Όλοι οι συντελεστές αξιέπαινοι, παρ’ όλο που θα του ταίριαζε μια πλέον κλασικότροπη μουσική…

 

Η Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής μας κάνει θαύματα (παρά τις όποιες αισθητικές αντιρρήσεις και κριτικές επιφυλάξεις μας)…

 Από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα…

 

Λατρεύω τους πνευματικούς ανθρώπους που παλεύουν με αντιξοότητες, αρθρώνουν τον δικό τους ελεύθερο λόγο σε δύσκολους καιρούς κι αγνοώντας την κρισιμότητα των καταστάσεων δεν λουφάζουν, δεν τηρούν ανύπαρκτες ισορροπίες, αλλά εκτίθενται, διακινδυνεύοντας και τη ζωή τους την ίδια θίγοντας τα «κακώς κείμενα» μιας περιφερειακής βαλκανικής χώρας που νοσεί κοινωνικώς ήδη από της ιδρύσεως του νέου ελληνικού κράτους. Ο εθνικισμός, ο φασισμός, ο απολυταρχισμός, η ημιμάθεια και η μισαλλοδοξία πηγαίνουν πάντα αντάμα με τον φανατισμό κι όταν στο μείγμα προστεθεί η ανεργία, η ύφεση, η μιζέρια, τότε κάθε λογής πιθανότητα είναι δυνατή, με ή χωρίς έξωθεν επιβουλή (τα καταφέρνουμε μια χαρά κι από μόνοι μας στο ευγενές σπορ της αλληλοεξοντώσεως).

 

Εκτός από τον Καζαντζάκη που έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του εκτός βεληνεκούς των ορκισμένων εχθρών του και ο πνευματικός άνθρωπος Βασίλης Βασιλικός αναγκάστηκε να εκπατριστεί για να αποφύγει όλους εκείνους που ξεμπρόστιασε με το τολμηρό πόνημά του «Ζ». Κι αν ο αείμνηστος εθνάρχης Κωνσταντίνος Καραμανλής απόρησε «μα εγώ κυβερνώ ή το παρακράτος;», άλλοι κατοπινότεροι κυβερνήτες δεν τόλμησαν καν να ξεστομίσουν αυτό το εύλογο αμλετικό ερώτημα.

 

Θαύμασα την προσπάθεια όλων των καλλιτεχνών να «μελοποιήσουν» ή «να ντύσουν με μουσική» ή να υπομνηματίσουν μουσικώς ένα λιμπρέτο που φιλοτέχνησε ο πολύς και δοκιμασμένος στον θεατρικό κώδικα Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, όμως αυτό το εγχείρημα ήταν καταδικασμένο εξαρχής σε μερική αποτυχία, δεδομένου ότι ακόμα κι ο Λέοναρντ Μπερνστάιν, ο Μίκης Θεοδωράκης ή ο Κουρτ Βάιλ είχαν να παλέψουν με περισσότερο λιτά έργα μυθοπλασίας χωρίς καμία ιστορική απαίτηση ακρίβειας, αφού επρόκειτο μάλλον για ποιητικά έργα και παραβολές παρά για κάτι τόσο πραγματικά απαιτητικό όσο ένα ντοκουμέντο που πρέπει να θυμίζει τα ιστορικά πρόσωπα.

 

Τιτάνιο το εγχείρημα λοιπόν, όμως το αποτέλεσμα ήταν κάτι παραπάνω από συμπαθητικό, αφού όσοι από εμάς – λόγω ηλικίας – είχαμε ζήσει τα γεγονότα ή τον απόηχό τους (μετά την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών), όσοι από εμάς είναι άνω των εξήντα, μπορούσαν να «επαληθεύσουν» από τις προσλαμβάνουσες εικόνες κι εμπειρίες τους την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» μιας μακρινής εποχής που όπως και να το κάνουμε απέχει παρασάγγας από τη δική μας, χωρίς να έχουν εξαφανιστεί βεβαίως τα εξωθεσμικά κέντρα τού παρακράτους (ή μήπως θα έπρεπε να πω «τών παρακρατών», αφού η Ελλάδα είναι σταυροδρόμι συναντήσεως πάσης φύσεως παραβατικών απανταχού της γης)…

 

Εκτός από τη μουσική που νεωτέριζε εκνευριστικά ή συριστικά ενοχλητική, όλα τα άλλα, εάν επρόκειτο για μια απλή θεατρική παράσταση θα ήταν τέλεια. Και μόνον στο δεύτερο μέρος εισήχθη κάποιος τόνος χιούμορ στον επί τούτου διακεκομμένο τονισμό της επικλήσεως «Αρχίδει-νόσαυρε»!!! Η οπερατική φόρμα (που δεν μπορούμε να την πούμε και λυρική, αφού δεν είχε σχεδόν τίποτα το μελωδικώς αρμονικόν) παρέσερνε το όλον θέαμα προς μία κωμική γραφικότητα, ένεκα της εγγενούς απλοϊκότητος του είδους κι ως εκ τούτου είδαμε μία γραφικώς κωμική (με την έννοια των graphics και comis) εικονογραφημένη εκδοχή του αθάνατου μυθιστορήματος-ντοκουμέντου που εκπόνησε και φιλοτέχνησε με αριστουργηματικά λιτό τρόπο ο Βασίλης Βασιλικός.

 

Ενδεχομένως αν είχε χρησιμοποιεί περισσότερο η σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία εικόνας και ήχου (όπως κι αν λέγεται αυτό: video-art ή …), ενδεχομένως τότε να είχαμε ένα περισσότερο σύγχρονο μεταμοντέρνο θέαμα κι όχι την συμπαθητική απόπειρα μεταφοράς της αισθητικής των ταινιών του μεγάλου Θόδωρου Αγγελόπουλου με μια νότα ιαπωνικού μινιμαλισμού και κινεζικής αφαιρετικότητας σε έναν χώρο που μήτε ποιητικός μήτε περιγραφικός εν τέλει ήταν, αλλά βαρυφορτωμένος, μπαρόκ και – γιατί όχι; – μερικές φορές ακόμα και «βλαχομπαρόκ».

 

Είναι δύσκολο πράγμα το μουσικό θέατρο γιατί συνδυάζει όλες τις Τέχνες, αγγίζει το «Ολικό Καλλιτέχνημα» (Gesamtkunstwerk) και μόνον ένας ή πολλοί, μια ομάδα ιδιοφυών αναγεννησιακών ανθρώπων μπορούν να το οδηγήσουν στην παραγωγή ενός έστω αριστουργήματος, κάτι βεβαίως που δεν μπορεί να συμβαίνει κάθε μέρα.

 

Παρ’ όλες αυτές τις εκπεφρασθείσες επιφυλάξεις, κριτικές επισημάνσεις και προβληματισμούς που μου γέννησε αυτή η ενδιαφέρουσα παράσταση, οφείλω να παραδεχτώ πως η Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής μας, δημιουργεί πρωτότυπα «θαύματα» στον υπέροχο και φιλόξενο χώρο του «Ιδρύματος Νιάρχου». Όμως αυτή ακριβώς είναι η έννοια του πειραματισμού: μέσα από την έρευνα να διδασκόμεθα από τις αποτυχίες μας και να συμμετέχουμε στον δημιουργικό διάλογο που ως εκ τούτου δημιουργείται…

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

 

 

INFO:

 

http://www.nationalopera.gr/gr/event/z-2018/

 

Εναλλακτική Σκηνή

Μηνάς Μπορμπουδάκης

Ζ

Όπερα
Μουσική διεύθυνση: Μηνάς Μπορμπουδάκης – Νίκος Βασιλείου
Λιμπρέτο: Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου

ΠΡΕΜΙΕΡΑ 2 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018
2, 3, 8, 10, 11, 15, 17, 18 Μαρτίου 2018
14, 15, 17, 18 Απριλίου 2018

Πρώτη παρουσίαση / Παραγγελία της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ

Εναλλακτική Σκηνή Εθνικής Λυρικής Σκηνής
Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος
Ώρα έναρξης: 20.30

Μουσική διεύθυνση: Μηνάς Μπορμπουδάκης (2, 3, 8, 10, 11, 15, 17, 18/3/2018) – Νίκος Βασιλείου (14, 15, 17, 18/4/2018)

Σκηνικό: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Φωτισμοί: Σίμος Σαρκετζής

Ζ: Δημήτρης Παπανικολάου
Γυναίκα / Ψυχή: Τζίνα Φωτεινοπούλου
Αρχιδεινόσαυρος: Γιάννης Γιαννίσης
Κάβουρας: Aρκάδιος Ρακόπουλος
Γρύλος: Χρήστος Κεχρής
Ανακριτής: Βαγγέλης Μανιάτης
Τίγρης: Διονύσης Τσαντίνης
Νικήτας: Γιώργος Παπαδημητρίου
Δημοσιογράφος: Βασίλης Δημακόπουλος
Ράφτης/Ιατροδικαστής: Μιχάλης Κατσούλης
Πτεροδάκτυλος: Ιωάννης Κάβουρας
Αδελφή Νικήτα: Διαμάντη Κριτσωτάκη/Αναστασία Κότσαλη
Μάνα Νικήτα: Βασιλική Κατσουπάκη/Όλγα Μπαλωμένου

Φωνητικό σύνολο: Διαμάντη Κριτσωτάκη, Αναστασία Κότσαλη, Βασιλική Κατσουπάκη, Όλγα Μπαλωμένου, Ιωάννης Κάβουρας, Νικόλας Μαραζιώτης, Βασίλης Δημακόπουλος, Μιχάλης Κατσούλης

Συμμετέχει το Ergon Ensemble

Τιμές εισιτηρίων 18, 25 € / Φοιτητικό, παιδι