ΑΝΤΙΓΟΝΗΕΘΝΙΚΟ2016

 

 

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Είδα και άκουσα (;) [τρόπος του λέγειν, λόγω κακής mise-en-place των φοιτητών] την πρεμιέρα τής κατά Λιβαθινόν «Αντιγόνης» στην Επίδαυρο τη νύχτα που ξεσπούσε το πραξικόπημα στην Τουρκία. Λίγες μέρες μετά οι άταφοι νεκροί στην γείτονα χώρα πληθαίνουν γεννώντας Ύβριν και προκαλώντας το άγραφο και απαράγραπτο ανθρώπινο Δίκαιο.

ΕΠΙΔΑΥΡΟΣΑΝΤΙΓΟΝΗ

Τα ζητήματα που θέτει ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη, είναι η Αλαζονεία της Εξουσίας, η Κατάχρηση και η Παράβαση Καθήκοντος τα οποία δεν πρέπει να μένουν ατιμώρητα στα κράτη όπου πρυτανεύει το Δίκαιο, η Λογική και οι Θεσμοί λειτουργούν. Η δημοκρατία είναι το τελειότερο πολίτευμα, αφού οι πράξεις των αρχόντων τελούν υπό την διαρκήν αίρεσιν του Λαού (με τη μορφή Χορού στο αρχαίο δράμα).

Απόλαυσα την παράσταση, παρά τις όποιες θεατρολογικές και κριτικές μου επιφυλάξεις που θα σας αναπτύξω πιο κάτω.

Κατ’ αρχήν, ο σκηνοθέτης σεβάστηκε το κείμενο, όσο κι αν η δύσκαμπτη μετάφραση από τον εκλιπόντα Δημήτρη Μαρωνίτη το βάραινε σε πολλά σημεία ανώφελα (όπως π.χ. η Αντιγόνη χαρακτηρίζει τον εαυτό της «άπαιδη» – έλεος βρε παιδιά, και το «άτεκνη» μια χαρά είναι και η περίφραση «χωρίς παιδιά» μια χαρά παίζει, εκτός εάν το άτεκνη φέρνει άλλους συνειρμούς…). Ο Λιβαθινός, αντίθετα από τον Χουβαρδά, είναι συντηρητικός ως προς την υπέρβαση των λογικών και θεματικών ορίων που θέτει το ίδιο το κείμενο. Δείχνει δηλαδή περισσότερο σεβασμό στα λόγια και στο «πνεύμα» του συγγραφέα. Δεν έφτασε, φυσικά, να καταργήσει τελείως τον Χορό, όπως έκανε ο Χουβαρδάς, γιατί αυτό θα ήταν ένα αποδομητικό πλήγμα στην ίδια τη σύσταση, τη μορφή και την ουσία της αρχαίας τραγωδίας. Τον περιόρισε όμως σε αγοραίες εκδηλώσεις, κάπως νευρωτικές και σπασμωδικές, ως αντιδράσεις καφενείου σε παράσταση «θεάτρου σκιών». Έτσι ο Χορός δεν ακούστηκε ευκρινώς και δεν απολαύσαμε τα κλασικά χορικά. Όπως δεν ακούγονταν και οι λοιποί υποκριτές, αφού χάριν αληθοφανείας ο σκηνοθέτης τους τοποθετούσε να μιλούν ¾ ή πλάτη στο κοινό, ενώ το αρχαίο αργολικό θέατρο απαιτεί μετωπική εκφορά του λόγου, όσο κοντά στη θυμέλη τόσο καλύτερα.

Από την άλλη, η αισθητική της όλης παράστασης, η «όψις» σύμφωνα με την «Ποιητική» του Αριστοτέλη, παραείχε άρβυλα (η γιορτή της ποδο-μυκητίασης!). Δεν χρειαζόταν να φοράει άρβυλα και η Αντιγόνη και η Ισμήνη. Θα μπορούσαν να φορούν πιο κομψά, αρχοντικά παπουτσάκια. Τέλος πάντων. Και πάλι καλά. Η γενική σκηνογραφική ένδυση του λόγου ήταν μάλλον ανεκτή, έως και διακριτική θα έλεγα (σκηνικά-κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου). Εκείνο που ήταν μεταμοντέρνο μπαρόκ ήταν τα «διαχρονικά» κοστούμια που δεν περιποιούσαν τιμή σε κανέναν και δυσκόλευαν τους ηθοποιούς, όπως το σφραγισμένο μάτι του Τειρεσία, που παραλίγο να πέσει στο χώμα! Όμως η Μπέτυ Αρβανίτη παρά τις φωνητικές της ατέλειες κι ελλείψεις απέδειξε για άλλη μια φορά ότι είναι λαμπρή ηθοποιός προσηλωμένη στην ποιότητα και με ιδιαίτερη έγνοια για τον ποιητικό δραματικό λόγο. Ήθος, σεμνότητα, ακρίβεια, συνέπεια και υπακοή στα κελεύσματα του σκηνοθέτη, δεν έκανε ούτε μια στιγμή κάτι από τα σταριλίκια στα οποία επιδίδονται διάφορες ομότεχνές της. Είναι Κυρία με κάππα κεφάλαιο και σε αυτή την παράσταση έδωσε έναν άφυλο-δίφυλο τυφλό μάντη με την ακρίβεια ενός χειρουργού που λειτουργεί τόσο συγκεντρωμένος που μοιάζει αφηρημένος. Κρίμα που οι διακυμάνσεις του λόγου της ταίριαζαν περισσότερο σε ανοικτό θέατρο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, αν ήμασταν στην απαιτητική-ανταγωνιστική «Εσπερία» θα προσλαμβάναμε ειδικό δάσκαλο φωνητικής.

Εκείνος όμως που με εξέπληξε ευχάριστα ήταν ο Δημήτρης Λιγνάδης. Ίσως η αυταρχικότητα και η αλαζονεία του ρόλου του να συνηχούσε με κάποιες καλά κρυμμένες χορδές της ψυχοσωματικής του ύπαρξης, γιατί και στον σαιξπηρικό «Ριχάρδο Γ’» είχε βγάλει πολλή από την εσωτερική του σκοτεινιά και την είχε ξεράσει επί σκηνής ως Σκότος δραματικό κι αξιοπρόσεκτο. Τελικά, αυτοί οι «κακοί» ρόλοι αφήνουν το πεδίο ελεύθερο στον υποκριτική να ξορκίσει τους δαίμονές του αναπτύσσοντάς τους επί σκηνής.

Δεν μπορώ να πω και για τις ηθοποιές που υποδύθηκαν Ισμήνη (Δήμητρα Βλαγκοπούλου) κι Αντιγόνη (Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη). Πολύ «στρογγυλά» μας τα είπαν όλα, πολύ ορθοφωνημένα, πολύ αναμενόμενα, όσο κι αν κυλίστηκαν στο χώμα, όσο κι αν χώθηκαν κάτω από ξύλινα παγκάκια, όσο κι αν έκαναν κούνια-μπέλα στην αιώρα κρεμάλα της υπερυψωμένης σκηνής.

Κάτι πήγε να κάνει ο ηθοποιός που υποδύθηκε τον Αίμονα (Βασίλης Μαγουλιώτης).

Διακεκριμένη, έμπειρη κι αξιαγάπητη η Μαρία Σκούντζου ως κορυφαία του Χορού.

Μια παράσταση που δεν προσπερνά και δεν πρέπει να προσπεράσει εύκολα κανείς. Καλοί κι οι έμπειροι Κώστας Καστανάς και Νίκος Μπουσδούκος. Αν μη τι άλλο ήξεραν ορθοφωνία, χωρίς να σημαίνει κι ότι τους ακούγαμε μέσα στον γενικόν ορυμαγδό του διονυσιαζόμενου αλλά όχι και βακχικού Χορού.

Ο Στάθης Λιβαθινός είναι βαθύς γνώστης της θεατρικής πράξης. Ας μείνει λοιπόν στον εγγενή συντηρητισμό του, αφού κάθε προσπάθεια να υπερβεί τα εσκαμμένα εκθέτει αυτόν και τους καλούς συνεργάτες του.

