Το θέατρο είναι καθρέφτης κι ουχί ο κολακευτικότερος όλων

 

Δομημένες σκέψεις από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 

«Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποια είναι η ομορφότερη στον κόσμο;». Ερώτηση που δεν πρέπει να κάνει καμία και κανένας Νάρκισσος. Πρώτον, γιατί πάντα υπάρχει ένας νεότερος, ομορφότερος, αρμονικότερος, ευειδέστερος από την πάρτη μας και δεύτερον γιατί όποιος εκτίθεται πρέπει να είναι έτοιμος για την όποια κριτική. Καθρεφτιζόμαστε στα μάτια των άλλων και συνήθως μάς ενοχλεί κάθε τι με το οποίο δεν έχουμε ακόμη συμφιλιωθεί. Κι αυτό ισχύει μεν στις διαπροσωπικές σχέσεις, το θέατρο όμως είναι ένας πολλαπλός παραμορφωτικός καθρέφτης: αντικατοπτριζόμαστε όχι μόνον στα μάτια των άλλων (συνδημιουργών κι επαρκών θεατών) αλλά και σε ένα άλλο, άχρονο και άχωρο επίπεδο, στον «κόσμο τής Τέχνης» τον υψηλό (όπως γράφει ο Μεγάλος Αλεξανδρινός Ποιητής). Εκεί αναγκαστικώς αφ-ίστασαι, βλέπεις τον εαυτό σου και τους άλλους από ψηλά, λυτρώνεσαι δια της εκ-στάασεως, της μεθ-έξεως.

Το περίφημο «παράδοξο τού Diderot», σύμφωνα με το οποίο προκειμένου να συγκινήσεις τους θεατές δεν πρέπει να παρασυρθείς ως ηθοποιός από το συναισθηματικό φορτίο του δραματικού προσώπου που καλείσαι να υποδυθείς, αλλά να κρατηθείς όσο μπορείς μακρύτερα από τα δικά του ερέβη. Ετεροβαρές το εγχείρημα κι αντιφατικό. Αφ’ ενός πρέπει να προσεγγίσεις μιαν άλλη ψυχοσύνθεση δια της ενσυναισθήσεως και να «μπεις στα παπούτσια» τού άλλου, αφ’ ετέρου πρέπει να κρατηθεί σε απόσταση ασφαλείας. Όπως στο τζάκι. Αν καθήσεις μακριά κρυώνεις, αν καθήσεις κοντά ψήνεσαι.

Απολλώνειος διονυσιασμός, δομημένη βακχεία, λελογισμένη μαγεία, νοησιαρχικό παρ-Άλογο… είναι μερικές μόνο από τις απόπειρες καταγραφής μιας κατάστασης τόσο περίπλοκης.

Το θέατρο είναι σύμβαση. Η συνδημιουργική παρακολούθηση μιας παράστασης προϋποθέτει ένα άγραφο συμβόλαιο. Υπάρχουν όρια, που δεν προκύπτουν μόνον από τον αστικό κώδικα και την καθεστηκυία ηθική, αλλά από αυτό που λέμε «πολιτική ορθότητα» και «κοινωνική αγωγή». Η «αγωγή του πολίτη» είναι υποσύνολο τής κοινωνικής μόρφωσης κι αυτή συμπληρώνει την πανεπιστημιακή.

Η γλώσσα, αν και έχει όρια, είναι ρευστή. Η ποιητική και σκηνική της χρήση προϋποθέτει την αν-οικείωση. Ακόμα και οι παραγλωσσικοί κώδικες, η λεγομένη «γλώσσα του σώματος» δεν είναι μονοσήμαντα και τελειωτικά καθορισμένη, όπως παραδείγματος χάριν τα σήματα μορς ή η γραφή Μπράϊγ.

Εκεί εμφανίζονται τα περιθώρια για σάτιρα, καινοτομία, πρόκληση, νεωτερισμό, προκλητικότητα και λοιπά.

Μέσα από αυτές τις ρωγμές, που μπορούν να εξελιχθούν σε χάσματα, περνάει η σάτιρα, η ειρωνεία, ο σαρκασμός…

Χωρίς την ελευθερία του λόγου δεν θα υπήρχαν τα δημοκρατικά πολιτεύματα. Χωρίς την δημοκρατική ελεύθερη έκφραση δεν υπήρχε ο έλεγχος, η διαφάνεια, η αξιοκρατία, η αξιοπιστία, η Δικαιοσύνη εν τέλει…

Χωρίς την ελευθερία δημιουργού-συνδημιουργού-αναδημιουργού δεν θα υπήρχαν πολλά από τα θεατρικά είδη και φαινόμενα όπως: η αρχαία κωμωδία (με κορυφαίο τον αθυρόστομο Αριστοφάνη), η αθηναϊκή επιθεώρηση, η stand-up comedy, το λαϊκό θέατρο, το θέατρο σκιών, τα γονιμολατρικά έθιμα και δρώμενα, το καρναβάλι και άλλες εκφάνσεις τού Πολιτισμού.

Λογοκρισία ίσον θάνατος τής Τέχνης.

Ο εκφοβισμός τού Κριτικού είναι τρομοκρατία κι η χειρότερη απ’ όλες.

Ο καθημερινός φασισμός αποκορυφώνεται με την άρνηση τής κριτικής που μας ασκούν οι άλλοι.

Κρίνετε ίνα κριθείτε… Αυτό εφαρμόζεται στην πράξη στον πλανήτη γη καθημερινώς.

Όμως πρέπει να υπάρχουν κανόνες, κώδικες, σεβασμός, εκτίμηση, αναγνώριση τού κόπου των άλλων, ενσυναίσθηση, αλληλεγγύη κι εν τέλει ΦΙΛΟΤΗΤΑ (αν όχι και ΑΓΑΠΗ, που προϋποθέτει – δυστυχώς – να αγαπάς και ν’ αποδέχεσαι τον εαυτό σου, αν θέλεις ν’ αγαπήσεις και τον πλησίον σου «ως σεαυτόν»).

Δυστυχώς πάσχουμε όλοι μας (ολάκερη η Ανθρωπότητα) και ειδικά η υβριδική νεοελληνική κοινωνία από έλλειψη αυτογνωσίας.

Όταν τα πράγματα ξεφεύγουν, η όποια υπέρβαση τού μέτρου οδηγεί εις την Ύβριν, εις την Άτην, εις την Κατά-στροφήν.

Όμως το θέατρο είναι μια πράξη εξ ορισμού υπερβολική, υπερτονισμένη, υπογραμμισμένη με διάφορους τρόπους.

Πώς κρατάς το μέτρο και τις ισορροπίες προς αποφυγήν κρίσεων; Μα εάν δεν προκληθούν κρίσεις δεν υφίσταται η δραματική σύγκρουση. Χωρίς αντιθέσεις δεν υφίσταται το παραστασιακόν γεγονός.

Αντίφαση. Οξύμωρο.

Στη μουσική η αντίστιξη είναι τέχνη για εκλεπτυσμένους νόες.

Η συναισθηματική νοημοσύνη (eq) είναι στις κοινωνικές μας εκδηλώσεις πιο χρήσιμοι από το iq.

Τελικά, ποιος επιβιώνει μέσα από μια θεατρική πράξη; Όποιος αυτοσαρκάζεται, δεν παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά κι είναι κάθε στιγμή έτοιμος να παρατηρήσει τον εαυτό του στο μικροσκόπιο τού εντομολόγου, όποιος είναι σεμνός και ταπεινός έτσι ώστε να μην νιώθει ούτε καν ωσάν κουκίδα στο Σύμπαν. Όποιος δεν είναι εγωκεντρικός, ατομοκεντρικός, ναρκισσιστής, εγωπαθής και αφοσιωμένος στην επίπλαστη συνήθως αυτό-εικόνα του.

Ο Τσέχωφ έλεγε πως η λογοτεχνία (και η Τέχνη γενικότερα) είναι ένα αθώο ψέμα.

Εγώ θα έλεγα πως είναι απλώς αφήγηση. Απόγονοι των αρχαίων παραμυθάδων είμαστε, που έλεγαν ιστορίες στα νεολιθικά σπήλαια για να εξασφαλίζουν ένα κοψίδι, ένα κόκκαλο έστω από το κυνήγι.

Οι αρχαίοι δραματικοί ποιητές είχαν βεβαίως επίγνωση πως τρέφονταν «με ψίχουλα από το τραπέζι τού Ομήρου». Εμείς σήμερα ποιοι / ποιες νομίζουμε πως είμαστε και περιμένουμε να σταματήσει ο κόσμος να ανασαίνει με το που θα εμφανιστούμε στη σκηνή;

«Όλος ο κόσμος μια σκηνή» (Σαίξπηρ).

Είμαστε τα κακομαθημένα «τρομερά παιδιά» του Κοκτώ ή άλλου δράστη;

Ανάδραση (feedback), διάδραση, αντανάκλαση στον καθρέφτη τού κόσμου είναι η κάθε απόπειρά μας η καλλιτεχνική, η λογοτεχνική, η θεατρική. Προϋποθέτει όμως ωριμότητα ετούτη η σύγκρουση του φαντασιακού εσωτερικού μας κόσμου με την «πραγματικότητα». Απαιτεί γερά νεύρα, ταπεινοφροσύνη και διάθεση να εξελιχθείς.

Ολάκερο το Σύμπαν είναι «έργο εν εξελίξει». Και η θεατρική πράξη επίσης, αφού είναι κάθε βράδυ διαφορετική, μοναδική και ανεπανάληπτη.

Το λεγόμενο «στούντιο εφέ» αποκαλύπτει την απροκάλυπτη διπλοπροσωπία μας να μην θέλουμε να εκτεθούμε στην αιωνιότητα. Και για τούτο «δεν επιτρέπονται οι φωτογραφίες ή η βιντεοσκόπηση παραστάσεων – με ή χωρίς flash».

Μια συμβουλή προς ναυτιλομένους (γενικότερα): μην παίρνετε τόσο σοβαρά τον εαυτό σας εάν επιθυμείτε διακαώς να σας πάρουμε εμείς στα σοβαρά, κονταροχτυπηθείτε με τους εσωτερικούς σας δαίμονες για να μην χρειαστεί να κυνηγάτε ανεμόμυλους, αγαπήστε τους άλλους για να σας ανεχτούν (τουλάχιστον) αυτό, αποδεχθείτε με σεβασμό κάθε ιδιαιτερότητα για να σας συν-χωρήσουν κι εσάς, για να χωρέσετε στα ρούχα σας, στον χώρο και στον χρόνο, που γίνεται ασφυκτικός όταν ξεχειλίζουν οι ματαιοδοξίες και μωροφιλοδοξίες μας.

Ο Μαχάτμα Γκάντι έλεγε πως η Γη είναι ένας ευρύχωρος τόπος για όλους, μπορεί να θρέψει τους πάντες, φτάνει να μην κατακλυστεί από τις υπερβολικές, άπληστες, ακόρεστες φιλοδοξίες τους.

Και για να κλείσουμε, ένα θεατρικό / οπερατικό παραλειπόμενο: όταν η χαριτωμένη παχουλούλα Μαρία Καλογεροπούλου – Μενεγκίνι τραγουδούσε στην «Aida» ένας αθεόφοβος έγραψε πως τα πόδια των ελεφάντων (στο σκηνικό προφανώς) ήτανε λεπτότερα από τις γάμπες τής τραγικοτέρας τών αοιδών. Αυτή η γραπτή παρατήρηση, που ενέκρυπτε ενδεχομένως κάποιο κακόηθες σχόλιο «κοινωνικής κριτικής» οδήγησε την μεγίστη ντίβα να κάνει δίαιτα και να μείνει στην Ιστορία και για την κομψότητά της. «Ουδέν κακόν αμιγές καλού».

Αγαπητές φίλες, αγαπητοί φίλοι, ως γνήσιος απόγονος της γιαγιάς μου τής Αγγελικής, που ήταν «ανθηρόστομος» θα κλείσω με ένα ρητό δικής μου εμπνεύσεως: «μην χτυπιέστε!!! Έχει ανακαλυφθεί το μίξερ, προ πολλού μάλιστα. Κάθε φορά που ξεχειλίζει του εγωϊσμού ο πυρετός και απειλεί να σας κατακλύσει πηγαίνετε στον καθρέφτη σας, κοιταχτείτε στην λήμνη του Νάρκισσου και μην πέσετε μέσα, αλλά γελάστε, γελάστε με την καρδιά σας. Χωρίς αυτό το σωτήριο, λυτρωτικό γέλιο καμία θεατρική πράξη, καμία κοινωνική, καλλιτεχνική, πολιτισμική έκφραση δεν είναι ανεκτή και καλόγουστη». Η αισθητική και το kitsch έχουν πολύ λεπτά, δυσδιάκριτα κι αδιόρατα όρια. Μην το παρακάνετε.

Κι όπως λέει ένας παλιός Αμερικανός κωμικός ηθοποιός: «Nobody is prerfect. Not even …me!!!».

Κοιτάξτε με αγάπη τους άλλους γύρω σας κι αφήστε τους να κολυμπήσουν στον βυθό των ματιών σας. Εκεί δεν πνίγεται κανείς καλοπροαίρετος. Στην λίμνη τού Ναρκίσσου πνίγονται όλοι, νάρκισσοι και μη νάρκισσοι, αφού «ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται – κι από τα μαλλιά των άλλων επίσης, γι’ αυτό ξυρίζω τακτικά την κεφαλήν, κάθε πρωί, κεκαρμένην την φέρω ευθυτενής και περήφανος στην καθημερινή συνάντησή μου με τον κόσμο, γιατί δεν έχω να κρύψω τίποτα κι από κανέναν / καμία.

 

Υγιαίνετε!!! Έρρωσθε!!!

Με υπαρξιακή θλίψη και γλυκόπικρη στενοχώρια,

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας

Αριστούχος διδάκτωρ του Τμήματος Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας τού Ιονίου Πανεπιστημίου

https://konstantinosbouras.gr