image description

Από τον κριτικό και θεατρολόγο Κωνσταντίνο Μπούρα

Έχει περάσει πολύ καιρός από την τελευταία φορά που διασκέδασα στο θέατρο χωρίς να προβληματιστώ, που απόλαυσα τις σκηνικές επιδόσεις των ηθοποιών χωρίς να χρειαστεί να τους κρίνω, να τους επικρίνω, να τους προκρίνω, να τους κατακρίνω. Είναι ελάχιστες οι φορές που πάλεψα μεταξύ υπνηλίας και τάσης φυγής από τη σκοτεινή αίθουσα να κρατήσω το σώμα μου καθηλωμένο και τα βλέφαρα ανοικτά. Ναι, τόσο φρικτές κι ανυπόφορες είναι μερικές παραστάσεις τις οποίες είμαι υποχρεωμένος σαν θεατρολόγος κι επαγγελματίας κριτικός να παρακολουθήσω μέχρι το τέλος.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Όμως υπάρχουν και παραστάσεις που σ’ αποζημιώνουν, που ο σκηνοθέτης φωτίζει το κείμενο από μέσα, η διανομή είναι ταιριαστή, οι ερμηνείες αλληλοσυμπληρούμενες και ουχί ανταγωνιστικές, το κέντρο βάρος πέφτει στο κοινωνούμενο νόημα και όχι στις τσαχπίνικες πονηριές των θεατρίνων που θέλουν να «κλέψουν την παράσταση». Τι ηλίθια έκφραση! Μα τι είναι η παράσταση αγαπητοί μου; Πορτοφόλι ή κινητό; Αν δεν συνεργαστούν όλοι αρμονικά ως ομάδα το αποτέλεσμα είναι ετεροβαρές και ουδείς ευχαριστείται (με πρώτο διαμαρτυρόμενο τον συγγραφέα, αν έχει την ατυχία να …ζει).

Στο ατμοσφαιρικό θεατράκι «Φούρνος» στη γειτονιά μου απόλαυσα έξι υπέροχους χιουμορίστες, δεξιοτέχνες επαγγελματίες ηθοποιούς να πειθαρχούν στα σκηνοθετικά κελεύσματα του σε πολλά έμπειρου Βασίλη Νικολαΐδη, κινήθηκαν στο αφαιρετικά λειτουργικό και καλοφωτισμένο (δια χειρός Αποστόλη Τσατσάκου) σκηνικό που έστησε ο Γιάννης Μετζικώφ, έδωσαν πνοή, ρυθμό και μπρίο σε ένα παλιοκαιρισμένο αλλά διαχρονικό κείμενο, αναδεικνύοντας τα στοιχεία εκείνα της αναλλοίωτης μέσα στο χρόνο ανθρώπινης φύσης. Την ακροβατική κίνηση δίδαξε η Κική Σελιώνη. Άθλος, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας τον ιδιότυπο περιορισμένο χώρο του παλιού φούρνου της οδού Μαυρομιχάλη.

kafes3

Το έργο βασίστηκε στη νουβέλα του Πιέρο Κιάρα «La Spartizione» και στην ταινία «Venga a prendere il caffe da noi» του Αλμπέρτο Λατουάντα. Εκτυλίσσεται στη φασιστική Ιταλία της δεκαετίας του 1930 κι έχει σα θέμα του την εισβολή ενός μανιασμένου αρσενικού σε ένα σπίτι με τρεις γεροντοκόρες αριστοκρατικής καταγωγής και μια υπηρέτρια. «Μαύρος κόκορας μπήκε στο σπίτι». Από εκεί και πέρα, το σουρομάδημα κι ο χαμός είναι αναπόφευκτα. Η εξ ορισμού ανταγωνιστική ανθρώπινη φύση, η κατακτητική μανία του αρσενικού, η ανάγκη για επικράτηση του στερημένου, η άνευ όρων δίψα του κομπλεξικού να επιβεβαιωθεί ταπεινώνοντας τους άλλους. Όλ’ αυτά με χιούμορ, με κωμικά γκανγκ, με μια επίστρωση μπουρλέσκ, με ευθείες παραπομπές στον βωβό κινηματογράφο.

Οι σχέσεις των δύο φύλων, ο τυφλός καταστροφικός κι αυτοκαταστροφικός ερωτικός πόθος, η άσκηση εξουσίας πάνω στα άλλα ανθρώπινα όντα, το ένστικτο το ερωτικό όταν – ελλείψει υγιών συναισθημάτων – μεταστρέφεται σε ένστικτο θανάτου και καταστροφής. Έχει γραφτεί ότι το Κακό πάνω στη Γη οφείλεται στη Γνώση χωρίς Αγάπη, όταν το μυαλό και η καρδιά δεν επικοινωνούν, όταν η εξυπνάδα μεταπίπτει σε πονηριά και κόβει τη γέφυρα με την αγαθότητα.

Ο φασισμός, εκτός από μια κοινωνική μάστιγα, από καρκίνωμα σε εποχές φτώχειας κι ανεργίας, είναι και μια υφέρπουσα δύναμη του συλλογικού ανθρώπινου υποσυνείδητου, δύναμη διόλου αμελητέα, αφού όπως έδειξε ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στο «Αυγό του φιδιού», δεν πεθαίνει ποτέ, απλώς κοιμάται.

Ήταν όλοι τους υπέροχοι! Ηθοποιοί που θα μπορούσαν να σταθούν στο λονδρέζικο Γουέστ-εντ, στο Μπρόουντγουέι, στο Χόλυγουντ, οπουδήποτε. Η Ελλάδα έχει τόσο καλούς καλλιτέχνες, που μόνον ο περιορισμός της γλώσσας κι ο αρχαιοελληνικός φθόνος τους εμποδίζουν να λάμψουν. Απόλαυσα τον Θανάση Κουρλαμπά ως Εμερεντζιάνο Παροντσίνι. Τον εξαίρετο αυτόν και σεμνό άνθρωπο του θεάτρου τον είχα επισημάνει πριν από χρόνια στο «Αμφι-θέατρο» του Σπύρου Ευαγγελάτου (ο οποίος έχει ανακαλύψει κι αναδείξει πολλά ταλέντα). Ένας τόσο πειθαρχημένος κι εκφραστικός ηθοποιός αξίζει τα καλύτερα. Το ευρύ κοινό θα τον κερδίσει μόλις του δοθεί η δυνατότητα να απευθυνθεί σ’ αυτό.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Από τις κυρίες, δεν θα ξεχωρίσω καμμία. Κατά σειράν αρχαιότητος (από πλευράς ηλικίας ρόλων): Η Στέλλα Χατζημιχελάκη, ως Φορτουνάτα, έδωσε υπέροχα τη μετάβαση της στερημένης γεροντοκόρης που διδάσκει γαλλικά στις καλόγριες σε κακοποιημένη σεξουαλικώς σύζυγο που δεν αντέχει την κατακτητική βία του πολιορκητικού κριού του αντρός της. Η Μαρία Καρακίτσου, ως Καμίλα, ισορρόπησε με ακροβατικό τρόπο μεταξύ αποτυχημένης μπαλαρίνας, καθηγήτριας λατινικών και πεινασμένης για έρωτα. Τρία σε ένα, κι όλα αυτά με έναν αξιοθαύμαστα αρμονικό και αληθοφανή τρόπο. Η πανύψηλη και κινηματογραφικά εκφραστική Θεοδώρα Σιάρκου ως Ταρσίλα έδωσε μία απολύτως ρεαλιστική νότα σε αυτό το κωμικό ψυχόδραμα υψηλών ενδοσκοπήσεων και βαθέων …διεισδύσεων. Όχι, το σεξ δεν αποδίδεται πορνικά επί σκηνής. Μόνον σχηματικώς κι αφαιρετικώς. Ουδέν γεννητικόν όργανον αποκαλύπτεται. Ευτυχώς. Έχω βαρεθεί να πηγαίνω στα θέατρα και να βλέπω κακοστημένα γυμνά εις άγραν θεατών. Έλεος θεατρώνες και θεατράνθρωποι. Δεν απευθύνεσθε σε σεξουαλικώς στερημένους. Το αντίθετο. Οι άνθρωποι που συνήθως πάνε στο καλό θέατρο έχουν λύσει προ πολλού τα ερωτικά τους, τουλάχιστον σε επίπεδο …πρακτικής. Ως προς αυτό, οι απελευθερωμένοι άνθρωποι γελούν στην απολαυστική παράσταση του «Φούρνου». Οι στερημένοι δεν ξέρω τι κάνουν.

Εκπληκτικά γραφικοί οι Ευγενία Μαραγκού και Γιώργος Σκυριανός στο ρόλο της υπηρέτριας και του κουμπάρου-γιατρού «έγραψαν» επί σκηνής κι «έδωσαν ρέστα».