Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 

Συναρπαστική αποκαθήλωση ιερών τεράτων. Ενδιαφέρουσα δραματική και σκηνική απόπειρα. Με μία επιφύλαξη: παραήταν σχηματικά τα περιγράμματα των «ηρώων» που αποδομήθηκαν. Οι γυναικείες φιγούρες αντιθέτως και ειδικά η Λου Σαλομέ αποδόθηκε από την υπέροχη ηθοποιό Ειρήνη Καζάκου με ιδιαίτερα πειστικό ρεαλιστικό τρόπο, με αρμόζουσα εσωτερικότητα και χωρίς ίχνος επιτήδευσης. Δεν το χρειαζόταν άλλωστε (ο ρόλος που εκλήθη να υποδυθεί κι η ιδία ως γυναικάρα ηθοποιός). Ο Νίκος Καμτσής είναι ένας ιδιαίτερα επινοητικός θεατράνθρωπος, επαρκής και αρκούντως δραματικός, με αμφίβολη όμως αισθητική ως προς τις εικαστικές λεπτομέρειες των συλλήψεών του. Μακράν πολύ του εστετισμού, αλλά και του καλώς εννοούμενου αστικού θεάτρου, ρέπει προς έναν μάλλον κιτς εξπρεσσιονισμόν τείνοντα προς το βλαχο-μπαρόκ κι ένα κακώς εννοούμενο «θέατρο σκιών». Καλός ο μανιχαϊσμός από θεατρικής απόψεως, αλλά και η σύγκλιση απόψεων και οι εκλεκτικές συγγένειες συγχρόνων διανοητών και μουσικών επιβάλλεται να τονισθούν. Με άλλα λόγια, η «όψις» και αυτή της παραστάσεως παρέπεμπε μάλλον σε διακωμώδηση και γελοιογράφηση των ιερών γιγάντων της φιλοσοφίας και της μουσικής, χωρίς όμως τους κώδικες (και την αισθητική) των κόμικς. Αυτή η θολότητα στη σύλληψη και στην απόδοση αυτής τής κατά τα άλλα ενδιαφέρουσας ιδέας, δημιούργησε μια κάποια σύγχυση στον επαρκή θεατή ενώ διευκολύνει τον αμύητο να κατανοήσει και να παρακολουθήσει τα επί σκηνής τεκταινόμενα. Μήπως, λοιπόν αυτό ήταν και το κυρίαρχο άγχος του ερευνητή-σκηνοθέτη-δραματουργού; Φοβήθηκε μην χαθεί το κοινό του στα βαθιά νερά της υψηλής Φιλοσοφίας; Είναι άλλη η αισθητική και η στόχευση του Μπρεχτ κι άλλο ο γερμανικός εξπρεσσιονισμός. Άλλο το μπαρόκ κι άλλη η νιτσεϊκή άποψη κι απόδοση των αρχετύπων. Θα έπρεπε για να συναντηθούν (και αισθητικώς, όχι μόνον λεκτικώς κι ενδεχομένως νοηματικώς) επί σκηνής ο Νίτσε με το Βάγκνερ να υπάρχει και να επιδεικνύεται περισσότερη έγνοια για τη λεπτομέρεια, από εικαστικής αλλά και κινησιολογικής πλευράς. Εν πάσει περιπτώσει, παρά τις νόμιμες επιφυλάξεις μου, παρακολούθησα μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες παραστάσεις της φετεινής θεατρικής χρονιάς. Συγχαρητήρια σε όλους τους συμμετέχοντες. Μια ριψοκίνδυνη απόπειρα εστέφθη με (σχετική) σκηνική επιτυχία.

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

 

INFO:

http://topos-allou.gr/?portfolio=nietzsche-wagner-%CE%B5%CE%BD%CE%B1-%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF-%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF

 

Nietzsche – Wagner, ένα έργο για το φασισμό από 3 Μαρτίου 2017

 

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ ΓΙΑ 15 ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ

Τα δύο «τέρατα» της Ευρωπαϊκής διανόησης συναντιούνται τους πρώτους μήνες του 1900. Μόλις μπήκε ο νέος 20ος αιώνας. Η συνάντηση γίνεται μετά από πρόσκληση του Νίτσε, δεκαεπτά χρόνια μετά το θάνατο του Βάγκνερ και λίγους μόλις μήνες πριν το θάνατο του Νίτσε. Η συνάντηση εκ των πραγμάτων δεν έγινε ποτέ. Είναι φανταστική.
Τόπος συνάντησης το σανατόριο στο οποίο ζει ο Νίτσε τα τελευταία έντεκα χρόνια της ζωής του.

Ο Νίτσε και ο Βάγκνερ υπήρξαν πολύ φίλοι και θαυμαστές ο ένας του άλλου. Μέχρι την πρεμιέρα του «Πάρσιφαλ» στο Μπάιροιτ όπου ο Νίτσε κρίνοντας απαράδεκτη την όπερα (μουσική και λιμπρέτο, φόρμα και περιεχόμενο) σηκώθηκε και έφυγε στη μέση της παράστασης. Από τότε δεν ξαναμίλησαν. O Νίτσε επιδόθηκε σε μία σωρεία λιβελογραφημάτων και βιβλίων ολόκληρων, εναντίον του Βάγκνερ και των Γερμανών.
Ο Βάγκνερ πέθανε τον Φεβρουάριο του 1883.
Ο Νίτσε πέθανε στο σανατόριο τον Αύγουστο του 1900 με παραλυτική, παραληρημα-τική παραισθησιογόνο ψυχική διαταραχή και ένα μόνιμο «διονυσιασμό». Θέμα της συνάντησης τους ο Φασισμός, οι Ναζί, ο ρατσισμός, ο Χίτλερ, οι Γερμανοί που έχουν στο DNA τους τον επεκτατισμό και την επιβολή πάνω στους άλλους λαούς της Ευρώπης, το Β’ Ράιχ του Μπίσμαρκ που έζησε ο Νίτσε και ο Βάγκνερ και το Γ’ Ράιχ του Χίτλερ, που έρχεται μαζί με τα κρεματόρια και του φούρνους αερίων.
Ο Φασισμός και οι Ναζί ξεζούμισαν και παραποίησαν και τον Νίτσε και τον Βάγκνερ.
Η φιλοσοφία του Νίτσε και η θεωρεία του Υπεράνθρωπου έγινε η επίσημη ιδεολογία του Χίτλερ και οι επικές ρομαντικές συνθέσεις του Βάγκνερ η επίσημη μουσική του. Στήριξαν ακούσια (η μήπως εκούσια) αυτό το μόρφωμα που θα φορτωθεί με τη μεγαλύτερη θηριωδία της Ευρώπης από καταβολής κόσμου. Μοιραία η σκιά αυτή πέφτει και πάνω στον Νίτσε και στον Βάγκνερ. Αυτό είναι το μοναδικό αντικείμενο της συζήτησης. Ο Βάγκνερ έρχεται και μαζί του η μητέρα του Νίτσε, η μικρότερη αδελφή του Ελίζαμπεθ (δηλωμένη φασίστρια, οπαδός του Χίτλερ και του Μουσολίνι, που έχει παραποιήσει χυδαία τα γραπτά και την φιλοσοφία του Νίτσε), και η αιώνια μοιραία γυναίκα, Λου Σαλομέ (αντικείμενο του πόθου του Νίτσε, όχι και τόσο σκοτεινό) και κάπως απρόσκλητος εμφανίζεται ο Σίγκμουντ Φρόυντ.
Ποια η αναγκαιότητα μιας τέτοιας συνάντησης σήμερα? Ο φασισμός δείχνει και πάλι το αποτρόπαιο πρόσωπο του. Σε ολόκληρη την Ευρώπη η άνοδος του φασισμού είναι εντυπωσιακή.
Από που όμως αντλεί την δύναμη και την άνοδο του?
Από την ανεργία και την ανέχεια που ενέσκηψε. Σύμφωνοι. Ομως το να χάσει τη δουλειά του ο απλός άνθρωπος και να βρεθεί κάποιος να του δώσει μια σακούλα πατάτες, δεν αρκεί για να προσανατολιστεί ιδεολογικά και πολιτικά προς ένα μόρφωμα αποτρόπαιο και βεβαρημένο με εγκλήματα και θηριωδίες. Χρειάζεται πίσω από την όποια προτίμηση μια ιδεολογία και μια φιλοσοφία.
Έτσι ο φασισμός βρήκε στην φιλοσοφία τον «υπεράνθρωπο» του Νίτσε και τον παραχάραξε.
Πήρε τη μουσική και τους ήρωες του Βάγκνερ και τους έκανε πρότυπα για την νεολαία και τον όχλο που τον ακολούθησαν και επισφράγισε τις θηριωδίες του.

Στη σκηνή του ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟΥ ο Νίτσε και ο Βάγκνερ θα συγκρουστούν για να ρίξουν φως πάνω στο εν πολλοίς ανεξήγητο ερώτημα: «Πενήντα χρόνια μετά από την Γερμανική κατοχή, τι είναι αυτό που γοητεύει και πείθει λαϊκά στρώματα να στραφούν προς το φασισμό, να ψηφίσουν φασιστικά κόμματα και να εμπιστευτούν φασίστες άξεστους, αγράμματους και θρασείς τραμπούκους να τους κυβερνήσουν».