Γράφει η Αγγελική Κομποχόλη

Φιλόλογος-Δρ Πανεπιστημίου Αθηνών

Εικόνα

Τo θέμα της δολοφονίας γονέων έχει απασχολήσει από πολύ νωρίς τη λογοτεχνική σκέψη, πολύ περισσότερο τη θεατρική πράξη δίνοντας αριστουργήματα υψηλού προβληματισμού από την αρχαιότητα μέχρι τις ημέρες μας (με χαρακτηριστική στη συνείδηση όλων μας τη δραματική μορφή του μητροκτόνου, μαινόμενου από τις ενοχές, Ορέστη), πολύ περισσότερο δε όταν το θέμα αυτό αντικατοπτρίζει βαθιές και αθέατες όψεις της γονεϊκής σχέσης, όπου το θύμα γίνεται θύτης και αντίστροφα. Μέσα στα πλαίσια αυτού του προβληματισμού κινείται το «Πλήρωμα του Φόνου», διασκευή του έργου του Κουβανού José Triana «Η νύχτα των δολοφόνων», που ανεβαίνει για τρεις μόλις παραστάσεις (14, 15 & 16 Ιουνίου) από την Καλλιτεχνική Ομάδα Αλiσίβα, στο θέατρο της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Η υπόθεση εκτυλίσσεται στην Κούβα τη δεκαετία του ’50, λίγα χρόνια πριν την Κουβανική Επανάσταση και αφορά μία οικογενειακή υπόθεση, μία από αυτές τις κλειστές οικογενειακές υποθέσεις που κρύβουν πίσω τους μυστικά, συγκαλύψεις και βίαιους οικογενειακούς χαρακτήρες, που κάποτε γίνονται οι ίδιοι ηθικοί αυτουργοί, οπλίζοντας το χέρι του δολοφόνου: Τρεις έφηβες αδελφές, η Λαλώ, η Μπάμπω και η Κούκα, μην αντέχοντας την σκληρότητα της οικογενειακής καθημερινότητας, «σκηνοθετούν» ένα φανταστικό παιχνίδι που στόχο του έχει την «εικονική» δολοφονία των γονέων τους. Στην ελληνική διασκευή του έργου, ευρηματικά και «τραγικά» (με την αρχαία ελληνική έννοια του όρου), η απελπισία προχωρά ένα βήμα πιο πέρα: Γίνεται εγκληματική πράξη (η Λαλώ σκοτώνει τους γονείς) και ειδεχθής φόνος (από τη στιγμή που στρέφεται κατά του γονέα), με τα όρια της ηθικής αυτουργίας όμως και συνυπευθυνότητας «ανοικτά» στον προβληματισμό, την κρίση και την τελική αξιολόγηση: Η ύπαρξη τέτοιων τάσεων εμφωλεύει σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, η ίδια αυτή μοίρα θα μπορούσε να «χτυπήσει» τον καθένα μας. Κι εδώ ακριβώς έρχεται, ευρηματικά, η σκηνοθετική πρόθεση και πρωτοβουλία, ο θεατής να παρακολουθήσει ως μέλος του ένορκου κοινού, τη δίκη της κεντρικής ηρωίδας, λαμβάνοντας και ο ίδιος την τελική απόφαση, διαμορφώνοντας και ο ίδιος την τελική ετυμηγορία για την ενοχή ή την αθωότητά της. Σε ένα λιτό, σωστά δομημένο, θεατρικό πλαίσιο στήνεται αριστοτεχνικά ολόκληρο το σκηνικό της δίκης (κι εδώ η σκηνογραφική και σκηνοθετική ματιά συμβάλλουν με έξοχο τρόπο στη δημιουργία της υποβλητικής ατμόσφαιρας): Από τη μία πλευρά, η δικαστική αυθεντία, άτεγκτη, σοβαρή, δίκαιη, αδέκαστη φαινομενικά, μέσα στον παραλογισμό του «ηθικά ορθού» κι από την άλλη πλευρά η Λαλώ, η οποία έχει παραδεχθεί την ενοχή της κι είναι έτοιμη για την τελική κρίση, αυτήν που ή θα την απαλλάξει ή θα την θανατώσει. Η ίδια η παραδοχή της ενοχής της ηρωίδας, φέρνει στο έργο την ουσιαστική προβληματική του «τραγικού». Γιατί όπως στην τραγωδία, έτσι και εδώ οι δυνάμεις που συγκρούονται είναι εξίσου νομιμοποιημένες, εξίσου πλήρεις στη λογική αποτίμηση. Αν ήταν η μία νόμιμη, το έργο αυτοστιγμεί θα μετατρεπόταν σε ένα απλοϊκό δράμα, σε ένα μελόδραμα. Η τραγωδία αντίθετα, κι εκεί έγκειται η δραματουργική της υπεροχή, είναι πάντα διφορούμενη, πάντα δίσημη, καθώς τα πάντα μπορούν να αξιολογηθούν κι όλα μπορούν να δικαιολογηθούν ισότιμα: η ίδια η τραγωδία στην εσωτερική της δομή είναι μία δίκη, που εδώ, με ευφυΐα στη σύλληψη, υλοποιείται και πραγματώνεται, παρασταίνεται αυτούσια και δραματουργικά πάνω στη σκηνή. Hέννοια του λάθους, του λάθους που εγκαλεί και σκοτώνει, καθώς το έγκλημα λανθάνει στην ανθρώπινη ύπαρξη, αποκτά ιδιαίτερη αξία, όταν συνδέεται με την έννοια της ευθύνης. Ένας στην ουσία φιλοσοφικός στοχασμός που στο συγκεκριμένο έργο μετουσιώνεται σε θεατρική πράξη, με υποκριτική δεινότητα και μεστό δραματικό λόγο από τους πρωταγωνιστές του έργου. Και ξεκινώ από την Αγγελική Λουκή, που υποδύεται την κεντρική ηρωίδα του έργου, τη Λαλώ, για να συνεχίσω και στους υπόλοιπους ηθοποιούς της παράστασης, την Αμαλία Κωνσταντινίδου (Μπέμπα), την Κατερίνα Ησυχίδου (Κούκα), την Πωλίνα Μελά (Δικαστής), την Ισμήνη Οικονόμου (Α’ κατήγορος) και την Ελευθερία Βαξεβανέρη (Β’ κατήγορος). Όλες τους, σε ένα άρτια δομημένο θεατρικό σύνολο (κι εδώ είναι ανεκτίμητη η σκηνοθετική ματιά που αναδεικνύει ατομικά τον ηθοποιό και ταυτόχρονα τον «συνενώνει» υποκριτικά) προβάλλουν με τη συγκινητική πρόθεση του «ερασιτέχνη» ηθοποιού, του ηθοποιού δηλαδή που «εράται την τέχνη του» (και μόνο με αυτήν την έννοια η χρήση της λέξης «ερασιτέχνης»), τα ιδιαίτερα , βαθιά κρυμμένα, χαρακτηριστικά του ρόλου τους. Το αποτέλεσμα; Καθηλωτικό για τον θεατή. Η άψογη μουσική, εικαστική και σκηνογραφική επιμέλεια (Άγγε
λος Σουλιώτης, Βασίλης Τσάρας) και επιμέλεια φωτισμού (Θωμάς Οικονομάκος) , ο ευσύλληπτος σχεδιασμός των γραφιστικών εφαρμογών στη σχεδίαση της αφίσας και του προγράμματος (Αννέτα Γραβάνη), η άρτια τεχνικά φωτογράφηση (Ουρανία Ησυχίδου) και η καλλιτεχνική ψιμυθίωση (Γεωργία Λουκή-και αποδίδω εδώ στα ελληνικά τους ξενικούς όρους Makeupartistκαι HairStylist μόνο χάριν οικονομίας λόγου) συμβάλλουν στην δημιουργία ενός μοναδικού θεατρικού αποτελέσματος που αξίζει πραγματικά να το παρακολουθήσουμε. Για άλλη μία φορά η Καλλιτεχνική Ομάδα Αλισίβα μας ενθουσιάζει με τη δουλειά της-και εδώ να κάνουμε μία μικρή μνεία σε αυτήν την ιδιαίτερη καλλιτεχνική ομάδα, η οποία από τη στιγμή που ιδρύθηκε (2010), χρησιμοποιώντας τις μεθόδους του θεάτρου επινόησης (devisedtheatre) μας ενθουσιάζει με την έμπνευση στην επιλογή και προσέγγιση των θεμάτων που παρουσιάζει («Κόλαφος εν Λευκώ», 2013).

 

info:

Η Καλλιτεχνική Ομάδα Αλισίβα «ξαναδιαβάζει» το αριστούργημα του Χοσέ Τριάνα «Η Νύχτα των Δολοφόνων». Οι τρεις αδελφές, Λαλώ, Μπέμπα και Κούκα έχουν συνειδητοποιήσει τις ιδιομορφίες της δικής τους οικογένειας, της δικής τους καθημερινότητας. Η μια λιγότερο – η άλλη περισσότερο, όλες όμως ξαφνιάζονται να βλέπουν πάντα τα πράγματα τεντωμένα, λυπηρά. Μέσα στην απελπισία τους δημιουργούν ένα παιχνίδι που σκοπό έχει τη φανταστική δολοφονία των γονιών τους.

Στο «Πλήρωμα του Φόνου» τα παιχνίδια ανήκουν πια στο παρελθόν. Η Λαλώ έχει σκοτώσει τους γονείς της. Για εκείνη ο φόνος δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα, μια μορφή αντίδρασης μπροστά στην άδικη καταπίεση. Η Λαλώ πιστεύει πως η πράξη της συνιστά μια αντιβία.

Στην κοινωνία που ζούμε, όμως, κάθε έγκλημα έχει τις συνέπειές του. Το φόνο ακολουθεί η Ανάκριση και την Ανάκριση, η Δίκη. Η Δίκη: ένα καλοστημένο παιχνίδι, σημαδεμένο από μιαν ακαταμάχητη σοβαρότητα. Σε ύφος παράδοξου και σε τόνους παράλογου, σκονισμένοι δικαστές, σύμβολα ενός άτεγκτου δικαιϊκού συστήματος, χαρακτηρίζουν τους αμφισβητίες σαν επαναστάτες, μηδενιστές, κυνικούς καταστροφείς της τάξης. Η Λαλώ παραδέχεται την ενοχή της και ετοιμάζεται να αφεθεί σε μια κρίση, η οποία ή θα την καταδικάσει σε θάνατο ή θα την αθωώσει και θα ζήσει ελεύθερη.

Την απόφαση «αθώα ή ένοχη» θα την πάρει η κοινωνία. Το κοινό της παράστασης, το σώμα των ενόρκων, «βάσει της τιμής και της συνείδησής του καλείται να ενεργήσει χωρίς να επηρεάζεται από φιλία, έχθρα ή χάρη, ούτε για κάποια ιδιαίτερη ωφέλεια ή για άλλη παρόμοια αιτία, αλλά έχοντας στο νου του μόνο τη δικαιοσύνη και την αλήθεια θα ψηφίσει κατά συνείδηση και κατά την ελεύθερη πεποίθηση που θα σχηματίσει από τη συζήτηση, προσφερόμενο εντελώς πιστά και άδολα».

Συντελεστές:

Διασκευή – Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ησυχίδου, Αμαλία Φαγογένη
Συγγραφή Κειμένων: Ελευθερία Βαξεβανέρη, Αγγελική Λουκή, Παναγιώτης Μαρκαντωνάτος, Πολίνα Μελά
Μουσική Σύνθεση: Άγγελος Σουλιώτης
Εικαστική & Σκηνογραφική Επιμέλεια: Βασίλης Τσάρας
Επιμέλεια Φωτισμού: Θωμάς Οικονομάκος
Τεχνικοί Σκηνής: Αντώνης Καλογερής, Αμαλία Φαγογένη
Σχεδιασμός Γραφιστικών Εφαρμογών: Αννέτα Γραββάνη
Φωτογραφία: Ουρανία Ησυχίδου
Make Up Design – Hair Stylist: Γεωργία Λουκή

Πρόσωπα Έργου / Ερμηνεία

Λαλώ: Αγγελική Λουκή
Μπέμπα: Αμαλία Κωνσταντινίδου
Κούκα: Κατερίνα Ησυχίδου
Δικαστής: Πολίνα Μελά
A’ Κατήγορος: Ισμήνη Οικονόμου
Β’ Κατήγορος: Ελευθερία Βαξεβανέρη

Info:

Οι παραστάσεις δόθηκαν στο Θέατρο της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών
(Πειραιώς 256, Αγ. Ι. Ρέντης, 182 33) στ

14, 15 & 16 Ιουνίου στις 9:30μ.μ.

Η διάρκεια του έργου είναι 75 λεπτά.

Είσοδος ελεύθερη με προαιρετική συνεισφορά. Απαραίτητη η κράτηση θέσεων.
Τηλέφωνο κρατήσεων: 6976.693.765