(δοκίμιο με αφορμή την παρουσίαση στην Δράμα την 1η Σεπτεμβρίου 2021 της συλλογής διηγημάτων: 1821 Μέσα από τη ματιά σύγχρονων συγγραφέων, επιμέλεια: Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, επιμέλεια: Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, εκδόσεις 24 γράμματα, σελ. 272, 17,00 €).

 

Τα τελευταία 6-7 χρόνια (από το 2015 και λίγο πριν) ανθούν οι λογοτεχνικοί διαγωνισμοί διηγήματος, που υποσκελίζουν σχεδόν τους πατροπαράδοτους ποιητικούς αγώνες και δίνουν διέξοδο μέσω της «μικρής φόρμας» σε χιλιάδες ερασιτέχνες, ημιεπαγγελματίες, ακόμα και ημιεπαγγελματίες της γραφής.

Ήδη από το 2007 τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής και οι παντός τύπου ανάλογες εργαστηριακές τριβές και επιμορφώσεις έχουν λειάνει και προετοιμάσει το έδαφος για παρόμοιες απόπειρες εκθέσεως του ψυχισμού μας και της προβολής του ιδιωτικού στον δημόσιο λόγο.

Εδώ βέβαια εκδηλώνεται, κρίνεται και θεραπεύεται η πρωταρχική σύγχυση που οδηγεί σε πολλές και μάταιες παρεξηγήσεις: ό,τι θα λέγαμε στον μεσαιωνικό εξομολόγο, στην κατάκοιτη γιαγιά μας (που έχει την πολυτέλεια του χρόνου) και στον ψυχαναλυτή (που έχει την ηδονή του χρήματος) ΔΕΝ είναι αυτόχρημα λογοτεχνία και δεν ενδιαφέρει τους άλλους.

Βεβαίως, η υγιής φιλοδοξία κάθε ενός και κάθε μίας που βλέπει την πρώτη σελίδα της τυπωμένη κι ευελπιστεί να τιμηθεί με την ύψιστη διεθνή λογοτεχνική διάκριση και να χορέψει βαλς με την βασίλισσα μεγάλης σκανδιναβικής χώρας μπορεί να οδηγήσει σε γελοίες ακρότητες κι αψυχολόγητους διαγκωνισμούς, όμως το γεγονός και μόνον της αυτό-έκθεσης στον σιτοβολώνα του κόσμου, όπου όλα τα αγριόχορτα, τα ζιζάνια και τα παράσιτα έχουν θέση δίπλα στα επωφελή καλλιεργημένα δημητριακά, είναι από μόνη της ευγενής τάση προς τα άνω, υποδηλώνει εξελικτικές προθέσεις και επιβεβαιώνει την πνευματική καταγωγή του ανθρώπου.

Η εποχή μας είναι υλιστική, ο πολιτισμός μας αντιπνευματικός, όμως πέρα από τον πραγματισμό του εμπορίου και τη στυγνή, στατιστική λογική της Οικονομίας, εκδηλώνεται η φυγόκεντρος η τάση να πάψουμε να είμαστε νούμερα και να γίνουμε άτομα, δημιουργικά, χαρούμενα και – γιατί όχι – ακόμα ΚΑΙ ευτυχισμένα.

Η ενασχόληση με την γραφή, η καλλιτεχνική έκφραση είναι εκτονωτικοί παράγοντες που δίνουν διέξοδο στις φυσιολογικές τάσεις φυγής από τις σύγχρονες δυστοπίες, με τον πλέον ανώδυνο, διασκεδαστικό κι – ενίοτε – ψυχαγωγικό τρόπο.

Όταν το θέμα είναι ελεύθερο, μιλάμε για την λογική του Χάους, που ναι μεν αυτορυθμίζεται, προκαλεί όμως τυχαίες σκεπτομορφές και εγρηγορώτα εντελώς ευκαιριακά και βραχύβια.

Όταν – αντιθέτως – το θέμα είναι συγκεκριμένο, περιορισμένο στον χώρο και στον χρόνο (όπως γίνεται εδώ), εκεί τα πράγματα γίνονται απαιτητικότερα (και από τεχνικής και από ουσιαστικής πλευράς). Αυτό που λέγαμε παλιά «έμπνευση» πρέπει επειγόντως να συνδυαστεί με αυτοπειθαρχία και γνώση των κανόνων του παιχνιδιού.

Έρχονται πολλές φορές επίδοξοι μαθητές που ζητούν να μάθουν την «κουζίνα» της λογοτεχνίας και ειδικά της «μικρής φόρμας», γιατί τους φαίνεται πιο εύκολο, σα να διηγείσαι ένα ανέκδοτο. Όμως το να κάνεις τον άλλον να γελάσει μέσα σε εκατό (100) μόλις λέξεις δεν είναι δα και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο. Το «διήγημα μπονζάι» απαιτεί την πλήρη κατοχή και δεξιοτεχνία στην χρήση των εκφραστικών σου μέσων.

