Θεατρολογικός ποιητικός στοχασμός από τον Κ. Μπούρα

 

Το αναλόγιο είναι η πλέον καθαρή μορφή θεατρικού λόγου, αφού μας πηγαίνει κατευθείαν πίσω στην εποχή τού Θέσπιδος, όταν οι «μονωδοί», σολίστες παραμυθάδες, πολυμήχανοι παρασταστικοί αφηγητές, που κατείχαν την παντομική γλώσσα τού σώματος και την μιμική τέχνη τού προσώπου προκειμένου να απευθυνθούν και να γίνουν κατανοητοί από πολύγλωσσα, πολυπολιτισμικά (διαφορετικά κάθε φορά) ακροατήρια.

Το κοινό είναι εκείνο που καθορίζει (ως συνδημιουργός) την θεατρική πράξη και χωρίς τις αντιδράσεις τους δεν υφίσταται ουδεμία τελετουργία. Η σύμπραξη ή η αντίπραξή του (στην περίπτωση τού βυζαντινού ιπποδρόμου ή της ρωμαϊκής αρένας) είναι το απαραίτητο κλειδί για να ανοίξει η πόρτα τού θαύματος και να «επί-φανούν» οντότητες τού Συλλογικού Ασυνειδήτου σε μια πρωτόγονη, απλοποιητική μορφοποίησή τους, αν λάβουμε υπόψη μας την αδυναμία να μιμηθούμε τον πλατωνικό «κόσμο των Ιδεών» στο χοντροκομμένο και βραδυκίνητο χθόνιο υλοενεργειακό πεδίο, αφού οι Μαθηματικές Έννοιες ανήκουν σε άλλη διάσταση (την εβδόμη ίσως) που δεν γειώνονται εύκολα στον τρισδιάστατο ευκλείδειο κόσμο μας ή στο τετραδιάστατο σύμπαν τής Ειδικής Θεωρίας τής Σχετικότητας.

Στο Αναλόγιο η γλώσσα ως κώδικας, συνεπικουρούμενη από τα παραγλωσσικά εκείνα σημεία που συμπληρώνουν και ολοκληρώνουν την θεατρική-σωματική έκφραση, παραγάγει κάθε στιγμή ένα τελείως διαφορετικό, μοναδικό κι ανεπανάληπτο δραματικό γεγονός, ανάλογα με τις αντιδράσεις τού κοινού.

Και τα Κοινά δεν είναι έξω από το στόχαστρο τού δραματουργού, αφού δεν μπορεί να αναπτύξει κοινό κώδικα επικοινωνίας με το Κοινό παρά μόνον χρησιμοποιώντας ως εργαλείο την λεγομένη Κοινή Λογική.

Όσο για το «παραμυθικό στοιχείο», αυτό είναι απαραίτητο προκειμένου να απογειωθεί η θεατρική πράξη και να αγγίξει αλλοδιαστασιακά ποιητικά ύψη, προσφέροντας στον θεατή την έκ-στασιν, την μέθ-εξιν, τον συν-εορτασμόν ενός μοναδικού κι ανεπανάληπτου θαύματος.

Μετά από λίγα λεπτά απαραίτητου συγχρονισμού, ο επαρκής – αλλά ακόμα και ο αμύητος, αθώος, πρωτόπειρος, πρωτοβάθμιος – θεατής γίνεται έρμαιο μιας δύναμης (διονυσιακής και απολλώνειας) που τον υπερβαίνει και τον ανα-σταίνει περίλαμπρο σε ένα άλλο Φως, πρωτόγνωρο, που ουδεμία σχέσιν έχει με την λεγομένη «μετά-Φυσική», αφού είναι πεδίο απολύτως δι-αισθητό, υπαρκτό, αν και ακόμη μη μετρήσιμο τεχνικώς.

Αλλιώς δεν εξηγείται η επιβιωσιμότητα τού θεάτρου και στην εποχή τού κινηματογράφου και στην μετέπειτα εποχή τής τηλεόρασης και τώρα στην εποχή τού Διαδικτύου!!!

Κάτι λείπει από την ηλεκτρονική μετάδοση που δεν αναπληρώνεται: ΤΟ ΣΩΜΑ, η διαδραστική ενεργειακή επαγωγή, η συνεύρεση και συνέρευση των ενεργειών στον ίδιον και αυτόν ενοποιημένο χωροχρόνο, όπου συμμετέχουν ενεργά ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ δρώντων και διαδρώνταν, αντιδρώντων και ανατροφοδοτούντων την συναινετική (κι ως εκ τούτου ικανή κι αναγκαία συνθήκη για τη) δημιουργία ενός μοναδικού κι αμετακλήτου «θαύματος» (από το ρήμα «θαυμάζω», απορώ).

Ο ηθοποιός θαυμάζει και θαυμάζεται. Ο θεατής το ίδιο. Βρίσκεται κοντά στο είδωλό του. Είναι και υπάρχει στον ίδιο χωροχρόνο με το εχέγγυο τής υπερβατότητάς του. Ο στενός υλικός κόσμος τής ανούσιας καθημερινότητας μετατρέπεται τότε σε ένα πεδίο θνησιγενές αλλά εκ-πληκτικό, ερωτικό κι εκστατικό, μοναδικής καθαρότητος και διαύγειας πνευματικής. Όπως και στις θρησκευτικές τελετουργίες πολλοί τυφλοί αναβλέπουν (ξαναβρίσκουν το φως τους), όπως οι αναστενάρηδες πατάνε πάνω στα αναμμένα κάρβουνα και δεν καίγονται οι πατούσες τους [κι όλ’ αυτά είναι απολύτως φυσικά πράγματα, αυτοθεραπευτικές δυνατότητες τού ανθρώπινου ψυχοσωματικού φορέα μιας δύναμης πνευματικής ακατάβλητης], έτσι και σε πολλές επιτυχημένες θεατρικές (και παραθεατρικές) εκδηλώσεις όραση και ακοή οξύνονται, παροξύνονται, προπαροξύνονται, βαραίνουν κι επισυμβαίνουν τα αχώρητα.

Η διεύρυνση τής συνείδησης και οι παραλλαγμένες αντιληπτικές ικανότητες δεν είναι ένα μυστικό καλά κρυμμένο στα βάθη τής Αρχαιότητας, αλλά ένας κοινός τόπος, όπου τα πάντα διευρύνονται, χάρη στους διονυσιακούς εκείνους τεχνίτες που με αυτοθυσία (και άπειρες στερήσεις) υπερβαίνουν το μέτρο τής Κοινής Λογικής κι επιτυγχάνουν την Μέθεξη, χωρίς την οποία κανένα θαύμα δεν είναι πιστευτό, μήτε εφικτό.

Πιστεύω στο θεατρικό αναλόγιο, ως κατ’ αρχήν δοκιμασία τού δραματικού υλικού, που χωρίς τη συγκρουσιακή του πραγμάτωση δεν υφίσταται παρά μόνον ως αφηρημένος ποιητικός λόγος. Και πήξαμε από τέτοιου είδους αφηρημένες εικονοποιήσεις τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Τώρα πρέπει να επιστρέψουμε στην ουσία, να επιτρέψουμε τον επαναπατρισμό τού συναισθήματος, να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους ουχί πλέον ως αντικείμενα υποκείμενα σε αναλυτικές-ανατομικές εγχειρήσεις-επιχειρήσεις-αποδομήσες, αλλά ως ζωντανά όλα που προσέρχονται πρόθυμα να συναισθανθούν, να διδαχθούν και να μάθουν τον εαυτό τους και τον κόσμο.

 

Το να περιφέρουμε το σαρκίο μας δεν αρκεί, όταν Ποιητές δεν είμαστε!!!

 

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας

https://konstantinosbouras.gr