Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Έχω την τύχη κι απολαμβάνω το προνόμιο να διαβάζω τα κείμενα του Χρήστου Ναούμ πολύ πριν δοθούν στο κοινό κι αποπλεύσουν για να κατακτήσουν τον κόσμο. Ως θεατρικός κριτικός, αναγνώστης κι επιμελητής κειμένων, διαβάζω κάθε χρόνο ουκ ολίγα πεζά κι ακόμα περισσότερα θεατρικά έργα. Οι περισσότεροι συγγραφείς με δραματικές αξιώσεις δεν γνωρίζουν πώς δομείται ένα «καλοφτιαγμένο» θεατρικό έργο, έχουν ασαφείς ή εναλλάξιμους «χαρακτήρες» που δεν γίνονται όμως πρόσωπα, καταστρατηγούν κάθε απαίτηση εξέλιξης των dramatis personae και πατώντας σε μια δήθεν ελευθεριότητα μετά-μεταμοντέρνου τύπου χαρίζουν στον εαυτό τους την πολυτέλεια του ακαταλόγιστου. Κι όλα αυτά στο όνομα της πρωτοτυπίας, του πειραματισμού και λοιπά. Έτσι όπως πάτησαν στον μοντερνισμό, στην αποδόμηση και στην ασυναρτησία του «ελεύθερου» (λεγόμενου) στίχου και παρέδωσαν στο Χρόνο και στη δημοσιότητα άναρχα κι αδόμητα παραληρηματικού τύπου στιχουργήματα, χωρίς καμία μουσικότητα, γνώση της ελληνικής γλώσσας (ως εργαλείου και δομικού στοιχείου εκ των ουκ άνευ), έτσι επιδίδονται και στη συγγραφή «θεατρικών έργων» που δεν παίζονται κι όταν «ανεβαίνουν» κατεβαίνουν γρήγορα γιατί προκαλούν πονοκέφαλο ή σύγχυση και την επόμενη μέρα δεν θυμάσαι ούτε τι έχεις δει ούτε πώς ούτε από ποιόν, ούτε καν τον τίτλο ή το όνομα του (ή της) επιδόξου συγγραφέως. Έλεος! Σημεία των καιρών. Μέσα από αυτή τη «σούπα», μέσα από την Κρίση και το πολιτισμικό νεφέλωμα στο οποίο κολυμπάμε όλοι εκόντες-άκοντες, θα βγει το πραγματικά νέο και καινοτόμο, όπως μέσα από τη Νύκτα γεννιέται το Ορφικόν Ωόν. Ας μην απογοητευόμαστε. Ζούμε εποχές παρακμής, μεταβατικές εποχές εκπτώσεων, ξεπουλήματος των πολιτισμικών αγαθών όσο-όσο, τα κάθε λογής «ασημικά» θυσιάζονται στο βωμό της επιβίωσης, που όμως Ζωή δεν είναι.

Αυτή όμως δεν είναι η περίπτωση του Χρήστου Ναούμ. Δεν είναι συγγραφέας του σωρού. Δεν μιμείται κανέναν. Δεν μετα-μεταμοντερνίζει. Ο λόγος του δεν είναι ακατάληπτος. Η τεχνική του αδιόρατη. Ξέρει να κρύβειθ καλά τις «ραφές» του τεχνουργήματός του. Σαν γνήσιος χειρουργός δερματολόγος-αφροδισιολόγος ξέρει να απαλύνει τις αντιαισθητικές πτυχές και να αφαιρεί τους σπίλους που προσβάλλουν την Αρμονία. Μοιάζει παλιομοδίτης, σε όλα του: θεματολογία, υφολογία, αισθητική, μορφολογία, χαρακτηρολογία, ρυθμολογία…

ΧΡΗΣΤΟΣΝΑΟΥΜφωτό

Στο καινούργιο του δραματικό επίτευγμα με τον άκρως συμβολικό τίτλο «Σάλπιγγα του αγγέλου» (που παραπέμπει σε ένα καθόλου αγγελικό σαρκοβόρον άνθος), ο βασικός του ήρωας, ο τριαντάρης Τόνυ, ψάχνει εναγωνίως «αγάπες και λουλούδια», αν κι έχει διαλέξει τον δύσβατο δρόμο του ομοερωτικού, κι ο προσωρινός σύντροφός του (και κυνικός δικηγόρος) Σίμος δεν φαίνεται να συμμερίζεται τον ρομαντισμό του. Αντιθέτως, πρεσβεύει το άκρως επικούρειον κι ελληνικότατον «ό,τι φάμε ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο….». Όσο για τον πατέρα του άτυχου κι ευαίσθητου νεαρού, άσ’ τα να πάνε. Η λαϊκούρα, η χυδαιότητα, η απαισιότητα (δεν υπάρχει τέτοια λέξη, τη φτιάχνω γιατί του ταιριάζει γάντι), όλα τα ελαττώματα της κουτοπόνηρης μικροαστικής τάξης στο έπακρον. Φτάνει στη μέγιστη εξαθλίωση να αρπάξει την «αρραβωνιαστικιά» του γιου του, κάνοντάς του όμως καλό, γιατί έτσι την ξεφορτώνονται και οι δύο. Ένας σύγχρονος Λάιος, απότομος κι αυταρχικός, που έχει συνηθίσει να προηγείται πάντα και να είναι ο μόνος κόκορας στο κοτέτσι. Δίπλα του, η κωμικοτραγική Ιοκάστη που αγγίζει τα όρια του μελοδραματικού, η Μάννα που δεν κωλώνει πουθενά προκειμένου να χαρίσει στο γιο της την ευτυχία και να τον δει να γαληνεύει. Δεν θα σας προδώσω την ιστορία, γιατί είναι όντως πρωτότυπη και με άκρως γαργαλιστικές λεπτομέρειες… Όμως θα επισημάνω το crescendo των τελευταίων σκηνών: αριστουργηματικό! Δεξιοτεχνία, χωρίς άλλο. Δεν τρέφω ουδεμία επιφύλαξη για το ταλέντο και την λογοτεχνική δεινότητα του Χρήστου Ναούμ. Απόδειξη η σκηνή του τέλους, που θα σοκάρει τους πάντες, όσο καλά κι αν κρύψει ο σκηνοθέτης ή οι ηθοποιοί (με τα σώματά τους) τα γεννητούρια της Μάνας και …Γιαγιάς επί σκηνής!!! Μάλιστα. Από τις πιο δυνατές, προκλητικές κι αποσβολωτικές καταστάσεις που έχει το ελληνικό μας θέατρο! Δεν υπερβάλλω. Διαβάστε το, ή όταν το δείτε επί σκηνής, θα καταλάβετε τι εννοώ.

Για την ώρα, σιωπώ. Ουδέν έτερον να προσθέσω έχω. Μένω ενεός κι ευτυχής, που είμαι από τους πρώτους που προσέγγισε αυτό το πόνημα.

Όσο για τον χαρακτήρα του κεντρικού ήρωα: ναι, είναι σα να ταξίδεψε με τη «μηχανή του Χρόνου» από τη δεκαετία του 1980 και να προσγειώθηκε στην Αθήνα της Κρίσης του 2015 χωρίς να έχει περάσει από πάνω του ούτε μια μέρα. Μιλάει και σκέφτεται σαν έφηβος της μεταπολίτευσης, όταν μετά τη Χούντα ανθούσε μεν η σεξουαλική ελευθεριότητα, αλλά οι νέοι είχαν ακόμα οράματα, ιδεολογίες, φιλοδοξίες πνευματικές, διατηρούσαν μια ηθική υπόσταση κατά το μάλλον ή ήττον ηθική. Δεν υπονοώ τίποτα για το γενικό ξεχαρβάλωμα, την ισοπέδωση κι απαξίωση των πάντων που βιώνουμε τώρα (θέλοντας και μη) στη εποχή του Χάους! Και βέβαια, το Χάος αναδομείται κάποια στιγμή κι ανακρυσταλλώνεται με νεοπαγή τρόπο, υπακούοντας σε άλλη κάθε φορά μαθηματική Εξίσωση, όμως μέχρι τότε έχουμε πολλά ακόμα να δούμε, να ακούσουμε και να διαβάσουμε. Κι η «Σάλπιγγα Αγγέλου» του Χρήστου Ναούμ είναι από τα πλέον ενδιαφέροντα πνευματικά επιτεύγματα της πολυθρύλητης Κρίσης, που θα εμπνέει, ως φαίνεται, για δεκαετίες μετά… αν επιβιώσουμε (που το ελπίζω και το εύχομαι από καρδιάς, για όλους μας… για όλον τον κόσμο, ειδικά για τους καλούς κ’ αγαθούς ανθρώπους, τους αναξιοπαθούντες, τα θύματα αυτής της λαίλαπας, της μάστιγας, της ανωτέρας και κατωτέρας Βίας – αμήν! Γέγονε!!!).

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr