Από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 

Από την άνθηση του αρχαίου δράματος στον καταστροφικό για την τότε Ελλάδα Πελοποννησιακό Πόλεμο, καθίσταται φανερόν πως κάθε Κρίση έχει και την ζωογόνο ανανεωτική της πλευρά. «Ξυπνάνε τα αίματα» κοινώς και η νωθρότητα της χαρμολύπης δίνει τη θέση της στην ανεπισκεύαστη ορμητικότητα της δημιουργίας. Εξ άλλου και το Σύμπαν από έναν απλό παλμό πλάστηκε, από τη στιγμιαία διακύμανση της Νύκτας, από ένα πετραδάκι στη γαλήνια λίμνη, από μία έκλαμψη στα σκοτάδια, σαν κεραυνός…

Ας μην είμαστε λοιπόν απόλυτοι και μονομερείς. Ας μην μοιρολογούμε και μοιρολογούμε. Αρκετά πια με τους οικτιρμούς και τις απογοητεύσεις. Η Ελλάδα της Κρίσης σφύζει από πολιτιστική ζωή όσο ποτέ. Τα θέατρα ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια, οι εκδότες δεν προλαβαίνουν να τυπώνουν ποιητικές συλλογές, όλοι μελετούν την ελληνική γλώσσα, οι φιλόλογοι είναι περισσότεροι κι από τις καρποφόρες ελιές. Και διδακτορικά, διδακτορικά παντού. Διατριβές, όχι μόνον προκειμένου να εξασφαλιστεί ο άρτος ο επιούσιος, αλλά στις ανθρωπιστικές επιστήμες, στις Τέχνες και στα Γράμματα, όλοι, απαξάπαντες θέλουν να αριστεύσουν, όπως κάθε φορά που νιώθουμε πως σώνεται ο Χρόνος και μια αλλαγή ανυπολόγιστη θα μας βρει και θα μας καθηλώσει ή θα μας εξυψώσει σαν κύμα βαθύ…

Το θέατρο ήταν πάντοτε αλληλένδετο με την Ποίηση. Μόνον με την τυπογραφία και το …τάμπλετ επετεύχθη η γρήγορη, βιαστική, «διαγώνια» ανάγνωση. Προηγουμένως οι άνθρωποι ακολουθούσαν τον ρυθμό, τον σηματοδοτούσαν με τα σώματά τους, τον απάγγελναν στους άλλους συνοδεία κάποιου μουσικού οργάνου, παρίσταναν τα «κινήματα της ψυχής» τους (για να θυμηθούμε τον εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό).

Θέατρο χωρίς ποίηση δεν υπάρχει. Το ίδιο δεν νοείται και Ποίησις άνευ αποδέκτου, θεατού, αναγνώστου. Κι όποιος ισχυρίζεται ή πράττει το αντίθετο πλανάται πλάνην οικτράν.

Και η επική και η χορική και η λυρική και η σατιρική και η δραματική ποίηση είναι μορφές της επικοινωνίας ενός ανθρώπου με το συλλογικό ασυνείδητο κι επηρεάζει αναπόφευκτα την Συλλογική Συνειδητότητα. Δεν νοείται ποίηση χαραγμένη με άγνωστα ιερογλυφικά σε ανήλιαγη σπηλιά όπου δεν θα πατήσουν ποτέ απόγονοι ανθρώπου.

Κι όσο για το στοίχημα πολλών με την «Αιωνιότητα» είναι κι αυτό ένα μύθευμα, μία φενάκη τού Ρομαντισμού… ή απλώς, «προφάσεις εν αμαρτίαις». Γράφουμε για το τώρα. Και για – τουλάχιστον – έναν άλλον άνθρωπο. Ακόμα κι όταν είναι η μαμά μας ή η κουφή και θεότυφλη γιαγιά μας. Γράφουμε για το εμείς ακόμα κι όταν νομίζουμε ότι μιλάμε για το εγώ, με το εγώ, από το εγώ… Γιατί, απλούστατα, «δεν υπάρχει τίποτα το προσωπικό» όπως ξεστόμισε ο Αύγουστος Στρίντμπεργκ στο νεκροκρέβατό του.

Σε πρόσφατο ταξίδι μου στο Σαράγιεβο για να παραστώ στο εκεί Χειμερινό Φεστιβάλ παρακολουθώντας τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων ξεναγήθηκα στο παιδικό νεκροταφείο όπου κάθε χρόνο οι γονείς των λιμοκτονημένων επισκέπτονται τους τάφους των σπλάχνων τους, των ξεραμένων πια βλασταριών τους και παίζουν τραγούδια που τους άρεσαν όταν ήταν ζωντανά και χαρούμενα, όταν πατούσαν τη γη με την ελπίδα να μακροημερεύσουν.

Νόμισα ότι έβλεπα τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη. Ήταν τα ίδια κυνηγημένα βλέφαρα. Ήταν εκείνος ο ίδιος ο ανείπωτος πόνος. Όταν βρέθηκα στο Δημαρχείο του Σαράγιεβο κατά την διάρκεια της επίσημης τελετής ενάρξεως του Φεστιβάλ επέλεξα να μιλήσω μόνον στα ελληνικά απαγγέλλοντας μερικά ποιήματα από μια συλλογή με τον συμβολικό τίτλο «Φώτιση». Και είπα:

 

Σε κάμαρες δυσήλιες αυτοπυρπολήθηκα

Και πριν να φέξει η Χαραυγή

Στολήν Αυγερινού εντύθηκα

Κι εχάθηκα μες τη βροχή…

 

Για κάθε νησίδα αυξανομένης Εντροπίας στο Σύμπαν

Υπάρχει κι η αντίθετή της, όπου το Χάος υποχωρεί

Κι ο Λόγος επανευρίσκεται. Ισορροπία.

Αυτό που μάς φαίνεται δίχως νόημα

Είναι απλώς ένας ρυθμός

Που ο φτωχός ανθρώπινος εγκέφαλός μας

Δεν προλαβαίνει και δεν δύναται

Να παρακολουθήσει,

Ν’ αντιληφθεί εν τέλει πως υπάρχει κάτι

Εκεί έξω

Πλατύτερο από την ανασφαλή

Αλαζονεία μας.

*

Με λιακάδες και συννεφιές

Μέτρησα τη ζωή

Μου βγήκε σωστή.

*

Από τις μαύρες τρύπες μένεις

μήτε μακριά μήτε κοντά:

Σε απαλλάσσουν από περιττά

υλικά σκουπίδια

Και σού χαρίζουν υψίσυχνες ακτινοβολίες

Από εκείνες που και τα λιθάρια

Διαμάντια γίνονται.

*

Μη φοβείσθε το Σκότος.

Αδέλφι είναι τού Φωτός

Και μάνα του ακριβή,

Λεβεντογεννήτρα.

*

Ας τετραγωνίσουμε τον θεμέλιο λίθο τής ύπαρξής μας.

Ας ορθογωνίσουμε την απόσταση μεταξύ καρδιάς και μυαλού.

Το μεγαλύτερο διάνυσμα στη Φύση.

*

Ήλιος αχινός Ελευθερίας

Να μάς κάψει!!!

*

Εις το πυρ ορμούμε νουνεχείς

Μόνον απελπισμένοι!!!

*

Μην βουλιάζετε στο Σκοτάδι

Από ναυτία τού Φωτός.

*

Βουλιάζουμε στο Φως

Από ναυτία τού Σκότους.

*

Τελικά όλα είναι Ένα,

Φανός στον Ουρανό.

*

Κάθε πρωί ξύνω το μολύβι

Κι ακονίζω τα σπαθιά…

Τα μαχαίρια

Τα φυλάω για σένα

Βιωμένη λύπη μας…

*

Όταν έστω κι ένας

            Είναι σκλάβος

Κανείς πάνω στον πλανήτη

            Δεν είναι ελεύθερος.

*

Λείπεις κάθε φορά

Που σε χρειάζομαι

Για να μπαλώσω

Το Κενό με στίχους,

Ήχους αδέξια

Σκορπισμένους

Στον καμβά μιας ζήσης

            Μακροσκελούς…

                        *

Μέσα στην πόλη τη ζεστή

Καυτή η σάρκα

Εξαφάνισε

Δύο περιστέρια

Εξάτμισε δύο σιντριβάνια

Στέρεψε πηγές.

                        *

Ποθώ να ζω

Χωρίς πόνο

Και να ξανοίγομαι

Στα βαθιά τής γλώσσας

            Άφοβα…

 

 

Χειροκρότησαν όλοι ενθουσιασμένοι. Γιατί μέσα από τη δική μου έκσταση ακούστηκε και μεταφράστηκε ο εγγενής ρυθμός σε έναν άλλον κώδικα. Σε άλλον χώρο, δύο μέρες μετά, στο ξύλινο περίπτερο όπου ο πρίγκιπας της Αυστροουγγαρίας Φερδινάνδος άκουγε μουσική, είχα την ευκαιρία να κινηθώ περισσότερο ανεπίσημα, στροβιλίστηκα σαν ηλιολάτρης δερβίσης, κίνησα χέρια, πόδια και κορμί σε μια «βυζαντινή» παντομίμα, κατάφερα να τους συγκινήσω, να τους συναρπάσω, να τους κερδίσω, ενόσω μία κοπέλλα από τη Βοσνία διάβαζε το κείμενο στα αγγλικά και η μεταφράστριά μου της ιταλικής Κυρία Γεωργία Καρβουνάκη το ίδιο κείμενο στα ιταλικά. Τώρα δεν χρειαζόταν να μιλήσω και ελληνικά. Τον ρόλο του εκφωνητή είχε αναλάβει το μεσογειακό στεατοπυγικό κορμί. Και το αποτέλεσμα δραστικότερο.

Γι’ αυτό σας λέω, το διαλαλώ και το κηρύττω: δεν υπάρχει ποίηση δίχως θέατρο και δεν υφίσταται θέατρο χωρίς ποίηση. Ό,τι και να σημαίνει αυτό.

Οι ασώματες ομιλούσες κεφαλές μπορούν μόνον να παραπέμψουν σε εφιαλτικά ρομπότ του μέλλοντος, σε ηλεκτρονικές μηχανές που θα μιμούνται τα ανθρώπινα συναισθήματα αλλά δεν θα μπορούν και να τα νιώσουν.

Και ναι μεν ο άνθρωπος είναι μιμητικόν ον, όμως απέχει από τον πίθηκο τόσο τουλάχιστον απέχει από τον άγγελο. Μέχρι τότε, μέχρι να επιτευχθεί η απόλυτη ταύτισις με τον Ανώτερο Εαυτό μας κι η απόλυτη θέωση του ανθρώπου, μέχρι τότε θα χρειάζονται και η Τέχνη του Λόγου και η σκηνική Τέχνη της μιμήσεως πράξεως, μέχρι τότε θα χρειάζεται ο ηθο-ποιός (όστις ήθος ποιεί)… Αλλιώς θα κυλίσουμε όλοι πίσω στη βαρβαρότητα και θα καταντήσουμε «χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον», όπως λέει ο θεόπνευστος Σαούλ-Παύλος. Κι επειδή έχουμε δει ήδη πολλά κύμβαλα αλαλάζοντα (και θα δούμε ίσως απείρως περισσότερα) παρακαλώ να αντισταθούμε στην ύστατη Εξαθλίωση κι εξανδραπόδιση του ανθρωπίνου είδους με τον μόνον τρόπο που μας είναι δυνατό: με την καλλιέργεια της ελληνικής γλώσσας, έτσι όπως έφτασε έως εμάς τέσσερις χιλιάδες χρόνια μετά, ΜΕ ΤΟΝ ΡΥΘΜΟ ΤΗΣ. Αλλιώς θα κολυμπήσουμε σε μια αποβουτυρωμένη σούπα αποστεωμένων ιδανικών κι ο γλωσσικός μας κώδικας δεν θα χωράει τη λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.

 

Σας ευχαριστώ. Σας ακούω.