χώροι αναπεπταμένοι, κλουβιά και φυλακές, βραχογραφίες πατωμάτων οικιών δομημένων που νοσταλγούν την πολυχρωμία του γκρίζου ουρανού, όταν το φως κατεβαίνει λευκόχρυσο κι αναλύεται μέσα από τα μόρια του νερού σε χιλιάδες ίριδες…

 

Από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 

Ταξιδεύει το μάτια μέσα από το φαιοπράσινο και το καστανόφαιο προς τη νοσταλγία τού Λευκού, του άσπιλου, του άχρονου, ένθα ου θλίψις, ου αγωνία μηδέ άγχος για την καθημερινότητα. Τοίχοι και κάγκελα, δάπεδα και ταβάνια δυσθεώρητα σαν ασφυκτικά… ο Άνθρωπος στη μέγγενη του πολιτισμού. Ο δομημένος χώρος σαν «δωμάτιο πανικού» (panic room) για προνομιούχος που νομίζουν ότι ξόρκισαν το φόβο για το άγνωστο, για το ξένο, για το αύριο, για το ακατάληπτο, το παράλογο, εν τέλει την αγωνία για κάθε τι που υπερβαίνει τις αντιληπτικές δυνατότητας του ανθρωπίνου μυαλού… Κι εκεί μένει χώρος για τη Δι-αίσθηση για το Ά-λογο (που δεν είναι συνώνυμο του παρ-αλόγου), για το μεταφυσικό (που δεν είναι απαραιτήτως και μετά-φυσικό).

Βαθιά θρησκευτική η ζωγραφική του Σπύρου Στεργίου, θεοποιεί χωρίς και να δαιμονολογεί το Άρρητο, διακρίνεται από μια αισιόδοξη σκοτεινιά από ένα έρεβος που τείνει προς την χριστιανική χαρμολύπη, μα πάνω απ’ όλα είναι ζωγραφική ρομαντική. Αναζητεί την ευτοπία εκείνη όπου ο άνθρωπος μπορεί να ανασάνει αέρα καθαρό, όσο κι αν βουλιάζει σε μουχλιασμένα σπήλαια και τοίχους ενός καφκικού πύργου στα χρώματα της γης, της ελώδους, της λασπωμένης, από τα απορρίμματα και τις παντοειδείς τοξίνες του Πολιτισμού. «Κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα ρυπαίνει» κι η Τέχνη έρχεται να εξαγνίσει το ρυπαρό, να τετραγωνίσει το Χάος, να περιορίσει το λάθος, να αποφύγει την αστοχία, να μη συγκρουστεί ποτέ με το Απροσδόκητο.

Από αυτή την άποψη η τέχνη του εικαστικού Σπύρου Στεργίου είναι και διαχρονική και άχρονη, διαπολιτισμική και διαφυλετική, διαθρησκευτική και διεθνής… Είναι πάνω απ’ όλα τέχνη ποιητική, τέχνη τελετουργική, χωρίς να παραπέμπει απαραιτήτως σε συγκεκριμένα λαϊκά δρώμενα και λαογραφικό couleur locale. Σε αυτές τις καλοζωγραφισμένες επιφάνειες όπου το κάθε χρώμα αναλύεται σα να περνάει μέσα από αδιόρατους μικροκρυστάλλους σε άπειρα Terrapixels τόσο που κάθε «τεταρτημόριο» του οπτικού πεδίου του συνδημιουργού θεατή-αναγνώστη να μετατρέπεται σε οθόνη προβολής, σε λευκό σεντόνι, σε άγραφη πλάκα (tabula rasa) όπου ο καθένας μπορεί, δύναται και καλείται να προβάλλει το δικό του ατομικό όραμα για τον κόσμο, να αναζητήσει διαφυγές από τα προσωπικά του αδιέξοδα, να βιώσει εικονοποιημένο το ψυχόδραμά του προκειμένου να λυτρωθεί, να απελευθερωθεί και να πετάξει στον ουρανό της λύτρωσής του, μακριά από αυτή την Κοιλάδα των Δακρύων, όπου φαίνεται πως κινούνται σαν ασπόνδυλα σε ενυδρείο απαξάπασες οι βασανισμένες ψυχές μας. Αυτό είναι και το ιδεολογικό και το αισθητικό υπόβαθρο κάτω από τη θεματική της εικαστικής ανάπτυξης ενός από τους πλέον επίμονους, χαμηλόφωνους κι εργατικούς καλλιτέχνες της εποχής μας.