Στους περισσότερους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς διηγήματος που συμμετέχω ως κριτής τα τελευταία έξι χρόνια, τίθεται ένα όριο 400-450 λέξεων (το μέγιστο 500 λέξεις), ακριβώς να τιθασσευθεί η εγγενής τάση του ανθρώπου για πολυλογία. Ο νεοέλληνας διακρίνεται ούτως ή άλλως (κυρίως στην προφορική, αλλά και στην γραπτή του έκφραση) από έλλειψη της αίσθησης του μέτρου, από φληναφηματολογία, αμπελοφιλοσοφία και τελείως αδικαιολόγητο ναρκισσισμό. Πολλές φορές λαμβάνουμε διηγήματα τελείως άσχετα με το θέμα, ή με οποιοδήποτε θέμα γενικώς.

Όμως αυτό είναι το λίπασμα για να φυτρώσει ο σπόρος ο καλός. «Όμοιος ομοίω και η κοπριά στο λάχανο».

Το κέρδος είναι μέσα από την κοινωνική ζύμωση που επιφέρει πάντα τεράστια, ανυπολόγιστης αξίας «ποιοτικά άλματα» για να θυμηθούμε τον Δανό φιλόσοφο Σόρεν Κίρκεγκααρντ (ή Κίρκεγκωρ, αν προτιμάτε).

Μέσα από τον σωρό αναδεικνύονται οι αξίες, όπως στην εποχή του Ευριπίδη. Μέσα από το ποταπό, το ρυπαρό και το άθλιο, ξυπνάνε άδηλες δυνάμεις της πάντα αναδημιουργικής Πανανθρώπινης Ψυχής. Και στις συλλογικές δουλειές δεν υπερισχύει κανένα όνομα, όσο βαρύ ή ηχηρό κι αν είναι. Πρόκειται απλώς για ψηφίδες που συναπαρτίζουν ένα άλλο ψηφιδωτό καμιά φορά, μια «μαγική εικόνα ίσως» που δεν είναι ικανή η κάθε εποχή να αποκωδικοποιήσει, όσο ισχυρή Κριτική και διορατικούς κριτικούς κι αν έχει (που δεν έχει, στην παρούσα περίπτωση).

Όμως γιατί συνωστίζονται κάθε φορά πάρα πολλοί, καλοί και εκλεκτοί συγγραφείς στο κάλεσμα για έναν τόμο με αφηγήματα επί ενός συγκεκριμένου θέματος;

Η συμμετοχή σε ανθολογίες υπηρετεί – κατά την ταπεινή μου γνώμη – οκτώ κυρίως στόχους:

  1. Την πανοραμική θέαση ενός ζητήματος όπως το διαχειρίζονται σύγχρονοι πνευματικοί άνθρωποι, από τη δική του/της οπτική γωνία ο κάθε ένας / η κάθε μία.
  2. Την επίτευξη μιας κάποιας νοητικής προοπτικής, όπου υπάρχουν δύο τουλάχιστον «σημεία φυγής» για την ανακούφιση της συναισθηματικής φόρτιση του επαρκούς αναγνώστη, που καταβυθίζεται ως αυτοδύτης στο Συλλογικό Ασυνείδητο μέσα από τα πηγάδια των διαφόρων ατομικών υποσυνειδήτων που συνυπάρχουν και συνεργάζονται, εν αγνοία τους ενίοτε, συνυφαίνοντας έναν ιστό αράχνης, που υπακούει στο πρότυπο μιας δικής του ουράνιας (ή χθόνιας) «γεωμετρίας».
  3. Την διάσωση του έργου (δείγματος αυτού) ενός εκάστου των συμμετεχόντων.
  4. Την υγιή φιλοδοξία να φωτίσουμε τα σύγχρονα ερέβη αναζητώντας την καινούργια Αναγέννηση.
  5. Την μεταφυσική υπέρβαση των στενών χωροχρονικών πλαισίων και διακτινισμός στα μελλοντικά τώρα…
  6. Την κοινωφελή εκτόνωση της συγγνωστής ανθρώπινης ματαιοδοξίας «να αφήσουμε κάτι πίσω μας» φεύγοντας.
  7. Την αδήριτη ανάγκη μας «να πούμε τα λιγοστά μας λόγια, γιατί αύριο η ψυχή μας κάνει πανιά» (για να θυμηθούμε τον Γιώργο Σεφέρη) ειδικά σε εποχές κρίσιμες, μεταβατικές, μεταιχμιακές, προκλητικές, σαν την δική μας.
  8. Η ανάγκη για αυτογνωσία μέσα από την αρένα της ευγενούς άμιλλας με τους ομοίους μας. Ο ανώτερος πνευματικός άνθρωπος παρουσιάζει από καιρού εις καιρόν την ανάγκη να δι-αγωνίζεται προκειμένου να αναμετρηθεί με τους άλλους και να ξεπεράσει την εγγενή φιλοσοφική του μελαγχολία, που γίνεται θλίψη όταν φλέγονται δάση και καίγονται ζωντανά…

 

Σε αυτόν τον εκπληκτικής καλαισθησίας κι αξιοσημείωτης θεματικής συνεκτικότητας τόμο συμμετέχουν με τα σύντομα αφηγήματά τους οι σύγχρονοι ενεργοί λογοτέχνες:

Έρικα Αθανασίου, Δημήτρης Βαρβαρήγος, Δημήτρης Βλαχοπάνος, Γιώργος Ι. Βοϊκλής, Πέτρος Γκάτζιας, Παναγιώτης Γούτας, Νιόβη Ιωάννου, Νίκος Κατσαλίδας, Κατερίνα Καριζώνη, Κώστας Κρεμμύδας, Δημήτρης Κωστόπουλος, Πολύνα Μπανά, Στέφανος Μίλεσης, Θεόδωρος Μπενάκης, Κωνσταντίνος Μπούρας, Κατερίνα Παναγιωτοπούλου, Αντωνία Παυλάκου, Μίτση Πικραμένου, Γιώργος Πύργαρης, Δήμητρα Πυργελή, Λιάνα Σακελλίου, Απόστολος Σπυράκης, Γιώργος Σταφυλάς, Κώστας Στοφόρος, Φίλιππος Φιλλίπου, Άγγελος Χαριάτης.

 

Κάθε διήγημα πρωτότυπο και διαφορετικό από τα άλλα τονίζοντας την αίσθηση της ενότητας μέσα από την ανομοιομορφία, ακριβώς όπως οι βυζαντινές κολώνες και τα ανάγλυφα από τις αρχαίες μετώπες του Παρθενώνα παραλλάσσουν υπακούοντας σε μία άλλη ανώτερη συμμετρία.

Με ό,τι καταπιάνεται ο πάντα καλόγνωμος κι ευγενής Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης προδιαγράφεται αμέσως ως πιθανή επιτυχία γιατί διακρίνεται από:

  1. Βαθιά γνώση του λογοτεχνικού φαινομένου,
  2. Κριτική επάρκεια εμβριθούς αναγνώστου, που έχει το προνόμιο να είναι και δημιουργός,
  3. Διπλωματική σοφία στην επιλογή των προσώπων και στον συνδυασμό των ονομάτων,
  4. Φιλειρηνικό πνεύμα και αγαθοποιό δύναμη, που επιτρέπει σε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν και το κοινό των «μελισσών» βιβλιοφίλων θα τρυγήσει το νέκταρ το καλό.

Αυτός είναι ο λόγος που συμμετέχω σε κάθε ανθολογία που επιμελείται ο καλός φίλος δια βίου, πανάξιος λογοτέχνης και ευγενής ανώτερος άνθρωπος με το συμβολικό όνομα Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης.

Στον συγκεκριμένο τόμο έχω την χαρά και την τιμή να συστεγάζομαι με κορυφές (ο κάθε ένας και η κάθε μία στο είδος του / είδος της) κι όλοι / όλες μαζί για το 1821 και την Επανάσταση που άλλαξε τον χάρτη της βαλκανικής χερσονήσου του Αίμου, αλλά και της Ευρώπης γενικότερα.

Δεν θα ξεχωρίσω κανέναν και καμίαν. Πώς θα μπορούσα άλλωστε;

Το μόνο που επιτρέπω στον εαυτό μου είναι να επιλέγω κάθε φορά, ανάλογα με τις φωτεινές παρουσίες των συμμετεχόντων και των συμμετεχουσών ποια θα απαγγείλω, όχι πάντως το δικό μου, γιατί τα γραπτά μου με βυθίζουν σε αμηχανία και πολλές φορές δεν τα αναγνωρίζω σαν δικά μου, δεν τα θυμάμαι καν, εκτός ίσως από μεμονωμένες προτάσεις ή από γνώριμους (σ’ εμένα και στους φανατικούς αναγνώστες μου) ρυθμούς…

Γιατί κακά τα ψέματα, «Η Ποίηση, η γραφή είναι μια υπόθεση σωματική. Αναπαύομαι στις λέξεις όπως οι φακίρηδες στα καρφιά. Το σώμα είναι ένας κώδικας. Το γράψιμο ένας άλλος. Αναζητώ για όλους μας τον δρόμο όπου σώμα και Ποίηση γίνουνται Ένα».

 

Με άκρα ταπεινότητα,

 

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr