γράφει η Αγγελική Κομποχόλη

morendo

Morendo σημαίνει σβήνοντας κι είναι ένας μουσικός όρος που χρησιμοποιείται κυρίως στην Όπερα- και με αυτήν ακριβώς τη διευκρίνηση η θεατρική δημιουργός Όλγα Λασκαράτου εξηγεί την επιλογή του τίτλου στο ομώνυμο έργο, που παρουσιάζεται με μεγάλη επιτυχία στην Αθήνα, κι όχι μια φορά (2010 Θέατρο Ειλισσός, 2011 Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, 2014 Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, στο πλαίσιο των παραστάσεων Γυναικώνμονολόγοι), ενώ μετρά και μία ακόμη εμφάνιση στην Νέα Υόρκη το 2011, στο SnappleTheater . Κι είναι αυτό το έργο μία αναφορά στο αργό, σιγανό σβήσιμο, στο ψυχικό προανάκρουσμα του θανάτου μιας μεγαλειώδους γυναικείας προσωπικότητας, της θεϊκής Μαρίας Κάλλας, λίγα χρόνια πριν το τέλος του επίγειου βίου της ·τότε που αντικρίζει με γυμνό θάρρος τη ματαίωση της ζωής της, μιας ζωής τυφλωμένης από την αγάπη και λεηλατημένης από την ερωτική ψευδαίσθηση, και τολμά την εκ βαθέων εξομολόγηση, την εκ βαθέων αποκαθήλωση, την ύστατη αποτίμηση. Είναι εκεί που η συγγραφέας του έργου αναδεικνύει το φωτεινό ανάστημα της σπουδαίας αυτής καλλιτεχνικής αυτής μορφής, όχι στην επευφήμηση του κοινού και της Τέχνης της, αλλά στην απογύμνωση της παραδοχής της.

«Ξεχάστηκα τόσο καιρό μέσα σ’ αυτή τη σιωπή… Τη μεγάλη σιωπή πρίν από μία παράσταση. Το ρολόι δείχνει ακόμη την ίδια ώρα και νιώθω να έχουν περάσει μέρες μέσα σ’ αυτό το καμαρίνι. Έχω χαθεί μέσα στο χρόνο. Είχα μία ακόμη παράσταση να δώσω…»

Μέσα στη σκληρή σκηνογραφία του τέλους, η Λασκαράτου προβάλλει με συγγραφική δεξιοτεχνία και σεμνότητα στη γραφή, το εκτυφλωτικό φως του μεγαλείου που γεννά η ήττα εκείνη που βιώνεται αδυσώπητη, που επισκιάζει κάθε χαρά και κάθε ανάμνηση δόξας, αλλά που δεν γκρεμίζει και -ανέλπιστα, παράδοξα θα έλεγε κανείς- μετατρέπεται σε πνευματικό ύψος, σε πικρό, αλλά σοφό ενστάλαγμα ζωής. Κι αν η οίηση γίνεται ο κρυφός εχθρός κάθε εκλεπτυσμένης ιδιοφυίας, τούτος ο εχθρός σπάει στον καθρέπτη της ντίβας και στο είδωλο που αυτός αντικατοπτρίζει:

«Εδώ, φυλάω όλες μου τις αναμνήσεις. Ο ήχος κάθε παράστασης, η μουσική, το χειροκρότημα, όλα υπάρχουν ακόμη εδώ, όταν πέσει η αυλαία. Όλα είναι εδώ, μπροστά στον καθρέφτη».

«Τώρα μπορώ να κάθομαι σ’ αυτό το καμαρίνι και να την παρατηρώ. Μπορώ να της δίνω τον χρόνο μου, να μου εξηγήσει πώς έκανε εκείνο ή το άλλο. Να την ακούω να μου μιλάει, να μου τραγουδάει, να παίζει θέατρο, να ερωτεύεται, να χαμογελάει, να απογοητεύεται, να θυμώνει, να παρακαλάει, να φωνάζει… να υπάρχει χωρίς εμένα. Αυτές οι ηχογραφήσεις είναι ημερολόγια με σημειώσεις και σχέδια. Κάθε μεγάλη επιτυχία κάτι κρύβει πίσω από την ημερομηνία της. Ποιά ζωή έκανε αυτή τη γυναίκα να παραβγεί πρώτη στην τέχνη της ανάμεσα σε τόσες άλλες που διεκδικούσαν τον τίτλο της ντίβας;».

Κι είναι αυτός ο εσωτερικός μονόλογος, και σε ένα παράλληλο επίπεδο εξομολογητικός διάλογος με το κοινό, που αυξάνει τη λυρική ενέργεια βαπτίζοντας τις λέξεις σε ποιητικά σύνολα που αποκτούν τη μορφή θεατρικού επεισοδίου. Γνωρίζει τον κόσμο της Όπερας η Λασκαράτου και τον σέβεται, η μυθοποιητική γραφή της τον κρυπτογραφεί και στη συνέχεια τον αποκαλύπτει, όχι στη λάμψη της πρεμιέρας, αλλά στον απόηχο της περασμένης δόξας. Τα σημάδια αυτά ψηλαφεί με υποκριτικό βάθος, η Εύα Κεχαγιά, η μοναδική πρωταγωνίστρια του έργου, με την υποβολή της κινηματογραφικής εικόνας μίας μεγάλης star, σε μία ερμηνεία που ανασύρει με δραματική ικανότητα τα αψεγάδιάστα προσωπεία της μεγάλης ντίβας, απαλύνοντας όμως την εμπειρία μέσα στη μνήμη. Η σκηνοθετική ματιά της ίδιας της συγγραφέως, οξεία και διεισδυτική, αποκαλύπτει με πλάγιους φωτισμούς τις εσωτερικές ψυχικές καθιζήσεις μιας γυναίκας, απομακρυσμένης την ώρα του απολογισμού της από κάθε εξωραισμό της ανθρώπινης πραγματικότητας, με μοναδικά όπλα της την αξιοπρέπεια και την βαθιά διανοητικότητα, όπλα που αναχαιτίζουν τον πανικό του ανεκπλήρωτου και της επερχόμενης φθοράς. Κι όλα αυτά μέσα σε ένα θεατρικό σκηνικό που φέρει την ενδυματολογική υπογραφή του Γιάννη Μετζικώφ και την καλλιτεχνική επιμέλεια της Λίνας Νικολακοπούλου. Εδώ οποιαδήποτε σχόλια περιττεύουν. Μία παράσταση που της αξίζει πολλές φορές να την απολαύσουμε.