ανδρεαςΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ

Ο Αντρέας Πολυκάρπου γεννήθηκε το 1984 στη Λευκωσία. Τα τελευταία δέκα χρόνια ζει μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές : το 2006 «Τα πρωτοβρόχια της ψυχής μου», εκδόσεις Power publishing, το 2010 τη συλλογή «Διάφανες βάρκες», εκδόσεις Εν τύποις και το 2013 τη συλλογή «Απρόσωπα Φαγιούμ», εκδόσεις Άπαρσις. Το 2014 εκδόθηκε από τις εκδόσεις Vakxikon. gr το θεατρικό του έργο «Κατά Ιωάννη αποκαθήλωση». Βραβεύτηκε δύο φορές (2008- 2010) από τη European Commission και τη Media Consulta ως ο καλύτερος, νέος, Κύπριος δημοσιογράφος.  Το 2014 πήρε το δεύτερο πανελλήνιο βραβείο σε λογοτεχνικό διαγωνισμό. Από το 2013 είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου. Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά της Ελλάδας.

ΖΩΣΙΜΟΣ Ο ΦΑΛΗΡΕΑΣ

Με αδαμιαία περιβολή, του Ερμή οι ακόλουθοι

περιπλανιούνται με τη βάρκα του χάροντα στους καταρράκτες των ψυχών.

Και πίσω τους σκυφτός και σιωπηλός ακολουθεί ο Ζώσιμος ο Φαληρέας.

Κανένα δεν φέρει νόμισμα κάτω από τη γλώσσα.

Μήτε χρυσάφια έχει στα χέρια, μήτε με μετάξια έχει το σώμα του ντυμένο.

Μόνο στα χέρια του, με τα πετρωμένα και αγκυλωμένα δάχτυλα

σφικτά κρατά τους στίχους του.

Η μόνη του περιουσία που εξαργύρωση στο θάνατο ψάχνει να βρει.

Υπήρξε ποιητής μα λίγοι το γνώριζαν.

Κι όσοι έτυχε τους στίχους του να ακούσουν

έστρεφαν επιδεικτικά την πλάτη τους μη μπορώντας

και μη θέλοντας- ίσως- το νέο να ακούσουν.

Αυτός διέφθειρε έλεγαν τον Πρωτότοκο.

Αδύνατο του ήταν συγχώρεση να βρει

και το όνομα του με υστεροφημία να στολίσει.

Στην ψυχή του βαθιά φώλιαζαν τερατόμορφες όρνιθες

που έψελναν τις νεκρώσιμες ακολουθίες του Άδη.

 

Τον πλησίασε κάποτε απεσταλμένος από την Ιουδαία.

Ο ίδιος που λιθοβόλησε τον Άγιο Στέφανο

σε ένα του λιμανιού μπουρδέλο την ώρα που αγόραζε το λαθραίο έρωτα

στα ματωμένα σεντόνια της ιερόδουλης παρθένας.

Κι απέξω να περιμένει ένας εξόριστος πρόσφυγας που του έλαχε να αμαρτήσει

μια βραδιά σε ένα του Πατέρα του ξωκλήσι με τη Μαγδαληνή των ονείρων.

Της παρθένας ο γιος με πόρνες πλάγιαζε πριν τον στιγματίσει ο Βαπτιστής.

  • Πόσοι αλήθεια άγιοι με πόρνες θέλησαν να πλαγιάσουν;

Σαν οι Ρωμαίοι το σώμα Του θέλησαν σε δυο ξύλα να καρφώσουν

Αυτός μπαρκάρισε με τον πολυμήχανο τις Ιθάκες να βρει

μακριά από  τους ευαγγελιστές και όσους άλλους τον ήθελαν ευνούχο.

Στο Φάληρο ο Ιουδαίος γνώρισε το Ζώσιμο.

Ποιητής στην πρώτη νιότη κι Αυτός ήδη για τους πιστούς νεκρός.

Κανένας δεν κατάλαβε ότι στο σταυρό ο έκπτωτος μονάχα ψυχορραγούσε.

Μόνο η παρθένα ήξερε την αλήθεια.

Μα αυτή από χρόνια αγαπούσε σαν δικό της παιδί τον Εωσφόρο.

 

Ο Ζώσιμος  άκουσε για κάποιον Ισκαριώτη και το φρικτό του τέλος

και ήταν πια σίγουρος ότι σε κολυμβήθρες δεν ήθελε να ξεπλύνει

τα μύρα των Ελευσίνιων μυστηρίων.

Σε δώδεκα μόνο πίστευε Θεούς

γιατί λοιπόν τους δώδεκα να ακολουθήσει Αποστόλους;

Τον Ιουδαίο έκρυψε ανάμεσα στα βράχια

μα κάθε βράδυ Αυτός έφευγε με το πλοίο της γραμμής

για τις απέναντι ακτές της Δήλου.

Γυμνός όπως τον γέννησε η παρθένα

άφηνε το σώμα του στον ίσκιο των άστρων

και στα ομόφυλα χάδια των μυστών.

 

Ανήμπορος, λοιπόν, ο Ζώσιμος την ψυχή του από τον Άδη να σώσει.

Μόνο τα άθλια του γραπτά κουβαλά παρηγοριά στην κόλαση να έχει.

Καταραμένε Ζώσιμε! Την ψυχή μαγάρισες του θεόπεμπτου υιού.

Άθλιε εσύ γραφιά μην ψάξεις την ψυχή σου να σώσεις.

Καμία επιτύμβια στον Κεραμεικό στήλη δεν θα ορθωθεί για σένα.

Καταραμένε Ζώσιμε! Μην ακουμπάς σε μένα τα κρίματα σου.

Αμαρτωλός είμαι πηλός και σκιάζομαι.

Σκιάζομαι Φαληρέα.

 

Είδα, τον Ιουδαίο Ζώσιμε.

Αυτόν που έστειλες στα σκοτάδια της σάρκας.

Τον είδα Ζώσιμε.

Ζητιανεύει σε ένα του Φαλήρου πολυσύχναστο δρόμο

και πλάι του ο Σατανάς να του σκουπίζει το ιδρωμένο από τις αμαρτίες πρόσωπο.

 

ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

 

Νιώθω και πάλι στους ώμους μου να φυτρώνουν τα μαύρα φτερά.

Τα ίδια αυτά που φορούσε ο θάνατος

όταν με παραμύθια με νανούριζε στο παιδικό μου νεκροκρέβατο.

Νεκροκεφαλές του αρλεκίνου οι κουδουνίστρες

αφυπνίζουν το σκοτεινό μελάνι των φλεβών μου.

Τα φτερά αυτά απλώνονται και γεμίζουν το φως με λέξεις.

Λέξεις από τα μακάβρια αλφαβητάρια των κοιμητηρίων

με τα αποστεωμένα σκέλεθρα στα βάθη των τάφων.

Η άμμος που σκέπαζε το ακίνητο σώμα μου

σκορπίζει στον άνεμο του στροβιλιζόμενου χάους.

Το βαθύ του τάφου μου σκοτεινό μνήμα ευωδιάζει

σπαρμένο με το πράσινο των ματιών σου χρώμα.

Διαρρηγνύω τα σάβανά μου και ψηλαφώ το σάπιο σώμα

με τα εξογκωμένα και άκαμπτα οστά.

Ριζωμένος για καιρό,

θαμμένος στου λόγου τη σιωπή

θέριευα γύρω από τη θηλιά του Σατανά.

Περίμενα τα χέρια σου την άμμο να σκορπίσουν.

Το σώμα μου να αποκαθηλώσουν από το σταυρό του μαρτυρίου της ζωής.

Ανάσταση να νιώσω στο λεκτικό Άδη.

Να χαθώ και πάλι

στου μεταμεσονύχτιου ουρανού το συννεφιασμένο σημαινόμενο.

Την ώρα που αιθεροβατούν οι  νυχτερίδες

και οι αυτόχειρες με την απόφαση του επικείμενου θανάτου στα μάτια.

Μακριά να με πάρεις από το φως που εξαφάνιζε τις λέξεις από τα καταραμένα μου γραπτά.

Οι διάφανες, μαύρες μεμβράνες που έχω για φτερά είναι δυνατές.

Τον άνεμο της ανίας αντίπαλο στο διάβα τους έχουν.

Με υπομονή να με αντέξεις.

Στους λαβύρινθους της σιωπής

που εκπέμπει η κυριακάτικη, εκκλησιαστική καμπάνα

είσαι η Αριάδνη που καρτερικά τον Αιγαία να ονοματίζει τη θάλασσα προσμένει.

Με υπομονή να με αντέξεις.

Αποδημητικό θα γίνω αρπακτικό

και μακριά από σένα

θα βρω άλλο κιβούρι, άλλα να προσμένω χέρια.

 

ΚΡΑΤΑΩ ΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ

 

Κρατάω μέσα μου τα καλοκαίρια.

Αυτά που πέρασαν και έφυγαν χωρίς να χαράξουν το φως

χωρίς να ανθίσουν το γιασεμί.

Το ξεχασμένο γραμμόφωνο, το γαλάζιο ηλιοβασίλεμα

και τις φωνές των παιδιών με τα ρυτιδιασμένα χέρια.

Τον αέρα με τους κόκκους της αλμύρας και την καυτή άμμο

στοιβαγμένη πάνω από τα ανοιχτά μου μάτια,

φυτεμένα στα πράσινα βράχια.

Κρατάω μέσα μου τα καλοκαίρια.

Τα σκεβρωμένα αρμυρίκια και το λευκό σου χέρι

να ψαχουλεύει τον ήλιο.

ΑΝΤΡΕΑΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