Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Το βιβλίο Χριστίνα Κόλλια, «Κραυγές ζώσες», ποιητικοί μονόλογοι, τυπώθηκε από τις εκδόσεις Ιωλκός.

krauges

Στο θέατρο «Βεάκη» είχαμε την τύχη να δούμε θεατροποιημένο το κείμενο του έργου της Χριστίνας Κόλλια σε σκηνοθεσία Γιάννη Δρίτσα, με βοηθό σκηνοθέτη κι ενδυματολόγο την ταλαντούχα Μαίρη Τριανταφύλλου κι υποδηλωτική μινιμαλιστική μουσική του Μάριου Στρόφαλη. Ηθοποιοί, δύο απόφοιτοι της σχολής θεάτρου «Δήλος», από την τάξη του 2014, η εκπληκτική Χριστίνα Μαριάνου με την «πλαστική κίνηση» κι ο ψυχρά αποστασιοποιημένος από τα δρώμενα Άρης Κανέλλος, που δημιουργούσε με την κίνηση την απαραίτητη αντίστιξη στον καταιγισμό των υπερχειλισθέντων αισθημάτων. Ο ποιητικός λόγος όταν μεταφέρεται στο θέατρο ηχεί συνήθως ναρκισσιστικός, εκτός αν έχει τη δραματικότητα εκείνη που προκύπτει από τη σύγκρουση των αρχετύπων. Η ποίηση της Χριστίνας Κόλλια πέρασε αυτό το crash-test, οι Συμπληγάδες την έκλεψαν απλώς μερικά φτερά από τον άγγελο που την εμπνέει. Τα 45 λεπτά της δραματοποιημένης ποίησης πέρασαν απνευστί. Η αργή εκφορά του λόγου, η μελετημένη κίνηση, το αφαιρετικό σκηνικό (η τσαλακωμένη άσπρη οθόνη που άφηνε την φαντασία του συνδημιουργού θεατή να προβάλλει πάνω της τα «φαντάσματα της ηδονής», για να θυμηθούμε τον Μεγάλο Αλεξανδρινό Καβάφη). Αυτό το θέαμα, θα έδωσε – ελπίζω – στην αισθαντική ποιήτρια το απαραίτητο εκείνο feed-back (ανάδραση ελληνιστί), έτσι ώστε να εξελιχθεί και να προχωρήσει τη γραφή της σε μεγαλύτερα υπαρξιακά βάθη, στο χώρο όπου κρύβονται οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες του συλλογικού ασυνείδητου. Ίδωμεν.

Όσο για το βιβλίο θα επαναλάβω την προγενέστερη κριτική μου:

Η γραφή είναι η ψυχή μας. Όχι μόνο γιατί είναι αυτή που επιβιώνει τού σαρκίου μας, όχι γιατί αυτή κατισχύει τού Θανάτου, αλλά γιατί είναι μια διαρκής παρουσία, κραυγή ζώσα, αλαζονικός επ-αρμός που επιβεβαιώνει το είναι μας, στην Ύλη. Το πνεύμα χαμογελά γαλήνιο σαν το ταπεινό χαμομήλι κάθε φορά που γράφουμε αφήνοντας τα σημάδια μας στο χαρτί ή στη φωτεινή οθόνη. Χαμογελάει με την ύβριν που διαπράττουμε και δια του φόβου, δια του ελέους, μας επαναφέρει στην ήσυχη ή ταραγμένη καθημερινότητά μας. Η γραφή είναι μια εξαίρεση στην απραξία, είναι το αντίθετο τής σιωπής και σιωπή η ίδια, αφού ό,τι μας κατακτά κατακτιέται κι από εμάς χάνοντας τη διαφορετική πολικότητά του. Εξίσωση δυναμικού. Δυναμική ισορροπία αρσενικού-θηλυκού, φωτός-σκότους, καλού-κακού, άσπρου-μαύρου, μέρας-νύχτας. Η Χριστίνα Κόλλια που γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα σπούδασε και Χρηματοοικονομικά και Συμβουλευτική Υγείας (οποία αρμονία – συγκερασμός τών συμπληρωματικών – αναζήτηση τού Όλου). Δραστηριοποιείται στο χώρο τού πολιτισμού κι απαλύνει τη βαριά δόνηση τού πλανήτη μας που βιώνει τη μετάβασή τους στο Φως ως μία γέννα επώδυνη κι επεισοδιακή. Ο άντρας και η γυναίκα στις “Κραυγές ζώσες” τής Χριστίνας Κόλλια μονολογούν παράλληλα με παραπλήσια λόγια, μέχρι τον συγκερασμό τού τέλους. Τρία τα μέρη τού βιβλίου: “Κραυγή σε τέμπο θηλυκό” – “Κραυγή σε τέμπο αρσενικό” – “Κραυγή σε τέμπο δυαδικό”. Εικονογραφημένη ποίηση υψηλής ευκρίνειας, σταθμός στην ένωση τών αντιθέτων η λεκτική τους άμιλλα να επανακαθορίσουν τις θέσεις τους πριν ενωθούν εις Εν και αδιαίρετον Άπαν. Μοναξιά και σιωπή συνέχει τους λακωνικούς στίχους μεταξύ τους. Ακόμα κι η οργιαστική έκρηξη τού τέλους ηχεί σαν τα βεγγαλικά της Ανάστασης που απλώς τέμνουν για λίγο τις τροχιές τους. Ουδέν σταθερόν, ουδέν αιώνιον. Όλα αφετηρία για το αύριο που εμπεριέχεται στο απέραντο “τώρα”. Η ρομαντική απαίτηση της δια βίου δεσμέσεως δεν ισχύει στην ποιητική θεματολογία τής Χριστίνας Κόλλια. Είναι υγιής γιατί είναι πραγματίστρια. Απολαμβάνει το παρόν δομώντας το μέλλον. Όσο για το παρελθόν η διττώς επαναλαμβανόμενη διαπίστωση και από τα δύο πρόσωπα (αντρικό και γυναικείο) είναι σαφής: “Σε εμπόλεμη ψυχή ζω. / Από τότε που γεννήθηκα. / Όχι / δε γεννήθηκα στη Σπάρτη. / Σε μια γειτονιά τής Αθήνας / γεννήθηκα”. Οι ανάλαφρες παραλλαγές του αντρικού και γυναικείου λόγου δημιουργούν μιαν αντιστικτική μελωδία ευπρόσδεκτον τα μάλα εις το εσωτερικόν ους τού επαρκούς αναγνώστου. Η γυναίκα λέει: “Τ’ αδέλφια μου / ασελγούν στο μέλλον μου. / Τρέμουν / μη διαρρήξω τον κύκλο”. Ο άντρας μονολογεί επαλλήλως: “Τ’ αδέλφια μου / νομοθετούν το μέλλον μου. / Προστάζουν / να διαφυλάξω τον κύκλο”. Η γυναίκα βαυκαλίζεται ναρκισσιστικώς: «Εκλιπαρώ το Θεό μου: / “Είμαι όμορφη;” / “Σαν Εμένα” / καγχάζει. / “Για πόσο;” / θρηνώ αφελώς». Ο άντρας έχει άλλην οπτική: «Προκαλώ το Θεό μου: / “Είμαι ο Ένας;” / “Ο Καθένας” / καγχάζει. / “Γιατί;” / επιμένω αφελώς». Είναι προφανές [από τα ελάχιστα δείγματα και τις σκόρπιες επισημάνσεις μου] ότι η δραματικότητα τής γραφής και η θεατρικότητα τού εικονογραφημένου και γεωμετρικώς δομημένου κειμένου υπερισχύουν τής ποιητικής μονολογικότητας. Η Χριστίνα Κόλλια επιδιώκει να επικοινωνήσει δια τού λόγου και τής εικόνας με γλωσσικούς και παραγλωσσικούς κώδικες, αναζητά το Όλον και το ωκεάνειο συναίσθημα τής ένωσης με το Άπαν, το Εν, το Μοναδικό και διαιρέσιμο. Μια αυθεντική ποιητική μελωδικά λυρική φωνή που τείνει προς το θέατρο. Το μέλλον ευοίωνο και προσοδοφόρο. Ενεργειακώς.

Κωνσταντίνος Μπούρας
www.konstantinosbouras.gr