Στοά του βιβλίου-Polis Art Café

1η Ιουλίου 2020

Εισήγηση για το βιβλίο Ατλαντίς του Κωνσταντίνου Μπούρα από τις εκδόσεις ΝΙΚΑΣ

Δρ. Ζαχαριάδου Κατερίνα (ποιήτρια)

Γνωρίζω τον Κωσταντίνο Μπούρα από την πλούσια εργογραφία του και από τη φιλική συναναστροφή μας τα τελευταία χρόνια με αφορμή τη λογοτεχνία. Διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανικός, κάτοχος Master θεατρολογίας, Διδάκτωρ του Τμήματος Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου αλλά και ακάματος ποιητής του Στοχασμού και της Τέχνης.

Κρατάω στα χέρια μου τo βιβλίο Ατλαντίς. Το απόσταγμα, σύμφωνα με τον ίδιο, του έργου του. Διάβασα αχόρταγα, ξανά-και ξανά, (και θα σας πω γιατί) πηγαίνοντας μπρος-πίσω τις ενενήντα σελίδες του. Και παραδόθηκα στη μαγεία τους.

« Μύθος προϊστορικός η Ατλαντίδα, στοιχειώνει το Συλλογικό Ασυνείδητο ακόμα και στις μέρες μας», διαβάζω στο οπισθόφυλλο. Παραφράζω και προσθέτω: Στη μέθη ενός «ωκεάνιου συναισθήματος..» εκείνης της μαγικής κατάστασης που «…μόνο οι ποιητές, οι μεθυσμένοι, οι ερωτευμένοι,.., οι Αναζητητές της Αλήθειας..», μπορούν να νοιώσουν έστω και για λίγο, ο Κωνσταντίνος καταβυθίζεται σε απροσπέλαστα μυστήρια. Και με τα όπλα της δισυπόστατης και μαχρόχρονης διαδρομής του, τη Λογική και τη Φαντασία, ανασύρει απ’ το βυθό και απλώνει με την ποιητική του πένα στο φως του ήλιου ό,τι απέμεινε απ’ τα λησμονημένα μέσα μας πετράδια.. Κράμματα από «ονειροφαντασιές», όπως τα ονομάζει: θρύλους, μύθους, αριθμούς του Πυθαγόρα, ελληνικούς λεξάριθμους, όλα φερμένα από τη μακρινή εκείνη εποχή που ποθούσαμε τη γνώση, που αγαπούσαμε τη ζωή, που πιστεύαμε στην αρμονία. «Ατλαντίς ..», γράφει ο ποιητής Κωνσταντίνος:

Ατλαντίς, Λεμουρία, Εδέντια,

Ωρίων, Σείριος, Πλειάδες,

Maldek, Αφροδίτη, Άρης, Σελήνη,

Γαία…

«‘Ολα αυτά ήταν κατοικημένα κάποτε. Και τώρα έγιναν σκόνη, αστρική, να περιπλανιέται στο διάστημα, όπως στα κενά των στοχασμών μας..»

Από τα παιδικά μου χρόνια ακόμα, μέχρι που αποφοίτησα από το Λύκειο, διάβαζα με έξαψη ό,τι έπεφτε στα χέρια μου σχετικό με την Ατλαντίδα. Ίσως αυτός ο μύθος να ήταν η ευτοπία μιας ηλικίας που την συντάραζε η ζωή. Ήταν τότε όλα καινούρια! Τα ερεθίσματα, τα αντικρουόμενα συναισθήματα, τα ερωτήματα. Αφρισμένα κύματα που έσκαγαν αδιάκοπα, με δύναμη, μέσα μου. Ίσως πράγματι ο μύθος της Ατλαντίδας να ρίζωσε μέσα μου, μέσα μας, ως μια φυγή. Η μεγάλη μας φυγή σ’ έναν τόπο που είχε κατακτήσει τη γαλήνη της αρυτίδωτης λίμνης. Και ας καταποντίστηκε τελικά..

Εκείνα τα χρόνια που οι μηχανές αναζήτησης πληροφορίας, όπως το Google, ήταν επιστημονική φαντασία, τριγυρνούσα στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας και στα σοκάκια στο Μοναστηράκι, μήπως ξεσκάψω κάτι που θα έριχνε έστω και το παραμικρό φως στο αν πράγματι υπήρξε αυτός ο χαμένος παράδεισος. Έψαχνα, έψαχνα με την έξαψη, με το πάθος, των κυνηγών σε κινηματογραφικές ταινίες που, με οδηγό τα σπαράγματα ενός χιλιοτριμμένου χάρτη, ψάχνουν τον κρυμμένο θησαυρό. Τότε, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι τόσες δεκαετίες αργότερα, θα βρισκόμουν σήμερα εδώ, στην αποψινή βραδιά, γιατί η ζωή θα έφερνε, τόσο απροσδόκητα, στα χέρια μου το βιβλίο του Κωνσταντίνου, ξυπνώντας μέσα μου την εφηβική μέθη της αναζήτησης για τη χαμένη Ατλαντίδα! Και όσο το διάβαζα, άρχισαν να ξεπηδούν ένα-ένα όσα σκεφτόμουν, όσα ένοιωθα σε εκείνη τη μακρινή (όχι μόνο χρονικά) νεανική ηλικία, τότε, που με περισσό θράσος και αλαζονεία (όπως θεώρησα αργότερα), πίστευα πως έχω μέσα μου μια σπίθα που μπορεί να γεννήσει σκοτάδια/που μπορεί να αναστήσει φωτιές. Πίστευα πως, όπως γράφει ο ποιητής στο Ατλαντίς:

Αν μπορούσαμε να σταθούμε

Στους δύο πόλους

Σαν τον Κολοσσό της Ρόδου,

Θα έλαμπε στο κέντρο

Ήλιος αέναος

Ανατροφοδοτούμενος,

Εναλλασσόμενο ρεύμα

Δημιουργούμενο από τα δύο φτερά

Της πεταλούδας

Στο σημείο της χρυσής τομής

Του κορμιού της…

Το Ατλαντίς του Κωνσταντίνου Μπούρα με έκανε να ξεθάψω παλιά ποιήματα, σημειώσεις που κρατούσα για ό,τι αφορούσε τη χαμένη Εδέμ και είδα ότι δεν ήταν για μένα μόνο μια φυγή. Η Ατλαντίδα, ένας παράδεισος γνώσης και πολιτισμού, βίαια, καταστράφηκε για πάντα. Οι Ατλάντιοι έζησαν στον τόπο τους το απόλυτο Φως και το απόλυτο Σκοτάδι. Ίσως γι’ αυτό επέζησε η Μυθ-Ιστορία της Ατλαντίδας στο συλλογικό μας ασυνείδητο, γι’ αυτό με μάγευε τόσο πολύ, επειδή την αντιπαρέβαλλα με τη μιζέρια και την ψυχική φτώχεια της ζωής που απλωνόταν μπροστά μου. Γιατί, όπως λέει ο Κωνσταντίνος, στη λιγοστή ζωή τους οι άνθρωποι «υπνοβατούν μεταξύ μαιευτηρίου και κοιμητηρίου δίχως να συνειδητοποιούν τίποτα ανάμεσα». Και εγώ τότε, όπως οι νέοι, ανυπομονούσα να τα ζήσω όλα! Ήθελα να «διατρέξω την κλίμακα του Αχανούς, από την πλέον βιαστική φλόγα στο πιο λασπερό πέτρωμα». Ήθελα, να παίξω το παιχνίδι της ζωής μου που γλύστρισε απ΄ το φεγγίτη του χάους. Γιατί, όπως λέει ο ποιητής στο Ατλαντίς:

137 ΦΑΟΣ. Εκεί που το Φως γεννάει

Σκότος

Και το Σκότος Φως.

Κι αυτή είναι η αρχέγονη περιπέτεια

Του κόσμου

Η Ατλαντίδα ήταν για μένα όμως και κάτι ακόμα: Ένα μυστήριο! Και εγώ ήθελα τότε να μάθω τα πάντα! Η αρχέγονη δίψα του ανθρώπου για το άγνωστο πριν υιοθετήσει «..πλαστές ανάγκες..», όπως λέει ο Κωνσταντίνος. Στη μεγάλη βιβλιοθήκη του θείου μου, ανάμεσα στα κλασσικά βιβλία, είχα βρει βιβλία επιστημονικής φαντασίας, βιβλία για ανεξιχνίαστα φαινόμενα, για την Ελληνική μυθολογία που με γοήτευε, για πολιτισμούς που χάθηκαν και ναι(!) για το μυστήριο της Αντλαντίδας. Διάβαζα και αναρωτιόμουν: Ήταν άραγε ένα μύθευμα; Ένα συμβολικό παραμύθι που έπρεπε να το ακούσω από την αρχή μέχρι το τέλος και έπειτα να αποκωδικοποιήσω το συμβολισμό του; Ήταν ένας θρύλος; Μια προφητεία; Ή μήπως μια προειδοποίηση; «..οφείλουμε να προβληματιστούμε -επειγόντως- αν θέλουμε να επιβιώσουμε τα αμέσως επόμενα χρόνια και να σώσουμε τον πλανήτη μας..», λέει ο Κωνσταντίνος Μπούρας. Μήπως η Ατλαντίδα λοιπόν αφανίστηκε γιατί την εκδικήθηκε η φύση; («..γιατί χάθηκε κάτω από τη μανία των κυμάτων για πάντα; Τι είχε να της προσάψει ο ιδρυτής της ο Ποσειδώνας; ..). Ήτανε μήπως φυσικές οι αιτίες της καταστροφής της; («..τους θυμάμαι εκείνη τη μέρα να τρέχουν πέρα-δώθε αλαφιασμένοι..»). Ήταν ένα πυρηνικό όπλο; Ή μια άγνωστη ακόμα σε μας ή ακόμα μια μυθική τεχνολογία; («..εκείνο το δαιμονισμένο μηχάνημα έφταιγε. Τεράστιο. Τρύπαγε τον ουρανό σαν δαγκάνα αστακού. Βλέπεις, βελονίζοντας ελεγχόμενα μια μαύρη τρύπα στην αστρική γειτονιά μας, μπορείς να πάρεις άπειρη δωρεάν ενέργεια… Τότε ο θόλος του ουρανού ράγισε και έπεσε στο κεφάλι μας..»). Ήταν λοιπόν ένα άπληστο όπλο που εμείς δεν έχουμε ακόμη κατασκευάσει ή μήπως ένα άπληστο όπλο που δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι κρατάμε στα χέρια μας και κάποια στιγμή θα στραφεί επάνω μας και θα μας αφανίσει; «Σε κάμαρες δυσήλιες..», γράφει ο ποιητής:

Σε κάμαρες δυσήλιες

Αυτοπυρπολύθηκα

Και πριν φέξει η Χαραυγή

Στολήν Αυγερινού

Εντύθηκα

Κι εχάθηκα

Μες την βροχή

Καθόλου βέβαιο δεν είναι ότι ευθυνόταν κάποια προηγμένη τεχνολογία για τον αφανισμό της Ατλαντίδας, εάν υπήρξε. Αναρωτιόμουν όμως: μήπως είχαν οι Ατλάντιοι τη δυνατότητα να αντιλαμβάνονται πράγματα που οι δικές μας αισθήσεις δεν μπορούν να αντιληφθούν; Μήπως μπορούσαμε να αποκτήσουμε και εμείς μια τεχνολογία που θα κάνει όσα σήμερα είναι αόρατα, ορατά; Μήπως είμαστε σε μια πορεία μεγάλων τεχνολογικών ανακαλύψεων; Και πράγματι έτσι ήταν και ίσως, ποιος ξέρει, μπορεί έτσι να είναι και σήμερα. Εκείνη την εποχή για παράδειγμα, δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι, μόλις μια δεκαετία περίπου αργότερα, ένας νεαρός, o Tim BernersLee, όσο εργαζόταν στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Ερευνών Σωματιδιακής Φυσικής-CERN, θα εφηύρε την τεχνολογία του World Wide Web, το πασίγνωστο πια www, που άλλαξε τόσο δραματικά τη ζωή μας. Και δεν είχα την παραμικρή ιδέα για την τεχνολογία των επιταχυντών που ήδη χρησιμοποιείτο στο CERN για να εξερευνήσουμε την εσωτερική δομή των αόρατων πρωτονίων, ούτε είχα ακούσει για τα γιγαντιαία μηχανήματα που ανιχνεύουν απειροελάχιστα σωματίδια, αποκαλύπτοντάς μας τις πρώτες στιγμές της δημιουργίας του σύμπαντος, κάνοντας ορατό το απόμακρο χθες..

Ωστόσο, όπως γράφει ο Κωνσταντίνος στο Ατλαντίς: «…κανείς ζωντανός άνθρωπος πάνω στη Γη δεν δύναται να δημιουργήσει κάτι που δεν υπήρχε, δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει. Φυσικά, μπορεί να το οραματιστεί –το οτιδήποτε εξωφρενικό- όμως δεν θα μπορέσει ΚΑΙ να το υλοποιήσει…Υπάρχουν κανόνες και νόμοι που ισχύουν και μας καθορίζουν είτε τους κατανοούμε είτε όχι». Οι αμείλικτοι Νόμοι της Φύσης! Το διασαφηνίζει από τις πρώτες κιόλας σελίδες: η «μετάφραση» που θα κάνει ο αναγνώστης του Ατλαντίς πρέπει να είναι στα πλαίσια αυτών των νόμων. Πράγματι, μπορούμε να πούμε πολλά σε αυτήν την όμορφη βραδιά. Μπορούμε να ονειρευτούμε κάτω από το φεγγάρι, να οραματιστούμε, να πλάσουμε όσες φιλοσοφίες θέλουμε αλλά δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τα όρια της φύσης μας. Και προσθέτει: «Ξεκινώντας με αυτήν την «υπόθεση εργασίας» θα προσπαθήσουμε, θα επιχειρήσουμε να προβούμε σε ένα φανταστικό, μυθοποιητικό ταξίδι στην τελευταία «μέρα» της εικαζόμενης Ατλαντίδας, όχι για να ξυπνήσουμε επικίνδυνα φαντάσματα, τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες που κουβαλάμε στο συλλογικό μας ασυνείδητο αλλά για να γνωρίσουμε την ύπαρξή μας, τον εαυτό μας και τα όρια του».

Πόσα πέλαγα απορίας στη νεανική ηλικία μας, πριν χαθεί η ανεμελιά, πριν το αγριομανητό της ζωής σε αρπάξει από τα μαλλιά και σε σύρει μακριά..Δεν ξαναπήγα στα σοκάκια με τα βιβλιοπωλεία να ψάχνω για την Ατλαντίδα και τα ανεξιχνίαστα φαινόμενα. Το μυστήριο αυτό βυθίστηκε βαθιά μέσα μου και αποξεχάστηκε.. Δεν το ξέχασε όμως ο Κωνσταντίνος. Γιατί; διότι εκείνος είναι ένας αειθαλής έφηβος! Έχει τη φαντασία και τη ψυχή ενός παιδιού. Όπως ο ίδιος γράφει για τον εαυτό του, οι τραγικότητες της ζωής τού αποκάλυψαν αυτό που είναι: «..μια ψυχούλα που φλέγεται για Αλήθεια, Αρμονία, Αλληλεγγύη, Ομορφιά.. Ακόμα και στην πιο ανήλιαγη φυλακή αν με κλείνανε οι τα φαιά φορούντες, θα πέρναγα περίφημα..θα σκάρωνα ποιήματα, θα τραγουδούσα σαν το νυχτερινό αηδόνι στο κλουβί και θα χαιρόμουν τον ρυθμό της ύπαρξης βαθιά μέσα στα κύτταρά μου..». Διότι, για τον Κωνσταντίνο «το γέλιο και η δημιουργία είναι τα μόνα που μπορούμε και πρέπει να κάνουμε, αν θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι. Προσωρινοί; Έστω. Αλλά δυναμικοί. Θεϊκοί για λίγα λεπτά..». «Είμαστε», γράφει, «όλοι μαζί ένα Τίποτα που τείνει στο μηδέν, χαμένο στο άπειρο. Το μόνο που μας απομένει είναι να δημιουργούμε και να γελάμε». Και όταν δεν μπορεί να γελάσει ο Κωνσταντίνος, η Αρμονία, τον παρηγορεί: «..κάθε φορά που όλα γύρω μου καταρρέουν, οι άνθρωποι με απογοητεύουν, κάθε φορά που θυμώνω με τον εαυτό μου και χάνω και το τελευταίο ίχνος από το λυτρωτικό γέλιο μου η Μουσική με παρηγορεί..». Ακούει το μαγευτικό τραγούδι των Σειρήνων που άκουσε ο Οδυσσέας. Στο μεγάλο ταξίδι προς την αυτογνωσία, στο ταξίδι της ζωής, «..οι ανθρωποκτόνες Σειρήνες με το μαγικό τους τραγούδι παρασέρνουν τους ήρωες να βουτήξουν στα βαθιά, να χαθούν για πάντα στην αναζήτηση μιας αντανάκλασης, μιας λάμψης που φαντάζει παραδεισένια..». Εκείνος όμως δεν κινδυνεύει να πνιγεί μέσα στις ψευδαισθήσεις. Γιατί; διότι είναι δεμένος γερά με τη Ζωή, με τη Λογική.

