλοι» θεατρικοί συγγραφείς, τραγικοί και κωμικοί ποιητές, αντάξιοι και συγκρίσιμοι με τους αθάνατους κλασικούς της Αρχαιότητας;

Τουναντίον. Η λεγομένη «μετανεωτερικότητα» μας ανάγκασε ως Ανθρωπότητα να ξαναγυρίσουμε στην προσωκρατική ενότητα σώματος-ψυχής-πνεύματος και να εγκαταλείψουμε (προσωρινώς ή δια παντός) μεσαιωνικούς διαχωρισμούς και νοησιαρχικές ταξινομήσεις, λογοκρατικές κατατάξεις-κατηγοριοποιήσεις-διακρίσεις και αποκλεισμούς κατά το μάλλον ή ήττον απολυταρχικούς.

Ο ρόλος του κριτικού σήμερα, όπως κι ο ρόλος του φιλολόγου-γραμματολόγου, του γλωσσολόγου, του σημειολόγου, του μεταφρασιολόγου, είναι ένα διαρκώς εξελισσόμενο έργο, κινούμενη άμμος που απαιτεί αυτοσχεδιαστικές δεξιότητες και τεράστια αποθέματα πολύπλευρης μόρφωσης. Η ολιστική αντιμετώπιση του ανθρώπινου οργανισμού αλλά και των κοινωνικών ή οικολογικών φαινομένων οδηγεί σε μια άλλη αντιμετώπιση, πέρα από πατροπαράδοτες διακρίσεις, αποκλεισμούς κι εξαιρέσεις παντός είδους.

Τώρα υπάρχει χρεία, αδήριτος ανάγκη να ταπεινωθούν οι εξαρθέντες και να μετριαστούν οι υπερβάλλοντες. Τώρα πρέπει να καθοριστούν καινούργιοι κανόνες έτσι ώστε το τρέχον Χάος να αυτορυθμιστεί και να επανέλθουμε σε μια άλλου είδους «Αναγέννηση», που χωρίς τάξη και αρμονίες, μαθηματικές εξισώσεις και αλγορίθμους δεν γίνεται και δεν μπορεί να νοηθεί, εκτός αν το Τυχαίο επικρατήσει της όποιας Αναγκαιότητας κι ανατρέψει δια παντός αυτό που ονομάζαμε επί αιώνες «μουσική των σφαιρών» και «ουράνια Αρμονία».

Είναι ο Πυθαγόρας ξεπερασμένος στις μέρες μας; Πολλοί «προοδευτικοί» διατείνονται ευθαρσώς (και ίσως έχουν δίκιο) πως «τα πάντα είναι ρυθμός». Είναι όμως όλα εύμορφα κι αποδεκτά από το πνευματικό μας αισθητήριο; Οδηγούν όλες οι μορφές έκφρασης σε «αισθητική ηδονή», απόλαυση έστω, αν όχι και ψυχαγωγία; Είναι η διασκέδαση άνευ όρων και ορίων το ελάχιστο σήμερα; Αρκεί μια απλή εκτόνωση, μιας ψευδαίσθηση αναψύξεως πριν ξαναγυρίσουμε στη συνήθη χαρμολύπη μας, στην καθεστηκυία πλήξη, στην μονότονη καθημερινότητα όπου όλα μοιάζουν προβλέψιμα, όσο κι αν δεν είναι; Και η πρόσφατη οικονομική και υγειονομική Κρίση καταδεικνύουν περίτρανα πως είμαστε τελείως απροετοίμαστοι για τον «πατέρα πάντων Πόλεμο» (σύμφωνα με τον Ηράκλειτο); Κι όσο αν δεν συγκρούονται μόνον απλώς ανθρώπινες ομάδες με όνομα και ηλεκτρονική διεύθυνση, αλλά κοσμικές, συμπαντικές ενέργειες ασύλληπτου βεληνεκούς τόσο έντρομοι, ανασφαλείς και επιφανειακοί στις αντιδράσεις και στην εθελοτυφλία, στην εθελοδουλεία και στην απεμπόληση του υψηλού ιδανικού της Ελευθερίας καθιστάμεθα αυτοβούλως εκόντες-άκοντες, νομίζοντας μάλιστα πως έτσι κάνουμε χρήση του προνομίου της ελευθέρας βουλήσεώς μας.

