φιτλΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, ΣΕ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΤΙΜΑΕΙ ΤΗΝ ΘΗΛΥΚΟΤΗΤΑ ΣΕ ΌΛΟ ΤΗΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ:

 

Την ερχομένη Τρίτη 5 Μαρτίου 2024, ώρα 6μμ, η Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, στα πλαίσια του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας, θα τιμήσει την Έφορο Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών κυρία Ανθούλα Δανιήλ, σε εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί στην Αίθουσα Διδασκαλίας της Μουσικής Βιβλιοθήκης “Λίλιαν Βουδούρη” στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

=======================================================================================================================

 

Ανθούλα Δανιήλ

 

«Χωρίς το φίδι

Ο Παράδεισος θα ήταν

Ένα ιδιαίτερα πληκτικό μέρος».

 

Κι εσύ τρέφεσαι

Μόνο με μήλα,

Σαν την Εύα.

 

Χωρίς αυτήν

Δεν θα είχαμε γνωριστεί,

Δεν θα είχαμε συναντηθεί,

Δεν θα γράφαμε καν ποιήματα

πονήματα

πήματα…

 

Τών Πάντων ο Ποιητής

Δεν θα μάς είχε εκχωρήσει

Βουλήσεως ελευθερία

Κι επιλογής αμφί-

βολία.

 

 

 

 

Ποιητικό δοκίμιο με φιλοσοφικές απολήξεις

 

Αφιερωμένο στην Ανθούλα Δανιήλ

 

 

Μα κι ο θνητός Οιδίπους

Από τη γενιά τών σπαρμένων

Δοντιών του Δράκοντα

Τί χείριστον έσφαλλεν

Από τον Νεφεληγερέτην Δίαν

Που εσκότωσεν τον πατέραν του

Κρόνον

Κι εκοιμήθη με τη μητέραν του

Γαίαν

Γεννοβολώντας μία σειρά τέκνων

Που αυξήθηκαν και πληθύνθηκαν

Και κατεκυρίευσαν

Αυτήν την περιοχήν

Τού Γαλαξία;

 

Κι ο Χρόνος από τότε να μετράει ήρχισεν.

 

*

 

Devas: οι γραμμές

Τών βουνών

Και λόφων οι διχάλες

Ίχνη γλυπτικής

Μαρτυρούν

Ουρανίου

 

*

 

Κι οι Θόλοι

επτά

Γιγάντιοι συσσωρευτές

Αιθέρος

ιαματικού

θεραπευτηρίου

θεάτρου…

Επίδαυρος, Δήλος, Δελφοί, Δωδώνη,

Αθήνας αρχαία αγορά,

Σαμοθράκη, Ολυμπία…

 

*

 

Ψηφίδες ενός μωσαϊκού

Χαμένου στα βάθη τής Ιστορίας

Κι ό,τι μυθολογία λέμε σήμερα

Ιχνογραφία ιερογλυφικού αγνώστου…

Τα ψήγματα ποιος θα συνθέσει;

Τα ρανίσματα ποιος θα μαγνητίσει;

Τον αρχέγονο ρυθμό ποιος θ’ αναψηλαφήσει;

Παγκόσμιον ποιος θα τον καταστήσει;

 

Βραχύς ο βίος

Κι ο θάνατος γοργός.

Ξοδέψαμε τη ζωή μας

Σε ασχολίες άχαρες, ανούσιες,

Ατελέσφορες επιχειρήσεις…

Τον Καιρό σκοτώνεις

Αφού τον Χρόνο

Να ιχνηλατήσεις αδυνατείς.

Ας γινότανε η ζωή

Ξανά βίος κι όχι βιός,

Το δε «γέλας»

Σιτηρούν        ανοξείδωτον.

 

*

 

Κάποτε φτάνεις σ’ ένα τείχος,

Στης Λογικής τα σύνορα προσκρούεις

Και στη Λήθη αφήνεσαι.

Μετ’ ου πολύ

Την Αλήθεια νοσταλγείς.

Μα είναι πλέον αργά.

Ποτέ.               Πότε;

 

*

 

Κι αν ξαναερχόμουνα

Ποιητής θα γενόμουνα.

Μόνο που ζούμε μια φορά

Μ’ ετούτη τη μορφή

Στο άχαρο μα στεγανό

Καβούκι μιας χελώνας

Στενάχωρης.

 

*

 

Κι ο τρισώματος Γηρυόνης

Τρεις φορές λαβώθηκε,

Τρις απέθανεν,

Τρεις φορές εδιπλώθηκε

Στο λασπωμένο σεντόνι

Τής Γης.

ΓΑΙΑ-ΘΕΜΙΣ-ΤΙΤΑΝΙΔΑ ΦΟΙΒΗ-

ΦΟΙΒΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝ

(από τη Δήλο στην Αθήνα κι από

Εκεί βρήκε μόνιμη κατοικία στους

Δελφούς). Ευμενίδες,

Εσείς δεν μου κάνετε

Για να εκδικηθώ

Το αποτρόπαιο

Το προμητορικό το φονικό.

Ερινύες, τέκνα τής Νυκτός,

Του Σκότους πυγολαμπίδες,

Εις την αγκάλην υμών

Το ρεύμα τού πυρός

Υπερταχεία απελευθέρωσις,

Φρικτός τοκετός.

Δέχομαι. Αποδέχομαι. Υποδέχομαι

Ήλιον ευεργετικόν, νεότευκτον…

Κι ας είναι μόνος. Ορφανός.

Από δύο μανάδες κι από δύο

Πατεράδες                 έρμος,

Έρμος κι ορφανός. Δεν σε χωράει

Η ζωή σου. Το ξέρω. Το νιώθω.

Σε καταλαβαίνω. Κι εγώ έτσι είμαι.

Νοσταλγώ το Φως, από το Φάος

Μεθυσμένος.

Και το Σκότος ουδόλως με τρομάσσει.

Μόνον όποιος έπλευσε με μαύρα πανιά

Συνειδητώς και σκοπίμως

Στην τριήρη τού Θησέα, μόνο εκείνος

Ένιωσεν επ’ ολίγον

Τη γαλήνη τού πατροκτόνου Δία,

Του Οιδίποδα, τού Θησέα.

Υπάρχουν πολλοί δρόμοι

Να ξεφορτώνεται κανείς

Το άδικο κάθε τυραννίας.

 

*

 

Γιατί υπάρχει μία (τουλάχιστον)

Αρμονία

Που μπορούμε να την προσεγγίσουμε,

Να την μεταδώσουμε

Ενσωματώνοντάς την.

Ποιητής,

Τίποτα λιγότερο

Δεν θα γινόμουνα,

Ακόμα κι αν έσκαβα με τα νύχια

Τους ορυζώνες τής Ανατολής,

Τους χρυσοφόρους ποταμούς τής Δύσης,

Τού Αχέροντα τα λασπερά χωράφια,

Ακόμα κι αν αφουγκραζόμουνα

Τα στοιχεία ή τους προγόνους

Στο ερυθρόδερμο ηλιοβασίλεμα…

 

*

 

Αισθητική ευωχία

Και το πνεύμα

Χαμηλώνει κάποτε

Να συσσωματωθεί

Καταδέχεται.

 

*

 

Είμαι ένα σαλιγκάρι

Που βγήκε από το καβούκι του.

Το άφησε πίσω για να το

Τσακίσουν νυσταγμένες νταλίκες

Κι ορφανά αρπακτικά.

Είμαι ένα μαλάκιο

Που βλέπει το σπίτι του

Να το παρασύρουν οι ανέμοι

Στα βράχια τα θαλασσινά…

Ψαροκόκκαλα πηγμένα

Στην προηγούμενη ηφαιστειακή

Καταστροφή…

Είμαι ένας αβόλευτος,

Ασύμβατος, αχώνευτος…

Αλυσίδας δαχτυλίδι

Δεν άνθεξα.

Τώρα παραπονιέμαι

Για τη βροχή, για τ’ αγιάζι

Και για την ηλιολουσία ακόμα

Δυσανασχετώ. Μα δεν θα ’πρεπε.

Μεγάλη είν’ η ελευθερία

Να περπατάς γυμνός.

Σάλιαγκας όμως ποτέ

Δεν ήμουν.

Αετός

Χορτοφάγος.

Τη χλωροφύλλη εντύθηκα

Να μην μ’ εντοπίσουν

Οι όμοιοί μου

Και στον Καύκασο

Μ’ αλυσοδέσουν

Με τον Προμηθέα

Που ήθελε, λέει, ο σαλός

Τους ανθρώπους με θεούς

Να εξομοιώσει.

 

*

 

Η μοναξιά τραγουδάει

Ή κι αλυχτάει.

Οι πεσμένοι από τα

Παντελόνια τών περαστικών

Κρεμιώνται

Κι ο πνιγμένος

Από τα μαλλιά του

Πιάνεται.

 

*

 

Η μόνη θρησκεία:

Τής ειρήνης,

Τής αγάπης,

Τής κατανόησης,

Τής γαλήνης,

Τής συχ-χώρεσης

Τών πάντων.

 

*

 

Χθες βράδυ λέει

Ονειρεύτηκα

Πως βγήκα σε μιάν

Άλλη διάσταση,

Παράλληλη

Κι έπαιζα ένα παράξενο

Μουσικό όργανο, σαν τη

Λύρα τού Απόλλωνα

Μα σε καβούκι θαλάσσιας

Χελώνας κάτι λεπτές

Χορδές από φωτιά

Έκρουα… τα δάχτυλά μου

Έλιωναν κι έφευγαν

Μαζί με τις νότες

Που ήταν υπερβολικά

Οξύτονες γι’ ανθρώπινο αυτί.

Κι έπειτα έγινα, λέει, τζίτζικας

Στον ξύλινο τοίχο τού θεάτρου

Κι ενοχλούσα τον κιθαρωδό.

Ααα, ξέχασα να σας πω,

Λησμόνησα πως όλο αυτό

Μέσα σε ένα δέντρο χρυσό

Που μεγάλωνε

Μ’ ιλιγγιώδη ταχύτητα

Εξελισσόταν….

Φαντάστηκα χθες πώς ήμουνα,

Λέει, άνθρωπος, ποιητής

Κι έγραφα κάτι περίεργα

Σημάδια σ’ οθόνες λευκές

Που τις έσβηνε αμέσως

Η πλημμυρίδα τού Φωτός

Που και Χρόνος εδώ, εκεί…

Αποκαλείται.

 

*

Ξερριζώνοντας τούς άλλους

Από τη σκέψη μου

Τούς αφαιρώ το δικαίωμα

Να κατοικούν στο νοητικό σύμπαν

Που δημιουργώ καθημερινώς

Με την επιμονή

Μεταξοσκώληκος τινός,

Όμως δεν μπορώ να τους

Αφαιρέσω το δικαίωμα

Να διασταυρώνονται

Οι τροχιές τους με τη δική μου

Στην καθημερινότητα.

Και τι γίνεται τότε, εάν κάποιοι

Εξ αυτών δεν θέλουν

Ή δεν μπορούν

Να υπακούσουν

Εις τον Κώδικαν Οδικής Κυκλο-

Φορίας; Ε, τότε ο σολιψισμός

Και οι κβαντικές θεωρήσεις

Δεν αρκούν. Ή μήπως αρκούν

Να σε βγάλουν ζωντανό

Από μια σύγκρουση;

Όχι, Ζαν-Πωλ, «η Κόλαση

Δεν είναι οι άλλοι».

Γίνονται όμως συχνά-πυκνά

Το μάθημα και το εφαλτήριό μας.

Άνευ εχθρών ουδέν ειμί.

Κι οι ανταγωνιστές με εξ-

Αναγκάσανε σε καλύτερες

Επιδόσεις. Χωρίς αυτούς

Θα ήμουνα ακόμα στο χωριό μου

Και θα μάζευα ελιές

Που δεν βγάζουν κάθε χρονιά

Λάδι. Ενώ εκείνοι που «μού έβγαλαν

Το λάδι» ζουν και βασιλεύουν

Χάρη στις άοκνες ευλογίες μου

Και στις ευχές που τους στέλνω

Να μακροημερεύσουν,

Αντίχαρη για το καλό,

Το μεγάλο καλό που μού έκαναν:

Να μέ μισήσουν.

Ευεργεσία. Ανεκτίμητη.

Και μετά σού λένε για τον Έρωτα…

 

 

από το βιβλίο 137 Φάος. ΛΕΞΙΚΑΝΘΑΡΟΣ α-ΦΘΟΝΙΑ ΦΩΤΟΣ.

Το ημερολόγιο τής μοναχικής πολυκοσμίας:

Τα ποιήματα μιάς ά-Φθονης λιτότητας, Αθήνα 2022, εκδόσεις Νίκας.

 

 

Ανθούλα Δανιήλ

 

Αφθονίας κάλλιστον

Μέλος

Στο δρολάπι τής ζωής

Ποιήσεως έφορος

Αμαλθείας αειφόρος.

Το όνειρο και το θαύμα

Στον κήπο σου ανθίζει.

Άνοιξη κάθε μέρα.

 

*

 

Φανατικοί για ποίηση

 

Στην Ανθούλα Δανιήλ

 

…ο ήλιος λιώνει τα χιόνια κι η Ποίηση τη σκληρότητα στις καρδιές των ανθρώπων. Ο φονικός σεισμός στην Τουρκία και στη Συρία μάς επαναφέρει στην ανθρώπινη κλίμακα. Ας είμαστε αλληλέγγυοι με το είδος μας και με την Φύση.

Τα πέντε στοιχεία από την “Τρικυμία” τού Σαίξπηρ και μετά σέβονται τα αγαθοποιά πνεύματα…

Φανατικοί για ποίηση ελάτε.

Θανατικοί τού Φθόνου αποστρέψτε το πρόσωπό σας αφ’ ημών.

Μέσα στής αποδοχής σου το λιοπύρι ολοκληρώνεται το ποιητικό μου τάλαντο και θάλλει.

Κι αν το παρελθόν μας ήταν η λειψυδρία

Κι αν μάς κούρασε τού κόσμου ο κοπετός

Κι αν πλημμυρίσανε τα πνευμόνια μας από των ηφαιστείων την αηδία

Κι αν η λάβα τις αισθήσεις μας αποκάρωσε ολονυχτίς,

Μόνο με εσένα ολοκληρώνεται η ποιητική μου φύσις,

Πόθε τού Κατακλυσμού αξημέρωτε.

Την Ατλαντίδα προτιμώ, την Σαχάρα την έχω διασχίσει

Ολημερίς κι ολονυχτίς

Πενήντα και δύο μέρες με καμήλα

Από την Ουαρζαζάτ έως το Τιμπουκτού.

Ας μην μου διαφυλάξει η Μοίρα μου η μαύρη

Τέτοιο ταξίδι άλλο…

Αν και, ήταν μεγάλα τα αστέρια στο στερέωμα,

Σαν πορτοκάλια ώριμα

Λίγο πριν πέσουν.

Έτσι εξέπεσεν ο έρωτάς σου

Κι εμαράθηκε.

Είχε σαπίσει όμως προ πολλού.

Μύριζε μούχλα.

 

 

Από το υπό έκδοσιν βιβλίο Το στερνοπούλι. (ποιήματα του αποχαιρετισμού), Αθήνα 2024, εκδόσεις Νίκας.

 

 

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας

https://konstantinosbouras.gr