Οι πίνακες του Σπύρου Στεργίου είναι ανεκτίμητης αξίας, για τρεις κατά την επιστημονική μου γνώμη λόγους: πρώτον, ξέρει να ζωγραφίζει το λευκό, κατέχει την πανάρχαια τέχνη των μαστόρων του χρώματος· δεύτερον, είναι μαέστρος κι ενορχηστρωτής όγκων, γραμμών, επιπέδων και χρωματικών επιχωματώσεων [ας τις πούμε έτσι ποιητική αδεία]· και τρίτον, είναι τόσο τελετουργικά δραματικός ο ζωγραφισμένος χώρος και η υποψία της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα σ’ αυτόν, έτσι ώστε αποκτά μια τραγική και μια ειρωνική διάσταση ταυτόχρονα, όπως τα ιστορικά, υπαρξιακά και φιλοσοφία έργα του Σαίξπηρ, η «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, οι τραγικωμωδίες του Ευριπίδη και τόσες άλλες υπερβάσεις του Επιστητού με υπεραιώνιο κι αναλλοίωτο τρόπο.

Επιμένω στη δραματικότητα της εικαστικής πρωτοτυπίας του Σπύρου Στεργίου όχι μόνον γιατί είμαι θεατρολόγος και κριτικός, αλλά για να σας υποδείξω πλαγίως ακριβώς αυτή τη μυστικιστική λειτουργικότητα της «λευκής οθόνης» που φιλοτεχνεί, όπου ο καθένας προβάλλει το δικό του έργο, όχι σε καθρέφτη, χωρίς ναρκισσιστικά κάτοπτρα αλλά μα την ελευθερία που κάθε σημαντικό έργο Τέχνης μπορεί και πρέπει να δίνει στον αποδέκτη του. Αυτή η «προοπτική» είναι και «δια-οπτική» [ας μου επιτραπεί και πάλι αυτός ο νεολογισμός, το ανάλογον της δι-αισθήσεως]. Εξηγούμαι: αν είσαι αποκρυφιστής μπορείς να βρεις αποκρυφιστικά στοιχεία στο έργο του, αν είσαι υλιστής το ίδιο, αν είσαι ρομαντικός χαίρεσαι, αν είσαι κλασικιστής ενθουσιάζεσαι, αν είσαι κυβιστής, φουτουριστής, σουρεαλιστής, «φωβ-ιστής»… κι ό,τιδήποτε άλλο σε «-ιστής» νιώθεις σα να κολυμπάς πάντα στα νερά σου. Αποκτάς αυτή την αυτόματη εξ-οικείωση με τους ζωγραφισμένους από τον Σπύρο Στεργίου χώρους, σα να ήταν το σπίτι σου, ανέκαθεν… Αυτό κι αν είναι επιτυχία! Όχι μόνον καλλιτεχνική αλλά κι εμπορική, αφού σε κάθε τοίχο σπιτιού ή μεγάρου, χώρου συναθροίσεως κοινού ή αυστηρώς ιδιωτικού χώρου το κρεμασμένο αριστούργημα ταιριάζει τόσο που θαρρείς πως απεικονίζει μία κάποια (αθέατη, ονειρική, ερεβώδη και φωτεινή) πλευρά αυτού του δωματίου. Το μέρος αντί του όλου και το όλον ως μέρος ενός απείρου χώρου ανεπτυγμένου στο άπειρον, αντί να προκαλεί ναυτία επιτυγχάνει ακριβώς το αντίθετο και οδηγεί τον αναγνώστη-θεατή-ακροατή του εικαστικού παλμού ενός μεγάλου σύγχρονου καλλιτέχνη… τον οδηγεί έξω από την αποφορά του ζόφου που βιώνει σε αυτό το γλυκοχάραμα της καινούργιας Αναγέννησης, λίγο πριν τα πιο μαύρα σκοτάδια του απερχομένου Μεσαίωνα αποσύρουν δια πάντως τα φάσματα και τις σκιές τους προκειμένου να λάμψει αιώνια η Ανατολή πάνω από το χρυσό βουνό που ατενίζουμε μόνο στα όνειρά μας.

Σπύρος Στεργίου, ένας σημαντικός καλλιτέχνης, ένας μεγάλος ζωγράφος ζει ανάμεσά μας. Ανακαλύψτε τον πριν γίνει κλασικός κι απλησίαστος, αφού απρόσιτος δεν είναι.

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr