Τειρεσίας Λυγερός, «Η Μαύρη Κάντιλακ», εκδόσεις Ηριδανός, σ. 142.

Από τον κριτικό Λογοτεχνίας Κωνσταντίνο Μπούρα

Η πολύ νέα γενιά συγγραφέων, ανήσυχη και δημιουργικά κριτική (εποικοδομητική κι όχι απαραίτητα επικριτική-αποδομητική, όπως η αμέσως προηγούμενη) εμφανίστηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στο Διαδίκτυο γενικότερα, απαλλαγμένη για πρώτη φορά από μεσάζοντες και προαγωγούς, από μεγάλα και μικρομεσαία συμφέροντα κι αρθρώνει επιτέλους τον δικό της λόγο, ευθυτενής κάτω από τα άστρα κι εμφορούμενη από τον Ήλιο της Αλήθειας τον πάλλαμπρον. Όχι, δεν πρόκειται για ένα κοινό αστυνομικό μυθιστόρημα από αυτά που διαβάζονται κατά χιλιάδες (σε παραλίες και μέσα μαζικής μεταφοράς), όχι δεν είναι από αυτά που ψάχνεις να βρεις τον δολοφόνο έξω μας, αλλά ένα βαθύ κοινωνιολογικό διαλογικό δοκίμιο με μεγάλες ή σύντομες αφηγηματικές παρεκβάσεις όπου επιχειρείται η συλλογική ανάλυση και η απόκτηση αυτογνωσίας – ο μόνος τρόπος για να μην ξαναδούμε την Ιστορία να επαναλαμβάνεται, κάθε φορά εκπίπτουσα από το δράμα στην φαρσοκωμωδία…

Ο Τειρεσίας Λυγερός, Έλλην της Ανατολικής Μεσογείου, ανήσυχος και διορατικός, συγγράφει το νεοελληνικό «Γεράκι της Μάλτας» παρωδώντας τα στερεότυπα του είδους χωρίς όμως και να ξεφεύγει από τη «νουάρ» αισθητική του. Στέκεται απέναντι, αποστασιοποιημένος από προκαταλήψεις, δεισιδαιμονίες κι αδόκιμες (ή δόκιμες) γενικεύσεις, ανατέμνει με μεγάλη μαεστρία (και θα έλεγα ανώδυνα, αν και χωρίς αναισθητικό) τον σάπιο ιστό μιας κοινωνίας που πέρασε από χούντες και μεταπολιτεύσεις με μόνη σταθερά το ρουσφέτι, τη διαφθορά, την αναξιοκρατία, την εξωθεσμική παρακρατική μηχανή του υπόκοσμου, που καλά κρατεί στηρίζοντας, ανεβάζοντας και ρίχνοντας κυβερνήσεις. Κανείς δεν τα έχει πει τόσο ωμά και τόσο απλά μετά το «Τρίτο Στεφάνι» του Ταχτσή.

Και φυσικά δεν απουσιάζει η ποίηση από αυτό το πόνημα. Αλλιώς δεν θα με ενδιέφερε. Είναι αποκρυσταλλωμένη σε μικρά διαμάντια κάτω από τον όγκο του πάγου που πλάκωσε τις εύθρυπτες ζωές μας και τις μάρανε με μια διαρκή κατάθλιψη που μόνον αυτός ο καυτερός κι ανελέητος ήλιος μπορεί να διαπεράσει. Ο Έρωτας παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτό το βιβλίο. Είναι σαν τη φωτιά, που πρώτα καίει τις ανώριμες ψυχές και τις επιπόλαιες πεταλούδες που πέφτουν χωρίς σκάφανδρο στα βαθιά νερά του. Καίει όμως και τους έμπειρους, τους «ψημένους» στη ζωή, εκείνους που ζητούν την Αγάπη και δεν διστάζουν να την «αγοράσουν», οι ταλαίπωροι! Όμως τα ανθρώπινα αισθήματα είναι εκρηκτικό ηφαίστειο κάτω από μια κρούστα ξηράς, καλομπογιατισμένης κι αλίμονον όταν βρεθείς κοντά στην έκρηξή του. Τότε αναλαμβάνει ο άλλος τρίδυμος αδελφός του Ύπνου και του Έρωτα, ο Θάνατος… Και τότε τα πράγματα δεν είναι πλέον απλώς τραγικωμικά αλλά αγγίζουν το άδηλο εκείνο σημείο όπου η ύπαρξη ενώνεται με το μυστήριο του Μηδενός, εκείνου που γεννάει το Ένα.

            Τριτοπρόσωπη αφήγηση, εστιασμένη στην υποκειμενική συνείδηση τού αστυνόμου, που ναι μεν δεν θα τον έλεγες «σαΐνι», αλλά είναι ηθικός κι ανθρώπινος, παραδέχεται τα λάθη του και δεν αποφεύγει την αυτοκριτική, με τις Τύψεις-Ερινύες να τον κυνηγούν αδέσποτες σκύλες, λυσσασμένες που προτιμούν το καυτό αίμα. Κάτι νέο γεννιέται μέσα από την Κρίση. Η νέα γενιά λογοτεχνών είναι και μορφωμένη και διορατική και διαδραστική και οξύνους. Οι αγράμματοι ανερμάτιστοι εγωκεντρισμοί τού παρελθόντος, παραδόπιστες γενιές και σαθρές συνειδήσεις μπήκαν θαρρώ για πάντα στον κάδο με τα άπλυτα, τα λερωμένα τής Ιστορίας. Ευτυχώς! Καιρός ήταν.

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr