marianna_kalbari_2015 (1)

 

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

marianna_kalbari_2015 (2) 

Από το προφητικό «Πεθαίνω σαν χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη στο αγωνιώδες υπαρξιακό χορωδιακό δρώμενο των νέων φοιτητών της δραματικής σχολής του «Θεάτρου Τέχνης» υπάρχει πολλή απόσταση. Κατ’ αρχήν, η δραματουργία. Στην παρούσα περίπτωση ελλείπει, χωλαίνει, ασθμαίνει και λειτουργεί μάλλον ως υλικό σχολικής παράστασης, ή σαν άσκηση στο εργαστήριο. Καλά τα παιδιά, εξαίρετη η φωνητική, καταπληκτικές οι χορογραφικές επιδόσεις τους, εκφραστικά και λαγαρά τα σώματά τους, καλή κι η Πιττακή σα δασκάλα που διαβάζει ποίηση, όλα ωραία και καλά… Όμως παράσταση δεν είχαμε, γιατί δεν υπήρχε κείμενο, δεν υπήρχε διάλογος, δραματικές συγκρούσεις, εξομολογήσεις και ψυχογραφήματα. Κλισέ πλέον το θέμα των μεταναστών (των πραγματικών ηρωικών μεταναστών) που καταθέτουν από σκηνής την εμπειρία τους. Καλό αλλά λίγο. Ένας τόσος δα πρόλογος δεν αλλοιώνει τον αυτοσχεδιαστικά εξπρεσσιονιστικό χαρακτήρα μιας δουλειάς που καλό θα ήταν να την κρατήσουν εντός των τειχών της Σχολής για τις εξετάσεις του Υπουργείου. Από την άλλη θαύμασα το προχώρημα της τεχνικής στη σχολή του Κάρολου Κουν. Τώρα ο υποκριτικός κώδικας έχει μετατεθεί από το λαϊκό και τον ποιητικό ρεαλισμό, στην αστική τελειομανία και στην επίδειξη δεξιοτεχνίας. Βέβαια, όταν φεύγουν τα ιερά τέρατα, απομένουν οι καλοί τεχνίτες. Όμως μεγάλη τέχνη δεν παράγεται από εργαλεία που φτιάχνουν καλολουστραρισμένα προϊόντα, αλλά από το ξύσιμο της πατίνας του χρόνου, από το φούσκωμα της μαγιάς, προκειμένου να αναφανεί και να αποκαλυφθεί πλέρια η υπαρξιακή αγωνία ενός λαού, μιας νέας γενιάς, που βλέπει το μέλλον της υποθηκευμένο και τα όνειρά της κατεστραμμένα. Μας λείπουν οι μεγάλοι δημιουργοί, γιατί τολμούσαν, γιατί ερωτοτροπούσαν με το επιμελημένα ατημέλητο, με το επιφανειακά άτεχνο, προκειμένου να αποκαλύψουν την πολυμορφία των φαινομένων και την ποίηση της ζωής, η οποία έγκειται στην απλότητα. Το ακούτε παραμορφωμένοι κουλτουριάρηδές μου; Όταν ο Χατζημάρκος, ο Λαζάνης, ο Αρμένης, ο Κουγιουμτζής, αυθεντικά λαϊκοί άνθρωποι, ζωγράφιζαν μονοκοντυλιές με το σώμα τους στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ή στο Υπόγειο του Κουν δημιουργούσαν κόσμους ολόκληρους. Δεν είχαν τα τέλεια σώματα, δεν είχαν πειθαρχημένες φωνές (αυτό ήταν το έλλειμμα στο Θέατρο Τέχνης), όμως ήταν επί σκηνής, υπήρχαν, μοναδικοί κι ανεπανάληπτοι. Κι η Ρένη Πιττακή κι Η μάγια Λυμπεροπούλου κι η Αλεξάνδρα Λαδικού κι η Μελίνα Μερκούρη κι ο Γιάννης Φέρτης και … και… Το ακούτε παιδιά μου και νέοι θεατράνθρωποι. Ήξεραν όλοι μαζί λιγότερα από σας, αλλά μάθαιναν να ακούν, να συν-υπάρχουν, να παρατηρούν, να εκφράζουν το Άλλο που ενυπάρχει μέσα στον καθένα μας. Αυτά. Έτσι σαν μάθημα. Σαν παρατήρηση από έναν άνθρωπο που βλέπει και σπουδάζει και μελετά σαράντα χρόνια θέατρο. Καλά έκανε το Φεστιβάλ Αθηνών κι έδωσε χώρο και βήμα έκφρασης σ’ αυτή την παράσταση. Όμως το υλικό της και το αποτέλεσμα παραπέμπουν σε ηχηρούς χαστουκισμούς, αποτελούν μέρος του προβλήματος και δεν αχνοφαίνεται λύσις του.

marianna_kalbari_2015 (7)Τα παιδιά ήταν όλα άψογα, στρατιωτάκια, μαριονέττες, ευπειθείς και υπάκουοι, εύπλαστοι και λειτουργικοί, συνεργάσιμοι, με έντονο τον αέρα της ομαδικότητας, συνεργάσιμοι. Τι άλλο θα θέλαμε από τη νέα γενιά; Τα μεγαλεία του παρελθόντος ήταν το αποτέλεσμα ατομικών, δονκιχωτικών ηρωισμών και προσωπικών οραμάτων, τα οποία φαίνεται ότι εξέλιπαν, μαζί με τόσα άλλα πράγματα. Η Ζαν ντ’ Αρκ έδωσε τη θέση της σε βιρτουόζους που χρησιμοποιούν το σώμα τους (κι ενίοτε και τα σώματα των …άλλων) ως βιολί, βιόλα, βιολοντσέλο (ανάλογα…).

marianna_kalbari_2015 (9)Όμως για βραδιά πανσελήνου ήταν όλα υπέροχα και μαγικά, ούτως ή άλλως, σε αυτή τη σουρεαλιστική χώρα που βρεθήκαμε και διαλέξαμε να ζούμε και την αγαπάμε ως ανήσυχη ερωμένη που μας προδίδει πάντα και πάντα τη συγχωρούμε προδίδοντάς την!

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

 

info από τον επίσημο διαδικτυακό τόπο του Φεστιβάλ Αθηνών:

http://greekfestival.gr/gr/events/view/theatro-texnis-karolou-koun—marianna-kalmpari-2015

«Η χώρα πέθανε. Να πάει στον αγύριστο.
Μας έβγαλε τα συκώτια. Θεός σχωρέστη. Πάει, πέθανε.
Ζήτω η νέα χώρα! Ζήτω.»

Με αφετηρία ένα σύγχρονο θεατρικό κείμενο του Ανδρέα Φλουράκη που κινείται πέρα από τις συνηθισμένες δραματουργικές φόρμες, η Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Θεάτρου Τέχνης Μαριάννα Κάλμπαρη σκηνοθετεί μια παράσταση όπου μοναδικός πρωταγωνιστής αναδεικνύεται το πλήθος. Το πλήθος της νέας γενιάς Ελλήνων. Μια σκηνική πολυφωνία, που με φόντο την εποχή της κρίσης, εκφράζει άλλοτε το φόβο και την αγωνία και άλλοτε την ελπίδα και την αναγκαιότητα της αλλαγής. Κοινός άξονας το επιτακτικό αίτημα: «Θέλω μια χώρα». Μέσα σε αυτή την πολύβουη σκηνική σύνθεση, ξεχωριστή θέση έχει ο ρόλος- αντιφώνηση της Ρένης Πιττακή.

 

Σκηνοθετικό σημείωμα

Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς από σκηνής για μια κατάσταση που βιώνει, τη στιγμή ακριβώς που τη βιώνει. Πόσο μάλλον όταν η κατάσταση αυτή είναι τόσο κρίσιμη και τόσο ρευστή: τα πάντα γύρω μας δοκιμάζονται, καταρρέουν, μεταβάλλονται μέρα με τη μέρα. Όμως αν κάποιος δικαιούται να πάρει το λόγο αυτή τη στιγμή, είναι η νέα γενιά ,η γενιά που «είναι» το μέλλον της χώρας.  Το Θέατρο Τέχνης, φέρνει στη σκηνή του Φεστιβάλ το πλήθος των νέων: ένα πλήθος που με ορμή αλλά και απάθεια, με απελπισία αλλά και χιούμορ, με αφέλεια αλλά και κυνισμό αναζητά μια διέξοδο στην κατάσταση που βιώνει ως αδιέξοδο… Αναζητά απεγνωσμένα μια χώρα… Είναι άραγε σε θέση να τη διεκδικήσει;

Μαριάννα Κάλμπαρη

Σημείωμα Συγγραφέα

Το «Θέλω Μια Χώρα» είναι ένα έργο που ξεκίνησε από την κριτική της χώρας που έχουμε και τον οραματισμό της χώρας που θέλουμε. Κάθε σύγχρονη χώρα δεν είναι ούτε ομοιογενής ούτε ομόφωνη, με βάση αυτό το δεδομένο γράφτηκε το έργο. Πολυφωνία δεν σημαίνει κι έλλειψη ιδεολογίας, αν και το «Θέλω Μια Χώρα» διατηρεί μια έλξη-άπωση προς κάθε τελεσίδικη ή τυχοδιωκτική εξαγγελία. Το έργο βασίζεται σε μια συνθήκη αβεβαιότητας, πρόκλησης και ανεδαφικότητας: μήπως η χώρα που έχουμε δεν είναι η κατάλληλη για να ζήσουμε και πρέπει να βρούμε μια καινούργια; Πάνω σε αυτή τη συνθήκη διαπλέκονται οι φωνές όσων καλούνται να διαμορφώσουν πλαίσια ζωής σε ένα έδαφος μεγάλων ασταθειών. Είναι δυνατόν το μεγαλύτερο μέρος ενός λαού να αναζητά επαναπροσδιορισμό του ίδιου του του τόπου; Γιατί και πώς γίνεται αυτό; Πώς διαμορφώνεται στις μέρες μας ένας τόπος που μπορεί να γίνει αποδεκτός ως χώρα; Μήπως έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία διαμόρφωσης χωρών και συνεπώς μια νέα χώρα δεν μπορεί παρά να ανήκει σε ένα συλλογικό φαντασιακό;

Ανδρέας Φλουράκης