ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΠΟΥΡΑ

Άντζελα-ΜπρούσκουΨΥΧΩΣΗμπρούσκουBIOS 

Το να συγκρίνεις ψυχώσεις ακούγεται οξύμωρο, όταν πρόκειται όμως για το έργο της (μη) ιδανικής αυτόχειρος Σάρα Κέιν με τίτλο «4,48 Ψύχωση» (που το είχε ανεβάσει με θαυμαστό μονολογικό τρόπο η Ρούλα Πατεράκη το 2002) και παίζεται ταυτόχρονα σε δύο αθηναϊκές σκηνές που τις χωρίζουν μόνο λίγα τετράγωνα στην Αθήνα της Κρίσης και της ομαδικής απόγνωσης, ε, τότε τα πράγματα αποκτούν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Κι όχι επειδή θυμηθήκαμε τη φράση του αείμνηστου Προέδρου Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Καραμανλή ότι η Ελλάδα είναι απέραντο τρελοκομείο, πράγμα που δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Στο θεατρικό έργο εικονογραφείται εκ των έσω ο κόσμος ενός ψυχωσικού με εκλάμψεις που καταφέρνει να συλλάβει το διανοητικό του αδιέξοδο κάθε πρωί στις 4,48 ώρα και αναλύεται σε παραλήρημα μοναδικής δραματικότητας και γλωσσικής σκληρότητας. Ο Αντονέν Αρτώ θα έβλεπε στα έργα της Σάρα Κέιν μια αφορμή για το δικό του «Θέατρο της Σκληρότητας».

Η Άντζελα Μπρούσκου είναι γνωστή για την αιρετική «νουάρ» αισθητική τελειοθηρία της. Είναι μια δασκάλα της σιωπής και του λόγου, γνωρίζει την τέχνη των φωτοσκιάσεων, αναδεικνύει το γράμμα και το πνεύμα των έργων που ερμηνεύει, καθοδηγεί τους ηθοποιούς της προς μια εκφραστική ομοιογένεια που μόνον οι μεγάλοι άνθρωποι του θεάτρου επιτυγχάνουν. Στο Bios basement μεγαλούργησε χρησιμοποιώντας κάμερα που προβάλλει σε πραγματικό χρόνο τα επί σκηνής διαδραματιζόμενα και ζωντανή μουσική από τη νεραϊδόμορφη Nalyssa Green, ενώ μοιράζεται την αφηγηματική δραματική φωνή με την εύπλαστη, πειθαρχημένη και λειτουργική Παρθενόπη Μπουζούρη, καθώς και με την εξαίρετη Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου. Παράσταση αξιώσεων που προβάλλει ανάγλυφα τον ταραγμένο κόσμο του σύγχρονου ανθρώπου στην ασφυκτική ανάγκη του να βρει μιαν έξοδο κινδύνου και να εγκαταλείψει την ενσώματη ζωή σε αυτόν τον μικροσκοπικό πλανήτη.

ΣίσσυΔούτσιουΨΥΧΩΣΗθέατροΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ    

        Αντίθετα, στην παράσταση που ανεβαίνει στο Θέατρο Παραμυθίας σε σκηνοθεσία Τάσσου Σαγρή και είναι βασισμένη στο εν λόγω έργο της Σάρα Κέιν, το βάρος μετατίθεται από την εικόνα στη σκληρή γυμνότητα λόγου και ηθοποιού (ηθοποιού και λόγου). Το τελευταίο μέρος μάλιστα εκτυλίσσεται σε απόλυτο σκότος, τόσο που μερικοί ανυποψίαστοι για το καλλιτεχνικό εύρημα θεατές αναρωτιούνται μήπως έγινε μπλακ-άουτ από την διάδοχο κατάσταση της ΔΕΗ! Αντιθεατρικό, κατά τη γνώμη μου το τέχνασμα. Το επί σκηνής σκότος, που αντιστοιχεί στο εσωτερικό σκότος της ηρωίδας, μπορεί να απεικονιστεί με ημίφως ή με το ιώδες φως των black-lights. Σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορείς να βυθίζεις τον θεατή σε αμηχανία χωρίς προειδοποίηση πριν την έναρξη της παράστασης. Φανταστείτε τι θα συνέβαινε αν ένας πραγματικός ψυχωσικός εύρισκε κατάλληλη αφορμή για να βυθιστεί στην κρίση του. Χάος επί σκηνής κι επί πλατείας. Κατά τα άλλα, η εκφραστικότατη Σίσσυ Δούτσιου, που δούλεψε μάλλον με τη μέθοδο Στανισλάβσκι, πλαισιωμένη από τις βουβές και με καλυμμένα πρόσωπα σκιές των ηθοποιών Μ.Ρ. Παναγάκη, Δ. Σακελλαρίου, A. Σπανίδου, Ηλ. Γκοτζαρίδη, δίνει μια σχεδόν κυριολεκτική ερμηνεία του κειμένου, σε αντιδιαστολή με τη μεταμοντέρνα, διακειμενική και μεταδραματική ματιά της Άντζελας Μπρούσκου. Είναι ενδιαφέρον να βλέπεις το ίδιο υλικό φωτισμένο από διαφορετικές γωνίες και με άλλη μέθοδο. Έτσι μπορείς να επιλέξεις, να τοποθετηθείς, να οξύνεις το κριτικό στοιχείο μέσα σου, να γνωρίσεις εν τέλει ανοίκειες πλευρές του εαυτού σου. Αυτό άλλωστε δεν είναι και το ζητούμενο της αριστοτελικής κάθαρσης;

Η Σάρα Κέιν επέτυχε στον σύντομο βίο της να συγκαταλεχθεί στους μεγάλους του παγκόσμιου θεάτρου. Μαζί με τον Κολτές και τον Φασμπίντερ, τον Ζενέ, τον Στρίντμπεργκ και τον Ευριπίδη, λάμπουν ως μετέωρα με πολλή σκιά στον αστερισμό των ιδανικών οραματιστών της ουτοπίας που λέγεται αγάπη. Κι ο ευρών αμειφθήσεται.