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

info:

http://www.n-t.gr/el/pressoffice/?nid=1864

«ΑΝΤΙΓΟΝΗ» του Σοφοκλή

Πρεμιέρα 15 & 16 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Η πρώτη συνεργασία του Εθνικού Θεάτρου με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας και το Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, σε σκηνοθεσία του Καλλιτεχνικού Διευθυντή Στάθη Λιβαθινού.

Ο Στάθης Λιβαθινός επίλεξε το κορυφαίο έργο του Σοφοκλή με τη σκέψη να συνδυάσει την παρουσίασή του με την συνύπαρξη στη σκηνή τριών γενιών ηθοποιών. Η παράσταση θα παρουσιαστεί σε νέα μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη.

Η Αντιγόνη παρουσιάστηκε πιθανότατα στα Μεγάλα Διονύσια του 441 π.Χ και γράφτηκε από τον Σοφοκλή σαν αντίδραση για την εξορία του Θεμιστοκλή, του νικητή της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας. Στο έργο αυτό, ένα από τα αρτιότερα της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας, η θεματική της σύγκρουσης μεταξύ των νόμων της ηθικής και των νόμων της πολιτείας φτάνει στην κορύφωσή της, με τους δύο ήρωες να επαληθεύουν την τραγική τους υπόσταση, κρατώντας, μέχρι τέλους, τη θέση στην οποία τους έφερε η μοίρα.

Η περίληψη του έργου 
Η σύγκρουση μεταξύ των δύο γιων του Οιδίποδα, Πολυνείκη και Ετεοκλή, για τον θρόνο της Θήβας έχει τελειώσει. Τα δύο αδέλφια βρίσκονται νεκρά στο πεδίο της μάχης. Ο Κρέων, ο νέος βασιλιάς της Θήβας, έχει δώσει διαταγή να παραμείνει άταφος ο Πολυνείκης, που πολέμησε ενάντια στην πατρίδα του. Όμως η αδελφή του νεκρού, Αντιγόνη, αποφασίζει να τον τιμήσει με την πρέπουσα ταφή. Συλλαμβάνεται και οδηγείται στον Κρέοντα, που, τηρώντας τους νόμους της πολιτείας, την καταδικάζει σε θάνατο. Ο βασιλιάς παραμένει αμετάπειστος ακόμη και μετά την παρέμβαση του γιου του, Αίμονα, και διατάζει να θαφτεί η Αντιγόνη ζωντανή σε μια σπηλιά. Ωστόσο, τα δεινά που έχει προβλέψει ο μάντης Τειρεσίας δεν θα αργήσουν να γίνουν πραγματικότητα. Η καθυστερημένη υπαναχώρηση του βασιλιά δεν θα προλάβει την καταστροφή. Η Αντιγόνη έχει απαγχονιστεί μέσα στη φυλακή της, ο Αίμονας έχει αυτοκτονήσει και η Ευρυδίκη, γυναίκα του Κρέοντα, ακολουθεί τον γιο της στο θάνατο.

Ταυτότητα παράστασης
Μετάφραση: Δημήτρης Μαρωνίτης
Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός
Σκηνικά-Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Μουσική: Χαράλαμπος Γωγιός

Διανομή (με αλφαβητική σειρά)
Μπέτυ Αρβανίτη, Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Δημήτρης Λιγνάδης, Κώστας Καστανάς Αντώνης Κατσαρής (από Θ.Ο.Κ.), Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη, Μαρία Κωνσταντά, Βασίλης Μαγουλιώτης, Περικλής Μουστάκης, Νίκος Μπουσδούκος, Αστέρης Πελτέκης (από ΚΘΒΕ), Μαρία Σκούντζου, Ευτυχία Σπυριδάκη, Λυδία Τζανουδάκη, Στέλα Φυρογένη (από Θ.Ο.Κ.), Αντωνία Χαραλάμπους (από Θ.Ο.Κ.), Γιάννης Χαρίσης (από ΚΘΒΕ)