από την

Αγγελική Κομποχόλη

Φιλόλογος-Κριτικός Λογοτεχνίας-Δρ. Πανεπιστημίου Αθηνών

filosofwdasεξωφυλλο

Δεν θα κάνω σήμερα μία συνολική κριτική στο έργο του Κωνσταντίνου. Αυτή έγινε ήδη από εμένα στην προηγηθείσα παρουσίαση του βιβλίου στον Πειραιά και μία επανάληψή της εδώ θα ήταν αδόκιμη. Εξάλλου οι παρόντες ομιλητές με τις διεισδυτικές και εύστοχες επισημάνσεις τους φώτισαν με ενάργεια,  σε όλο του το βάθος, το έργο του Κωνσταντίνου.

Θα ήθελα όμως να σταθώ σε θέματα που θίγει ο Κωνσταντίνος στο βιβλίο, εξαιρετικά επίκαιρα στις ημέρες μας, όχι γιατί στην ουσία τους δεν είναι διαχρονικά, αλλά γιατί η κρίση της εποχής μας επιβάλλει να σταθούμε απέναντί τους όχι πια θεωρητικά, αλλά βιωματικά. Όχι με λόγο απλώς, αλλά με δράση και έργο προσωπικό.

Και τέτοια θέματα είναι η δικαιοσύνη, η φιλία, η δημοκρατία, η παιδεία, η ισότητα κι η ισονομία, η αλήθεια, η ελευθερία, έννοιες ιδεώδεις, που πάντοτε επισείουν τον θαυμασμό, αλλά κι οι αντίρροπες τους, αυτές που κινούνται στην σκότος και την αφάνεια, εκπροσωπώντας πτυχές του εαυτού μας που θέλουμε να κρύψουμε, γιατί δεν αντέχουμε να τις ομολογήσουμε, τέτοιες όπως ο φθόνος, η αλαζονεία, ο εγωισμός, ο ατομικισμός, η περηφάνια, η μοναξιά, η αλλοτρίωση.

Γίνεται φανερό εδώ ότι Η καθαρότητα κι η διαύγεια της υψηλής ιδέας, της υψηλής προσωπικής προοπτικής συνυπάρχει με το αρνητικό στοιχείο, με αυτό που μπορεί να θεωρηθεί εχθρός του πνεύματος και της ψυχής, με το μικρό και το λίγο, που αν δεν συνειδητοποιηθεί και δεν εκφραστεί, αν δεν γίνει αίτημα για να ικανοποιηθεί και να λυθεί, φυλακίζει την ανθρώπινη δυνατότητα στην μικρόψυχη διάνοια.

Όπως ακριβώς ο συγγραφέας επισημαίνει «αυτό είναι και το κλειδί της απαλλαγής μας από σισύφεια χρέη», «αυτό η βαθιά επίγνωση» και το μέτρο της η δικαιοσύνη, μία έννοια κορυφαία στην αρχαία ελληνική σκέψη σκέψη (και όχι μόνο). Ο Πλάτωνας την ταυτίζει με τον ήλιο, ο οποίος διίων και καίων, διερχόμενος δηλαδή από παντού φωτίζει και θερμαίνει εξ ίσου τα πάντα χαρίζοντας το φως και άρα τη ζωή, η δικαιοσύνη του δηλαδή είναι το κριτήριο και η αφετηρία της ζωής. Σοφά ο συγγραφέας παραθέτει ρήσεις του Ηρακλείτου που την ταυτίζουν με το νοητό φως, αλλά και τον γνωστό, χιλιοτραγουδισμένο απ’ όλους μας, στίχο του Ελύτη, της «Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ».

Είναι αυτή η δικαιοσύνη που ο ορφικός και ο πυθαγόρειος λόγος την ταυτίζει με την επιστήμη του σύμπαντος και την αριθμητική, «το ισάκις ισάζειν», τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο οι κόσμοι τακτοποιούνται, διευθετούνται και γεωμετρούνται , και σε κοινωνικό επίπεδο τον τρόπο με τον οποίον τηρείται στις σχέσεις η ίδια αναλογία και η ισορροπία των μερών.  Ο,τι αφαιρείται από κάποιον σε κάποια κοινωνική ανταλλαγή, πρέπει με την ίδια αναλογία να του αποδοθεί. Έτσι η δικαιοσύνη γίνεται ανταμοιβή, γίνεται αντιπεπονθός και η ποινή ανταπόδοση και εξιλέωση.

Ωραία όλα αυτά, έννοιες πολύτιμες και σεβαστές παρακαταθήκες, αλλά πως αυτά θα τα περάσεις στον κόσμο, δίχως το βάρος και-λυπάμαι που το λέω-την ανία με την οποία κάποιες φορές είναι φορτωμένα. Κι έρχεται εδώ ο συγγραφέας μας σε ένα συναρπαστικό κεφάλαιο-και με το ίδιο τρόπο και τα υπόλοιπα- και παραθέτει τις όλες τις φωτεινές απόψεις των σοφών του παρελθόντος, για  τη δικαιοσύνη, πάντα σε σχέση με τη δική του κριτική ματιά, με τρόπο που σε κάνει να «ρουφάς» στην κυριολεξία το κείμενο· να ενθουσιάζεσαι με τις θέσεις που διαπραγματεύεται, η μία ωραιότερη από την άλλη, και να νιώθεις ότι βουτάς και κολυμπάς σε μία απέραντη θάλασσα γνώσεων, που όμως η πληροφόρηση ούτε συγχέεται ούτε χάνεται. Πολύπλευρη η  πληροφόρηση μάλιστα.

Και διαβάζουμε: «Σύμφωνα με τον Πλωτίνο, ο Θείος Νόμος απονέμει Δικαιοσύνη με απόλυτα σοφό και ανταποδοτικό τρόπο. Ο άνθρωπος είναι άξιος της μοίρας του-μέσα σε εισαγωγικά αυτό-, μέσα από τα επίγεια βάσανα τιμωρείται για τις αστοχίες του παρελθόντος κι εξαγνίζεται από το Κακό» και λίγο πιο κάτω: «Ο Πυθαγόρας απέτρεπε τους δικαστές να τιμωρούν με ιδιαίτερη αυστηρότητα τους φονιάδες, αφού σύμφωνα με τον συμπαντικό νόμο της Αιτίας και του Αποτελέσματος ήταν καταδικασμένοι να αναστήσουν τις ψυχές των θυμάτων τους και να τα μεγαλώσουν ως τέκνα σε μία άλλη ζωή. Η απλή φράση «ανέστησα επτά παιδιά» απηχεί ίσως αυτές τις ανεξάλειπτες για το λαϊκό αίσθημα δοξασίες περί μετενσαρκώσεως-μετεμψυχώσεως».

Και στο σημείο αυτό κάνω μία μικρή  επισήμανση. Για να είσαι σε θέση να βιώσεις και να διεκπεραιώσεις πράξη δικαιοσύνης θα πρέπει, φιλοσοφικά τουλάχιστον,  να έχεις βιώσει την οικουμενικότητα σου ως άνθρωπος, τη συνειδητοποίηση δηλαδή πως είσαι μία ευφυής αντιστοιχία, μία ευφυής αναλογία, μία ευφυής εκδήλωση και προβολή της αρχέγονης  κοσμογονίας, μία απίθανη ταλάντωση ατομικών σωματιδίων, κατά τον Μαξ Πλανκ, που στη σύμπραξη και την ένωση, στον χορό των στοιχείων τους δημιουργούν υπέροχες ουσίες, και μία από αυτές είσαι κι εσύ.

Κι αυτό κάποιος σοφός ή καλοπροαίρετος πνευματικά άνθρωπος πρέπει να στο περιγράψει παραστατικά, για να σε κάνει να νιώσεις τη μοναδικότητά σου, τη μοναδικότητα σου που δεν ανέχεται την ασχήμια, μία επέκταση της οποίας είναι η αδικία. Πρέπει κάποιος δηλαδή να σε πείσει ότι μέσα στην τάξη και την αταξία του σύμπαντος, εσύ, ως ανθρώπινη οντότητα έχεις μία ξεχωριστή θέση γιατί μπορείς να γεύεσαι και να χαίρεσαι το φως του κόσμου, μπορείς να ερωτεύεσαι,  γιατί θέλεις να «κονταροχτυπηθείς και να ριψοκινδυνεύσεις για το Αγνωστο», γιατί παραδέχεσαι (ή μπορείς και παραδέχεσαι) ότι ο πυρήνας του Καλού μπορεί να είναι το Κακό και τανάπαλιν, κι έτσι ελευθερώνεσαι. Πρέπει κάποιος να σε πείσει ότι είσαι μία ύπαρξη που μπορείς και επιβιώνεις μέσα στην «κυκλικότητα των συμπαντικών ρευμάτων»,  «γιατί έχεις τη δύναμη να πλάθεις λέξεις, όπως λέει ο Κωνσταντίνος, «να δίνεις σάρκα και οστά στο Άυλο» και «να συμπορεύεσαι ως ουσία  σε ένα «διαρκώς και Αενάως Είναι», το οποίο ομορφαίνεις σαν ένας πολύτιμος «ιριδισμός Φωτός». Έχεις ανάγκη κάποιον να σου πει ρητά και κατηγορηματικά ότι είσαι αυτός ο μόνος κι ένας άνθρωπος που όταν γνωρίσει πλέρια τον εαυτό του, αρκεί -και μόνο αυτό- για να επιτύχει η ανθρωπότητα το πολυπόθητο «ποιοτικό άλμα» κι έτσι ο ίδιος να δικαιώσει την ύπαρξη του στη ζωή…Κι αν αυτά τα έχουν πει παλιοί σοφοί έχεις ανάγκη κάποιον να στα υπενθυμίσει. Και στις δύο περιπτώσεις, εμείς ευγνωμονούμε τον Κωνσταντίνο για την πολύτιμη πνευματική δωρεά που μας χαρίζει. Ευχαριστώ.