ΜΑΓΚΝΤΑΒΕΛΤΣΟΣβιβλίο

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 

 

«ΜΑΓΚΝΤΑ ΓΚΑΙΜΠΕΛΣ», όπως λέμε «ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ»,

ή «από μένα για μένα με αγάπη». Ο θεατρικός βερμπαλισμός σε όλο το ναρκισσιστικό του μεγαλείο. Μόνο που το θέατρο δεν είναι πανεπιστημιακή παράδοση μαθήματος, αλλά δράση, που αφορά ή πρέπει ν’ αφορά υποκριτές και θεατές. Κι αν «εν αρχή ην ο λόγος», έχει κι άλλο μετά …την αρχή. Κουραστικός o εισαγωγικός μονόλογος (δίκην «εκθέσεως-exposition) τού (κατά Βέλτσον) Γκαίμπελς. Αφόρητος, μοναχικός κι αβάσταχτα αυνανιστικός, αυτιστικός και μη επικοινωνιακός.

ΜΑΓΚΑΝΤΑΓΚΑΙΜΠΕΛΣ1

Μετά το «Εγώ η Μάρθα Φρόυντ» της Φωτεινής Τσαλίκογλου, ένας άλλος ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου, ο γνωστός και μη εξαιρετέος Γιώργος Βέλτσος, παρ-αναγιγνώσκει την Ιστορία μέσα από την προσωπίδα τής «Μάγκντα Γκαίμπελς». Κι ως εδώ όλα καλά και θεμιτά, στα πλαίσια της ελεύθερης έκφρασης και της ελευθερίας διαδόσεως των ιδεών, ακόμα κι όταν είναι παλιές και τετριμμένες. Από εννοιολογικής, ιδεολογικής, αισθητικής και λογοτεχνικής πλευράς, το πολυδιαφημισμένο έργο τού διανοητή και ίσως ποιητή Γιώργου Βέλτσου, δεν ήρθε να προσθέσει τίποτα στην κρίσιμη πνευματική μας ατμόσφαιρα. Ουδεμία γλαύκα εις Αθήνας εκομίσθη. Εκτός από θολούρες, φωνασκίες κι εύκολους βερμπαλισμούς, ακαδημαϊκού τύπου, από την ψευδο-αναρχική τους σκοπιά. Πόσω μάλλον που έχασκε δραματουργικά, απ’ όλες τις μπάντες. Βγήκε βεβαίως ο ευφυής αυτουργός και δήλωσε εγκαίρως – πριν την πρεμιέρα – ότι δεν κατέχει και πολλά από θέατρο. Ποιος όμως είπε ότι «ό,τι δηλώσεις το σώζεις», ειδικά όταν είναι αυθαίρετο; Κάτω από την παντιέρα τού μοντέρνου (κάποτε) και τού μεταμοντέρνου (τώρα) χώρεσαν όλες οι ανασφάλειες, οι ανεπάρκειες και τα παραληρήματά μας. Στην προκειμένη περίπτωση, οι στοιχειώδεις κανόνες τής δραματουργικής τέχνης, κι η δραματική οικονομία (με μέτρο πάντα τις αντοχές του θεατή) δεν τηρήθηκαν από τον (μετά το…) μεταμοντέρνο συγγραφέα. Και ναι μεν, σήμερα, όλα είναι δυνάμει δραματικά, όλα είναι «κείμενο» και «υλικό παράστασης», ακόμα και ο Χρυσός Οδηγός, κι ο κατάλογος με τα ψώνια σούπερ-μάρκετ, αλλά όλα τα πράγματα έχουν τα φυσικά, λογικά κι ενεργειακά όριά τους. Ειδικά όταν ανεβαίνουν σε πολυάνθρωπες παραγωγές της πρώτης μας Κρατικής Σκηνής, που τις πληρώνει ο Έλληνας φορολογούμενος.

magda-478x244

Αν ήταν σε ένα μικρό περιθωριακό θεατράκι “off-off Kolonaki”, θα ήταν ίσως από συμπαθητικό έως επαναστατικό. Στο εσχάτως ανακαινισθέν Rex όμως, με όλα τα συνυποδηλούμενα και συμπαρομαρτούντα, σε μια οδική αρτηρία του κέντρου της Αθήνας που περνάν οι πορείες όταν …σχολάνε, και με την παρουσία στην πρεμιέρα κατεστημένων δημοσίων προσώπων (του ευρύτερου καλλιτεχνικού στερεώματος και μη), το έργο διαβάζεται κι ανάποδα, ως δίκοπο μαχαίρι που πληγώνει πρωτίστως αυτόν που το κρατάει, ως παραβολή, ως αυτοσαρκασμός, ως αυτό-υπονόμευση (αν όντως είχε αυτή την πρόθεση και το απαραίτητο χιούμορ ο έμπειρος συγγραφέας, τότε …του βγάζω το καπέλλο – αυτό θα φανεί εκ της αντι-δράσεώς του στην καλόπιστη αυτή κριτική μου για το σημαντικό κι αξιοσημείωτο λογοτεχνικό του έργο και δεδομένου του φιλικού σεβασμού που τρέφω για την αναγεννησιακή, ανήσυχη, πλην όμως κάπως κατασταλαγμένη προσωπικότητά του…).

Μαγκντα

Το μόνο (θετικό κι ανεπιφύλακτο) που μπορώ να πω είναι ότι υποκλίνομαι στο δραματικό ένστικτο και στην θεατρική τέχνη τής Άντζελας Μπρούσκου, που κατάφερε να δημιουργήσει μια συναρπαστική παράσταση (εκ του μηδενός, κυριολεκτικά). Με λίγη από Μπρεχτ, από Φασμπίντερ, από Ζενέ, μια ουγκιά παρωδίας τής αισθητικής τού αμερικάνικου μιούζικαλ και μπόλικη υπονόμευση τής πολιτικής ρητορείας τού αναμενόμενου εν πολλοίς κειμένου, δημιούργησε ένα επί σκηνής μετα-κείμενο, βοηθούμενη και υποβασταζόμενη δημιουργικά από τους εκπληκτικούς συνεργάτες της, με πρωθιέρεια τού «μαύρου» (από αισθητικής πλευράς, για να μην παρεξηγηθώ), την εκφραστική, την εύπλαστη Παρθενόπη Μπουζούρη. Ναι, η Άντζελα Μπρούσκου μπορεί να σκηνοθετήσει ό,τιδήποτε. Μετά τη Ρούλα Πατεράκη και τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, μετά την Άννα Κοκκίνου, μετά τον Γιάννη Χουβαρδά (πανομοιότυπον αισθητικώς σε όλες τις θεατρικές του εργασίες), προστέθηκε άλλο ένα όνομα, που πολλά υπόσχεται, αν μη τι άλλο μια συναρπαστική θεατρική ευωχία, πριν τις ταβέρνες και μετά το απογευματινό τσάι. Και δεν ενέχει καμία δόσιν ειρωνείας η κριτική μου αυτή. Δεν συνάδει εξάλλου με το μειλίχιον και την ηπιότητα του χαρακτήρος μου. Απλώς «ήρθε η ώρα να πούμε τα λιγοστά μας λόγια, γιατί αύριο η ψυχή μας κάνει πανιά» (Σεφέρης).

Μετά λόγου γνώσεως και πίστεως στο κριτήριο του επαρκούς θεατή κι αναγνώστη, και με το θάρρος της ταπεινής υποκειμενικής μου γνώμης (που πολλά μοι εκόστισεν),

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr