Του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΠΟΥΡΑ

Filoktitis 

Ο απόλυτος εγωισμός του προδομένου. Η διαιώνιση τού πόνου δια της μνησικακίας. Ο εγωκεντρισμός τού αναπόφευκτου. Το μίσος που φαρμακώνει πρωτίστως και κυρίως τον ξενιστή του. Φορέας ενός νοσήματος μεταδοτικότερου κι από την πανούκλα, ο Φιλοκτήτης εγκαταλείπεται ως λεπρός από τους συμπολεμιστές του στην βραχώδη κι ερημική Λήμνο, απέναντι από την Τροία, μόνο και μόνο επειδή δεν αντέχουν τη δυσωδία και τις κραυγές πόνου από τη γάγγραινα τού ποδιού που σαπίζει μετά το δάγκωμα ενός φιδιού (ουδεμία σχέσιν έχει με το ερπετό τής Γνώσεως). Ο Φιλοκτήτης έχει κληρονομήσει το αλάθητο τόξο τού Ηρακλή, όμως η εξουσία που του παρέχει η χρήση αυτής της τεχνικής μπορεί να του εξασφαλίσει την τροφή και την αυτοπροστασία, δεν αρκεί για την ένταξή του στην κοινωνία τών «φυσιολογικών» ανθρώπων. Γίνεται λοιπόν «φρικιό», τρομακτικό κι ανελέητο, ακόμα και προς τον ίδιο τον εαυτό του. Επικαλείται θεούς και δαίμονες, βρίζει και υποψιάζεται τους πάντες, ζει ως θηρίο, ως μισάνθρωπος, ως απόκληρος, αποσυνάγωγος, εξόριστος. Ευάλωτος όμως στην καλή κουβέντα τού Νεοπτόλεμου, του γιου τού σκοτωμένου Αχιλλέα, που καθοδηγημένος από τον πολυμήχανο Οδυσσέα, έρχεται να κλέψει και το όπλο και τον χρήστη του. Ο Σοφοκλής γνωρίζει καλά την ανθρώπινη ψυχή και ξέρει ότι ο αδικημένος και εξοβελισμένος είναι ευεπίφορος στην κολακεία, στην ήπια προσέγγιση, στη φιλάνθρωπη λαλιά. Όλη η δραματική σύγκρουση πολώνεται γύρω από το δίπολο «εγώ-εμείς», «δίκαιο-ανήθικο», «ατομικό συμφέρον-κοινό καλό». Η εσωτερική σύγκρουση τού νεαρού ιδεολόγου Νεοπτόλεμου, οι παλινωδίες, οι κυκλοθυμίες κι αμφιταλαντεύσεις του, πηγάζουν από τη «φύσιν» του, αφού αρνείται να δεχτεί το αξίωμα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Ο Οδυσσέας του προσάπτει απειρία που οφείλεται στο «νεαρόν» τής ηλικίας του. Όμως τελικά ο ήρωας πείθεται από το φάσμα τού Ηρακλή – που ως «από μηχανής θεός» – τον προτρέπει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στους Έλληνες με αντάλλαγμα την θεραπεία του από τους Ασκληπιάδες. Τι πιο σύγχρονο θέμα για τους ιθύνοντες σήμερα, που συνθλίβονται ανάμεσα στις μυλόπετρες της Ιστορίας, που βιώνουν – ενδεχομένως, θέλω να πιστεύω – εσωτερικές συγκρούσεις και συνειδησιακά αδιέξοδα;

Ο Κώστας Φιλίππογλου, έμπειρος και σημαντικός σύγχρονος σκηνοθέτης με μινιμαλιστική αισθητική και αφαιρετική επεμβατικότητα, σκηνοθέτησε έναν «Φιλοκτήτη» με επίκεντρο τον εκφερόμενο λόγο εις βάρος της εικόνας. Εξαίρετο και λειτουργικό το σκηνικό, διαχρονικά τα κοστούμια (τα συγχαρητήρια στην Κέννυ Μακλέλλαν), ιδιαίτερα υποβλητικοί οι φωτισμοί τού Νίκου Βλασόπουλου, η κίνηση που επιμελήθηκε η Φρόσω Κορρού έλυνε τα χέρια και τα πόδια Χορού και πρωταγωνιστών. Από αυτούς, ευχάριστη έκπληξη ο Αιμίλιος Χειλάκης, σπουδαίος ηθοποιός, υποδειγματικού σκηνικού βεληνεκούς με σεβασμό στους συμπαίκτες του. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, ταιριαστός ως Οδυσσέας. Όσο για τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, η βιοενεργειακή του τεχνική και οι ιδιότυπες φωνητικές του επιδόσεις θα ήταν περισσότερο αποτελεσματικές σε μια κλειστή σκηνή «ιταλικού τύπου», όμως χάθηκαν στον αχανή χώρο τού Ηρωδείου με την κακή ακουστική (το ρωμαϊκό ωδείο είχε σχεδιαστεί και κατασκευαστεί με ξύλινη στέγη). Έτσι, ο κυρίαρχος λόγος χάθηκε, συγχύστηκε, αφομοιώθηκε από το θόρυβο τού κοινού και τα ψηλοτάκουνα τών αργοπορημένων στο άνω διάζωμα. Οι καλές προθέσεις οδήγησαν σε μια μάλλον πληκτική και ρουτινιάρικη παράσταση, μονότονη, α-τονική (αλλά όχι υποτονική) κι αδιέξοδη, παρά το εύρημα τών φέιγ-βολλάν με τα οποία επικοινωνεί ο Ηρακλής από το υπερπέραν με τους ταλαίπωρους θνητούς ήρωες. Η μετάφραση τού σοφόκλειου δράματος από τον Γιώργο Μπλάνα μετέτρεπε (σε πολλά σημεία) την περίφημη «τραγική ειρωνεία» σε εμπρόθετη διακωμώδηση. Όταν το κοινό γελάει ανερυθρίαστα με ηχηρό τρόπο σημαίνει δύο πράγματα: είτε ότι αποφορτίζεται από έντονη ψυχολογική «ενσυναίσθηση» είτε διασκεδάζει την πλήξη του. Διαλέγετε και παίρνετε. Η πρωτότυπη μουσική τών Lost Bodies συνέβαλε στον εκσυγχρονισμό του αρχαίου λόγου. Εύστοχο και το εύρημα της «πρόθεσης» που διαβάζει από χαρτί ο πρωταγωνιστής πριν πάρει τη θέση του ως Φιλοκτήτης.