Τα σκουπίδια υποκλίνονται ακόμα και κάποιοι χειροκροτούν.

 7-%ce%b5%cf%80%ce%af-%ce%b8%ce%ae%ce%b2%ce%b1%cf%82

 

 

Από τον ποιητή-κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

www.konstantinosbouras.gr

 

Ήδη από τον βυζαντινό ιππόδρομο και τη ρωμαϊκή αρένα, μέχρι ακόμα κι αυτή την περιώνυμη …Σκάλα του Μιλάνου, οι κλακαδόροι συνιστούσαν επίσημα «σωματεία» παρακρατικής παρέμβασης στην καλλιτεχνική αλλά και την ευρύτερη «πολιτική» πραγματικότητα. Ας μην ξεχνάμε τους Πράσινους και τους Βένετους και το ρόλο που διεδραμάτισαν στη «Στάση του Νίκα». Ας μην ξεχνάμε τη μεγάλη, την παγκόσμια Ελληνίδα Μαρία Καλογεροπούλου-Callas (με το προσωνύμιο “La divina”), η οποία παρά την αναγνωρισμένη θεϊκή της διάσταση, είχε κάθε βράδυ να παλέψει με συμμορίες που απαιτούσαν εκβιαστικά τη μίζα τους για να μην τη γιουχαΐσουν στην πιο ψηλή δύσκολη νότα της. Γι’ αυτό και οι κάθε λογής καλλιτέχνες και καλλιτεχνίσκοι φροντίζουν να έχουν τη δική τους κλάκα με χειροκροτητές ενίοτε ενθουσιώδεις. Κι αν κάποτε προσέφεραν οι ισχυροί «άρτον και θεάματα», σήμερα «γίνεται παιχνίδι» με τις προσκλήσεις, τους μπουφέδες και άλλες έμμεσες παροχές (παραγγελίες μεταφράσεων, ας πούμε και …φιλοξενίες). Έτσι εξασφαλίζεται η συνέχεια του είδους των καλλιτεχνικών παράσιτων, η οικογενειοκρατία, ο νεποτισμός, η αναξιοκρατία, ο αριβισμός, η προχειρότητα και οι αθλιότητες κάθε είδους. Σε αυτή τη χορεία εντάσσονται και μερικοί «κριτικοί», πανεπιστημιακοί συνήθως, οι οποίοι καταφάσκουν στα πάντα (yesman, στα …ελληνικά, η κατάλληλη λέξη), βρίσκουν καταπληκτικές τις παραστάσεις των οικείων ή ομοτράπεζών τους, γλείφουν τους προστάτες τους που τους πετάνε ένα κόκαλο ακαδημαϊκής προαγωγής, αφού πια, λόγω capital control δεν αφήνονται περιθώρια για άμεσο χαρτζιλίκωμα σε …ρευστό. Επομένως οι αντιπαροχές είναι έμμεσες και η διαπλοκή μη ανιχνεύσιμη. Γιατί τα λέω όλ’ αυτά; Γιατί στα πλαίσια του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου είδαμε μετά βδελυγμίας βαρύγδουπα σκουπίδια να υποκλίνονται με θράσος και να καταχειροκροτούνται από ομάδα θεατών, ενώ οι υπόλοιποι κοιτάζουν γύρω τους με απορία ή χειροκροτούν χλιαρά, αφού – το έχω ξαναπεί – είμαστε πολύ ευγενικοί και γαλαντόμοι με τους καλλιτέχνες και τους καλλιτεχνίσκους. Κι όπως είπε ο αείμνηστος Γιάννης Τσαρούχης, «στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις». Έτσι – νομίζουν – ότι είναι πολύ εύκολο να δηλώσεις «καλλιτέχνης» (γενικώς) και «μισή ντροπή δική τους και μισή δική μας». Ααααχ, Ελλάδα μας, μικρή και παμμέγιστη, πόσο εξακολουθείς να μας πληγώνεις, συνεχώς και αδιαλείπτως.

