από την Αγγελική Σιδηροπούλου, Πτυχιούχο Μεταφράστρια-Ερευνήτρια

Υποψ. Διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου

%ce%b2%ce%b1%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%b1%ce%bc%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%84%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%b9%cf%8c%ce%bd%ce%b9%ce%bf

Η παρούσα προσέγγιση και μεταφραστική κατάθεση  βασίζεται στην πτυχιακή μας εργασία, η οποία εκπονήθηκε το 2007 στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και  Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Στα πλαίσια της εν λόγω πτυχιακής εργασίας κληθήκαμε να μεταφράσουμε πενήντα ποιήματα του Νάσου Βαγενά από τα ελληνικά στα γαλλικά και συγκεκριμένα, το ποιητικό σώμα των συλλογών «Πεδίον Άρεως» και «Βάρβαρες Ωδές». Η εν λόγω εργασία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ερευνητή καθώς αποδεικνύει, πώς μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη η μεταφραστική θεωρία του Ν. Βαγενά, όπως έχει αποκρυσταλλωθεί κυρίως στο πόνημά του «Ποίηση και Μετάφραση».

Η ποιητική φωνή του Νάσου Βαγενά γοητεύει για πολλούς λόγους. Ο ποιητής εμπνέεται από τη φύση (νύχτα, σελήνη, θάλασσα, ουρανός, δέντρα, αέρας, ήλιος, φως…) και χρησιμοποιώντας την ως έρεισμα ξετυλίγει τον ποιητικό και ενίοτε διανοητικό του στοχασμό. Ξεκινά δηλαδή από θέματα ειδυλλιακά για να οικοδομήσει, στη συνέχεια, γύρω από αυτά έναν λόγο συναισθηματικά αποφορτισμένο, που προσιδιάζει περισσότερο στον δοκιμιακό. Συχνά μάλιστα, η έκφρασή του προδίδει την διανοητική της σύλληψη και εκτέλεση.

Το «Πεδίον Άρεως» αποτελεί την πρώτη ποιητική γέννα του ποιητή και κυκλοφόρησε το 1974, από τις εκδόσεις Γνώση. Η θεματολογία του κινείται γύρω από μια οδυνηρή καθημερινότητα κοινωνικής αδικίας. Τα θέματα που επανέρχονται είναι η προδομένη πατρίδα και τα νεανικά όνειρα που διαψεύστηκαν. Κυριαρχεί ένα αίσθημα απογοήτευσης, ενώ με όχημα τον ποιητικό λόγο εκφράζεται ένα δριμύ πολιτικό κατηγορώ. Ο ποιητής επιζητά να «διορθώσει» την ιστορική μνήμη και προτείνει μία τροποποιημένη έννοια της πατρίδας. Επίσης, προβαίνει σε μία ειρωνική και κριτική ανάπλαση του ρομαντικού σολωμικού αποσπάσματος με σκοπό την αμφισβήτηση του σύγχρονου πνευματικού κατεστημένου. Τόσο μέσα από τους στίχους του όσο και μέσα από τον δοκιμιακό του λόγο υπογραμμίζει ότι η σύγχρονη μεταμοντερνιστική ποίηση οφείλει να απεγκλωβιστεί από την «ελευθερία» του ελεύθερου στίχου. Όσον αφορά τον τίτλο της συλλογής «Πεδίον Άρεως», η Μαντώ Μαλάμου[1] αναγνωρίζει σε αυτόν το πεδίο μιας αέναης πάλης ανάμεσα στον έρωτα και στο θάνατο, μιας πάλης που, ομολογουμένως, είναι διαρκώς παρούσα στην ποίηση του Βαγενά.

Αυτή η διηνεκής πάλη αντικατοπτρίζεται με γλαφυρό τρόπο στη συλλογή «Βάρβαρες Ωδές» που κυκλοφόρησε το 1992 από τις εκδόσεις Κέδρος. Εδώ, ο ποιητής συνδυάζει με εντελώς απροσδόκητο τρόπο την επιθανάτια αγωνία και τον άκρατο ερωτισμό. Η γυναικεία ομορφιά εμφανίζεται ως κάτι το μυστικιστικό, το υπέρτατο και θεϊκό που πληγώνει όποιον τολμά να την αγγίξει. [2] Ο έρωτας βιώνεται ως μια τραυματική εμπειρία. Ενίοτε, λαμβάνει χώρα ένα αιματηρό τελετουργικό θυσίας δια του οποίου, το ποιητικό υποκείμενο προετοιμάζεται για την έλευση του θανάτου. Ακόμη, σε πολλά από τα ποιήματά του, εμφανίζεται η έννοια του λαβυρίνθου μέσα στον οποίο γίνεται η μεταμόρφωση όσων τολμήσουν ή όσων υποχρεωθούν να εμπλακούν.

Ο Βαγενάς μετέρχεται μία πληθώρα τεχνικών προκειμένου να εκφράσει το ποιητικό του βίωμα (μεταφορά, παρήχηση, ειρωνεία, υπερβολή, αναφορά, έμμετρος στίχος, τεμαχισμένος λόγος). Όπως είδαμε, στο «Πεδίον Άρεως» αναπλάθει το σολωμικό απόσπασμα. Από την άλλη, οι «Βάρβαρες Ωδές» μας παραπέμπουν στις Ωδές του Κάλβου, ενώ η διάταξη των ποιημάτων σε τετράστιχες στροφές, με τρεις μεγάλους και έναν μικρότερο στίχο, αποτελεί στοιχείο της σαπφικής ποίησης. Διαπιστώνουμε λοιπόν, την προσπάθεια του ποιητή να συγκεράσει με τρόπο γόνιμο την παράδοση και τον μοντερνισμό.

Παρά τη σκοτεινότητά της, η ποίηση του Βαγενά γοητεύει επειδή πραγματεύεται επίκαιρα και πανανθρώπινα θέματα. Ο ποιητικός του λόγος μας δίνει την αίσθηση ότι το ποίημα γεννιέται τη στιγμή ακριβώς που το διαβάζουμε. Ακούμε τη φωνή του ποιητή, νιώθουμε την πένα του να πάλλεται, τους στίχους να θέλουν να βγουν έξω απ’ το χαρτί. Οι εικόνες του είναι τόσο ζωντανές που παρασύρουν τον αναγνώστη στις δίνες των στίχων. Ενίοτε, η ποίησή του μπορεί να είναι μυστηριακή και φρικιαστική συνάμα, μία ποίηση που θυμίζει θρίλερ. Εδώ, όλα είναι αναμενόμενα, ακόμα και οι πιο απροσδόκητες προσωποποιήσεις και μεταφορές, ακόμα και οι πιο αντικανονικές λεξιλογικές συνάψεις. Αυτός είναι και ο λόγος που η ποίησή του αποτελεί μία πρόκληση για τον μεταφραστή, μία προσπάθεια να πειραματιστεί να δει εάν η ξένη γλώσσα μπορεί να αντέξει το βάρος αυτών των λεξιλογικών συνάψεων και κατά πόσο αυτές μπορούν να λειτουργήσουν με τον ίδιο τρόπο στην ξένη γλώσσα.

Εκείνο που ενδιαφέρει πρωτίστως σε μία μετάφραση, είναι εάν το μετάφρασμα είναι αντάξιο ή ισοδύναμο με το πρωτότυπο. Το συγκεκριμένο ερώτημα αποτελούσε ανέκαθεν, πηγή πικρίας και απογοήτευσης για τους μεταφραστές καθώς συνδέεται με την θεώρηση της μετάφρασης ως αδυνατότητα και προδοσία. Ο Θερβάντες είχε πει χαρακτηριστικά[3] «Μου φαίνεται ότι, μεταφράζοντας από μια γλώσσα σε μια άλλη […] κάνουμε ακριβώς σαν κι αυτόν που κοιτάζει τις ταπισερί της Φλάνδρας απ’ την ανάποδη: μπορεί να δει τις φιγούρες τους, αλλά είναι γεμάτες κλωστές που τις κάνουν να φαίνονται συγκεχυμένες, με αποτέλεσμα να μην τις βλέπει τόσο ζωηρές όσο δείχνουν από την καλή.», ενώ ο Μπουαλώ «Η Δεσποινίς ντε Λαφαγιέτ, η πιο πνευματώδης και καλλιεπής γυναίκα της Γαλλίας, συνέκρινε τον ανόητο μεταφραστή με έναν λακέ τον οποίο στέλνει η κυρία του να κάνει φιλοφρόνηση σε κάποιον˙ αυτό που η κυρία του θα το έλεγε με αβρότητα, ο λακές θα το εκχυδαϊσει, θα το διαστρεβλώσει…». Επίσης, η Μαντάμ ντε Σταλ: «Μια μουσική γραμμένη για ένα όργανο δεν εκτελείται επιτυχώς σε όργανο άλλου τύπου.».

Ωστόσο, όπως επιχειρηματολογεί ο κ.κ. Γ. Κεντρωτής, ενώ η μετάφραση της ποίησης λαμβάνει χώρα εδώ και χιλιάδες χρόνια, σχεδόν άμα τη γεννήσει του κόσμου, οι θεωρητικοί της μετάφρασης επιμένουν να εθελοτυφλούν[4] και να θέτουν επί ματαίω αυτό το, ανούσιο ερώτημα, ήτοι «εάν μεταφράζεται η ποίηση». Αφορμή για το εν λόγω ερώτημα είναι η δυσκολία που ενέχει η μετάφραση της ποίησης, καθότι διαφοροποιείται καίρια από τη μετάφραση οποιουδήποτε άλλου κειμένου. Και αυτό διότι ο ποιητής μετέρχεται ένα ιδιαίτερο είδος λόγου, το οποίο περιλαμβάνει σχήματα λόγου, αυθαίρετη χρήση των γλωσσικών σημείων καθώς και επινόηση νέων γλωσσικών σημείων˙ με άλλα λόγια, μία γλώσσα που βρίσκεται στο επέκεινα της συνηθισμένης γλώσσας, «βρίσκεται και μορφώνεται έξω από τη βουλγάτα που μιλάμε όλοι μας […].»[5]

Τέλεια μετάφραση ενός ποιήματος δεν υπάρχει, καθότι σε κάθε μονάδα μετάφρασης είναι αδύνατο να ληφθούν υπόψη όλες οι παραδηλωτικές και καταδηλωτικές παράμετροι (σύμβολα, συνειρμοί, πολιτιστικές αναφορές, ηχητικοί συνδυασμοί κ.λπ.). Το αποτέλεσμα θα είναι πάντα μια προσπάθεια προσέγγισης του πρωτοτύπου με στόχο το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα και τη βελτίωση του ποσοστού πιστότητας. Σύμφωνα με τον Ελύτη, όσο ικανός κι αν είναι ο μεταφραστής της ποίησης, δεν κατορθώνει να περάσει στη γλώσσα-στόχο παρά το 20- 30% περίπου του πρωτοτύπου. Εντούτοις, παρά τα εμπόδια, «πάντα θα παλεύει να αποκαλύψει στους αναγνώστες ενός άλλου γλωσσικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος «τα των ουρανίων», να μεταβιβάσει τις αλήθειες και τα θαύματα που αποκαλύφθηκαν στη δική του ψυχή».[6]

Εάν αποδεχόμασταν μοιρολατρικά το ανέφικτο της μετάφρασης της ποίησης, τότε η ποιητική φωνή πολλών μεγάλων ποιητών μας, όπως ο Όμηρος, η Σαπφώ, ο Ευριπίδης και ο Σοφοκλής ή ο Καβάφης, ο Σεφέρης και ο Ελύτης θα είχε μείνει εγκλωβισμένη στα στενά όρια της πατρίδος μας. Ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα με μια γλώσσα περιορισμένης εμβέλειας («minor language»), η μετάφραση της ποίησης καθίσταται όχι μόνο ένα λογοτεχνικό ή επιστημονικό θέμα αλλά ένα εθνικό ζήτημα υψίστης σημασίας. «Σκοπός του έργου τέχνης είναι ακριβώς η κατάργηση… της μοναξιάς» γράφει ο Εγγονόπουλος και οι μεταφράσεις της ποίησης επιζητούν να καταργήσουν την εθνική και τη γλωσσική μοναξιά. Άλλωστε, όπως υποδεικνύει η Susan Bassnett[7], η μετάφραση εγγυάται την επιβίωση ενός κειμένου και ενίοτε, ένα κείμενο συνεχίζει να υπάρχει μόνο και μόνο επειδή μεταφράστηκε.

Αναλαμβάνοντας λοιπόν την ευθύνη αλλά και την υποχρέωση της μετάφρασης της ποίησης, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ορισμένες παραμέτρους. Ποιες είναι λοιπόν αυτές οι παράμετροι, ή αν θέλετε, τα βήματα για την επίτευξη ενός όσο το δυνατόν ισοδύναμου ποιήματος στη γλώσσα άφιξης;

Σε πρώτη φάση, θα πρέπει να εμβαθύνουμε στο σημασιολογικό φορτίο του ποιήματος, το οποίο καλούμαστε να περάσουμε αλώβητο στη γλώσσα-στόχο. Κάθε ποίημα μεταφέρει ένα ορισμένο μήνυμα σχετικά με τον πραγματικό ή και φανταστικό κόσμο και την αντίδραση του συγγραφέα απέναντι σε αυτόν, αναφέρεται δηλαδή σε κάτι πέρα από το ίδιο το ποίημα. Πρόκειται για το νόημα του ποιήματος, το οποίο κάθε αναγνώστης και συνεπώς κάθε μεταφραστής εκλαμβάνει με διαφορετικό τρόπο.

Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια για την εμβάθυνση στο νόημα ενός ποιήματος και την πιστή απόδοσή του είναι η ψυχική γειτνίαση του μεταφραστή με τον ποιητή. Η ευαισθησία του μεταφραστή πρέπει να συμπορεύεται με αυτήν του ποιητή. Όπως υποδεικνύει ο Βαγενάς: «… είναι ακριβώς οι ποιητικές του ικανότητες, ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί τη γλώσσα του, που θα δείξουν κατά πόσο η ευαισθησία του βρίσκεται κοντά στην ευαισθησία του ποιητή, αφού στην ποίηση ο καθρέφτης της ευαισθησίας είναι η γλώσσα».[8] Μπορεί ο μεταφραστής να ξεκινά και να έχει ως γνώμονά του το πρωτότυπο, αλλά «τις πιο σημαντικές από τις λέξεις του, τα σπουδαιότερα αντίστοιχα των λέξεων του πρωτοτύπου,[…] θα τα βρει στα βάθη της δικής του ευαισθησίας».[9] Κατά τη διάρκεια της μετάφρασης, βυθίζεται μέσα στη μητρική του ¾τις περισσότερες φορές¾ γλώσσα για να της αποσπάσει ό,τι ωραιότερο έχει ανακαλύψει σ’ αυτήν και να προσπαθήσει να εκφράσει με τη μουσική της δικής του γλώσσας, τις σκέψεις και τα συναισθήματα του Άλλου.

Σε δεύτερη φάση, ο μεταφραστής καλείται να επανεκφράσει το νόημα του πρωτοτύπου, φροντίζοντας να αναπαράγει όσο το δυνατόν τη λεκτική και συγκινησιακή αρμονία του. Η μετάφρασή του θα πρέπει να γεννά στους αναγνώστες την ίδια συγκίνηση που ένιωσε ο ίδιος κατά την ανάγνωση του πρωτοτύπου. Σύμφωνα με τον Holmes, «ο μεταφραστής θα πρέπει να πασχίζει να βρει τις ‘αντιστοιχίες’ ή ‘αναλογίες’ −λέξεις, φράσεις, κ.τ.λ.− που να εκτελούν με επιτυχία κάποιες λειτουργίες στη γλώσσα της μετάφρασης και στον πολιτισμό του αναγνώστη της, και να είναι συγγενείς κατά πολλούς και κατάλληλους τρόπους (αν και ποτέ πραγματικά ισοδύναμα) προς τις λέξεις και τις φράσεις αυτές στη γλώσσα και τον πολιτισμό του πρωτοτύπου και του αναγνώστη αυτού[10]

Με άλλα λόγια, το τελικό ποίημα θα πρέπει να στέκεται ως ένα πρωτότυπο ποίημα, να έχει τη δική του αυτοτέλεια και δυναμική και να επιτελεί όλες τις λειτουργίες που έχει ένα ποίημα. Την παραπάνω διαπίστωση,  αποδίδει γλαφυρά και ο Βαγενάς, και στον πρόλογό του για την «Ανθολογία Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής ποιήσεως» του Κλ. Παράσχου (1992), λέγοντας ότι η μετάφραση ενός ποιήματος «συνδέεται με το πρωτότυπο ποίημα με έναν δεσμό αίματος παρόμοιο μ’ εκείνον που θα συνέδεε ―αν αυτό ήταν δυνατόν― δύο δίδυμους αλλά ετεροθαλείς αδελφούς»[11]. Ούτως ειπείν, ο μεταφραστής καλείται να μεταφυτεύσει σε νέο έδαφος, με νέα υλικά, το σπόρο που του έδωσε η γλώσσα αφετηρίας και να κάνει όλες τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να βλαστήσει ένα υγιές φυτό, αυτοφυές και αυτάρκες.

Ένας άλλος ορισμός που θα μπορούσαμε να δώσουμε στη μετάφραση της ποίησης είναι ότι συνιστά μια ανα-δημιουργία˙ ακριβέστερα, «δημιουργία, με τα υλικά μιας άλλης γλώσσας, ενός ποιητικού σώματος νέου: ενός σώματος αντίστοιχου (αφού δεν μπορεί να είναι το ίδιο), ισόβαρου, και ομοιότονου με το σώμα του πρωτοτύπου».[12] Στον παραπάνω ορισμό που δίνει ο Βαγενάς, τονίζει τη σημασία του ομοιότονου αποτελέσματος, με την έννοια ότι ένα ποίημα δεν έχει μόνο νόημα, αλλά διαθέτει ρυθμό, διάθεση και τόνο. Το μετάφρασμα, λοιπόν, δε θα πρέπει να θυμίζει μετάφραση αλλά να χορεύει στο ρυθμό του πρωτοτύπου. «Ο ρυθμός είναι το κύριο συστατικό εκείνου που στην ποίηση ονομάζουμε συγκινησιακό φορτίο της γλώσσας, είναι αυτός που δημιουργεί την υπόσταση της ποιητικής φράσης. […] Είναι ανάλογος με το μήκος της ανάσας του ποιητή[…]. Αυτός δημιουργεί τον τόνο της φωνής ενός ποιητή, που είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος.»[13] Γι’ αυτό και πρέπει να διατηρείται πάση θυσία από το μεταφραστή, προκειμένου ο αναγνώστης να αναγνωρίζει στο μετάφρασμα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ποιητικής γραφής του ποιητή.

Η διατήρηση του ρυθμού και του τόνου ενός ποιήματος εντάσσεται από μεταφραστικής σκοπιάς στο υφολογικό επίπεδο. Κάτι τέτοιο φαντάζει σχετικά εύκολο όταν έχουμε να κάνουμε με έμμετρα ποιήματα. Κατά τον Βαγενά, η διατήρηση της ομοιοκαταληξίας του πρωτοτύπου δεν είναι τόσο δύσκολη υπόθεση όσο το να αποδώσει ο μεταφραστής τον βαθύτερο, εσωτερικό ρυθμό που διαθέτει ο ελεύθερος στίχος. «Η μετάφραση του ελεύθερου στίχου είναι δυσκολότερη από τη μετάφραση του έμμετρου, γιατί η ρυθμική και, συνεπώς, η ποιητική του τάξη… είναι εσωτερικότερη».[14]

Αξίζει να τονιστεί επίσης, ότι ένα ποίημα έχει και συναισθηματική και επικοινωνιακή διάσταση. Ένα ποίημα δεν είναι μόνο σκέψεις, ήχοι και εικόνες, αλλά προκαλεί και αισθήματα. Όπως υπογραμμίζει ο Τ. Σ. Έλιοτ: «Είναι ευκολότερο να σκέφτεσαι, παρά να αισθάνεσαι σε μία ξένη γλώσσα […]. Μια σκέψη που εκφράζεται σε διαφορετική γλώσσα μπορεί στην ουσία να είναι η ίδια σκέψη, αλλά ένα συναίσθημα ή μια συγκίνηση που εκφράζονται σε διαφορετική γλώσσα δεν είναι πλέον το ίδιο συναίσθημα ή η ίδια συγκίνηση.».[15] Και ο Connolly συνεχίζει: «Ακόμα κι αν η συνωνυμία ανάμεσα σε δυο διαφορετικές γλώσσες ήταν εφικτή, ακόμα κι αν τα ιδιαίτερα μορφικά χαρακτηριστικά της μιας γλώσσας μπορούσαν να αντισταθμιστούν σε μια άλλη… οι συνειρμοί και η συναισθηματική επίδραση στον αναγνώστη, σπανίως συμπίπτουν. Κι αυτό επειδή η μετάφραση δεν αφορά δύο διαφορετικές γλώσσες μόνον αλλά και δύο διαφορετικούς πολιτισμούς.»[16]

Αυτή είναι και η δυσκολότερη αποστολή του μεταφραστή, ότι καλείται να γεφυρώσει δύο διαφορετικούς πολιτισμούς και να μεταφέρει στους αναγνώστες μιας άλλης κουλτούρας, όλα όσα αισθάνονται οι αναγνώστες του κειμένου-πηγή.

Θα πρέπει να δεχτούμε, εντούτοις, πως σε όλες τις μεταφράσεις της ποίησης θα υπάρχει πραγματολογική απώλεια, καθώς «η ευθύνη του μεταφραστή είναι μεγαλύτερη απέναντι στον ποιητή και τον πολιτισμό του, απ’ ότι στον ξένο αναγνώστη και τον δικό του πολιτισμό. Γενικά, όποιος διαβάζει ξένη ποίηση, θεωρούμε ότι τη διαβάζει για να γνωρίσει τον συγκεκριμένο ποιητή και να γίνει κοινωνός του πολιτισμού του».[17] Έτσι, ο μεταφραστής έχει χρέος να αναπαράγει τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της ποίησης του πρωτοτύπου, έστω κι αν αυτά ξενίσουν και ίσως, σε πρώτο χρόνο, απωθήσουν τους αναγνώστες του κειμένου-στόχος. Πάντα θα πρέπει να θεωρεί ως αποδέκτη της μετάφρασής του έναν ευαίσθητο και ευφάνταστο αναγνώστη με κάποια γνώση της κουλτούρας της γλώσσας-πηγής παρά να κάνει παραχωρήσεις στον ξένο αναγνώστη.

Με γνώμονα αυτή την ξενοποιητική θέαση της μετάφρασης (foreignisation), η οποία επιχειρεί να φέρει τον αναγνώστη κοντά στον ποιητή και όχι το αντίθετο, ήτοι μία απλουστευτική μετάφραση που επιθυμεί να φέρει το πρωτότυπο κοντά στον αναγνώστη, επιχειρήσαμε τη μετάφραση του ποιήματος «Ωδή (απόσπασμα)», το οποίο κλείνει τη συλλογή «Πεδίον Άρεως». Το συγκεκριμένο ποίημα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον από πραγματολογικής σκοπιάς. Γενικότερα, το όλο ποίημα φέρει μνήμες από γεγονότα οικεία στον Έλληνα αναγνώστη που είναι δύσκολο να περάσουν στο γαλλικό αναγνωστικό κοινό: εμφύλιος, φτώχεια, φυλακή, θάνατος. Ωστόσο, το ενδιαφέρον μας έλκουν τα δύο ονόματα που παρουσιάζονται στον τελευταίο στίχο του ποιήματος, δύο ονόματα βαθιά φορτισμένα και συνδεδεμένα το καθένα για διαφορετικό λόγο με την ελληνική Ιστορία και τη συλλογική μνήμη: Βελεστινλής – Μαυροκορδάτος. Ο πρώτος, ένας αγνός επαναστάτης, ιδεαλιστής και οραματιστής μιας ελεύθερης πατρίδας, ο δεύτερος, ένας φιλόδοξος σφετεριστής και ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Καποδίστρια. Πρόκειται για ένα δίπολο, που δυστυχώς συναντάται στην Ελληνική Ιστορία εξ αρχαιοτάτων χρόνων (βλ. λ.χ. Λεωνίδας και ο Εφιάλτης στη μάχη των Θερμοπυλών).

Κατά τη μετάφραση του εν λόγω ποιήματος, βρεθήκαμε μπροστά στο δίλημμα τι προσέγγιση να ακολουθήσουμε σχετικά με τη μετάφραση των προαναφερθέντων όρων. Στην πρώτη περίπτωση, εάν εφαρμόσουμε μία ξενοποιητική προσέγγιση, οφείλουμε να μεταγράψουμε τα κύρια ονόματα και πιθανότατα να εισάγουμε μία υποσελίδια σημείωση του μεταφραστή, προκειμένου να διευκρινιστούν οι δύο όροι στα γαλλικά. Στη δεύτερη περίπτωση, ήτοι στην περίπτωση της οικειοποιητικής μετάφρασης (domestication), οφείλουμε να προβούμε σε μία έρευνα προκειμένου να εντοπίσουμε στη γλώσσα και στον πολιτισμό άφιξης ισοδύναμους όρους με τους συγκεκριμένους. Έτσι, ενδεχομένως μία προσαρμογή του στίχου στη γαλλική πολιτική πραγματικότητα θα μπορούσε να είναι η εξής: «La statue de Gaulle et la statue de Pétain Ωστόσο, η τελική μας επιλογή ήταν μια ξενοποιητική μετάφραση προκειμένου ο Γάλλος αναγνώστης να έρθει σε επαφή με την ελληνική πραγματικότητα και να μην προδώσουμε το πνεύμα του ποιητή. Παρακάτω παραθέτουμε το πρωτότυπο και τη μετάφραση του ποιήματος.

 

ΩΔΗ

(απόσπασμα)

Πατρίδα είναι το σκοτεινό κελί. Το ξεσοβαντισμένο.

 

Πατρίδα είναι ο ανάπηρος στη δημοσιά. Και το κομμένο

πόδι στο μουσείο.

Ο θάνατος εισπράκτορας στο πρωινό λεωφορείο.

Ο κόρακας που ξέβαψε στην αντηλιά. Η καβαλίνα στο

χορτάρι.

Η γριούλα στο σκουπιδοτενεκέ και το σκυλί στο μαξιλάρι.

Πατρίδα είναι τούτο το κορμί. Τα γόνατα που δεν προσμένουν.

Η εκκλησία με το σακάτη άγιο. Τα δέντρα με τους κρεμα-

σμένους.

Τα ρημαγμένα πλήθη της ζωής. Τα ρημαγμένα πλήθη του

θανάτου.

Ο ανδριάντας του Βελεστινλή κι ο ανδριάντας του Μαυρο-

κορδάτου.

 

Une ode

(extrait)

La patrie est une cellule sombre, décrépie.

 

La patrie est un infirme au milieu de la rue. Et le pied

coupé au musée.

La mort receveuse dans l’autobus de la matinée.

Le corbeau qui a déteint au soleil. Le crottin sur l’herbe.

Une vieille à la poubelle et le chien sur le coussin.

La patrie est ce corps. Et les genoux qui ne s’attendent à rien.

L’église avec le saint estropié. Les arbres avec les

pendus.

Les masses délabrées de la vie. Les masses délabrées

de la mort.

La statue du Velestinlis et la statue du Maurocordate.

 

Είναι αλήθεια ότι, η ποιητική φωνή του Βαγενά είναι μία ιδιαίτερη ποιητική φωνή, η οποία μας προβλημάτισε πολλές φορές, για το εάν και κατά πόσο θα μπορούσε να εισακουστεί στο γαλλικό αναγνωστικό κοινό. Άλλωστε, οι λεξιλογικές συνάψεις, η εικονιστική δύναμη, η ένταση του λόγου και των συναισθημάτων, ο τεμαχισμένος λόγος που ενίοτε κόβει σα μαχαίρι και η πρωτότυπη εκφραστικότητα της γραφής (Χιονίζει παγωμένες αυγές  /Il neige des aubes glacées) εκπλήσσουν ακόμα και τον Έλληνα αναγνώστη. Με το σκεπτικό αυτό, αποφασίσαμε να διατηρήσουμε, όσο το δυνατόν, το απροσδόκητο της ποιητικής γραφής, καθώς αυτό είναι που την χαρακτηρίζει και της προσδίδει τη γοητεία της. Οι όποιες παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν στο γαλλικό κείμενο, πραγματοποιήθηκαν στα όρια του θεμιτού, ώστε η μετάφραση να βγάζει κάποιο υποτυπώδες νόημα και να συμμορφώνεται τουλάχιστον με τις επιταγές της γαλλικής γραμματικής.

Συχνά, στον άκρως ελλειπτικό λόγο του πρωτοτύπου, χρειάστηκε να προστεθούν σημεία στίξης. Επίσης, ο ποιητής σε ορισμένους στίχους, αντιστρέφει την τυπική σειρά των συντακτικών όρων της πρότασης προκειμένου να προσδώσει μια ιδιαίτερη χροιά στο λόγο. Κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό στη γαλλική, στην οποία η σειρά των όρων της πρότασης είναι συνήθως καθορισμένη και καθοριστική για το νόημά της.

Επιπλέον, ενώ ο ποιητικός λόγος του Βαγενά είναι συνήθως δοκιμιακός, είναι φορές που μας ξαφνιάζει η προφορικότητά του (Οι πρόλογοι τέλος /Κι οι αζαλέες (τι λέξη κι αυτή) ελάχιστα με γοητεύουν.). Αυτή η απότομη μετάβαση από τον πεζό στον προφορικό λόγο έπρεπε να φανεί στο μετάφρασμα αν και κάτι τέτοιο δεν ήταν πάντα εφικτό (Mettons fin aux avantpropos/ Et les azalées (quel de mot) ne me fascinent quun peu).

Θα μπορούσαμε να μιλάμε επί ώρες σχετικά με τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε σε υφολογικό και πραγματολογικό επίπεδο. Ας αρκεστούμε όμως στην παράθεση των ποιημάτων.

 

ΠΕΔΙΟΝ ΑΡΕΩΣ

ΦΟΒΟΜΟΥΝ ΜΗΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

Πάνω σ’ αυτό το φράχτη

ακούμπησες το σώμα σου.

Φοβόμουν μην πεθάνεις.

Οι βάτοι σε σκεπάζαν ολοένα.

Κλαδιά τρυπούσαν το ζεστό σου στήθος.

Τα χείλια σου σφιγμένα στην αστροφεγγιά.

 

Φοβόμουν μην πεθάνεις.

Κι έμεινα

όλη τη νύχτα πλάι σου.

Γονατιστός.

Διώχνοντας με τα χέρια μου αδιάκοπα

εκείνο τον επίμονο άγγελο.

 

J’AVAIS PEUR QUE TU MEURES

Sur cette palissade

tu as appuyé ton corps.

J’avais peur que tu meures.

Les ronces te couvraient de plus en plus.

Des branches perçaient ta chaude poitrine.

Tes lèvres serrées dans la nuit étoilée.

 

J’avais peur que tu meures.

Et je restai

toute la nuit près de toi.

Agenouillé.

Chassant avec mes mains tout le temps

cet ange insistant.

 

ΒΑΡΒΑΡΕΣ ΩΔΕΣ

ΧΙΙ

Πράγμα περίεργο. Μυρίζει γιασεμί

αυτή η λύση συνεχείας του δέρματος.

Έφτασε προφανώς να με πληγώνουν

και τα λουλούδια.

 

Που ήμουν σχεδόν βέβαιος πως αυτός

ο ποταμός έβγαζε στη θάλασσα.

Ίσως η αλήθεια να εξαρτάται από μια

βόλτα στη λίμνη.

 

Από έναν ήσυχο περίπατο στις καλαμιές.

Όπου το αίμα κυλάει απαλά

αβίαστα μέσα σε σκοτεινές

άμωμες φλέβες.

 

 

ΧΙΙ

C’est bizarre. Ça sent le jasmin

cette solution de continuité de la peau.

Même les fleurs

finissent par me blesser.

 

Et j’étais presque certain que cette

fleuve débouchait sur la mer.

Il se peut que la vérité dépende d’une

balade sur le lac.

 

D’une promenade calme dans les chaumes.

