i_pasietza

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 

Η Μαρία Λαϊνά είναι διακεκριμένη ποιήτρια, η εξέχουσα της γενιάς της. Δημιουργική, αποστασιοποιημένη, αιρετική, αναπάντεχη, απροσδόκητη, ανένταχτη, σαν τους αρχαίους σοφιστές και τους μεσαιωνικούς ιατροφιλόσοφους, που κυκλοφορούσαν από πόλεως εις πόλιν, από χωρίου εις χωρίον κι από φέουδο σε φέουδο, ελεύθεροι, αδέσμευτοι, χρήσιμοι αλλά κι απευκταίοι, κατέχοντες μυστικά αλλά και διαφορετικοί, σοφοί και σαλοί συνάμα. Οι σούφι της Ανατολής συνεχίζουν ακόμα αυτή την αρχαία παράδοση, κατέχουν το προνόμιο του ακαταλόγιστου, μπορούν να λένε αυτό που σκέφτονται και να αμφισβητούν τις κοσμικές εξουσίες σαν τους τρελούς των σαιξπηρικών βασιλιάδων, που ακόμα κι όταν τους ανταμείβουν για την πολύτιμη υπηρεσία τους και τις λεκτικές παρεμβάσεις τους, εκείνοι συνεχίζουν απτόητοι να διατηρούν την ελευθεροστομία τους. Η Μαρία Λαϊνά, μέσα από τη συνολική δημόσια παρουσία της και δράση υπερβαίνει τα ιδιωτικά πλαίσια της ποίησης, που είναι ένα άθλημα κατά μόνας (κάτι σαν τη θεατρική της πασιέντζα) και παρεμβαίνει στο πολιτικό γίγνεσθαι με τον δικό της αναρχικό τρόπο.

i_pasietza_2015 (10)

Στο θεατρικό της έργο τώρα. «Η πασιέντζα» δείχνει την υπαρξιακή αγωνία του δημιουργού όταν πέφτουν στο κενό οι προσπάθειές του να επικοινωνήσει κατ’ αρχήν και να αλλάξει κατά δεύτερο λόγο τον κόσμο γύρω του και μέσα του. Ένα ζευγάρι (φίλων)  ανεξαρτήτως φύλου, κρυμμένοι πίσω από τα κοινωνικά τραγικά τους προσωπεία, ακόμα κι όταν κινούνται στον ασφαλή (;) ιδιωτικό τους χώρο, υποδύονται κωμικοτραγικούς ή παράλογους ρόλους, παραπέμπουν διαρκώς στο μπεκετικό κλοουνίστικο δίδυμο από το «Περιμένοντας το Γκοντό», ασφυκτιούν στους τέσσερις τοίχους και ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΑΠΕΓΝΩΣΜΕΝΑ ΝΑ ΣΚΟΤΩΣΟΥΝ ΤΟ ΧΡΟΝΟ, αυτή τη διαβολική μηχανή του ρολογιού που τους φέρνει κάθε δευτερόλεπτο ακόμα πιο κοντά στο θάνατο, χωρίς να ζουν, χάνοντας τη στιγμή, αφού είναι αποκομμένοι από τη Φύση και το «δάσος» είναι μόνο στο βαθύ υποσυνείδητο και στη φαντασία τους, όσο για λίμνη, δεν υπάρχει, παρεκτός τα βαλτωμένα νερά των ανεκπλήρωτων πόθων και των φράσεων που δεν ξεστομίσαμε ποτέ, το επιθυμιών που δεν έγιναν ποτέ πράξη. Γίνονται όμως …φόνος, εύκολα, απλά, όπως καθαρίζουμε ένα πορτοκάλι μέρλιν και πετάμε την ελικοειδή φλούδα του στο καθαρό μικροαστικό μας πάτωμα. Το ένστικτο της Ζωής μετατρέπεται εύκολα σε ένστικτο Καταστροφής και Θανάτου, όταν το στραγγαλίσεις, όταν δεν το αφήσεις να εκφραστεί υγιώς. Και πώς να εκφραστεί υγιώς το ταλαίπωρο, σε έναν κόσμο που κανείς δεν ακούει κανέναν, που όλοι βιάζονται να επιβληθούν και να εξουσιάσουν τα ταλαίπωρα πλάσματα γύρω τους, να επιβάλλουν τη θέλησή τους, να εκμεταλλευτούν, να βουλιμέψουν (επιτρέψτε μου το νεολογισμό) και να ξεράσουν τα λάφυρα της απληστίας τους;

i_pasietza_2015 (11)

«Η πασιέντζα» της Μαρίας Λαϊνά, πυκνό καλογραμμένο ποιητικό κείμενο σε δραματική μορφή, θέτει σημαντικά και σοβαρά προβλήματα του Δυτικού Πολιτισμού μας με έναν ανάλαφρο τρόπο. Αυτό ακριβώς το μπλαζέ ύφος χάθηκε στη σκηνοθεσία του καλού ηθοποιού Νίκου Χατζόπουλου, που ήταν έξοχος στο ρόλο του Αγνώστου, απέτυχε όμως να αποδώσει τη μηχανική επαναληπτικότητα του κειμένου και να διδάξει τους ηθοποιούς τη μη προσκόλληση στα εγώ και στο ρόλο τους. Ναι, αυτό που έπρεπε να γίνει ήταν μια σχεδόν βαριεστημένη, μεταμοντέρνα και φαινομενικώς αδιάφορη ανάγνωση του κειμένου. Οι άνθρωποι αυτοί (τα σκηνικά πρόσωπα) πλήττουν μέχρι θανάτου, τόσο που ακόμα κι αυτός ο ίδιος ο θάνατος τους προκαλεί θανάσιμη πλήξη κι αδιαφορία. Αντιθέτως, ο Αργύρης Ξάφης που υποδύθηκε τον Άλφα με ιδιαίτερα πληθωρικό, μεσογειακό, εξωστρεφή και μελοδραματικό τρόπο, σα να έπαιζε σε έργο του Εντουάρντο ντε Φιλίππο, απομακρύνθηκε από το κείμενο, φτιάχνοντας ένα δικό του μετα-κείμενο από «άλλο έργο» (ενδιαφέρον ωστόσο). Ο εύπλαστος και πειθήνιος Κώστας Βασαρδάνης ως Βήτα, ήταν πολύ πιο κοντά στην υποτονική διπολικότητα του ρόλου του, καταδεικνύοντας σκηνικώς ότι, τελικά, είμαστε όλοι διπολικοί, αφού αναγκαζόμαστε να ζούμε μέσα σε αυτά τα πολιτισμικά συμφραζόμενα, να καταπίνουμε τις σκέψεις, να ελέγχουμε τις αντιδράσεις μας, να προσπαθούμε να γίνουμε ανεκτοί, αρεστοί, μη ενοχλητικοί, αόρατοι εν τέλει, μεταθέτοντας διαρκώς την διονυσιακή μας μανία σε ένα απροσδιόριστο αύριο, που αλίμονο όταν έρθει, θα είναι καταστροφικό σε όποιον βρεθεί στο διάβα μας. Ιδιαίτερα διδακτικές οι Ευριπίδειες «Βάκχες», όπου η Αγαύη, η νοικοκυρά βασιλομήτωρ, μετατρέπεται εν μια νυκτί σε αιμοβόρα κι αιμοσταγή φόνισσα του ίδιου του γιου της.

i_pasietza_2015 (12)

Η παράσταση είχε υπέροχα σκηνικά και κοστούμια. Ειδικά ο πίνακας του βάθους με φλογοβόλα διασκευή της «Κραυγής» του Μουνκ, που πυρπολεί με ανάσα του το δάσος της επιθυμίας.

 

Σκληροί (ορθώς) οι φωτισμοί του πολύ αισθαντικού και πολύπειρου Λευτέρη Παυλόπουλου. Μαζί με τη σύνθεση των ήχων από τον Λεωνίδα Μαριδάκη έδιναν ένα σωστό οπτικο-ακουστικό πλαίσιο για την αγαστή ερμηνεία του κειμένου. Ίσως αυτό που περίσσευε ή έδινε μια αποστασιοποίηση τραγικού τύπου να ήταν οι μάσκες, που οδήγησαν ηθοποιούς και σκηνοθέτη σε μια εξωστρέφεια σα να έπαιζαν στο ανοικτό θέατρου του Διονύσου στη Νότια κλιτύ της Ακρόπολης κι όχι σε ένα κλειστό θέατρο με τους θεατές στο σκοτάδι και σε μικρή απόσταση από τους υποκριτές. Επαναλαμβάνω, ο μόνος που – κατά την ταπεινή μου γνώμη ως δύσκολου επαρκούς θεατή – ήταν κοντά στο πνεύμα και στο γράμμα της διακεκριμένης ποιήτριας ήταν ο Κώστας Βασαρδάνης ως Βήτα, που γίνεται Άλφα σκοτώνοντάς τον. Αντίθετα από τις μάσκες, το γλυπτό που φιλοτέχνησε η Τίνα Παραλή μοι άρεσε πάρα πολύ. Θα προτιμούσα όμως να είχε ντύσει έναν ηθοποιό με γυψωμένες γάζες και να τον είχε καθίσει σε μια καρέκλα να κρατάει στα δυο του χέρια γυάλα με χρυσόψαρο. Όσο κι αν είναι πολυχρησιμοποιημένα και οι μάσκες αυτού του τύπου (από τον Θάνο Βόβολη) κι αυτό το γλυπτό (από διαφόρους), διατηρούν πάντα τη θεατρική λειτουργικότητά τους.

i_pasietza_2015 (14)

Εν τέλει, από τις πιο ενδιαφέρουσες και συνταρακτικές παραστάσεις έργων της Μαρίας Λαϊνά που έχω δει.

«Η Πασιέντζα» πρωτοπαρουσιάστηκε στο αναλόγιο «Αναγνώσεις» στο Εθνικό Θέατρο το 2011, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Σίσσυς Παπαθανασίου. Τότε με Κοσμά Φοντούκη, Enke Fezollari, Γιάννη Κότσιφα, Γιώργο Ντούση.

Μην το χάσετε! Πώς αλλιώς θα βρείτε την ευκαιρία να το θάψετε και να έχετε κι εσείς οπωσδήποτε μιαν άποψη, όπως όλοι μας (κάποιοι από εμάς έχουν και δύο: μία στα φανερά και μία στα κρυφά, μία για τους πολλούς και μία για τους λίγους – μακριά από μένα τέτοιοι διχασμοί – αυτό που λέμε το λέμε και το εννοούμε, αλλιώς ας μην το πούμε καλύτερα – όμως η θεατρική Αθήνα είναι υποκριτική, βουλιαγμένη στην τριτοκοσμική μιζέρια της, βουτηγμένοι στις χειριστικές αλληλοεξυπηρετήσεις στο βωμό της επιβίωσης άνευ όρων κι ορίων, ακόμα και εις βάρος της Αλήθειας. Όμως Η ΑΛΗΘΕΙΑ, που δεν την κατέχει κανείς και όλοι (;) την αναζητούμε, θα μας λυτρώσει, φτάνει να είμαστε πρωτίστως ειλικρινείς με τον εαυτό μας). Και η Μαρία Λαϊνά είναι. Γι’ αυτό συγκαταλέγεται ανάμεσα στους «μεγάλους» της ποιητικής τέχνης, γιατί δεν υποκρίνεται, δεν υποδύεται κανέναν άλλον, εκτός από τον ανησυχούντα κι αγωνιώντα εαυτό της.

i_pasietza_2015 (14)

Συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές της παράστασης. Οι επιφυλάξεις μου δεν είναι αποτέλεσμα γεροντοκορισμού και τρίτης ηλικίας, ούτε βεβαίως απηχούν προσωπικές πικρίες [το αντίθετο! Νιώθω ότι πέτυχα ακριβώς αυτά που ήθελα κι απέφυγα αυτά που ήθελα να συμβούν σε …άλλους]. Μακάρι να βρισκόταν και σε μένα κάποιος που να μου τα πει τόσο λιανά. Θα με βοηθούσε να βελτιωθώ και θα γινόταν ο καλύτερος ισόβιος φίλος μου [με ή χωρίς πασιέντζα]…

Μετά λόγου γνώσεως,

Κωνσταντίνος Μπούρας

Info:

http://greekfestival.gr/gr/events/view/nikos-xatzopoulos-2015

Δύο άντρες σ’ ένα δωμάτιο. Ο ένας ρίχνει πασιέντζες, ο άλλος κοιτάζει. Ποια είναι η σχέση τους; Οι λέξεις βρίσκουν και συνάμα χάνουν το νόημά τους. Η πασιέντζα δεν βγαίνει. Η ισορροπία διαταράσσεται. Ένας άγνωστος εμφανίζεται. Ο άνθρωπος αυτός είναι «μια κάποια… λύσις».

Η συγγραφέας Μαρία Λαϊνά, με εργαλείο της μια γλώσσα ρεαλιστική, στήνει έναν κόσμο πέρα από κάθε ρεαλισμό, έναν κόσμο αρχετυπικό. Ο σκηνοθέτης και τακτικός προσκεκλημένος του Φεστιβάλ Αθηνών Νίκος Χατζόπουλος επιχειρεί να διεισδύσει στα σκοτεινά μονοπάτια των ανθρώπινων σχέσεων και να εξερευνήσει τα μεγάλα διλήμματα που τις χαρακτηρίζουν.