Image

Από τον θεατρολόγο και  κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Θυμώνουν τα έργα όταν τα βιάζεις. “Κάτι σάπιο υπήρχε πάντα στο βασίλειο τής Δανιμαρκίας”. Αυτή η διαχρονικότητα τής σήψης και τής διαφθοράς, κοινό σημείο όλων των σαρκοβόρων πολιτισμών από τα σπήλαια μέχρι τους ουρανοξύστες αποτελεί και τον ομφάλιο λώρο που συνδέει τον Σαίξπηρ με τον Χάινερ Μύλλερ. Η ελεήμων κι έντρομη ματιά πάνω στο ανέφικτο τού ουμανισμού σε μια κοινωνία που σκοτώνει ζώα και ανθρώπους για να επιβάλλει την κυριαρχία της στη Φύση, καθιστά τον κλασικό “Άμλετ” και το “Hamletmachine” υπερβατικά και υπερ-πολιτισμικά. Η απελπισία τού όντος, που ρομαντικώς ονειρεύεται την Δικαιοσύνη, τον Έρωτα, την Ελευθερία και εισπράττει αντ’ αυτών τη λαγνεία, την υστεροβουλία, την ακολασία και την απληστία, που πηγή τους – βεβαίως – έχουν την ανασφάλεια και το άγχος για την επιβίωση σε αυτόν τον δύσκολο πλανήτη, τον πεταμένο σε μια γωνιά τού σπειροειδούς Γαλαξία…

            “Κέντημα” η μετάφραση τής Ελένης Βαροπούλου, κριτικού και δασκάλας θεάτρου. Εκπληκτική η σωματικότητα τής ερμηνείας από τη Μαριάννα Δημητρίου. Λειτουργικώς αφαιρετικά και εικαστικώς αυτοτελή ως έργα Τέχνης τα σκηνικά και το αποδομούμενο κοστούμι που σχεδίασε ο Θάνος Βόβολης, γνωστός για τις υπέροχες μάσκες τους που παραπέμπουν στα αρχέτυπα και στα σύμβολα. Ιδιοφυής η συνδημιουργική σύλληψη από τον Γιώργο Ζαμπουλάκη. Μόνη ένσταση: η σκηνοθεσία του. Φαίνεται ότι ο Θόδωρος Τερζόπουλος έχει δημιουργήσει “σχολή” και παράγει “κλώνους”. Καλό για τον ίδιον, κακό για τους μιμητές του. Η βιοενεργειακή υποκριτική μέθοδος κι η σωματική (μαζοχιστική) εμμονή στην υπερ-εκτονωτική εσωτερικότητα είναι βεβαίως φαινόμενα αρεστά στο κοινό, γιατί ο ταλαίπωρος θεατής βλέπει ότι κι άλλοι βασανίζονται (για να μην χρησιμοποιήσω άλλο, πιο …αγοραίον ρήμα) για να βγάλουν τον άρτον τον επιούσιον (διαπράττοντας τον φόνον τον επιούσιον, όπως λέει ευστόχως το κείμενο τού Χάινερ Μύλλερ, δια χειρός Ελένης Βαροπούλου), όμως δεν χρειάζεται να ματώσει κανείς επί σκηνής ή να “θυσιάσει” κάτι για να μεταφερθούμε από στο δικό του σύμπαν. Το “σύνδρομο τής αρένας”, όπως θα το ονόμαζα, ταιριάζει βεβαίως σε παρακμιακές εποχές, αρκεί όμως η αναλογικότητα. Με άλλα λόγια, βρίσκω αντιαισθητική όλη αυτή την επί σκηνής αλγολαγνεία υπερδραστηριότητα τού μυικού συστήματος. Απαξιώ να δω τη γύμνια “για τη γύμνια” ως μέσο καθήλωσης τού κοινού, ή ως δήθεν απογύμνωση τού κοινωνούμενου νοήματος. Ως επαρκής θεατής, δεν θέλω να μου κάνουν νιανιά το λόγο και να μη αφήνουν περιθώρια στη φαντασία μου να συνδημιουργήσει το “δράμα” από τη σκηνή στην εσωτερική οθόνη τής νοήσεώς μου. Ας θυμηθούμε τις οδηγίες που δίνει ο σαιξπηρικός Άμλετ στους θεατρίνους: τους συστήνει να πουν τα λόγια τους απλά και ξάστερα και να αποφύγουν τους πολλούς ακκισμούς και τους πιθηκισμούς επί σκηνής. Το άγγιγμα να είναι υποδηλωτικό, η κίνηση αφαιρετική, η εκφραστική λειτουργικότητα αναφαίρετη. Τώρα, αν κάποια γερμανοκεντρικά σύγχρονα θέατρα θυμίζουν σαδομαζοχιστικά κλαμπ, αρνούμαι να συμμετάσχω σε αυτή τη βάρβαρη θηριωδία. Είχα δει προ εικοσαπενταετίας μία περφόρμανς κάποιας “κυρίας” που σκότωνε ένα πουλάκι (πτηνό εννοώ) ανάμεσα σε δύο τσιμεντόλιθα. Ως παραβολή για τους καθημερινώς διαπραττόμενους φόνους στο όνομα τής επιβίωσης μπορώ να το δεχθώ, ως αισθητικό όμως γεγονός το θεωρώ απαράδεκτο. Μπορούμε να δείξουμε ότι σκοτώνουμε ένα κουκλάκι σε σχήμα πτηνού και το μήνυμα περνάει στον εγκέφαλο τού θεατή. Εκτός αν ξαναγυρίσαμε στα σπήλαια, οπότε αδυνατώ να σας ακολουθήσω. Ή μήπως δεν φύγαμε ποτέ από εκεί;

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr