από την Δρα Αγγελική Κομποχόλη, Φιλόλογο-Κριτικό

Ο Διονύσης Μενίδης (1958-2014) υπήρξε μία σημαντική μορφή των ελληνικών γραμμάτων, ένας σεμνός και αθόρυβος ποιητής, ένας διακριτικός και συνάμα οξυδερκής στοχαστής, τον οποίο οι εκδόσεις «ΑΩ», σε συνεργασία με τον πολιτιστικό χώρο «Polis Art Café», τίμησαν την Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016 με ειδική συναυλία, αφιερωμένη στη μνήμη του, στα πλαίσια της παρουσίασης του βιβλίου του Δ. Φύσσα «Εμένα μου λες», ο οποίος και μίλησε για το έργο του Mενίδη στο σύνολό του. Στην ίδια εκδήλωση παρευρέθηκαν και μίλησαν (αλφαβητικά) οι συγγραφείς και δημοσιογράφοι Ηλίας Καφάογλου και Δημήτρης Μανιάτης, η μεταφράστρια νεοελληνίστρια Χριστιάνα Μυγδάλη, η ιστορικός Μαρία Σαμπατακάκη και ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης. Στη συναυλία που ακολούθησε συμμετείχαν η θεατρολόγος Δήμητρα Κονδυλάκη (τραγούδι), η δικηγόρος Μαρία Πιτσαρού (τραγούδι), η μουσικός Βάσω Τουμπακάρη (κιθάρα), ο γιατρός Γιάννης Φύσσας (μπουζούκι) και ο ίδιος ο Δημήτριος Φύσσας (τραγούδι). Μία εξαιρετική βραδιά, φόρος αναγνώρισης και σεβασμού, στον (σχετικά) κοντινά χαμένο ποιητή. Έναν από τους καλύτερους της γενιάς του.

Δημιουργός και παρατηρητής ζωής, που δε φυλακίστηκε ποτέ στα μετρημένα όρια του ατομοκεντρικού στοχασμού, ο Διονύσης Μενίδης μας έδωσε μία ποίηση θαρραλέα κι εμψυχωτική, με τη λυρική, κάποτε σπαρακτική, παρότρυνση να περπατήσουμε τον κόσμο διακινδυνεύοντας την συμμετοχή μας σε αυτόν, έκθετοι στη διάβρωση και την ανατροπή του, γενναίοι ωστόσο στη θέαση και τη βίωσή του. Χωρίς ρομαντική εκμετάλλευση του υλικού του, χωρίς συμβολικές κατασκευές, χωρίς διάθεση εξωραϊσμού πρόβαλε και φώτισε αδρά την αδυσώπητη πραγματικότητα στις ανεπανόρθωτες ήττες της, στις ψυχικές καθιζήσεις της, στις συναισθηματικές ματαιώσεις της κρατώντας από την εμπειρία, όχι τον ματωμένο πυρήνα της, αλλά την σοφή επίγνωση. Με πέντε ποιητικές συλλογές που ανέδειξαν μία ρωμαλέα, γυμνή στην παραδοχή και συνάμα εκλεπτυσμένη στην εξωτερίκευσή της γραφή, η οξυδερκής ποιητική φύση του Δ. Μενίδη συνάντησε με αμερόληπτη κρίση την κοινωνική πραγματικότητα και την ξεπέρασε· την αποκωδικοποίησε στις αδιόρατες αποχρώσεις της και μας προσέφερε εξαιρετικά δείγματα λογοτεχνικής ευαισθησίας. H έλλειψη επιτήδευσης, η καθαρότητα της περιγραφής, ο εικονογραφική απόδοση, η βιωματική ορολογία είναι μερικά μόνο από τα πλεονεκτήματα του ποιητικού λόγου του σπουδαίου αυτού δημιουργού, που διατρέχουν το σύνολο της ποιητικής του δημιουργίας, η οποία αριθμεί πέντε αξιόλογα έμμετρα πονήματα: «Ρεμπέτικα», Αντιμεταρρύθμιση και άλλα ποίηματα» (1979), «Αναζήτηση έπους» (1981), «Το φως της νύχτας» (1985), «Το τόξο και η λύρα» (1994) και «Ο νερόμυλος» (1998), ίσως το κορυφαίο έργο του[1]. Και στις πέντε ποιητικές συλλογές ο Μενίδης χρησιμοποιώντας μία σκληρή, ευθύβολη και ταυτόχρονα αισθαντική φραστική δομή, ανέπτυξε μία γραφή-σηματωρό του δυτικού πολιτισμού που κινήθηκε, όπως εύστοχα έχει επισημανθεί, στον ανοιχτό χώρο του κοινωνικού κόσμου, με αποσπάσματα θεωριών, πολιτικά σύμβολα, έννοιες των φυσικών επιστημών και τη φιλοσοφίας, διαφημιστικά στιγμιότυπα, αναφορές στη ροκ του ‘ 60, τη μεσοπολεμική τζαζ και την έντεχνη μουσική, αποτύπωσε με ενάργεια τις μορφές της ζωής στον προσωπικό υπαρξιακό εγκλωβισμό τους και σε μία οξύτατη αίσθηση παραλόγου, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα της λύτρωσης, μέσα από εικαστικές οντολογικές κλείδες, από τα καθαρά χρώματα της ημέρας, από το αχνό, σχεδόν αγγελικό, σχεδόν ζοφερό, σκοτάδι και από το υπερβατικό βάθος.

Ο Πάουντ γράφει πως η λογοτεχνία δεν υπάρχει στο κενό, λειτουργεί σε σχέση με την πραγματικότητα κι οι συγγραφείς προωθώντας στα έσχατα όρια τις προθέσεις τους, πρέπει να απογυμνώνουν τον στόχο τους και να τον σημαδεύουν με ευστοχία, μακριά από υπεκφυγές και ακροβασίες. Μια τέτοια ποίηση, σαφής στις προσδοκίες της και ειλικρινής στην ευαίσθητη αγωνιστικότητά της, είναι η ποίηση του Δ. Μενίδη και αυτήν την ποίηση βρίσκουμε συγκεντρωμένη στo έργο του, με μία προσεκτική, από τον ίδιο τον ποιητή, σταχυολόγηση σκέψεων και ποιημάτων, δημοσιευμένων και μη, που οδηγούν σε επαναπροσδιορισμό και νέα εξακρίβωση της ποιητικής του θέσης έναντι του κοινού του. H ίδια πάντα ποιητική πρόθεση, καθαρή και αυθεντική, γίνεται τώρα πιο αιχμηρή, για να στηλιτεύσει τις αδικίες και τα παθολογικά σημεία της κοινωνικής πραγματικότητας. Παραμένει όμως αμετάβλητη η οραματική θέαση του κόσμου, λυρικά θεμελιωμένη σε ένα ποιητικό σκηνικό λιτό και ταυτόχρονα μεγαλόπνοο, με έξοχα ανοίγματα στιχουργικής ευφράδειας και σεμνής λογοτεχνικής στάσης. Της ίδιας ακριβώς στάσης με την οποία ο ωραίος αυτός δημιουργός αντίκρισε τη ζωή του και πορεύτηκε:

ΜΕΝΙΔΗΣ 1

Ποιος είδε ψάρι στο βουνό και θάλασσα σπαρμένη; Ένα κουπί ποιος φύτεψε σε θερισμένο κάμπο; Πουλιά το βλέπουν στεριανά και το περνούν για σκιάχτρο. Πάνε δειλά από πιο κοντά, το λένε λιχνιστήρι. Κι ένας αετός που πέρναγε τον πιάσανε τα γέλια. Καλά το είπατε πουλιά πως είναι λιχνιστήρι Λιχνίζει κύματα αλμυρά στα αλώνια του πελάγου Πίσω να πάει το άχερο μπροστά ο καρπός να πέσει. Πίσω να παν μέρες πικρές, μπροστά να δεις πατρίδα. Το ονοματίζουνε κι αλλιώς: του καραβιού φτερούγα. Κι όσοι θαλασσοδέρνονται το λεν δεξί τους χέρι. Κι αυτός που το φερε ως εδώ στον ώμο κουβαλώντας Όσο μπορούσε πιο μακριά ‘π’ τη θάλασσα τη χέρσα, Και το μπηξε βαθιά σε γης που αδιάκοπα γεννάει Το λέει σταυρό στη μνήμα του: εκεί να τονε θάψουν» (Διονύσης Μενίδης, Ο νερόμυλος,1988)

ΥΓ.: Αντίο Διονύση, αντίο ωραίε μου φίλε..Έφυγες στην πιο μεγάλη νύκτα, λίγο πριν το πρώτο φως…Αποχαιρέτησες τη ζωή σου με τον ίδιο τρόπο που την κοίταξες…Ποιητικά….

Αγγελική Κομποχόλη

Φιλόλογος-Δρ. Πανεπιστημίου Αθηνών

 

[1] Mετά τον θάνατό του η αγαπημένη σύζυγός του Σίσσυ Μπελσή-Μενίδη επιμελήθηκε, με πολλή φροντίδα, την έκδοση ποιημάτων του από το σύνολο του ποιητικού του έργου, που ο ίδιος ο ποιητής είχε επιλέξει και επεξεργαστεί εκ νέου, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του. Τα ποιήματα αυτά συμπεριλήφθησαν στην ποιητική συλλογή «Ο Αχιλλέας και ο Αίαντας παίζουν πεσσούς», η οποία εκδόθηκε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 2015, με αυτοέκδοση από την χήρα του εκλειπόντος ποιητή. Δέκα μήνες αργότερα με τον ίδιο τρόπο η κα Μπελσή επιμελήθηκε νέα έκδοση, με τον τίτλο «Διαδρομές», αυτή την φορά δημοσιεύσεων και άρθρων του ποιητή στο περιοδικό «Δέντρο», καθώς ο Δ. Μενίδης είχε μόνιμη συνεργασία με το συγκεκριμένο περιοδικό με τη στήλη που διατηρούσε κι η οποία είχε την ονομασία «Διαδρομές».