 

Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, ο Τσεζάρις Γκραουζίνις εξευτελίζει τους «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου

%ce%b5%cf%80%cf%84%ce%b1%ce%b5%cf%80%ce%b9%ce%b8%ce%b7%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%ba%ce%b8%ce%b2%ce%b5%cf%84%cf%83%ce%b5%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%b9%cf%83%ce%b3%ce%ba%cf%81%ce%b1%ce%bf%cf%85%ce%b6%ce%b9%ce%bd 

Είδα και (άκουσα – άκουσα, τρόπος του λέγειν) στην Επίδαυρο κάτι που έμοιαζε με «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου σε μετάφραση του πολυβραβευμένου Γιώργου Μπλάνα και σκηνοθεσία …του λιθουανού Τσεζάρις Γκραουζίνις. Τι θράσος! Σα να σκηνοθετεί ένας έλληνας σκηνοθέτης στην Όπερα του Πεκίνου! Ο κύριος αυτός θεώρησε καλό να γελοιοποιήσει τους επτά μυθικούς ήρωες που θα φυλάξουν τις επτά πύλες της επίσης μυθικής Θήβας. Μήπως μπέρδεψε ο καλός αυτός θεατράνθρωπος τη Νέα Κωμωδία του Μενάνδρου με το αρχαίο δράμα; Μήπως νόμισε ότι σκηνοθετεί ρωμαϊκή κωμωδία; Πλαύτο και Τερέντιο, ας πούμε; Γιατί αλλιώς δεν εξηγείται πώς παρουσίασε τους τιτάνες πολεμιστές ως Miles gloriosus. Πέταξε μια αρμαθιά πανηγυριώτικα όπλα επί σκηνής κι αυτό είν’ όλο. Αν η πρόθεσή του – μη δηλωμένη – ήταν να τους παρουσιάσει ως …Δον-Κιχώτες, θα είχε ίσως μία βάση το εγχείρημά του. Όμως αυτός δίδαξε τους ηθοποιούς (δίδαξε – λέμε τώρα) να ακκίζονται και να κουνιούνται σαν φιγούρες της commedia dell’arte και του Καραγκιόζη. Αίσχος. Ο δε Χορός, εκεί να δείτε. Μήπως νόμισε ότι διδάσκει τις κατά Κουν Βάκχες ο αγαπητός μας Τσεζάρις; Τι χτύπημα ποδιών πάνω στη γυμνή ορχήστρα ήταν αυτός; Μπουχός σηκώθηκε πυκνός και μετέτρεψε σε άσπρα τα βραδινά ενδύματα των θεατών. Το σκηνικό ανύπαρκτο, λόγω κρίσης (ή ακρισίας, γενικώς…). Άφησα τελευταία την αγωγή λόγου, την ορθοφωνία και την ηχητική της κάκιστης αυτής παράστασης. Αυτά τα «πτηνά εσωτερικού χώρου», αυτοί οι ηθοποι-ίσκοι που έχουν μάθει να ποζάρουν στο φακό και να ψελλίζουν από μέσα τους, καλυμμένοι ηχητικώς από «ψείρες» και άλλα τεχνολογικά …βοηθήματα, τι δουλειά έχουν στο αρχαίο θέατρο με την τέλεια ακουστική; Ναι, μεν ακούγεται και το σκίσιμο ενός χαρτιού και ένα νόμισμα που πέφτει στην ορχήστρα του Πολυκλείτειου θεάτρου, όχι όμως και οι ανύπαρκτες φωνούλες τους. Και οι δύο ηθοποιοί που υποδύθηκαν εναλλάξ Πολυνείκη και Ετεοκλή, Ετεοκλή και Πολυνείκη, υστερίασαν επί σκηνής [ας μου συχωρεθεί ο νεολογισμός] σα να παίζουν την απατημένη και παρατημένη «Μαντάμα Μπετερφλάι». Έλεος, βρε παιδιά. Τα ισοπεδώσατε όλα. Τα αποδομήσατε. Τα γκρεμίσατε χωρίς να στήσετε τίποτα στη θέση τους, παρά μόνον ανδρείκελα.

Ααα, κι ο πολυπράγμων αλλά όχι και περισπούδαστος μεταφραστής, που διασκευάζει και φιλοτεχνεί συχνά-πυκνά «αποδόσεις» μεγάλων λογοτεχνικών έργων από αρχαία τραγωδία, Μολιέρο και ό,τι άλλο μπορεί (και δεν μπορεί κανείς να φανταστεί). Εκείνο το «Μεγάλε Δία» στα χορικά ήταν τελείως απομυθοποιητικό και αδόκιμο, αφού το επίθετο αυτό έχει σαφώς ειρωνική χροιά στη νέα ελληνική γλώσσα, ενώ – ας πούμε – το «μεγαλοδύναμε» ή κάτι άλλο παρεμφερές θα ταίριαζε σε μια θεότητα, έστω και μυθολογική.

Η επιμέλεια χάθηκε από αυτόν τον τόπο. Η προχειρότητα και ο αριβισμός, επιβοηθούμενες από επίσημους «κριτικούς» και εξωθεσμικούς κλακαδόρους, από επιτροπές απονομής βραβείων και διακρίσεων, από διαβρωμένος και εξευτελισμένους θεσμούς, επικροτούνται και αναδεικνύονται σε κανόνα και πρότυπο προς μίμησιν. Αλίμονο στις νέες γενιές που δεν είδαν Κουν και Παξινού, Μινωτή και Κατράκη…

Σκουπίδια που υποκλίνονται σε διαπλεκόμενους που τους χειροκροτούν. Κι αλληλοδοξάζονται, «εις υγείαν του κορόδιου», που είναι πάντα ο φορολογούμενος πολύπαθος ελληνικός λαός.

 

Ιόλη Ανδρεάδη, Young Lear, παράσταση βασισμένη στον «Βασιλιά Ληρ» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

 younglear12marilena_stafylidou younglear6marilena_stafylidou younglear8marilena_stafylidou younglear9marilena_stafylidou younglear10marilena_stafylidou

Στην παράσταση αυτή τουλάχιστον, που δόθηκε στην Πειραιώς 260, δηλώνεται η διασκευή. Παρ’ όλα αυτά «ό,τι δηλώσεις δεν το σώζεις» στον κόσμο του Λόγου και της Τέχνης. Σχολική παράσταση με στυλιζαρισμένη υποκριτική, σχηματική κινησιολογία, ανύπαρκτη προβληματική. Η σκηνοθέτις επιχειρεί μια διπλή ανάγνωση του κολοσσιαίου σαιξπηρικού δράματος με τη μεταφορά του στην αίθουσα αναμονής μιας χλιδάτης κλινικής ή απλού δημόσιου νοσοκομείου (δεν φάνηκε αυτό στο ρεαλιστικό κατά τα άλλα σκηνικό από την Δήμητρα Λιάκουρα), όπου χειρουργείται ο μεγαλοαστός «πάτερ-φαμίλιας» και τα παιδιά του ακονίζουν τα νύχια τους για τη μοιρασιά της κληρονομιάς. Καλό το τέχνασμα, δεν λέω, φτάνει να υποστηριχτεί και να μην εξαντληθεί μέσα στα δέκα πρώτα λεπτά. Τα υπόλοιπα (λεπτά της ατέλειωτης ώρας) τα περάσαμε στέλνοντας μηνύματα και παίζοντας με τα κινητά μας, αφού όλοι ήταν μάλλον λίγο-πολύ γνωστοί (μικρό χωριό η Αθήνα, «μικρό χωριό – κακοί γειτόνοι» ή «κακό χωριό τα λίγα σπίτια») και κανείς δεν ήθελε να εκτεθεί ή να διαρρήξει (πελατειακές) σχέσεις ζωής. Μερικά πράγματα (και πρόσωπα ενίοτε) γίνονται θεσμός και τότε είναι στο απυρόβλητο, ενώ τους αναγνωρίζεται το ακαταλόγιστο. Αυτή είναι η παρενέργεια της έλλειψης σοβαρής, αδέκαστης κριτικής. Με άλλα λόγια, πλήξαμε ευπρεπώς αυτή τη φορά, αφού όλα ήταν political correct, μέχρι και το ποδήρες κρινολίνο της σκηνοθέτιδος που υποκλίθηκε, σεμνά στεφανωμένη από όλους τους συντελεστές, στο τέλος της παράστασης. Καλά, δεν έπεσε και κανένα ενθουσιώδες χειροκρότημα, όμως κάποιοι τη δουλειά τους την κάνανε, η μετριοκρατία επιβεβαιώθηκε ακόμα μια φορά και οι φελλοί …επιπλέουν. Φτάσαμε μάλιστα στο σημείο, η διπλανή μου, επικεφαλής μεγάλου πολιτιστικού οργανισμού, να προβεί στην ακόλουθη διάγνωση: «τουλάχιστον αυτό εδώ δεν ήταν ξεπέτα, είχε πολλή δουλειά από πίσω». Μάλιστα. Τόσο καλά. Πολλή δουλειά. Ναι, είναι κι αυτό ένα κάποιο προσόν. Η εργατικότητα. Ο μαζοχισμός. Αλλά μόνον όταν ακολουθείται από τόλμη, διονυσιακή μανία, βακχική έκσταση και Όραμα. Μάλιστα, κυρίες και κύριοι. Μας λείπουν Καλλιτέχνες με Όραμα. Πήξαμε στους μάνατζερ, στους επικοινωνιολόγους και στους δημοσιοσχεσίτες, που δεν έχουν πια ούτε ιερό ούτε όσιο. Τόσο καλά.