Γράφει λοιπόν ο Κωνσταντίνος Μπούρας στο Ατλαντίς: «Απόψε, θα σας διηγηθώ την Ιστορία για μια χαμένη ήπειρο που είναι μεν μυθική, όχι όμως και τόσο εξωπραγματική».

Και εγώ ακολούθησα το κάλεσμά του. « Έλα…» :

Έλα να κεντήσουμε

Το εργόχειρο

Της ύπαρξής μας

Και αυτό, μας λέει, δεν θα είναι παρά ένα παιγνίδι: «Και τώρα ας παίξουμε. Ας ξαναγίνουμε παιδιά. Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει έως εδώ, στην ηλικία της ωριμότητας και της πλήξης όπου έχουμε εξοστρακίσει απ’ τη ζωή μας τον έρωτα.. Το παιδί μέσα μας ασφυκτιά, θέλει να πέσει, να λασπωθεί. Πόσο ξύλινοι γίναμε με τα χρόνια. Σαν τα κέρινα ομοιώματα της Μαντάμ Τυσσώ..Πανοπλίες σε κάστρα που έχουν κατακυριευτεί προ πολλού. Έγκλειστοι μέσα στις προκατασκευασμένες πεποιθήσεις και τοξικές ιδεοληψίες.. Έτσι ζούμε την περισσότερη ζωή μας».

Διάβασα το Ατλαντίς, το ποιητικό αφήγημα του Κωνσταντίνου Μπούρα, ένα προσκύνημα στα μέρη της ψυχής του. «Μέμνησο!!», γράφει, «είναι όλα γραμμένα στα κύτταρά μας». Και έτσι έγινε. Με έκανε να γυρίσω πίσω τον χρόνο. Πίσω στα παιδικά μου χρόνια. Να ξεχάσω, για να μπορέσω να ξαναθυμηθώ. Η πένα του με ξενάγησε στις πόλεις των στοχασμών του. Ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Με έκανε να περιπλανηθώ σε παραμύθια, σε στίχους, σε στοχασμούς που οδηγούν σε άλλους και έπειτα άλλους στοχασμούς, όχι ερμητικά κλειστούς, όχι αδιέξοδους. Στα όμορφα σοκάκια μιας πόλης. Σαν να λέει: κοίτα αυτήν τη φωτεινή πλατεία, παρακάτω τη μισογκρεμισμένη εκκλησία, εκείνη τη ζοφερή φυλακή. Κοίτα εκεί ένα ανθισμένο μπαλκόνι, δες εκείνα τα συντρίμμια, ό,τι απέμεινε απ΄ τον πανάρχαιο ναό. Εικόνες, ήχοι, σκέψεις, όπως τα pixels μιας φωτογραφίας που τραβάμε όταν είμαστε σε μια πόλη που δεν έχουμε ποτέ πριν επισκεφτεί ή όπου πήγαμε τόσο παλιά που δεν τη θυμόμαστε πια..

Υπάρχουν όμως και πράγματα που δεν θα ανακαλύψουμε ποτέ σ΄αυτό το ταξίδι μας, λέει ο ποιητής:

Γιατί υπάρχουν πράγματα, Άμλετ

Σε γη και ουρανό

Που η φιλοσοφία μας δεν τα φτάνει.

Αλλά(!), αρκετά κεφάλαια πιο κάτω θα επανέλθει για να πει: «..Αυτή είναι η αληθινή κατάρα κι ευλογία, αγαπητοί ακροατές: να συνειδητοποιείς τα όριά σου κι όμως να επιμένεις να τα υπερβείς..».

Με τη μαεστρία της σκηνοθεσίας του και τη μαγεία της γραφής του, ο Κωνσταντίνος Μπούρας με έκανε να διαβάζω μπρος-πίσω τις σελίδες του Ατλαντίς, γιατί ήταν σαν να κρατάω στα χέρια μου τον χιλιοτριμμένο χάρτη του χαμένου θησαυρού που έψαχνα. Και το παιδί που είχε αφυπνιστεί ρώταγε ολοένα: πού θα με οδηγήσουν αυτές οι ενενήντα σελίδες; Όλοι αυτοί οι στοχασμοί που παρεμβάλλονται από περιγραφές της μυθικής Αντλαντίδας, όλοι αυτοί οι συμβολισμοί, έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους; Ποια είναι τελικά η Αλήθεια; Και η απάντησή του Κωνσταντίνου είναι: «..Ζήτα! Ζήτα και θα το βρεις. Όλα τα μυστικά είναι κρυμμένα εδώ..». Κρυμμένα λοιπόν.. Πράγματι! Ένας χάρτης θησαυρού δεν έχει καμία μαγεία αν δεν είναι ξεθωριασμένος από το χρόνο. Αν δεν έχει κάποιο γρίφο, αν δεν σε οδηγεί κάπου όπου πρέπει να βρεις ένα κλειδί, απαραίτητο για να ξεκλειδώσεις μια πόρτα, που θα σε βγάλει κάπου αλλού όπου και εκεί θα πρέπει να βρεις πάλι κάτι άλλο.. Αν δεν έχει ακόμα και έναν κίνδυνο! Να παρερμηνεύσεις κάτι, να αφεθείς και να πνιγείς απ’ το μαυλιστικό τραγούδι των Σειρήνων, όπως τόσοι που χάνουν το δρόμο τους παρασυρμένοι από ανόητες συνωμοσίες, φιλοσοφίες του σωρού και παραισθησιογόνες δεισιδαιμονίες. Έτσι πρέπει να είναι ένας χάρτης θησαυρού. Αλλιώς θα ήταν απλούστατα ένα manual, ένα δοκίμιο ή ένα επιστημονικό άρθρο.

Τελικά, θα με ρωτήσετε, αποκαλύπτεται στον αναγνώστη η Αλήθεια, αν βρει τα σημεία-κλειδιά του χάρτη, αν συνδυάσει τα κομμάτια του πάζλ; Αν λύσει το γρίφο, θα βρει θησαυρό; Ή μήπως, μήπως ο ίδιος ο χάρτης είναι ο θησαυρός; Θα με ρωτήσετε αν έλυσα το φλέγον μυστήριο της δικής μου Ατλαντίδας. Έτσι τόσο αναπάντεχα, ύστερα από τόσες δεκαετίες. Ίσως όταν διαβάσω πάλι το Ατλαντίς να ανακαλύψω και άλλα πολλά. Όμως ναι. Νομίζω ναι..Ασφαλώς δεν μπορώ να σας το αποκαλύψω. Θα σας στερούσα τη μαγεία που ένοιωθα διαβάζοντάς τον χάρτη. Θα ήταν σαν να σας έλεγα την υπόθεση μιας υπέροχης ταινίας. Μιας ταινίας που ίσως έχει διαφορετικό νόημα και διαφορετικό τέλος για κάθε θεατή.