Θαυμάζω πάντα και παντού την εθελοτυφλία των μωρών ανθρώπων που θέλγονται από εκείνο που δεν τους συμφέρει και η λογική τους βραχυκυκλώνεται από την ψυχοσωματική τους αλήθεια.

Επί χούντας, εκτός από το πολυτονικό με βαρείες, που έβλεπα ως παρτιτούρα, θαύμαζα την εμμονή των απολυταρχών με την «Αντιγόνη». Μία έφηβη, επαναστάτρια, αμφισβητίας… τούς έθελγε τόσο που δεν μπορούσαν να κατανοήσουν ότι ήταν το κατ’ εξοχήν σύμβολο κάθε Αντίστασης ενάντια σε όποια εξουσία, υπέρμαχος μιας Ελευθερίας τόσο απόλυτης που καταντάει τρομακτική, ιερά σχεδόν.

Ίσως, τώρα που το σκέφτομαι, το απόλυτο τού χαρακτήρα της να προσομοίαζε στην δική τους μονομανία, αλλά πέραν αυτού ουδεμία σχέσις.

Λατρεύω αυτό το δραματικό πρόσωπο που ξεπέρασε τα όρια τής Τέχνης και διαπίδυσε στην Παγκόσμια Μυθολογία. Λέει δύο ακριβοδίκαιες (αλλά ουχί και αυτονόητες) α-Λήθειες: «Εγώ θα ζήσω περισσότερο ΕΚΕΙ – με τους νεκρούς – παρά εδώ» και «Αποχαιρετώ το φως τού (ορατού) ήλιου που δεν θα ξαναδώ ποτέ πια». Μπαίνει οικειοθελώς στον υγρό ανήλιαγο τάφο της ΖΩΝΤΑΝΗ. Απαρνιέται έναν κόσμο υπνοβατούντων νεκροζώντανων (γεμάτο Λαίδες Μάκβεθ) και πηγαίνει προς το Ανέσπερο Φως, το εσωτερικό. Το εσώτερο πεδίο της καταλαμβάνεται από την πλησμονή τού αδέσμευτου όντος. Κοιμάται αιωνίως «τον ύπνον τού δικαίου». Αναλήφθηκε στη μυθική, πολυδιαστασιακή Νήσο τών Μακάρων και δεν σκέφτεται να ξαναγυρίσει εδώ, στον πλανήτη με τις μανιχαϊστικές αντιθέσεις. Ή μήπως επιστρέφει αθέλητα κάθε φορά που την παριστάνουμε χωρίς να αξιωνόμαστε να φτάσουμε μήτε στον ποδήρη χιτώνα τού ανυπέρβλητου μεγαλείου της;

Δύσκολος ρόλος, γιατί αυτοκτονεί, σαν την ιψενική «Έντα Γκάμπλερ», σαν την στριντμπεργκική «Δεσποινίδα Ζυλί», μόνο που εκείνη δεν είναι σε αδιέξοδο (ούτε οι άλλες είναι άλλωστε). Μπορεί να επιλέξει να συμβιβαστεί, να θυσιάζει καθημερινά τον αληθινό εαυτό της στο βωμό τής Αγίας Επιβιώσεως. Όμως ζωή και επιβίωση δεν είναι συνώνυμα. Κι αυτό το ξέρουν καλά οι τραγικοί ποιητές μας.

Το λεγόμενο «ωκεάνιο συναίσθημα», η απόλυτη πλησμονή όλων των αισθήσεων, νοήσεων, μεταισθήσεων. Όποιος/όποια/όποιο έλλογο όν το έχει ζήσει έστω και μια κβαντική στιγμή, για ένα απειροελάχιστο κλάσμα κλάσματος τού δευτερολέπτου, για εκείνο το fractal τού απειροστού χωροχρόνου που διαρκεί αιώνες… δεν αρκείται, δεν δύναται να αρκεστεί στα λίγα/λόγια. Το γράφει ο Μεγάλος Ποιητής Λόρκα στον «Ματωμένο Γάμο»: «εκείνος (ο ένας, ο αρραβωνιαστικός), μου πρόσφερε μια γουλιά νερό κι ο άλλος (ο εραστής) ήταν χείμαρρος ορμητικός»…

Η «Αντιγόνη», μαζί με τον «Οιδίποδα» του Σοφοκλή, τις «Βάκχες» και την εγγονή τού Ήλιου «Μήδεια» τού Ευριπίδη, τον επαναστατημένο «Προμηθέα Δεσμώτη» τού Αισχύλου, τους μυστηριακούς «Βατράχους» και τη φεμινιστική φιλειρηνική «Λυσιστράτη» τού Αριστοφάνη, τον υπαρξιακώς τραγικό «Άμλετ» και τη μαγική «Τρικυμία» τού Σαίξπηρ… είναι ό,τι πιο διαχρονικό έχει γραφτεί και θα παίζεται όσο υπάρχουν ακόμη νοήμονες, ερωτικοί, ανοικτοί στο Άγνωστο άνθρωποι.

Το Άρρητο, το Άφατο, το μη-Επιστητό… εισβάλλουν μέσα από το έργο των Πολυσήμαντων Ποιητών και γλυκαίνουν τους τυραγνισμένους λογισμούς μας. Μετά, η χαρμολύπη, η συμπόνοια, η ανεκτικότητα, η αλληλεγγύη, η συμπερίληψη, η κατανόηση, η αγάπη τού πλησίον είναι εφικτή μέσα από την θέωσιν τού εαυτού που μεθίσταται εις «Εγώ Ειμί Παρουσία».

Ο Κρέων και ο Τειρεσίας, η Ευρυδίκη, ο Αίμων, η Ισμήνη, ο Φύλαξ, οι  δύο Άγγελοι (κακών πάντα ειδήσεων)… είναι όλες και όλοι όψεις τού ιδίου ακριβώς μονοπρόσωπου δράματος… είναι πλευρές τής μίας, ακέραιας και αμύθητης Αντιγόνης.

 

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας

https://konstantinosbouras.gr