Όμως, όπως έχει δείξει η Πολιτισμική Ιστορία, μεγάλα έργα τέχνης παρήχθησαν εκεί που τα αντίθετα αλληλοσυμπληρώνονταν και παλεύανε για την ερωτικού τύπου ισομετρία τους. Δημοκρατικές πολιτείες και απολυταρχικές δυναστείες οδήγησαν σε άλλου τύπου ιδεολογικά, θυρησκειολογικά, μυθολογικά, λογοτεχνικά, καλλιτεχνικά, θεατρικά μορφώματα, που πάντα διαιωνίζονταν χάρη στο εξ ορισμού ανατρεπτικό διονυσιακό στοιχείο, που εμφιλοχωρεί αναπόδραστα και αναπόσπαστα με την ανθρώπινη ύπαρξη, όπως φανερώνουν με τον φρικιαστικό, σπαρακτικό, διαμελιστικό τους τρόπο οι «Βάκχες» του Ευριπίδη.

Οι αλαζόνες γίνονται πάντα υβριστές και οι υβριστές ξεφεύγουν από το μέτρο, χάνουν την μέση οδό και κατά-στρέφονται προς την αναπόφευκτη πτώση-απαξίωση-ατίμωσή τους. Εκτός κι αν αντιστρέψουν της Μοίρας την κατηφόρα κι επωφελούμενοι από την Τύχη «πράξουν την ανάγκην φιλοτιμίαν» και δια του έργου των αποκαταστήσουν την όποια απώλεια.

Δεν μπορείς όμως πια σήμερα να τονίσεις τα απελευθερωτικά οφέλη της τίμιας, συνεπούς και συνεχούς εργασίας χωρίς να αποφύγεις τον συνειρμό με το φρικτό και απάνθρωπο εκείνο “Arbeit macht Frei” έξω από τα βάρβαρα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Όπως δεν μπορείς σήμερα να συνδέσεις τρεις έννοιες στην ίδια πρόταση (Κάλλος-Αλήθεια-Αρμονία) χωρίς να κατηγορηθείς για συντηρητικές-οπισθοδρομικές τάσεις.

Ομοίως δεν δύνασαι και δεν σου επιτρέπεται να υπερασπιστείς (πέρα από κάποιο χλιαρό όριο) την μαθηματική δομή της πανάρχαιας ελληνικής γλώσσας χωρίς να χαρακτηριστείς υπέρ-εθνικιστής και φασίστας. Είμαστε οι μόνοι φορείς σημαντικού για τα παγκόσμια ανθρωπιστικά του ιδεώδη περί Ισότητος-Ελευθερίας-Δημοκρατίας που ντρεπόμαστε να πούμε το όνομά μας και να ευλογήσουμε τις ρίζες μας.

Η αγιότητα έχει ήδη εξοβελιστεί εις το πυρ το εξώτερον. Στυλίτες πια δεν υπάρχουν και οι ασκητές έχουν ένα μάτι άγρυπνο, κολλημένο στο παγκάρι. Το άλλο μπορεί να ταξιδεύει ελεύθερα σε άλλες διαστάσεις και να ψαρεύει στοχασμούς, αιθερικούς, από άλλους ουρανούς κι από ανώτερα πεδία.

Για να ξαναγυρίσουμε στο στενά φιλολογικό θέμα μας, η σύγχρονη ποίηση (στην μετά Σεφέρην, Ελύτην και δευτερευόντως Ρίτσον και Καβάφην εποχήν) αν δεν διακατέχεται από έντονη δραματικότητα, δεν υπάρχει. Κι αν υπάρχει ψωμοζεί χωρίς τον φυσικό της αποδέκτη: τον αναγνώστη (κι όχι μόνον τον επαρκή, αλλά τον λαϊκό). Χάσαμε την ρυθμολογία του δημοτικού τραγουδιού (ευτυχώς που απέμεινε, ό,τι απέμεινεν από το βυζαντινό μέλος). Οι στίχοι τώρα πια δεν τραγουδιώνται, αλλά εξηγιώνται, αναλύονται και υπεραναλύονται, σαν τσίχλες-κίχλες που έχουν περισσότερα κόκκαλα, νευρώνες και φτερά παρά ψαχνό. Κανείς, ή σχεδόν κανείς σύγχρονος συνθέτης δεν σκέφτεται να μεγαλουργήσει μελοποιώντας ζώντες και δρώντες ποιητές. Χωρίσαμε στην μετά Γκάτσον εποχήν την στιχουργία από την Υψηλή Ποίηση. Κι όσοι τολμούν να γράψουν σήμερα σε δεκαπεντασύλλαβο (με ή χωρίς μέτρο) καθίστανται αυτομάτως γελοίοι, γραφικοί έστω.

Τι απέμεινε λοιπόν; Το αρχαίο δραματικό μας ένστικτο, που μεγαλοποιεί ακόμα και μια πρόσφατη αδιαθεσία ή έναν περαστικό μονόλογο. Και ναι μεν η μεγέθυνση είναι συστατικό στοιχείο της όποιας Τέχνης, προσκρούει όμως στον πραγματισμό των σύγχρονων εμπόρων, μεταπραττών, εισαγωγέων ληγμένων προϊόντων και κατεστημένων πρωτοποριών με αξιώσεις αποκλειστικότητος.

Δεν θέλω και δεν προλαβαίνω να αναφερθώ εδώ, σε ένα σύντομο δοκιμιακό σημείωμα σε τάσεις, εκφάνσεις και αποτρόπαιες καταστάσεις, που καταδυναστεύουν την καλλιτεχνική μας ελευθερία και επιχειρούν να ποδηγετήσουν την εκ βαθέων έκφρασή μας με διάφορα ιδεολογήματα. Δεν χρειάζεται να τους κατονομάσω, πρώτον γιατί «δεν κομίζουν γλαύκαν εις Αθήνας», όπως αφελώς νομίζουν, αλλά περιφέρουν την δοκησισοφία τους σε θέατρα, γήπεδα και γυμναστήρια, εφάμιλλοι κι αντάξιοι των καιροσκόπων πρωταγωνιστών τηλεοπτικών κλουβιών, που ηδονίζονται νομίζοντας ότι εκτίθενται, όπερ δεν συμβαίνει, για τον απλούστατο λόγο ότι μοιάζουν τόσο πολύ που δεν μπορείς να τους διακρίνεις.

Το πανομοιότυπο στη σύγχρονη τέχνη είναι μάστιγα, αναπηρία και σημάδι παρακμής. Δεν έχουμε σήμερα γλωσσοπλάστες ποιητές. Τα πάντα απλοποιούνται και αποδομούνται. Καταργούνται οι πτώσεις και οι επιπτώσεις τους. Μόνον για τα γένη δεν θρηνώ, γιατί αυτά τα είχαμε ομογενοποιήσει προ πολλού, από τα ελληνιστικά χρόνια ίσως. Όμως τα σημαδάκια εκείνα που μας υπενθύμιζαν τη μελωδία κάτω από τις λέξεις, τα ευφωνικά νι και τα αφομοιωμένα φωνήεντα, που όμως ακούγονται ακόμα σαν υπολανθάνοντα ημιτόνια, τρέμω και μόνον στη σκέψη πως κάποτε θα τα χάσουμε τελειωτικά, όταν θα έχει εξαφανιστεί δια παντός κι ο τελευταίος υλικός φορέας τους. Βεβαίως, διαθέτουμε πάντα τα εξελιγμένα μηχανήματα και τις εξαιρετικές καταγραφές του αυθεντικού. Η Μαρία Καλογεροπούλου-Μεγενκίνι-Κάλλας όταν υμνωδεί συνδέει την αρχαία λυρική μονωδία με την παρεξηγημένη μελοδραματική εκδοχή τής όπερας, που όχι μόνον παρωχημένη δεν είναι αλλά αυθεντική συνέχεια της αρχαίας τραγωδίας.

Ευτυχώς που έχουμε απομείνει λίγοι με κυτταρική μνήμη ικανή να απορροφήσει τους κραδασμούς του χρυσού και να τους μετασχηματίσει σε Αγάπη, ορφική, συμπαντική.

«Γεννήθηκα για ν’ αγαπώ, όχι για να μισώ», όπως διατυμπανίζει η σοφόκλεια Αντιγόνη. Αυτό είναι – θαρρώ – και το κλειδί για να προσπεράσουμε τον σκόπελο της μεταβατικής εποχής μας και να πάμε στο μέλλον ξαναγυρίζοντας πίσω στα αποθησαυρίσματα του παρελθόντος. Εκεί είναι κωδικοποιημένες πολιτισμικές κατακτήσεις αιώνων και ολάκερη η Αρχαία Γνώση θα επαληθευτεί από τους σύγχρονους φυσικομαθηματικούς επιστήμονες στο Cern και σε άλλα «υλιστικά» πειράματα, όπου ύλη κι αντιΰλη, ενέργεια κι αντιενέργεια, κόσμος κι αντίκοσμος είναι απλώς πρόσκαιρες εκφράσεις ενός και του ιδίου πράγματος, που δεν είναι όμως αναλλοίωτο, αν και αιώνιο.

Έτσι είναι και η λογοτεχνική μας έκφραση: όσες μορφές κι αν πάρει, δεν καταστρέφεται, επειδή ακριβώς εκ του μηδενός δεν δύναται να παραχθεί (σύμφωνα με το Πρώτο Θερμοδυναμικό Αξίωμα). Εκτός αν το σύστημά μας δεν είναι ημίκλειστο, αλλά τελείως ανοικτό, επεκτεινόμενο και πέρα από το άπειρο.

Σας ευγνωμονώ που μοιραστήκαμε αυτές τις σκέψεις κινούμενοι γύρω από τους ίδιους λίγο-πολύ προβληματισμούς.

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr