Γράφει η Αγγελική Κομποχόλη, φιλόλογος-Δρ Λαογραφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

ΜΙΝΤΖΑΣκομποχόλη

Aν το σπίτι είναι ο χώρος που ο άνθρωπος μεταπλάθει δημιουργικά τη φύση και εξανθρωπίζει το περιβάλλον του, διαδικασία σε τελευταία ανάλυση δημιουργίας πολιτισμού, η ίδια η διακόσμηση του χώρου συνιστά ατομική ποιητική παρέμβαση, η μόνη σύμφωνα με τον MartinHeidegger που «κάνει το κατοικείν του ανθρώπου να είναι κατοικείν». Kι αν ομόλογα, κατά τον Hölderlin, «εντελώς επάξια, αλλά ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος πάνω σε αυτήν τη γη» κι αν η οικία αναγνωρίζεται ως το φυσικό και ψυχολογικό καταφύγιό της ανθρώπινης ύπαρξης, ο στολισμός της αποτελούσε πάντα, και αποτελεί, αισθητική και πνευματική παιδεία, συνειδητή αναδιαμόρφωση του υλικού κόσμου αναγνωριστική της επιρροής που αυτός ασκεί επάνω μας. «Είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι σε διαφορετικά μέρη», διατείνεται ο AlaindeBotton, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του σύγχρονου φιλοσοφικού στοχασμού, «και αποστολή της αρχιτεκτονικής, κυρίως της εσωτερικής τακτοποίησης του χώρου και της διακόσμησής του, είναι να μας καταστήσει σαφές ποιοι θα μπορούσαμε να είμαστε ιδανικά».

Αν η λοιπόν η αισθητική συνιστά κριτήριο αυτογνωσίας και αποτελεί προϋπόθεση πνευματικής ανέλιξης, είναι σαφές ότι τα λόγια αυτά, όπως και τα παραπάνω, διατυπωμένα με πνευματικό βάθος και ευρύτητα, δικαιώνουν την προσφορά και το έργο ενός πολύ σημαντικού ανθρώπου του πολιτισμού της χώρας μας, του Θεόδωρου Μίντζα, που «έφυγε» από κοντά μας μόλις πριν δύο χρόνια, το έργο του όμως εξακολουθεί να υπάρχει και η επίδρασή του να είναι ηχηρή. Ιδιοκτήτης του ιστορικού παλαιοπωλείου ΑΝΘΕΣ, σε μία χρυσή-σε σύγκριση με τις σημερινές συνθήκες- εποχή της Αθήνας, ήταν ο άνθρωπος που «πάντρεψε» με τρόπο μοναδικό τη δυτική κουλτούρα με την ελληνική λαϊκή παράδοση, καθορίζοντας αποφασιστικά την αισθητική του σύγχρονου νεοελληνικού, εσωτερικού, αστικού χώρου: «Από τα χέρια του πέρασαν και διασώθηκαν λαϊκοί θησαυροί, τα αποκτήματά του, τα σπάνια αλλά και τα ταπεινά, κοσμούν σήμερα μουσεία και ιδιωτικές συλλογές» (σελ. 29) κι «η γωνιά του, το ονειροπωλείον της οδού Πινδάρου, ήταν ένας κόσμος μυθικός, ένας τόπος γεμάτος με λαϊκό οίστρο και συγκίνηση, με ζωντανό, παλλόμενο ακόμη, το ελληνικό χθες» (σελ. 30-32). «Το πρώτο Αν Θες βρισκόταν στο νούμερο 22 μέχρι το ’87 που μεταφέρθηκε στο 24 του ίδιου δρόμου. Μέχρι τότε τα περισσότερα μαγαζιά του είδους είχαν σχεδόν αποκλειστικά ξενόφερτα κομμάτια. Ο Θεόδωρος Μίντζας έχοντας ζήσει πολλά χρόνια στην Ιταλία και γνωρίζοντας το μεγάλο ενδιαφέρον των Ιταλών για τα ιταλικά έπιπλα και αντικείμενα ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε με τα ελληνικά. Ξεκινώντας από τις κασέλες, που είναι βασικό κομμάτι στο ελληνικό σπίτι, σιγά-σιγά επεκτάθηκε και στα άλλα αντικείμενα της λαϊκής ελληνικής τέχνης» (σελ. 64), προβάλλοντας και επαναπροσδιορίζοντας το «χρώμα το ελληνικό» (σελ. 68). Από την άποψη αυτή, λοιπόν, ήταν επιβεβλημένη μία αφιερωματική τιμή στον ακάματο τούτο εργάτη του υλικού πολιτισμού της χώρας, η οποία και έγινε, σε μία πολυτελή και καλαίσθητη έκδοση του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, την επιμέλεια της οποίας την είχαν δύο άνθρωποι που τον έζησαν από πολύ κοντά και στάθηκαν με θαυμασμό, σεβασμό και αφοσίωση στο έργο του. Κι αναφέρομαι στην Ελένη Μαρτίνου και τον Γιώργο Παναγόπουλο, φίλους ζωής του σπουδαίου αυτού συλλέκτη, χάρη στις άκοπες προσπάθειες των οποίων το πολύτιμο αυτό λεύκωμα πήρε σάρκα και οστά.

Κι είναι ένα λεύκωμα που το τιμούν με την παρουσία τους και τον λόγο τους, ευλαβικό αντίδωρο ενθύμησης στον Θεόδωρο Μίντζα, σημαντικές προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών της χώρας μας-κι αναφέρομαι ενδεικτικά στον Άγγελο Δεληβοριά, την Πέγκυ Ζουμπουλάκη και την Ιωάννα Παπαντωνίου-ενώ ταυτόχρονα παρατίθενται δημοσιογραφικά άρθρα, διαφωτιστικά του έργου του, αποσπάσματα συνεντεύξεων του ιδίου και καλαίσθητες προσωπικές ανέκδοτες φωτογραφίες. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε τον συγκινητικό, από τα βάθη της καρδιάς, εισαγωγικό χαιρετισμό της Ελένης Μαρτίνου και την εξίσου πολύ συγκινητική αποφώνηση του Γιώργου Παναγόπουλου.

Για να κατανοήσουμε όμως σε όλη της τη διάσταση την πολύτιμη προσφορά του Θεόδωρου Μίντζα, θα πρέπει να κάνουμε πρώτα μία μικρή ιστορική αναδρομή, ανατρέχοντας στη σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα όπως αυτή άρχισε να διαμορφώνεται δύο αιώνες πριν, μετά την ανακήρυξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Είναι η περίοδος που ορδές, στην κυριολεξία, προσφύγων από τις τουρκοκρατούμενες ακόμα περιοχές του ελλαδικού χώρου και πένητες της ελληνικής υπαίθρου αρχίζουν να συρρέουν και να κατακλύζουν το νέο αστικό κέντρο, κουβαλώντας μαζί τους έναν ατόφιο λαϊκό πολιτισμό, που στοιβάζεται σε πρόχειρες παράγκες αρχικά, κι αργότερα στις πρώτες αθηναϊκές αυλές, δίπλα στα νεόδμητα νεοκλασικά κτήρια των Βαυαρών αρχιτεκτόνων, στολισμένα με το δυτικότροπο κοσμητικό πνεύμα και την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, εξωτερική και εσωτερική. Μια αρχιτεκτονική που, ιδιαίτερα όσον αφορά στον εσωτερική διακόσμηση των χώρων της, είναι περισσότερο επιδεικτική και συλλεκτική στον τρόπο προβολής των αντικειμένων της (διαποτισμένη από την αποικιοκρατική επέκταση και συμπεριφορά της Ευρώπης, με όλη αυτήν την εισαγωγή εξωτικών ειδών από τις νέες χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Αμερικής που διοικεί), παρά χρηστική. Oελληνικός όμως λαϊκός πολιτισμός που μέχρι εκείνη τη στιγμή, συνεχίζοντας το πνεύμα και την νοοτροπία του αρχαίου, εξακολουθεί να είναι χρηστικός (κι έτσι μια περίτεχνα σκαλισμένη κασέλα, στην κυριολεξία ένα έργο τέχνης ενός ανώνυμου λαϊκού καλλιτέχνη, δεν εκτίθεται σε κάποια γωνία για διακοσμητικούς λόγους-καθόλου μάλιστα-παρά μόνο για πρακτικούς, εξυπηρετώντας απλά τις καθημερινές ανάγκες των χρηστών της), στο συναπάντημά του με τον δυτικό υλικό πολιτισμό θαμπώνεται, εντυπωσιάζεται και αρχίζει να τον μιμείται, τις περισσότερες φορές άκομψα και απαίδευτα, δημιουργώντας σε πρώτη φάση μία δυτικότροπη «δανεική» αστική και, συνακόλουθα, μία χαμηλού επιπέδου μικροαστική αισθητική, χάνοντας τη δική του πρωτογενή ομορφιά και αυθεντικότητα. Oεκσυγχρονισμός του Έλληνα κι η άνοδος του βιοτικού του επιπέδου, ειδικότερα στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, επιδεινώνουν την τάση αυτή, η οποία επιπλέον αποκτά τον χαρακτήρα ενός νεόκοπου, φανταχτερού και επιδειξιομανούς «νεοπλουτισμού». Την τάση αυτή, καταστροφική στην επέλασή της για το νεοελληνικό αισθητικό προφίλ, έρχεται να ανατρέψει, για να αποκαταστήσει στη συνέχεια, ο Θεόδωρος Μίντζας, μεταξύ πολλών άλλων, ο οποίος, ως άνθρωπος με υψηλή αισθητική παιδεία και πνευματική καλλιέργεια, επαναφέρει και επιβάλλει στο σύγχρονο αστικό σαλόνι, συνώνυμο του καλόγουστου, το νησιώτικο τραπέζι και το ασημοκαπνισμένο γιαταγάνι, αλλά και το κιλίμι και τα παλιά κεραμικά και τα καντηλέρια, και τις σπάνιες κασέλες και τα πορτρέτα του περασμένου αιώνα, όλα, μαζί με άλλα τέτοια αντικείμενα, εκθέματα προς πώληση αριστοτεχνικά τοποθετημένα στο χώρο του παλαιοπωλείου του, το οποίο έτσι αποκτά χαρακτήρα και λειτουργία μουσείου, αναβαθμίζοντας μέσα από τις βιτρίνες του, άλλες φορές ενσυνείδητα, τις περισσότερες όμως κλεφτά και φευγαλέα, την αισθητική κουλτούρα των διερχόμενων περαστικών. Το ίδιο το έκθεμα της βιτρίνας πέρα από σύμβολο και φορέας αισθητικής, γίνεται η πρόκληση (κι η πρόσκληση) στο κοίταγμα, εκ νέου, του επιχώριου υλικού λαϊκού πολιτισμού που, στην περίπτωση των σημερινών Ελλήνων, αν και τον κουβαλούσαμε μέσα μας, πολύτιμη κυτταρική κληρονομιά, αστόχαστα-επιπόλαια θα έλεγα-είχε αποσιωπηθεί.

Aπό την άποψη αυτή είναι ανεκτίμητη η πολιτιστική, πλέον, συμβολή του Θεόδωρου Μίντζα στα σύγχρονα ελληνικά δρώμενα, ο οποίος μέσα από την επαγγελματική του ιδιότητα, τυπικά αυτή του εμπόρου έργων λαϊκής τέχνης, γίνεται στην ουσία συν-δημιουργός της σύγχρονης α-συμπλεγματικής πολιτιστικής ταυτότητας του Έλληνα, απαλλαγμένης από το κόμπλεξ της «επαρχιώτικης καταγωγής» της, αρμονικά συγκερασμένης με την αστική προσαρμογή της.

Αφοπλιστική εδώ η παραδοχή του Άγγελου Δεληβοριά, πρώην διευθυντού του Μουσείου Μπενάκη και καθηγητού Ιστορία Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ooποίος εξαίροντας το έργο και την προσφορά του Θεόδωρου Μίντζα χαρακτηριστικά σημειώνει: «Ο Θεόδωρος ήταν απ’ αυτούς στους οποίους ειλικρινά οφείλω την ανακάλυψη, σε κάποιο βαθμό, και την εξερεύνηση της λεγόμενης «λαϊκής» τέχνης. Ένα εγχείρημα που δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εύκολο. Στο ξεκίνημα της ανιχνευτικής μου διαδρομής, ωστόσο είχα εξασφαλισμένη τη συμπαράσταση από τον μυθικό τότε κόσμο της Πανδρόσου. ..Ο Θεόδωρος Μίντζας ήταν ένας από τους ιεροφάντες της σταδιακής διαδικασίας με την οποία οδηγήθηκα πειραματικά στην προσωρινή οπωσδήποτε και δοκιμαστική μάλλον επιλογή ενός ουδέτερου, αλλά ευτυχέστερου ονοματισμού: αντί για μία «λαϊκή» τέχνη είναι πολύ πιο σωστό να αναφερόμαστε στην κοσμική τέχνη των αιώνων της ξενικής κατοχής, αντιδιαστέλλοντας έτσι την εκκλησιαστική τέχνη της ίδιας περιόδου. Ο Θόδωρος, αν και αθώος από τέτοιους θεωρητικούς προβληματισμούς, διέθετε μία καθόλου ευκαταφρόνητη πνευματική καλλιέργεια, την οξύτατη όσφρηση του λαγωνικού και το αξιοσημείωτο ενδιαφέρον ενός ερασιτέχνη μελετητή, που σταχυολογεί με επιδεξιότητα ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει κατά τόπους ο υλικός πολιτισμός της Ελλάδας…. Είμαι βέβαιος, άλλωστε ότι θα έγινε ήδη αντιληπτό για ποιους λόγους θα ήταν δύσκολο να λησμονήσω τον Θεόδωρο» (σελ. 42-43). Θα προσέθετα σεμνά για τους ίδιους λόγους που και εμείς θα τον θυμόμαστε σε ένα ταξίδι μαγείας, που «συνεχίζεται» (σελ. 194).