Où le sang coule doucement

librement dans de sombres

veines immaculées.

 

 

[1] Μαλάμου, Μαντώ (2004). Η μυητική της Ειρωνικής Γλώσσας. Στο Πυλαρινός Θεοδόσης (Επιμ.), Μελετήματα. Αθήνα: Βιβλιοθήκη Τράπεζας Αττικής, σελ. 71.

[2] Την μυητική λειτουργία της ποίησης του Ν. Βαγενά αναλύει με ενάργεια η Μ. Μαλάμου στο κεφάλαιο «Η μυητική της Ειρωνικής Γλώσσας» στο Πυλαρινός Θεοδόσης (Επιμ.), Μελετήματα (σελ. 69-81). Αθήνα: Βιβλιοθήκη Τράπεζας Αττικής.

[3] Παρατίθεται σύμφωνα με: Berman, Antoine (2002). Η μετάφραση και το γράμμα ή το πανδοχείο του απόμακρου. [Μτφ: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου]. Αθήνα: Μεταίχμιο, σελ. 43-44.

[4] Είναι γνωστές οι θέσεις των Robert Frost, Roman Jacobson, Shelley, Willard Rask, Stanley Burnshaw και Brodsky, οι οποίες λίγο πολύ συνοψίζονται στη ρήση «ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση».

[5] Κεντρωτής, Γεώργιος (2010). Ο Μεταφραστής της Ποίησης, μια ομιλία. [χ.τ.], [χ.ο.], σελ. 4.

[6] Connolly, David (1997). Μετα-Ποίηση, 6 (+1) Μελέτες για τη μετάφραση της ποίησης. Αθήνα: ύψιλον/βιβλία, σελ. 88.

[7]Bassnett, Susan & Lefevere, André (1998). Constructing Cultures. Essays on Literary Translation.   Clevedon : Multilingual matters, pag. 59. Είναι γνωστό πως τα έργα του Σαίξπηρ έγιναν γνωστά στην Αγγλία μόνο στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, αφού επέστρεψαν στην αγγλική γλώσσα μεταφρασμένα από την γερμανική.

[8] Βαγενάς, Νάσος (1989). Ποίηση και Μετάφραση. Αθήνα: Εκδόσεις Στιγμή, σελ. 21.

[9] Όπ.π., σελ. 41-42.

[10] Holmes, James S. (1988). Translated! Papers on Literary Translation and Translation Studies. Amsterdam: Rodopi, pag. 54. Δυστυχώς, δεν είναι εφικτό το μετάφρασμα να επιτελεί ακριβώς τις ίδιες λειτουργίες με το πρωτότυπο, μόνο ανάλογες ή ισοδύναμες λειτουργίες μπορεί να επιτελεί.

[11]Παράσχος, Κλέων (19992). Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής ποιήσεως. [Πρόλ. Νάσος Βαγενάς]. Αθήνα: Παρουσία, σελ. 3.

[12] Βαγενάς, Νάσος (1989, σελ. 88).

[13] Όπ.π., σελ. 58.

[14] Όπ.π., σελ. 10.

[15] Eliot, Thomas (1957). On Poetry and Poets. London: Faber & Faber, pag. 18-19. Στο: Connolly, David (1997).

[16] Connolly, David (1997, σελ. 63).

[17] Όπ.π., σελ. 66.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βαγενάς, Νάσος (1989). Ποίηση και Μετάφραση. Αθήνα: Εκδόσεις Στιγμή.

Κεντρωτής, Γεώργιος (2010). Ο Μεταφραστής της Ποίησης, μια ομιλία. [χ.τ.], [χ.ο.].

Μαλάμου, Μαντώ (2004). Η μυητική της Ειρωνικής Γλώσσας. Στο Πυλαρινός Θεοδόσης (Επιμ.), Μελετήματα (σσ. 69-81). Αθήνα: Βιβλιοθήκη Τράπεζας Αττικής.

Παράσχος, Κλέων (19992). Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής ποιήσεως. [Πρόλ. Νάσος Βαγενάς]. Αθήνα: Παρουσία.

Bassnett, Susan & Lefevere, André (1998). Constructing Cultures. Essays on Literary Translation.  Clevedon : Multilingual matters.

Berman, Antoine (2002). Η μετάφραση και το γράμμα ή το πανδοχείο του απόμακρου. [Μτφ: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου]. Αθήνα: Μεταίχμιο.

Connolly, David (1997). Μετα-Ποίηση, 6 (+1) Μελέτες για τη μετάφραση της ποίησης. Αθήνα: ύψιλον/βιβλία.

Eliot, Thomas (1957). On Poetry and Poets. London: Faber & Faber.

Holmes, James S. (1988). Translated! Papers on Literary Translation and Translation Studies. Amsterdam: Rodopi.